©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info@okypus.com

tel: +306946385769

Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 01 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.


Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Γοτθικός Τρόμος και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 01 από 36]


---

Πρώτον όμως θα εξέλθης από της ταφής τον λάκκον,

Και την γην θα περιτρέχης μορφήν έχων βρυκολάκων•

Εις τα δώματα θα έμβης της πατρώας σου οικίας,

Θέλων, τέρας, να ροφήσης αίμα της οικογενείας.

Περί μέσας νύκτας πίνεις την ζωήν της θυγατρός σου,

Την ζωήν της αδελφής σου και αυτής της γυναικός σου•

Την τροφήν αηδιάζεις και το πρόσωπόν σου στρέφεις,

Το ημισαπές πλην σώμα πρέπει εξ αυτής να τρέφης.

Ενώ δε τα θύματά σου τελευταίον βλέμμα ρίπτουν

Και κοιτάζουν τον φονέα, τον πατέρ’ ανακαλύπτουν•

Φοβεράς τότε κατάρας και σε δίδουν και τα δίδεις,

Μεχρισού την γενεάν σου άψυχον εμπρός σου ίδης.


Λόρδου Βύρωνος «Ο Γκιαούρ» (απόσπασμα), 1813 [μετ. Αικατερίνης Κ. Δοσίου]




ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ

Γκουιλά Νακουίτζ





Γελούσα.


Γιατί γελούσα; Δεν γνωρίζω, δεν θυμάμαι, ποιος νοιάζεται. Το βέβαιο είναι ότι γελούσα.


Και γιατί να μην γελάσω άλλωστε; Ήμουν ενδεδυμένος το μαύρο κασμιρένιο φράκο της Σαβίλ Ρόου και στα χέρια μου φορούσα τα λευκά γάντια από σατέν. Η πανσέληνος έλαμπε στην παριζιάνικη νύχτα, ο Σηκουάνας αναλυόταν στους ψίθυρους της παλίρροιας, οι ακακίες κατά μήκος της Οδού Vernet παραδίδονταν με θροϊσματα στο χάδι του θερμού νοτιά, η κολόνια της άγριας μιμόζας που είχα αγοράσει από το Passage des Panoramas ήταν ακόμη νωπή στο δέρμα μου. Περπατούσα στον δρόμο με την πλάτη ευθυτενή χτυπώντας ρυθμικά το μπαστούνι στο έδαφος και, σαν απαντούσα στο σεργιάνι μου τις κυρίες με τις δαντελένιες τουαλέτες από πορφυρή μουσελίνα και με τα μπονέ των μακριών χηνόφτερων, υποκλινόμουν εμπρός τους βγάζοντας το ημίψηλο καπέλο κι εκείνες κοκκίνιζαν από υψηλοφροσύνη.

Φυσικά και γελούσα. Σαν τι άλλο θα έπρεπε να κάνω δηλαδή; Να κλαίω;


Ως και ο πλέον αδαής μπορούσε να διακρίνει την αυθόρμητη εκείνη ευφορία στα πρόσωπα των παριζιάνων, εν έτει 1824. Αυτό βεβαίως ήταν απολύτως φυσικό εάν αναλογιζόταν κανείς ότι η Γαλλική Επανάσταση και οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι είχαν πλέον παρέλθει και ούτως οι έντονες κοινωνικοπολιτικές αναταραχές που μάστιζαν την γαλλική πρωτεύουσα είχαν παραχωρήσει την θέση τους σε μία κατάσταση γλυκιάς νηφαλιότητας. Τούτου λεχθέντος, κείνοι ήσαν καιροί που απείχαν μακράν μιας –ας πούμε- ειδυλλιακής περιόδου για την Γαλλία καθώς η χώρα βρισκόταν υπό το καθεστώς της Μοναρχίας των Βουρβόνων και η φοιτητική νεολαία του Universite de Paris δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να εξεγείρεται σε διαδηλώσεις ενάντια στην ηγεμονική αριστοκρατία. Έστω κι έτσι όμως, η παριζιάνικη καθημερινότητα φάνταζε πιο ανέφελη από πρότερα.


Ο νυχτερινός περίπατος με έφερε στο La baleinière (=το φαλαινοθηρικό), το μικρό εκείνο καπηλειό που έστεκε ταπεινό σε ένα σκοτεινό σοκάκι των Ηλυσίων, ανάμεσα σε ερημόσπιτα από μαυρισμένους οπτόπλινθους και ρημαγμένες κεραμιδοστέγες. Για την αλήθεια του πράγματος, στο La baleinière δεν με έφερε ακριβώς ο νυχτερινός περίπατος. Το La baleinière ήταν εξ’ αρχής ο προορισμός της πορείας μου. Και ήμουν απολύτως κατασταλαγμένος ως προς το τι επρόκειτο να πράξω σαν πατούσα το πόδι μου εκεί μέσα. Όλα ήσαν προδιαγεγραμμένα κατά τρόπο πανέμορφο και –μα τον Ύψιστο!- εδήλωνα πανέτοιμος για τις εξελίξεις που επιφύλασσε το εγγύς μέλλον.

Το La baleinière δεν είχε αλλάξει διόλου από την τελευταία μου επίσκεψη. Τούτο ήταν βεβαίως αναμενόμενο, δεν είχε περάσει δα και τόσος πολύς καιρός από τότε. Η ξύλινη επιγραφή στην πρόσοψη έφερε σκαλισμένη την ονομασία του καπηλειού και από κάτω απεικόνιζε δια ελαιογραφίας ένα φαλαινοθηρικό που ρυμουλκούσε μία νεκρή φάλαινα από την πρύμνη του μέσα σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα.


Δίπλα από την είσοδο πόζαρε η σκουροπράσινη μακρόστενη πινακίδα –απαράλλαχτη, στην ίδια ακριβώς θέση όπως πρότερα- που ενημέρωνε τους ενδιαφερόμενους ότι το κατάστημα είχε συνάψει συμβόλαιο με την Πράσινη Νεράιδα. Τούτο σήμαινε φυσικά ότι το καπηλειό ήταν εξουσιοδοτημένο να σερβίρει αψέντι, ένα από τα ολιγάριθμα καπηλειά του Παρισιού εκείνης της εποχής που είχαν την εν λόγω εξουσιοδότηση καθότι το αψέντι αντιμετωπιζόταν ακόμη με κάποια επιφυλακτικότητα από το κοινό κυρίως λόγω των ισχυρών διεγερτικών του ιδιοτήτων.


Το έτος ήταν 1824. Ήταν ακόμη νωρίς, αρκετά χρόνια πριν την λαμπρή περίοδο της Belle Époque όπου το αψέντι έμελλε να αποκτήσει την μεγάλη του δημοφιλία, ιδιαίτερα ανάμεσα στους εκπροσώπους των τεχνών και της διανόησης. Πώς θα συνέθετε τις Gnossiennes του ο Σατί ή πώς θα φιλοτεχνούσε τις αφίσες του Μουλέν Ρουζ ο Τουλούζ-Λωτρέκ δίχως το μαγικό ξόρκι της αψινθιάς; Θα οριζόταν ποτέ η Έναστρη Νύχτα του Βαν Γκογκ από τους γαλαξιακούς στρόβιλους εάν δεν είχε επινοηθεί το πράσινο ελιξίριο; Λατρεύω το αψέντι, πάντα το λάτρευα. Ειδικά όταν είναι καλοκαμωμένο, με την πρέπουσα απόσταξη. Και οφείλω να παραδεχθώ ότι το αψέντι που σερβιριζόταν στο La baleinière ήταν αψεγάδιαστο, δεν χωρούσε καμία αμφιβολία περί τούτου. Παρότι όμως ήσαν διάφοροι οι λόγοι για τους οποίους επισκεπτόμουν το La baleinière εκείνη την νύχτα, το αψέντι δεν αποτελούσε έναν από αυτούς.


Δεκάδες αναμμένα σπαρματσέτα παρείχαν τον φωτισμό του καπηλειού. Οι τοίχοι στο εσωτερικό του La baleinière ήσαν κοσμημένοι με πίνακες ζωγραφικής που αφορούσαν αποκλειστικά την φαλαινοθηρία –όπως ακριβώς τους θυμόμουν από την τελευταία μου επίσκεψη: Επιβλητικά τρικάταρτα καράβια με πανιά φουσκωμένα από τους ανέμους των ωκεανών, εφοδιασμένα με μικρές λέμβους στα πλευρά τους, μακριοί μυτεροί ιστοί στερεωμένοι στις πλώρες, σκληροτράχηλοι ναυτικοί με καμάκια στα χέρια τους. Στην σύνθεση των πινάκων δεν έλειπε φυσικά και κάποια δύσμοιρη φάλαινα που, λαβωμένη από τα καμάκια των φαλαινοκυνηγών, πάλευε θαλασσοδαρμένη να αποδράσει.


Ο μεγαλύτερος πίνακας του La baleinière έστεκε στην σάλα όπως πρότερα, ακριβώς απέναντι από τον πάγκο του μπαρ. Εικόνιζε τον τεμαχισμό μίας πελώριας φάλαινας σε κάποια ακτή και δίπλα της οι φαλαινοθήρες (που φάνταζαν μικροσκοπικοί σαν μυρμήγκια μπροστά της) είχαν στήσει κλίβανους με καζάνια μες στα οποία έκαιγαν τα κομμάτια λίπους της φάλαινας για την συλλογή του κητέλαιου.


Το La baleinière ήταν στέκι φαλαινοθήρων. Τούτο το είχα υπόψη μου καθώς διάβαινα την είσοδο. Θα ήταν ελαφρώς παράτολμο για κάποιον που δεν είναι φαλαινοθήρας και του οποίου οι δουλειές δεν έχουν άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα από την φαλαινοθηρία να καθίσει ανάμεσα στους θαμώνες της σάλας για να απολαύσει το πιοτό του. Μία τέτοια κίνηση θα εκλαμβανόταν (αδίκως) από εκείνους ως πρόκληση και το πιθανότερο στην περίπτωση αυτή θα ήταν να προξενηθούν ανεπιθύμητες φασαρίες εφόσον το αψέντι θα είχε ήδη ανάψει το αίμα τους. Εξού και θα ήταν προτιμότερο για τον εν λόγω ενδιαφερόμενο να καθίσει σε κάποιο σκαμνί του δρύινου πάγκου του μπαρ, μακριά από τους κυρίους της σάλας. Και αυτό το είχα υπόψη μου σαν διάβηκα την είσοδο, παρότι η διάθεσή μου δεν μου υπαγόρευε να καθίσω σε σκαμνί. Το La baleinière ήταν μεν στέκι φαλαινοθήρων, όμως εκείνη την νύχτα ποθούσα να περάσω τον χρόνο μου στην σάλα, αν και ουδεμία σχέση είχα ή έχω με την φαλαινοθηρία.


Θα ήταν απολύτως λογικό για κάποιον να εικάσει ευθύς αμέσως με μία πρώτη επίσκεψη ότι το La baleinière ήταν στέκι φαλαινοθήρων. Πέραν των προαναφερόμενων πινάκων ζωγραφικής που κοσμούσαν τους τοίχους, δεν θα είχε παρά να ρίξει μια ματιά στην σάλα που ήταν συνωστισμένη από ναυτικούς γεροδεμένους στις κορμοστασιές τους, με δασύτριχα στέρνα που επιδείκνυαν τις αμυχές τους, με πρόσωπα που μαρτυρούσαν την σκληραγώγηση και τις κακουχίες της θάλασσας.


Αλλά ακόμη κι αν η όραση του εν λόγω κυρίου ήταν λειψή και του ήταν αδύνατο να τους περιεργαστεί με το μάτι, δεν θα είχε παρά να αφουγκραστεί την οχλοβοή τους. Μέσα από τα σφιγμένα δόντια που συγκρατούσαν τις πίπες τους ξέφευγαν κουβέντες σύντομες και κρυπτογραφημένες, και από τις ιδιόμορφες αυτές στιχομυθίες καταλάβαινε κανείς ότι ήσαν όλοι τους φαλαινοθήρες. Ήταν επομένως λογικό εκ μέρους μου, διαβαίνοντας την είσοδο, να προσδοκώ να ακούσω μία συζήτηση του τύπου:


«Κι είπε ο καπετάνιος Τούρμακ…»

«Α-άι! Ο καπετάνιος Τούρμακ! Γεννημένος θαλασσόλυκος!»

«Βίρα τα πανιά!»

«Α-άι! Βίρα! Φυσήξτε ανέμοι!»

«Κι έπειτα έβγαλε απ’ το πουγκί τρία χρυσά δουκάτα.»

«Α-άι!»

«Ένα χρυσό δουκάτο σε κείνον που θα πρωταντικρίσει φάλαινα Μπελούγκα, είπε.»

«Α-άι! Μπελούγκα!»

«Ένα χρυσό δουκάτο σε κείνον που θα την καμακώσει πρώτος, είπε.»

«Α-άι! Έτοιμα τα καμάκια!»

«Κι ένα χρυσό δουκάτο σε κείνον που θα την θανατώσει, είπε.»

«Α-άι! Μπελούγκα! Κυνηγήστε την σκύλα μέχρι που να κουραστεί και να ψοφήσει! Τρία χρυσά δουκάτα είν’ αυτά!»


Παραδόξως όμως, σαν διάβηκα την είσοδο, αντί για μια τέτοια συζήτηση, τους άκουσα να τραγουδούν όλοι αγκαλιασμένοι μεταξύ τους το Vive la rose. Ως και ο μυστακοφόρος ταβερνιάρης, ο Φουλμπέρ, είχε εγκαταλείψει τον πάγκο του μπαρ και συμμετείχε μαζί τους στην ενθουσιώδη απόδοση του τραγουδιού. Βρίσκονταν όλοι τους σε μία κατάσταση άκρας ευδαιμονίας, τέτοιας ώστε προς στιγμήν αισθάνθηκα τύψεις που επρόκειτο να διακόψω αγενώς το έξαλλο αυτό ξεφάντωμά τους. Κάποιος τρίτος ενδεχομένως να απορούσε ή ακόμα και να εκπλησσόταν σαν θα τους αντίκριζε ούτως χαρούμενους καθότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι ήσαν συνήθως σκυθρωποί και συνοφρυωμένοι. Εγώ αντιθέτως απ’ την μεριά μου ήμουν σε θέση να υποψιασθώ τους λόγους της έντονης αυτής ευθυμίας.


Mon ami me délaisse

Ô gué, vive la rose

Je ne sais pas pourquoi

Vive la rose et le lilas

Il va-t-en voir une autre

Ô gué, vive la…-


Σαν έκανα την εμφάνισή μου εμπρός τους, το τραγούδι τους διακόπηκε μονομιάς και στην σάλα του La baleinière επικράτησε απόλυτη σιγή. Πένθιμη σιγή. Τόσο πένθιμη που επιζητούσε –θαρρείς- απεγνωσμένα έναν τάφο. Τα πρόσωπα ολωνών ωχρίασαν, με πρώτο και καλύτερο εκείνο του Φουλμπέρ που γίνηκε λευκότερο κι απ’ την λευκή ποδιά γύρω από την μέση του. Διάολε, ως και η αιθαλομίχλη του ταμπάκο έμοιαζε να είχε παγώσει στην ατμόσφαιρα ακινητοποιώντας πλήρως τις αδιάκοπες περιελίξεις της.


«Putain!» κατάφερε να ψελλίσει ο Φουλμπέρ εν μέσω του τρόμου που τον είχε κυριεύσει.


«Ακριβώς, Φουλμπέρ. Έχεις απόλυτο δίκιο. Putain. Το ίδιο θα έλεγα κι εγώ εάν ήμουν στην θέση σου.» είπα, κι έπειτα πήρα τον χαλκά των κλειδιών που έστεκε κρεμασμένος από έναν επιτοίχιο γάντζο πλάι στην είσοδο και σφάλισα την πόρτα προκειμένου να αποτραπεί οποιοδήποτε ενδεχομένο διαφυγής εκ μέρους των κυρίων. Κι αφού έκανα τούτο, στράφηκα πάλι προς την μεριά τους και τους μέτρησα νοερά έναν προς έναν.


Δεκατέσσερεις. Ήσαν όλοι τους εκεί. Δεν έλειπε κανείς.


Magnifique.


«Σας το ‘χα πει! Ένας βάρκολακ δεν πεθαίνει έτσι εύκολα! Έπρεπε να τον θανατώσουμε όταν είχαμε την ευκαιρία!» φώναξε μία ανδρική φωνή μέσα απ’ τον όχλο.


Ο Φουλμπέρ παρέμενε ακίνητος έχοντας προσλάβει στην όψη του ένα χρώμα που γινόταν ολοένα και πιο ικτερικό και που φανέρωνε πλέον την πεποίθηση του ανδρός για την τραγική έκβαση που επέκειτο. Το παχύ του μουστάκι είχε χάσει πια την περήφανη αίγλη του καθώς οι στριφογυριστές του άκρες χαλάρωναν από το ασήκωτο βάρος τους. Ήταν πασιφανές –για τα δικά μου μάτια τουλάχιστον- ότι ούτε καν ένα σφηνοπότηρο απ’ το περίφημο αψέντι του δεν θα τον έφερνε τώρα στα συγκαλά του.

«Τι έπαθες, Φουλμπέρ; Κατάπιες την γλώσσα σου; Δεν έχεις κάποιον μύθο από την Αγία Γραφή να μου διηγηθείς; Δεν αποστήθισες κάποιο εδάφιο; Βρήκα κείνη την ιστορία του Ιώβ άκρως γαργαλιστική, μου έδωσε αρκετή τροφή για σκέψη. Μην μου πεις όμως ότι τελειώνει τόσο άδοξα. Θα προτιμούσα ένα φινάλε πιο πληθωρικό, πιο κραυγαλέο. Ένα ακροτελεύτιο κρεσέντο, αυτό θέλω από σένα. Θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα ειπωθεί από το στόμα σου, αυτό στο υπόσχομαι.» είπα.


«Ύπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων!» ούρλιαξε άγαρμπα ο Φουλμπέρ σε μία κρίση κατάδηλης απελπισίας.


Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίσθηκε στα χείλη μου, αβίαστο, παρά την βούλησή μου. Ατυχώς για τον Φουλμπέρ, τούτη δεν ήταν η πρώτη φορά που τ’ αυτιά μου άκουγαν το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο.


«Θα χρειαστεί να μου παρουσιάσεις κάτι καλύτερο, Φουλμπέρ.» είπα.


«Α-άι! Τον σταυρό, Φουλμπέρ! Βγάλε τον ξύλινο σταυρό που φυλάς πίσω απ’ τον πάγκο!» φώναξε μια άλλη φωνή μες από τον όχλο.


Ο Φουλμπέρ έτρεξε σαστισμένος προς τον πάγκο του μπαρ και έκανε να βγάλει τον μεγάλο ξύλινο σταυρό που είχε φυλαγμένο από πίσω. Όμως γι’ άλλη μια φορά τον συνεπήρε η απόγνωση σαν διαπίστωσε ότι ο σταυρός είχε θραυσθεί σε κομμάτια από κάποια ξέφρενη μανία. Με τρεμάμενα χέρια, έδειξε τα σπασμένα τμήματα του σταυρού στους θαμώνες του La baleinière των οποίων οι εκφράσεις αποσβολώθηκαν εμπρός σε μια τέτοια ιεροσυλία.


«Βεβήλωση! Ύβρις! Βλασφημία!» φώναξε ο όχλος. Μα οι εκπλήξεις δεν τελείωναν εδώ.


Προτού οι θαμώνες κάμουν κάποιους πρώτους υπολογισμούς ως προς τις επόμενες κινήσεις τους, επιδόθηκαν όλοι τους σε τρομαγμένα αναφωνητά σαν συνειδητοποίησαν ότι οι μικροί χρυσοί σταυροί που φορούσαν μέχρι πρότινος γύρω απ’ τους λαιμούς τους δια λεπτών αλυσίδων είχαν εξαφανισθεί. Το συμπέρασμα εξήχθη επιτόπου κι από κοινού ότι κάποια μυστήρια δύναμη τους είχε υφαρπάξει από πάνω τους, ωστόσο ουδείς –εμού συμπεριλαμβανομένου- εδύνατο να διαλευκάνει τον δόλιο τρόπο κατά τον οποίον ενήργησε η μυστήρια αυτή δύναμη. Όπως και να είχε, τούτη ήταν μία εξαιρετικά βολική περίσταση όσον αφορούσε εμένα καθώς η θωριά των σταυρών θα ήτο ικανή να με ρίψει σε βαθιά σκοτοδίνη και να με εμποδίσει έτσι να επιτύχω τον σκοπό μου. Αντιλαμβανόμουν εντούτοις την ψυχική οδύνη στην οποία είχαν περιέλθει οι κύριοι εφόσον εγνώριζα ότι ήσαν όλοι τους ανεξαιρέτως φανατικά θρησκευόμενοι και η απώλεια των σταυρών τους σήμαινε για κείνους πολλά περισσότερα από μια απλή αναποδιά.


«Α-άι! Οι σταυροί μας! Κάποιος μας έκλεψε τους σταυρούς μας! Τούτο είναι έργο του Διαβόλου!» φώναξε ο όχλος.


Τώρα, οφείλω να ομολογήσω ότι αν και ήμουν προετοιμασμένος για τυχόν εξελίξεις που ενδέχετο να υπερβούν τις απαντοχές μου, τούτη ήταν μία συγκυρία την οποία ουδέποτε είχα φανταστεί. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το ποιος μπορεί να βανδάλισε τον μεγάλο σταυρό του Φουλμπέρ και να υφάρπαξε τους σταυρούς των κυρίων, αλλά δεν ήμουν και διατεθειμένος να δαπανήσω πολύτιμο χρόνο ώστε να εξιχνιάσω τούτον τον γρίφο. Έπρεπε να είμαι ταχύς και αποτελεσματικός, και για τον λόγο αυτόν αρκέστηκα προσωρινώς στην έωλη θεωρία ότι είχα με το μέρος μου κάποιον μυστικό φύλακα-άγγελο.


«Λοιπόν, κύριοι…» είπα προκειμένου να προσελκύσω την αμέριστη προσοχή τους, και συνέχισα: «Θα είμαι λακωνικός για να μην χρονοτριβούμε. Απόψε θα πεθάνετε όλοι σας. Θα πεθάνετε έναν θάνατο φριχτό και αποτρόπαιο. Θα φροντίσω προσωπικώς για τούτο. Δυστυχώς, δεν θα σας δοθεί αρκετός χρόνος ώστε να κάμετε την ειρήνη σας με τον Παντοδύναμο καθότι σκοπεύω να δράσω εσπευσμένως. Θα βρείτε ωστόσο παρηγορία στο γεγονός ότι κείνος που πρόκειται να αφαιρέσει τις ζωές σας θωρεί πάντοτε όλα τα πλάσματα του Κυρίου με βαθύτατη ευλάβεια και άσειστη αμεροληψία. Ακριβώς, κύριοι. Λευκοί, μαύροι, ξανθόχρωμοι, σπανιόλοι, δεν κάνω ποτέ διακρίσεις σε ανθρώπους. Θα σκοτώσω όλους σας ισότιμα.»


«Μεσιέ, θα ήθελα να πάρω τον λόγο εάν αυτό σας βρίσκει σύμφωνο.» πετάχτηκε ο Φουλμπέρ. «Είναι προφανές ότι έχει γίνει κάποια παρεξήγηση αναμεταξύ μας. Επιτρέψτε μου όμως να διατεθώ ότι τούτη δεν είναι μία παρεξήγηση που δεν αναστρέφεται. Κατά πρώτον, μην αμφιβάλλετε ουδόλως για τα κίνητρα που μας ώθησαν να πράξουμε όσα επράξαμε. Έχετε, παρακαλώ, πάντοτε κατά νου ότι είμαστε όλοι μας εδώ μέσα άνθρωποι ευσεβείς και τρέφουμε απεριόριστη λατρεία προς τον Κύριο και τα θαυμαστά Του έργα. Για τούτο ακριβώς και θα ‘ταν συνετό να μας συγχωρηθεί ο υπερβάλλων ζήλος που ενίοτε εκδηλώνεται ίσως κατά τρόπον αδέξιο και παρορμητικό. Δεν είχαμε κάποια προσωπική έχθρα εναντίον σας, απλά εκάναμε το χρέος μας ως πιστοί χριστιανοί. Και θέλω επίσης να σας διαβεβαιώσω, μεσιέ, ότι είμαστε καθόλα πρόθυμοι να σας επιστρέψουμε τα χρήματα που αποσπάσαμε από την κατοχή σας. Θέλω να πω, δεν είμαστε κλέφτες και ουδείς έχει το δικαίωμα να μας κατηγορήσει ως τέτοιους.»


«Δεν με απασχολούν τα χρήματα, αγαπητέ Φουλμπέρ και αγαπητοί κύριοι.» αποκρίθηκα. «Ούτε εσάς θα έπρεπε να απασχολούν. Τα χρήματα θα πρέπει να είναι η τελευταία έγνοια στο κεφάλι σας τούτη την στιγμή. Για τις ζωές σας οφείλετε να ανησυχείτε. Προτίθεμαι να γευθώ ως και την τελευταία ρανίδα από το σκατένιο φαρισαϊκό σας αίμα. Και πρόκειται να το απολαύσω στο έπακρο. Τούτο σας το εγγυώμαι. Τώρα, υπάρχει κάποια άλλη ένσταση προτού ξεκινήσω;»


Το σφύριγμα μιας μελωδίας ακούσθηκε. Ήταν μια μελωδία που ηχούσε οικεία στ’ αυτιά μου και θα ορκιζόμουν ότι επρόκειτο για κάποιο τραγούδι τους στίχους του οποίου είχα εντυπωμένους στην μνήμη μου. Σαν επιχείρησα όμως να φέρω κείνους τους στίχους στα χείλη, η μνήμη μου με πρόδωσε. Ίσως και να έσφαλλα. Ίσως απλά να μου δημιουργήθηκε φευγαλέα η ψευδαίσθηση ότι εγνώριζα το τραγούδι. Ποιος ξέρει.

Το σφύριγμα δεν προερχόταν από την ομήγυρη. Το σφύριγμα προερχόταν από ψηλά. Στράφηκα στο ταβάνι και αντίκρισα τον άνδρα. Κειτόταν ξαπλωμένος πάνω στον ξύλινο πάσσαλο της οροφής, τον πάσσαλο απ’ τον οποίον κρέμονταν τρεις ελαιολυχνίες. Ο άνδρας ήταν ευτραφής, με ροζωμένο δέρμα και με κοκκινωπές φαρδιές φαβορίτες που έφταναν μέχρι το πηγούνι. Φορούσε ένα μαύρο φράκο, τόσο τριμμένο που -θαρρούσε κανείς- ήταν έτοιμο να λιώσει πάνω στο σώμα του. Ενόσω σφύριζε την μελωδία, πετούσε ελαφρά στον αέρα το πουγκί που βαστούσε στο χέρι του. Από τον μετάλλινο ήχο των τσουγκρισμάτων, δεν είχα παρά να εικάσω ότι μέσα στο πουγκί βρίσκονταν οι απολεσθέντες σταυροί των θαμώνων του La baleinière.


«Μπαγκς…» ψιθύρισα χαμηλώνοντας το βλέμμα. Τον γνώριζα αυτόν τον άνθρωπο; Κατά τα φαινόμενα ναι, αν και τα φαινόμενα πολλές φορές απατούν. Εφόσον όμως γνώριζα το μικρό του όνομα, ήταν εύλογο ότι θα γνώριζα και τον άνθρωπο. Τούτο δεν είχε ακόμη καταστεί σαφές στο συνειδητό μου, κατά ένα τρόπο τον οποίον θα χαρακτήριζα ως παράδοξο. Κείνο ήταν το πρώτο μου συναπάντημα με τον Μπαγκς, εντούτοις ένιωθα ότι τον Μπαγκς τον γνώριζα μιαν ολόκληρη ζωή. Παράδοξο, παράδοξο, παράδοξο.


«Ακριβώς, αφέντη.» είπε ο Μπαγκς και μ’ ένα σάλτο προσγειώθηκε στο δάπεδο, αέρινα παρά το παχύσαρκο σουλούπι του. «Ο αγαπημένος σου Μπαγκς. Πάντοτε στην κατάλληλη στιγμή και στο κατάλληλο μέρος. Πάντοτε έτοιμος να προσφέρει τις εκλεκτές υπηρεσίες του. Και πού θα βρισκόσουν αλήθεια χωρίς τον μονάκριβό σου Μπαγκς;»


«Τι θέλεις, Μπαγκς; Όπως βλέπεις, με διακόπτεις εν μέσω σοβαρής ασχολίας. Υπάρχουν λογαριασμοί τους οποίους πρέπει να διακανονίσω με τους κυρίους. Άσκοποι περίσπασμοι σαν και τον δικό σου δεν αρμόζουν επί της παρούσης.» είπα.


«Ω αφέντη, γνωρίζεις ασφαλώς ότι ο μονάκριβός σου Μπαγκς ουδόλως θα επιθυμούσε ποτέ να προκαλέσει κάποια ενόχληση, και μάλιστα εν μέσω τόσο σοβαρής ασχολίας.» είπε ο Μπαγκς υιοθετώντας στην έκφρασή του το μεμψίμοιρο εκείνο ύφος που αξιοποιούσε σαν έπρεπε να συζητήσει για κάποια χρωστούμενη αμοιβή. «Κρίνω όμως ως πρωτεύον ηθικό καθήκον να σε ενημερώσω ότι η κατάσταση εν προκειμένω θέτει ζήτημα οφειλής δεδουλευμένων. Μάλιστα αφέντη. Θα έχεις οπωσδήποτε παρατηρήσει ότι οι παριστάμενοι κύριοι έχουν απολέσει όλοι τα θρησκευτικά τους μενταγιόν, ήτοι τους σταυρούς τους. Και ας μου επιτραπεί εδώ να γίνω αρκετά τολμηρός ώστε να επισημάνω ότι εάν οι κύριοι διέθεταν τα μενταγιόν τους, τότε οι προοπτικές διακανονισμού των λογαριασμών σου μαζί τους θα ελαχιστοποιούνταν ή ακόμη και θα μηδενίζονταν. Τι θα έκανες άραγε εάν ο Φουλμπέρ και η συντροφία του μοστράριζαν τους σταυρούς τους εμπρός στα μάτια σου; Δεν θα υπέκυπτες πάλι σε άκρατο ίλιγγο; Δεν θα βρισκόσουν πάλι αβοήθητος στην ανελέητη κτηνωδία τους; Δεν θα κατέληγες πάλι στους βυθούς του Σηκουάνα, δαρθείς και ταπεινωμένος;»


«Ωραία, Μπαγκς. Έπιασα το νόημα. Εσύ είσαι ο υπεύθυνος λοιπόν. Εσύ έκλεψες τους σταυρούς των κυρίων. Υποθέτω ότι σου χρωστώ ευγνωμοσύνη γι’ αυτό μιας και μου έκαμες τέτοιαν εξυπηρέτηση. Τώρα, τι ζητάς; Γίνε σύντομος πια και όρισε την αμοιβή σου. Οφείλεις να σεβαστείς την αγωνία τούτων των ανθρώπων. Πρόκειται να πεθάνουν από στιγμή σε στιγμή.» είπα.


«Ω δεν θέλω δα και τόσα πολλά, αφέντη.» έκανε ο Μπαγκς με παραπονετική φωνή. «Γνωρίζεις άλλωστε ότι ο κακόμοιρος ο Μπαγκς ήταν πάντοτε εργάτης φτηνός και οι ανταμοιβές του είναι –κατά γενικό κανόνα- λειψές και δεν ανταποκρίνονται ποτέ στην αξία των υπηρεσιών του. Μαθημένος πια στο χαμαλίκι, δεν θίγομαι. Καθότι όμως η αποψινή μου εκδούλευση έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στις διαδικασίες και ως εκ τούτου εσύ κατορθώνεις και παραμένεις σώος και αβλαβής εξ’ αιτίας μου, κείνο που ζητώ ως αμοιβή είναι το αίμα όλων των παριστάμενων κυρίων, μηδενός εξαιρουμένου. Θαρρώ πως έτσι ξεχρεώνεις δίκαια τις υποχρεώσεις σου απέναντί μου.»


«Τι!; Εννοείς δηλαδή ότι θα μου στερήσεις την ευχαρίστηση του ανθρώπινου αίματος; Θα μου αρνηθείς την απόλαυση να πάρω την εκδίκησή μου από τους κυρίους με τους οποίους έχω έντονη προσωπική έριδα;» έκανα αποκαρδιωμένος.


«Θα ήταν άραγε τούτο ένα πλήγμα για σένα, αφέντη; Αμφιβάλλω. Ούτως ή άλλως, το ανθρώπινο αίμα δεν υπήρξε ποτέ δική σου ανάγκη. Είχες προ πολλού τιθασεύσει τέτοιου είδους πάθη με το αίμα των αρουραίων, το θυμάσαι; Αρκέσου λοιπόν σε κάμποσους αρουραίους για το αποψινό σου δείπνο και άφησε τον κακόμοιρο τον Μπαγκς να αναλάβει τους κυρίους. Σε αντίθεση με σένα, εγώ επιμένω να εισακούω τα ένστικτά μου. Δυστυχώς, επιμένω να προτιμώ το ανθρώπινο αίμα απ' εκείνο των αρουραίων.» αποκρίθηκε ο Μπαγκς.


Ήμουν έτοιμος να τον διαολοστείλω αλλά δεν το έκανα. Ήμουν ένας βρυκόλακας. Όπως άλλωστε και ο Μπαγκς ήταν ένας βρυκόλακας. Εγνώριζα καλά πως ο Μπαγκς ήταν βρυκόλακας. Το εγνώριζα καλά διότι εγώ ήμουν εκείνος που τον έχρισε ως βρυκόλακα. Εξού και με αποκαλούσε αφέντη ως υπαγορεύει ο νόμος των βρυκολάκων: ο χρισμένος οφείλει πάντοτε να προσφωνεί τον μυητή του ως αφέντη και να επιδεικνύει απεριόριστο σεβασμό προς εκείνον. Ο Μπαγκς με προσφωνούσε μεν ως αφέντη, παραήταν εντούτοις άξεστος για να επιδείξει σεβασμό, όχι μόνο προς εμένα αλλά και προς τον οποιονδήποτε.


Θα μπορούσα κάλλιστα να αρνηθώ στον Μπαγκς την ανταμοιβή που μου ζητούσε. Όμως δεν το έκανα. Ο Μπαγκς είχε δίκιο. Με είχε μάθει πλέον. Είχε μάθει ότι εκτιμούσα την αξία της ανταπόδοσης υψηλά, ειδικά στις δοσοληψίες μεταξύ βρυκολάκων. Όπως επίσης είχε μάθει ότι αφαίμασσα ανθρώπινα θηράματα υπό ορισμένες συνθήκες. Όχι αυθαίρετα, όχι μοναχά για να ικανοποιήσω την δίψα μου για αίμα. Τούτο σήμαινε λίγο ως πολύ ότι ότι είχα προσαρμοσθεί στο αίμα των αρουραίων, τόσο που ποσώς νοιαζόμουν πλέον για τις πλανευτικές τέρψεις που χάριζε αφειδώς το αίμα των ανθρώπων. Η στάση μου ετούτη δεν είχε να κάμει τόσο με κάποιαν κούφια ιδεοληψία όσο με μιαν γενικότερη αντίληψη που διατηρούσα περί αισθητικής. Πέραν τούτου, πάντοτε ένιωθα και εξακολουθώ να νιώθω έναν οίκτο για το ανθρώπινο γένος παρά τα καταραμένα του ψεγάδια. Ω, ποιος ο λόγος να εξηγούμαι; Τέτοιος καμώθηκα και ούτως θα παραμείνω, υποθέτω.


Η ευκαιρία που μου διδόταν εν προκειμένω να αφαιμάξω τους θρησκόληπτους θαμώνες του La baleinière ήταν μοναδική, δεν θα μπορούσα να φανταστώ ευτυχέστερη από δαύτη. Οι άνθρωποι ετούτοι χαρακτηρίζονταν από μία μωρία που μοναχά κινδύνους εγκυμονούσε και ήταν αυτή ακριβώς η μωρία στο πνεύμα που διαιώνιζε τον φαύλο τους κύκλο. Ήμουν λοιπόν περήφανος που θα έφερνα εγώ εις πέρας το έργο της εξόντωσής τους καθότι ήταν έργο που μου ανατέθηκε –το δίχως άλλο- από κάποια άρχουσα ειμαρμένη της ίδιας της φύσης. Και φυσικά θα γευόμουν και ανθρώπινο αίμα ύστερα από πολύ καιρό.

Δεν μπορούσα εντούτοις να αγνοήσω τα επιχειρήματα του Μπαγκς. Ναι, χωρίς εκείνον θα είχα πιθανότατα ηττηθεί από τους σταυρούς του όχλου καθότι οι βρυκόλακες δεν αντέχουν την φαρμακερή τους θωριά. Θα ήμουν πιθανότατα ήδη έρμαιο των μοχθηρών βουλήσεων των θαμώνων. Του όφειλα ευγνωμοσύνη. Η ηθική μου υπαγόρευε να ικανοποιήσω τις απαιτήσεις του, έστω και αν στην περίπτωση του Μπαγκς η ηθική ουδεμία σημασία έχει. Ο Μπαγκς ήταν φίλος μου και –πιστέψτε με- οι βρυκόλακες έχουν ανάγκη την συντροφιά των ομοειδών τους.


Κι ενώ ήμουν λοιπόν έτοιμος να γνέψω καταφατικά στον Μπαγκς υπό την συνοδεία ενός αποκαμωμένου στεναγμού, το μάτι μου διέκρινε τυχαία μέσα στον άρρενα συρφετό μία γυναικεία φιγούρα. Τώρα, η μνήμη μου μπορεί να με πρόδωσε ως προς την μελωδία που σφύριζε ο Μπαγκς, ουδόλως με απατούσε πάραυτα ως προς την γυναίκα εκείνη που έστεκε μουλωχτή ανάμεσα στους θαμώνες του La baleinière προκειμένου να μην την συλλάβει το βλέμμα μου. Εφόσον εγνώριζε την βαριά ευθύνη που έφερε για τις εξελίξεις που ελάμβαναν χώρα, το πρώτο πράγμα που διάβαζε κανείς στο όμορφο πρόσωπό της ήταν η χρεία να ξεγλιστρίσει σαν χέλι από το μέρος. Αντελαϊς.


«Ωραία λοιπόν, Μπαγκς. Τούτη είναι η τελεσίδικη αντιπροσφορά μου και άμα θέλεις δέξου την ειδάλλως δεν ξέρω τι άλλο μπορώ να κάμω για σένα. Είσαι ελεύθερος να εφορμήσεις στους πάντες εδώ μέσα εκτός από την αγαπητή μου Αντελαϊς. Μονάχα κείνη δεν θα πειράξεις. Την Αντελαϊς την θέλω για μένα.» είπα.


Ο Μπαγκς κοίταξε την Αντελαϊς. Σαν διαπίστωσε τον φόβο εκείνον που σελάγιζε μακάβριος στα υδάτινα μάτια της, αναλύθηκε σε ένα ηχηρό χαχανητό που έκαμε τον όγκο του να τραντάζεται σύγκορμος.


«Χαχαχαχα. Ένα παπαδοπαίδι. Αυτό ήσουν πάντοτε, αφέντη. Ένα καχεκτικό παπαδοπαίδι. Δεν είχες ποτέ τα κότσια να γίνεις πραγματικός βρυκόλακας. Βρυκόλακα σ’ έκαμε η εύνοια της τύχης. Ας είναι λοιπόν. Χαλάλι σου. Στην δωρίζω την αγαπητή σου Αντελαϊς. Ούτως ή άλλως, παραείναι ντελικάτη για τα δικά μου γούστα.» είπε.

Κι αφού χαχάνισε με την ψυχή του, ο Μπαγκς στράφηκε προς τους θαμώνες του La baleinière που είχαν μαζευτεί όλοι τους σε μια γωνιά της σάλας. Τα μάτια του Μπαγκς ήσαν αλλαγμένα τώρα και προσομοίαζαν εκείνα ενός σαρκοβόρου αιλουροειδούς: κάθετες μαύρες σχισμές ήσαν οι νέες κόρες και οι ίριδες φωσφόριζαν τώρα το χρώμα του λευκόχρυσου. Ήσαν μάτια που μαρτυρούσαν ένστικτο αιμοβόρο και στο νεοσύστατο τούτο βλέμμα του άστραφταν οι πόθοι της πυρίτιδας μέσα σε σκληρά κελύφη από χυτοσίδηρο, πυρακτωμένοι όλμοι που εκλιπαρούσαν να εκραγούν στους θεμέλιους πυλώνες του κόσμου. Αντιμέτωποι με την θεριεμένη αυτή όψη του Μπαγκς, οι φαλαινοθήρες αποτραβήχτηκαν πελαγωμένοι συμπιέζοντας τον όχλο τους στην γωνία.


«Και τώρα, κύριοι…» έκανε ο Μπαγκς. «Ποιο καλό παιδί θα ήθελε να περάσει πρώτο για να το αναλάβω; Μην ντρέπεστε, σηκώστε το χεράκι σας.»


«Πίσω, Αντίχριστε!» φώναξε ο όχλος από την γωνία του.


«Αγαπητοί κύριοι, υπάρχουν δύο ταχτικές κατά τις οποίες μπορούμε να κινηθούμε επί της διαδικασίας.» είπε ο Μπαγκς. «Η μία ταχτική επιβάλλει την σιωπηρή σας παράταξη σε έναν στοίχο, κι έπειτα θα με ζυγώνετε ένας-ένας ήρεμα κι ωραία ώστε να κάμω κι εγώ την δουλειά μου. Η άλλη ταχτική καθορίζει να προσδώσετε στην διαδικασία έναν ματαίως δραματικό τόνο με κραυγές υστερίας και ουρλιαχτά πανικού. Η επιλογή είναι αποκλειστικά δική σας, αν και οφείλω να σας πληροφορήσω απ’ την μεριά μου ότι προτιμώ την πρώτη ταχτική μιας και αρέσκομαι στο να να δειπνώ μετά κατανυκτικής ησυχίας. Όπως και να ‘χει, μην τρέφετε τυχόν αμφιβολίες ως προς το αναπόφευκτον της αποψινής μας συνεύρεσης: Θα πεθάνετε όλοι σας. Μην ανησυχείτε όμως. Θα είμαι τρυφερός και ευγενής μαζί σας. Ένας πόνος βραχύς, κι έπειτα ο αιώνιος ύπνος.»


Ως ήταν αναμενόμενο, ο όχλος επέλεξε την δεύτερη ταχτική και για τον λόγο αυτόν αποδύθηκε σε κραυγές υστερίας και ουρλιαχτά πανικού προσδίδοντας τελικά έναν όντως δραματικό τόνο στην διαδικασία. Η οχλοβοή τους όμως ήχησε δραματικότερη σαν αντίκρισαν τους γνάθους στο πρόσωπο του Μπαγκς να προεκτείνονται προσομοιάζοντας το ρύγχος ενός άγριου λύκου. Το στόμα του άνοιξε διάπλατα και φανέρωσε τις οδοντοστοιχίες, και τότε οι κυνόδοντες της άνω σιαγόνας άρχισαν να επιμηκύνονται αποκαλύπτοντας τις βαθιές τους ρίζες ώσπου γίνηκαν κάποτε μακριοί και γαμψοί και έτοιμοι να κατασπαράξουν.

Ένας εκ των φαλαινοθήρων, ο πιο γεροδεμένος και τερατώδης στο παράστημα, έσπευσε να αναμετρηθεί με το κτήνος στο οποίο είχε μεταμορφωθεί ο Μπαγκς. Ματαία η απόπειρά του. Το χέρι του Μπαγκς τινάχτηκε μεμιάς και τον γράπωσε από το λαρύγγι. Τέτοια ήταν η γοργότητα της κίνησης που ο φαλαινοθήρας δεν πρόλαβε καν να διανοηθεί κάποια αντίδραση. Το χέρι τον έσφιξε δυνατά στον λαιμό, τόσο δυνατά που σχεδόν του έκοβε την ανάσα. Ένας βρυχηθμός θεριού ανήμερου ήχησε από τον φάρυγγα του Μπαγκς μαρτυρώντας πόθους καταπιεσμένους και προαναγγέλοντας τον θάνατο δύσμοιρου θηράματος. Ο φαλαινοθήρας αναφώνησε κάποιες στερνές απεγνωσμένες εκκλήσεις για βοήθεια καθώς τα απειλητικά εκείνα σαγόνια χίμηξαν στον λαιμό του και οι κοφτεροί κυνόδοντες μπήχτηκαν σφοδροί στην καρωτίδα. Άλλος ένας βρυχηθμός ήχησε βαρύγδουπος, και έπειτα καταλάγιασε με έναν ξεφτισμένο λυγμό για να τον διαδεχθεί το μακρόσυρτο κροτάλισμα φονικού ερπετού.


Μέσα στην αναστάτωση που επικράτησε, οι θαμώνες του La baleinière έτρεχαν αλαφιασμένοι να βρουν κάποια διέξοδο ώστε να αποδράσουν από το σημείο. Οι βουλιμικές διαθέσεις του Μπαγκς όμως ήσαν τέτοιες που δεν τους έδιναν και μεγάλο χρονικό περιθώριο καθότι τον έκαμαν ταχύτατο στις κινήσεις και για τον λόγο αυτόν η αφαίμαξη του φαλαινοθήρα τελέσθηκε εντός κάμποσων δευτερολέπτων. Κι αφού πέταξε το λείψανο του φαλαινοθήρα στο δάπεδο, ο Μπαγκς επιτέθηκε με μακρινά δρασκελίσματα στους θαμώνες του La baleinière και έχωνε με λύσσα τους κυνόδοντές του στους λαιμούς τους. Αγεροδρομώντας τριγύρω σαν τον αρπακτικό αετό, ο Μπαγκς γράπωνε διαδοχικά τους θαμώνες και τους αφαίμασσε έναν προς έναν ώσπου κάποτε η σάλα βάφτηκε ολάκερη με αίμα και καταβυθίστηκε σε σπαρακτικούς οδυρμούς.

Ενόσω ο Μπαγκς ήταν απασχολημένος με την αποκόμιση ανθρώπινου αίματος από τους δύστυχους θαμώνες του La baleinière, εγώ είχα την ευχέρεια να πλησιάσω ανενόχλητος την Αντελαϊς που έστεκε έντρομη μέσα στην αιμοβόρικη αυτή κραιπάλη. Οι καστανόξανθες πλεξούδες των μαλλιών της προσδιόριζαν δαχτυλίδια στον σχηματισμό τους. Τα ζυγωματικά του προσώπου της ήσαν ελαφρώς υπερτονισμένα αναδεικνύοντας τα γαλαζοπράσινα μάτια της. Η μύτη της ήταν λεπτοκαμωμένη και διακριτική, σα να ξεπρόβαλλε από αμηχανία μην τυχόν και διατάρασσε την αρμονική συμμετρία του προσώπου. Τα χείλη της είχαν το φυσικό πορφυρένιο χρώμα της αγριοφράουλας και κάτω από το στόμα πόζαρε το πηγούνι, αδρανές μέσα στην έκσταση της τέλειας καμπύλης του. Ο λαιμός της και οι ώμοι της ήσαν γυμνοί μέχρις ότου το δαντελένιο φόρεμα με τις ροδοκόκκινες κεντημένες αζαλέες κινούσε να καλύψει το στήθος και την πλάτη. Η Αντελαϊς δεν είχε αλλάξει διόλου από την τελευταία μας συνάντηση.


«Αντελαϊς, θυμάσαι το ποίημα που σου είχα απαγγείλει κείνη την μοιραία νύχτα του πρώτου μας συναπαντήματος;»


«Μα πώς θα μπορούσα ποτέ να το ξεχάσω, μεσιέ;… Είναι ένα ποίημα που θα παραμείνει για πάντα χαραγμένο στην καρδιά και στο μυαλό μου…»


«Αντελαϊς, είμαι πρόθυμος να δείξω έλεος και να σου χαρίσω την ζωή εάν μου απαγγείλεις το ποίημα εκείνο όπως ακριβώς στο είχα απαγγείλει κι εγώ.»


«Περίεργο, μεσιέ… Θα ορκιζόμουν ότι το είχα αποστηθίσει το ποίημα μοναχά με μια ακρόαση… Ήμουν απολύτως πεπεισμένη ότι τα χείλη μου θα άρθρωναν τους στίχους του απρόσκοπτα, δίχως την παραμικρή παύση για ανάπαυλα… Σαν κινώ όμως να το εντοπίσω μες στην μνήμη μου, όλα αφανίζονται μεμιάς και γίνονται κενό…»


Ίστβαν…


«Αντελαϊς, σου υπόσχομαι ότι θα φύγεις από τούτο δω το μέρος ζωντανή κι αλώβητη εάν μου αναφέρεις έστω έναν στίχο ή μία λέξη από κείνο το ποίημα. Δεν θ’ απαιτήσω τίποτε άλλο από σένα, σου δίνω τον λόγο μου.»


«Μεσιέ, σας λέγω με πάσα ειλικρίνεια ότι η μνήμη μου έχει παραδοθεί πλέον στο πυκνό σκοτάδι… Κάποιο μπαγαπόντικο στοιχειό της σκέψης κάμει ύπουλα τεχνάσματα στις θύμησές μου, δεν λογιέται άλλη εξήγησις… Σκεπάζει το ποίημα μ’ ένα παχύ χράμι φτιαγμένο από λήθη… Οι λέξεις ξεθωριάζουν ευθύς αμέσως σαν πέφτει το βλέμμα μου απάνω τους…»


Ίστβαν… Ίστβαν!


«Αντελαϊς, είμαι έτοιμος να σε συγχωρήσω για το τελευταίο μας οδυνηρό συναπάντημα και να σε αφήσω ελεύθερη να φύγεις από δω μέσα εάν μου αναφέρεις έστω τον τίτλο κείνου του ποιήματος. Ή τουλάχιστον το όνομα του ποιητή που το συνέγραψε.»


«Πιστέψτε με, μεσιέ… Δεν υπάρχει τίποτε άλλο ετούτη την στιγμή που θα ποθούσα πιότερο απ’ το να θυμηθώ κείνο το ποίημα… Δεν με σκοτίζει μόνον η έγνοια που ‘χω για την ζωή μου αλλά –πιστέψτε με- βασανίζομαι κι απ’ την αδικία εν προκειμένω καθότι κείνο ήταν ποίημα που άγγιξε χορδές βαθιά κρυμμένες μέσα μου… Θα ‘ταν φυσικό κι επόμενο να ερωτευθώ παράφορα τον άνδρα που θα μου αφιέρωνε ένα ποίημα τόσο παθιασμένο… Όμως, μεσιέ, ο νους μου γίνηκε ξάφνου αδειανός σαν από κάποια ειρωνεία της μοίρας… Ανάθεμά με εάν μπορώ να θυμηθώ οτιδήποτε σχετικό με το ποίημα… Και για τούτο –πιστέψτε με- δεν νιώθω παρά θλίψην απέραντη…»


Ίστβαν… Ίστβαν! Ξύπνα!


«Αγαπημένη μου Αντελαϊς, δεν μου αφήνεις πλέον άλλη επιλογή απ’ το να σε θανατώσω. Στέκω τώρα ανήμπορος να κατευνάσω την αιμοδιψή μου φύση. Το ένστικτό μου τώρα βολοδέρνει στα μύχια έγκατα της βούλησης και αξιώνει κείνο που του απαρνούμαι τόσο πεισματικά: το αίμα των ανθρώπων. Ας γίνει λοιπόν. Θα πιω το αίμα σου, Αντελαϊς. Ούτως θα αποδοθεί το δίκιο κείνο που μοιρολογεί παραπονούμενο.»


«Σας εκλιπαρώ, μεσιέ, να αναθεωρήσετε τα πράγματα και να αναστοχαστείτε τα αίτια πίσω από τις πράξεις των ανθρώπων… Είμαι ακόμη νέα στους χρόνους και αμάθητη στις τριβές της ζωής… Και –δεν σας το κρύβω- τον φοβούμαι τον θάνατο, ειδικά έναν τέτοιον θάνατο… Σας ικετεύω, μεσιέ, να κοιτάξετε με την δέουσα κατανόηση τον άνθρωπο που τρέμει εμπρός σας ετούτη την στιγμή… Μην αφήσετε το πάθος να τυφλώσει την λογική τόσο στυγνά κι επιπόλαια…»


Ίστβαν… Ίστβαν! Ξύπνα! Μ’ ακούς;


Ήταν πλέον αργά για την Αντελαϊς. Ένιωθα τώρα τα μάτια μου να προσλαμβάνουν την φλογοκόκκινη εκείνη χροιά που αποχτούσαν σαν απαύγαζε μες απ’ τον ζόφο η ελπίδα του φρέσκου ανθρώπινου αίματος. Ένιωθα τους νεκροζώντανους αδένες μου να πάλλονται σύρριζοι προστάζοντάς με να ενεργήσω κατά τις θανατερές τους επιταγές. Ένιωθα τους άνω κυνόδοντές μου να επιμηκύνονται βίαιοι προτού χιμήξουν στον λαιμό της άμοιρης Αντελαϊς για να καταφέρουν τις δύο καίριες οπές της καρωτίδας. Η Αντελαϊς έβγαλε μία διαπεραστική στριγκλιά απ’ τον πόνο κι έπειτα απόμεινε ασάλευτη στην αγκαλιά μου ενόσω εγώ ρουφούσα αμείλιχτος το γλυκό της αίμα. «Ξύπνα, Ίστβαν…» κατάφερε μονάχα να μου ψιθυρίσει στο αυτί καθώς ξεψυχούσε.


Αίμα…


Ανθρώπινο αίμα…


Φρέσκο ανθρώπινο αίμα…


Εουφροζίνε!


Ίστβαν… Ίστβαν! Ξύπνα! Μ’ ακούς; Ξύπνα!


Ξύπνησα.


●●●●


Έχω την εντύπωση ότι ο Ζίγκμοντ με σκουντούσε για αρκετή ώρα ώστε να ξυπνήσω. Τούτο ήταν βεβαίως φυσικό. Κοιμόμουν πολύ βαθιά και το όνειρό μου παραήταν φορτισμένο για να με απελευθερώσει τόσο εύκολα από τον ιστό του. Και ποιος είπε αλήθεια ότι οι βρυκόλακες δεν ονειρεύονται σαν κοιμούνται; Τούτο θα το ισχυρίζονται –το δίχως άλλο- οι φαντασιόπληκτοι λογοτέχνες που ψάχνουν έμπνευση σε δοξασίες των λαών ή οι υπέργηροι παραμυθάδες που μεταδίδουν τους θρύλους του παρελθόντος στις επόμενες γενεές. Πώς είναι ποτέ δυνατόν να ισχυρίζεται κανείς ότι οι βρυκόλακες δεν ονειρεύονται κατά τον ύπνο όταν δεν έχει ιδίαν γνώση επί του θέματος; Ναι, ως και οι βρυκόλακες ονειρεύονται.



Τα ασκητήρια του σπηλαίου Γκουιλά Νακουίτζ είχαν αφήσει τα μελανά τους σημάδια επάνω στις όψεις μας. Φέραμε αμφότεροι μακριά μαλλιά στην κεφαλή μας και στα πρόσωπά μας πόζαραν γενειάδες τόσο πυκνές που τα χελιδόνια θα φώλιαζαν πολύ ευχαρίστως στο τρίχωμά τους. Η διαμονή στα ασκητήρια έκαμε τα βλέμματά μας να φεγγοβολούν παγερές κυανές ανταύγειες μέσα στα σκοτάδια. Ο μακρόχρονος λήθαργος και οι αλλεπάλληλες ενδοσκοπήσεις είχαν φορεθεί σαν αβάσταγοι χιτώνες στα κορμιά μας μέχρι που τα πόδια μας ενίοτε τρίκλιζαν στο βάδισμα.

Ο Ζίγκμοντ επέστρεψε στο κρεβάτι του ηχώντας έναν υπόκωφο στεναγμό δυσανασχέτησης. Σε αντίθεση με εμένα, εκείνος δεν είχε ακόμη χορτάσει τις βαριές νάρκες του Γκουιλά Νακουίτζ. Τουναντίον, επεδίωκε να προσεγγίσει τα βαθύτερα στάδια του ύπνου.


«Με συγχωρείς που σε ξύπνησα, Ίστβαν. Όμως παραμιλούσες στον ύπνο σου.»


«Ονειρευόμουν...; Ονειρευόμουν πάλι...»


«Ω ναι, ονειρευόσουν πράγματι. Φωναχτά. Αρκούντως φωναχτά, θα έλεγα.»


«Σε ξύπνησα;»


«Ναι. Με ξύπνησες. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Τελευταίως επιδεικνύεις μιαν επιρρέπεια στους θορυβώδεις ύπνους.»


«Με συγχωρείτε, μεγαλειότατε.»


«Μην με χλευάζεις, νεαρέ. Θα έπρεπε να μ' ευχαριστείς που σε γλίτωσα από τέτοιο ντελίριο. Βαριανάσαινες ως ετοιμοθάνατος ελέφαντας.»


«Ω, άφησε κατά μέρος τις φθηνές προφάσεις, Ζίγκμοντ. Δεν πιάνουν σ' εμένα. Μοιραζόμαστε τον ίδιο κοιτώνα πια πενήντα ολόκληρους χρόνους. Για τον ύπνο σου γνοιάστηκες, όχι για μένα. Έχω εμπεδώσει πλέον το πόσο ευερέθιστος γίνεσαι σαν διακόπτεται ο ύπνος σου.»


«Πράγματι, είχες όντως αποτελέσει κομματάκι όχληση, αγαπητέ μου Ίστβαν. Δεν το αρνούμαι. Ωστόσο τούτη δεν είναι μια συζήτηση στην οποία θα επιθυμούσα να επεκταθώ περαιτέρω. Ελπίζω μοναχά το όνειρο που έβλεπες να άξιζε την αναστάτωση. Ακουγόσουν ωσάν να έκαμες κόρτε σε κάποιαν έμορφη δεσποσύνη.»


«Αυτό έκανα; Αν με άφηνες στην ησυχία μου, ενδεχομένως το όνειρο να είχε ευτυχές τέλος.»


«Ω! Τί αυθάδεια, μα τον Αργικέραυνο Δία και ολάκερο το δωδεκάθεο του Ολύμπου!»


«Ήταν ένα όνειρο που αναφερόταν στο μέλλον, Ζίγκμοντ. Θαρρώ πως διαδραματιζόταν σε κάποια εποχή που απέχει πέντε αιώνες από τώρα.»


«Πέντε αιώνες; Παραγίνεσαι ματαιόδοξος στον ύπνο σου, Ίστβαν.»


«Είναι αλήθεια ότι οι βρυκόλακες μερικές φορές βλέπουν στον ύπνο τους όνειρα που προλέγουν το μέλλον;»


«Μερικές φορές, ναι. Να ξέρεις όμως, δεν είναι πάντοτε όνειρα που προλέγουν το μέλλον όπως πρόκειται να συμβεί. Πολλές φορές είναι όνειρα που έχουν μίαν απλή συνάφεια με μελλοντικά συμβάντα. Άλλες φορές πάλι, τα όνειρα αυτά δεν είναι παρά συγκεχυμένες ασυναρτησίες που αφορούν τυχαία και το μέλλον.»


«Θα ‘ταν αδύνατον να διαχωρίσω την ασυναρτησία από την συνοχή στο συγκεκριμένο όνειρο, Ζίγκμοντ. Το όνειρο έβγαζε άλλοτε κάποιο νόημα και άλλοτε εκφυλιζόταν σε αιχρή βαβυλωνία. Φορούσα αλλόκοτα ρούχα, ομιλούσα γλώσσες ακατανόητες, μοιραζόμουν κοινές ιστορίες με ανθρώπους παντελώς άγνωστους.»


«Ήταν πιθανότατα όνειρο που αφορούσε το μέλλον. Βλέπω κι εγώ τέτοια όνειρα από καιρού εις καιρόν.»


«Παρότι εντούτοις είμαι τώρα ξύπνιος και στα συγκαλά μου, το όνειρο άφησε ένα αχνάρι του πίσω. Κείνο είναι ο πόθος στους γευστικούς μου αδένες, ο πόθος για ανθρώπινο αίμα. Χα! Ακόμη το γεύομαι, Ζίγκμοντ. Φρέσκο ανθρώπινο αίμα.»


«Φρέσκο ανθρώπινο αίμα...! Κοινότοπο μεν, εξόχως ουσιώδες δε. Μεταξύ μας, δεν σε αδικώ. Κι εγώ το πεθύμησα εδώ μέσα ύστερα από τόσον καιρό. Το ονειρεύομαι κι εγώ περιστασιακά, το ανθρώπινο αίμα. Δυστυχώς, το αίμα των αρουραίων δεν είναι παρά ένα ευτελές υποκατάστατο.»


«Δεν το σκέφτομαι και τόσο πολύ το ανθρώπινο αίμα κατά τον ξύπνο μου, Ζίγκμοντ.»


«Ω αλήθεια...; Τότε γιατί το ονειρεύεσαι;»


«Δεν έχω ιδέα γιατί το ονειρεύτηκα.»


«Για πολλά πράγματα δεν έχεις ιδέα, έτσι δεν είναι;»


«Ακριβώς. Δυστυχώς δεν γεννήθηκα με την δική σου οξυδέρκεια.»


«Αν μονάχα το πίστευες αυτό!»


«Ζίγκμοντ…»


«Ναι;»


«Θαρρώ πως ήλθε η ώρα να φύγω από εδώ μέσα.»


«Κι εγώ θαρρώ πως πρέπει να κοιμηθείς, Ίστβαν. Το όνειρο σου προκάλεσε εξάρσεις, αυτό είναι όλο.»


«Όχι. Το εννοώ. Ήλθε πια η ώρα. Η ιδέα αυτή τριβελίζει το μυαλό μου εδώ και πολύ καιρό τώρα. Άλλωστε, βρίσκομαι εδώ μέσα πενήντα ολόκληρα χρόνια.»


«Και λοιπόν; Εγώ βρίσκομαι εδώ μέσα δύο ολόκληρους αιώνες!»


«Ναι... Τούτο το έχω εν γνώσει μου, Ζίγκμοντ.»


«Τί υπαινίσσεσαι ακριβώς, νεαρέ;»


«Ω, μα δεν θα τολμούσα ποτέ να υπαινιχθώ οτιδήποτε εις βάρος σας, μεγαλειότατε.»


«Γίνε τότε πιο ξεκάθαρος μαζί μου. Και πάψε επιτέλους τα μεγαλειότατε. Η επανάληψη σε καθιστά μονάχα πιο προβλέψιμον απ' όσο είσαι ήδη.»


«Ωραία λοιπόν. Απλά δεν θέλω να χάσω άλλο τον καιρό μου εδώ μέσα. Πενήντα χρόνια μοναχικού διαλογισμού ήσαν αρκετά για μένα. Τώρα έχω ανάγκη τον έξω κόσμο. Θέλω να περάσω τον χρόνο μου ως βρυκόλακας ανάμεσα στις προόδους και στις εξελίξεις των ανθρώπων.»


«Γιατί;»


«Γιατί όχι;»


«Πεθύμησες τόσο πολύ την ανθρωπότητα;»


«Δεν ξέρω... Υποθέτω ότι θα έχω μια ευθεία απόκριση σε αυτό το ερώτημα μόλις βρεθώ και πάλι μες στην ανθρωπότητα.»


«Εάν αυτό είναι που λαχταράς πραγματικά, τότε κάνε το. Έχε εντούτοις κατά νου ότι θα χρειαστεί να λάβεις πρώτα την έγκριση της Δίαιτας για να φύγεις από δω μέσα. Θα πρέπει να εκθέσεις τους λόγους της αποχώρησής σου στον Μάγιστρο. Και καλά θα κάμεις να του δώκεις λόγους πειστικούς γιατί ο Μάγιστρος είναι άκρως αυστηρός με επισφαλείς βρυκόλακες. Εάν δεν του αρέσουν οι απαντήσεις σου, είναι ικανός να σε κρατήσει φυλακισμένον εδώ μέσα για πάντα.»


«Προτίθεμαι να του πω ό,τι ακριβώς είπα και σε σένα. Φυσικά θα του απευθυνθώ με τον δέοντα σεβασμό όπως του αρμόζει, σε αντίθεση με την περιφρόνηση που νιώθω για σένα.»


«Δεν βλέπω τον λόγο γιατί να σου αρνηθεί. Επέδειξες αναντίρρητη πειθαρχία κατά την διαμονή σου εδώ πέρα. Υπερβολική πειθαρχία, θα έλεγα. Για την αλήθεια του πράγματος, αγαπητέ μου Ίστβαν, δεν διέφερες και πολύ από ένα πιστό τεριέ στην αποκλειστική υπηρεσία της Δίαιτας.»


«Δεν με πτοεί ο σαρκασμός σου, Ζίγκμοντ. Παραείσαι πληβείος ως διανοούμενος για ν' αποχτήσει κάποιαν αιχμή ο λόγος σου. Συνέχισε πάραυτα. Ο ειρμός σου εν προκειμένω προκαλεί το ενδιαφέρον, φαινόμενο εξαιρετικά σπάνιο στην δική σου περίπτωση.»


«Δεν έχω δα και τόσα πολλά να ειπώ. Θα πρέπει να διατηρείς καλές σχέσεις με τον Μάγιστρο και την Δίαιτα. Αυτό είναι όλο. Ούτως ή άλλως, δεν θέλεις τους συγκλητικούς της Δίαιτας εναντιωμένους μαζί σου. Είναι διαβολική φατρία οι συγκλητικοί, ικανοί να σε κάμουν να βλαστημήσεις την ώρα και την στιγμή που έγινες βρυκόλακας. Γι’ αυτό λοιπόν, συμπεριφέρσου πάντοτε με ταπεινότητα ενώπιόν τους. Βεβαιότατα, δεν θα έχεις κάποιο πρόβλημα με την ταπεινότητα, έτσι δεν είναι; Η ταπεινότης ήτο ανέκαθεν η ύψιστη αρετή σου.»


«Θα ακολουθήσω κατά γράμμα την συμβουλή σου, Ζίγκμοντ.»


«Αυτό να το κάνεις.»


«Εσένα δεν σου λείπει ο έξω κόσμος, Ζίγκμοντ;»


«Όχι ιδιαίτερα. Έκανα κάποια πολύ απαίσια πράγματα ενώ βρισκόμουν έξω, αγαπητέ μου Ίστβαν. Ήμουν εξαιρετικά εγωιστής και χαιρέκακος ως βρυκόλακας. Προξένησα ζημιές σε ανθρώπους. Υποθέτω ότι πάλευα με τον εαυτό μου, δεν εξηγείται αλλιώς. Εάν ήμουν απαθέστερος στον χαρακτήρα, ίσως και να εξακολουθούσα να κάμω ό,τι έκαμα. Τυγχάνει δυστυχώς να είμαι πιο ευαίσθητος απ’ όσο πρέπει και ως εκ τούτου έπεφτα σε βαριά κατάθλιψη ακριβώς επειδή ήμουν δυσλειτουργικός μέσα στον κόσμο. Επέλεξα λοιπόν την απομόνωση του Γκουιλά Νακουίτζ προκειμένου να επιτύχω κάποια ειρήνη με τον εαυτό μου. Ή μάλλον καλύτερα, επέλεξα το σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ προκειμένου να αναγεννηθώ ως νοήμον ον. Εάν αποφανθώ ποτέ ότι είμαι έτοιμος για τον έξω κόσμο, τότε θα κάνω κι εγώ την μεγάλη μου εξόρμηση και θα σεργιανίσω την γη ως ένας νέος άνθρωπος. Συγγνώμη, ως νέος βρυκόλακας ήθελα να πω.»


«Εάν όντως βγεις κάποτε έξω, θα μπορούσαμε να κάνουμε αχώριστη παρέα οι δυο μας. Θα ήμασταν αχτύπητο δίδυμο στον έξω κόσμο, εμείς οι δύο. Είμαι βέβαιος ότι η κάθε μας νύχτα θα ήταν κι ένα ξεφάντωμα.»


«Δεν θέλω να πληγώσω τα αισθήματά σου, αγαπητέ μου Ίστβαν, αλλά εάν ποτέ βγω στον έξω κόσμο, δεν πρόκειται να συνάψω φιλίες με βρυκόλακες. Γενικώς, θα προτιμώ την μοναξιά μου και θα συνευρίσκομαι μοναχά με ανθρώπους για περιορισμένα χρονικά διαστήματα.»


«Καταλαβαίνω.»


«Ουδέποτε θεώρησα την ζωή του βρυκόλακα συναρπαστική, Ίστβαν. Ίσως ακούγομαι αιρετικός αλλά βρίσκω την ζωή του βρυκόλακα άκρως ανιαρή και δεν θα ήθελα να την καταστήσω ανιαρότερη κάνοντας συναναστροφές με άλλους βρυκόλακες. Για την ακρίβεια, θα σου εκμυστηρευτώ ότι έγινα βρυκόλακας από ξεκάθαρη περιέργεια και τούτο είναι ένα σφάλμα μου το οποίο μετανιώνω και θα μετανιώνω ες αεί. Το να είσαι βρυκόλακας είναι ένα βαρύτατο φορτίο. Μας δίδεται άπειρος χρόνος, τόσος που δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε στο τέλος. Μας λείπει η έξαψη της θνητότητας. Όλη αυτή η αφόρητη αιωνιότητα ληστεύει την σπίθα από μέσα μας.»


«Καταλαβαίνω.»


«Χαίρομαι που με καταλαβαίνεις. Είναι καλό το να έχω δίπλα μου έναν βρυκόλακα που κατανοεί τις ιδιάζουσες συναισθηματικές μου διακυμάνσεις. Τούτο σημαίνει ότι η ευφυία μου έχει κάποια στοιχειώδη ανταπόκριση μέσα σε αυτόν τον κατά τ’ άλλα αδιάφορο κόσμο.»


«Ω Ζίγκμοντ...! Στον ισχυρισμό ετούτον ουδόλως δύναμαι να αντιπαρατεθώ παρά μόνον δια της κεχρυσωμένης σιωπής.»


Ούτως αποκρίθηκα, κι έπειτα έκλεισα πάλι τα βλέφαρα. Η έπαρση του Ζίγκμοντ ήταν αρκετή ώστε να με ρίψει σε υπνηλία. Ο χρόνος κυλούσε αθόρυβα μες στα σκοτάδια των ασκητηρίων, τόσο αθόρυβα που τα δεύτερα μεταμφιέζονταν ως αιώνες και το ανάστροφο.


●●●●


Ο χρόνος όμως δεν είχε πια και πολλή σημασία. Είχα πάρει την απόφασή μου.


«Ήλθε η ώρα να φύγω. Πρέπει να βρω τον Μάγιστρο.»


«Το αποφάσισες λοιπόν;»


«Ναι. Το αποφάσισα, Ζίγκμοντ. Θα φύγω. Ήλθε η ώρα.»


«Πολύ καλά. Στάσου να σε αποχαιρετίσω. Τούτη είναι μία πιθανότητα που απεύχομαι αλλά ίσως και να μην σε ξαναδώ ποτέ.»


«Συναισθηματισμός; Από εσένα; Κολακεύομαι, Ζίγκμοντ.»


«Παροδικός συναισθηματισμός. Επιβεβλημένος από την συμβατικότητα της περίστασης. Μόλις φύγεις, θα επανακτήσω την πρότερη αίγλη μου.»


«Οποία καθησύχαση, πράγματι! Προς στιγμήν θεώρησα ότι έκαμες κάποιαν απόπειρα προς τον υπερβατισμό.»


«Ίστβαν, δεν θα αναγνώριζες το νόημα του υπερβατισμού ακόμη κι αν σου έγνεφε ερωτικά υπό την μορφή εκθαμβωτικής καλλονής.»


«Αυτό θα το έχω υπόψη μου στον έξω κόσμο όπου θα βρίσκομαι.»


«Θα μου λείψεις, παλιόφιλε Ίστβαν. Εάν δεν ήμασταν κι οι δυο εξόχως κυνικοί με οτιδήποτε άπτεται της έννοιας της φιλίας, θα έφτανα στο σημείο να διατεθώ ότι σε εσένα ανακάλυψα ίσως τον μοναδικό πραγματικό μου φίλο.»


«Έχω την αίσθηση ότι υπερβάλλεις κάπως, Ζίγκμοντ. Ο κοινός μας χρόνος αναλισκόταν επί το πλείστον στον ύπνο μας. Και όποτε κουβεντιάζαμε, συνήθως καταλήγαμε σε διαφωνία.»


«Έστω κι έτσι, θα μου λείψεις.»


«Κι εμένα θα μου λείψεις, Ζίγκμοντ.»


«Να περνάς καλά. Και μείνε μακριά από φασαρίες.»


Αγκαλιαστήκαμε. Τα κορμιά μας μύριζαν μούχλα. Την μακάβρια αυτήν μούχλα του Γκουιλά Νακουίτζ, της κεντρικής βάσης των βρυκολάκων πάσης της οικουμένης. Το σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ προσομοίαζε μία μακρά και τεράστια μυρμηγκοφωλιά της οποίας οι δαίδαλοι και τα κελιά εκτείνονταν ως τα έγκατα της γης. Τα ασκητήρια του σπηλαίου βρίσκονταν στα κατώτερα επίπεδα. Συνεπώς, η πνιγηρή υγρασία που κατέτρωγε τους χώρους των ασκητηρίων χαρακτήριζε τα κορμιά μας με την έντονη οσμή της μούχλας.


Εάν ήμασταν άνθρωποι, η υγρασία κείνη θα ήταν ικανή να φθείρει τις κλειδώσεις μας και να μας καταβιβάσει σε βασανιστικούς σωματικούς πόνους. Εάν δε τα μάτια μας ήσαν μάτια ανθρώπινα, θα αχρηστεύονταν με την πάροδο του χρόνου καθώς στα ασκητήρια επικρατεί το απόλυτο σκοτάδι δίχως την παραμικρή ιδέα φωτός. Εφόσον όμως ήμασταν βρυκόλακες, η υγρασία και το σκότος δεν δύνονταν να επηρεάσουν ή να προσβάλουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις νεκροζώντανες υποστάσεις μας. Η φύση του βρυκόλακα –και ειδικότερα ενός βρυκόλακα του Τάγματος των Strigoi Morti όπως εμείς- δεν λόγιζε τέτοιου είδους αντίξοες συνθήκες.


Σαν αποχωρίστηκα τον Ζίγκμοντ, ξεκίνησα να ανηφορίζω το μονοπάτι που οδηγούσε στα υψηλότατα επίπεδα του Γκουιλά Νακουίτζ, στην περίφημη Σύγκλητο, εκεί όπου η Δίαιτα των Cluj διεξήγαγε τις συνεδριάσεις της. Περπατούσα στις μύτες των ποδιών μου ώστε να μην ξυπνήσω τους βρυκόλακες που κοιμόνταν στους άλλους κοιτώνες. Στο διάβα μου απαντούσα τους σταλακτίτες και τους σταλαγμίτες του σπηλαίου, μυτερούς και αιωνόβιους και αγέρωχους, κι ενόσω προχωρούσα δεν έπαψα ούτε στιγμή να συλλογίζομαι τις συμβουλές του Ζίγκμοντ.


Ο Ζίγκμοντ μίλησε με σοφία, οφείλω να το παραδεχθώ. Επειδή η Δίαιτα των Cluj είναι το ανώτατο εκτελεστικό όργανο της κοινωνίας των βρυκολάκων, έπρεπε να εκθέσω τους λόγους της αποχώρησής μου με αποφαντική περίνοια και, φυσικά, να εκφράσω εκ των προτέρων την απερίφραστη ανοχή μου για οποιαδήποτε ετυμηγορία του Μάγιστρου και των υπολοίπων συγκλητικών ως προς το αίτημά μου, είτε εκείνη ήταν θετική είτε ήταν αρνητική. Είχα την ακλόνητη πεποίθηση ότι έτσι θα κέρδιζα την συμπάθειά τους, και αυτό ήταν και το ζητούμενο εν προκειμένω.

Σαν έφθασα κάποτε στο υψηλότατο επίπεδο του σπηλαίου, στον χώρο της Συγκλήτου, βρέθηκα ενώπιον μιας κολοσσιαίας πρόσοψης από εβένινη βραχομάζα, κι από πάνω μου βασίλευε μεγαλεπήβολος ο πέτρινος θόλος. Στην πρόσοψη πόζαραν δώδεκα οξυκόρυφες κόγχες από τις οποίες εκπεμπόταν το τρεμάμενο φέγγος μιας εξασθενημένης φωτιάς. Στην βάση της πρόσοψης έστεκε η μεγάλη πύλη με την λογχωτή αιχμή.


Παρότι το βάδισμά μου ήταν αθόρυβο, δεν ηδύνατο να διαφύγει της αντίληψης των δώδεκα συγκλητικών οι οποίοι έκαναν βραδυκίνητοι την εμφάνισή τους, ο καθένας μέσα από μία κόγχη της πρόσοψης. Οι σιλουέτες τους στήθηκαν ψηλόκορμες, η καθεμιά στην κόγχη της, ενδεδυμένες τα μαύρα άμφια με τις κωνικές καλύπτρες της κεφαλής. Προτού καν προλάβω να σκεφτώ κάποιον ευσεβή χαιρετισμό για να τους απευθύνω, οι δώδεκα φιγούρες αρχίνησαν να ηχούν ακατάληπτους και παρατεταμένους ψιθύρους αναμεταξύ τους. Θαρρώ πως σχολίαζαν την οικτρή μου εμφάνιση που ‘χε να κάμει –το δίχως άλλο- με τον πολυετή υποσιτισμό μου.


«Ίστβαν, τέκνον μου… Ώστε επιθυμείς να εγκαταλείψεις το Γκουιλά Νακουίτζ λοιπόν…» ακούστηκε η βαθιά φωνή του Μάγιστρου. Ήταν μια φωνή που ηχούσε σαν τις μουσικές συγχορδίες των ψυχρών αγέρηδων όταν διαπερνούν με φούρια τον κούφιο κορμό μιας νεκρής σεκόγιας.


«Ναι… Μα, πώς το γνωρίζεις, Μάγιστρε;» έκανα έκπληκτος.


«Ω, οι χίλιοι χρόνοι μου επάνω σε τούτην την γη έχουν ευλογήσει τους αισθητήρες μου. Ούτως είμαι σε θέση να συλλαμβάνω τους οιωνούς που ταξιδεύουν στους αιθέρες.» αποκρίθηκε ο Μάγιστρος και η τρομερή του φιγούρα ξεπρόβαλε μέσα από την μαρμαρυγή της πύλης.


Την πανύψηλη κορμοστασιά του σκέπαζαν τα μαύρα άμφια που έπεφταν ριχτά από τους φαρδείς ώμους στο έδαφος αποκρύπτοντας το ερπετόμορφο σώμα. Η συνομιλία μαζί του αποδείχθηκε για μένα μία αρκετά κοπιώδης διαδικασία καθότι ο Μάγιστρος με ξεπερνούσε δύο ολόκληρους πήχες στο ύψος και ως εκ τούτου αναγκαζόμουν να διατηρώ το πρόσωπό μου στραμμένο ψηλά. Με περιτριγύριζε διαρκώς, και στις κινήσεις του σμίλευε την φιγούρα του κατά τις εκάστοτε βουλήσεις του, είτε κάμπτοντάς την σαν την ευλύγιστη καλαμιά των βαλτόνερων είτε λικνίζοντάς την ως αναδυόμενη στήλη καπνού. Τα υπερμεγέθη του χέρια έφεραν τα μακριά δάχτυλα με τους κοφτερούς γαμψώνυχες ενώ λευκές τρίχες ξεπρόβαλλαν άτακτες και χνουδωτές στις αρθρώσεις.


Ο Μάγιστρος έδινε πάντοτε μεγάλη έμφαση στην αποτύπωση της χιλιετηρίδας του πάνω στην ανθρώπινη υπόστασή του, τούτη ήταν μια εμμονική του συνήθεια: τα χέρια του έπρεπε να δείχνουν ως χέρια ενός χιλιόχρονου μαθουσάλα και για τον λόγο αυτόν επιστράτευε όλη του την τεχνογνωσία προκειμένου να καταγραφούν με κάθε λεπτομέρεια επάνω στο φρυγμένο δέρμα οι ζαρωματιές εκείνες που μαρτυρούσαν την υπέργηρη ηλικία του.


Η κωνική κουκούλα των αμφίων του ήταν πάντοτε φορεμένη στο κεφάλι του απορρίπτοντας το πρόσωπο στο μαυροσκόταδο και το μόνο που φαινόταν μέσα από την απόλυτη σκιά της ήσαν τα δύο φλογοκόκκινα στίγματα των ματιών. Το πρόσωπο του Μάγιστρου εξακολουθούσε να παραμένει ένα μυστήριο λόγω αυτής της κουκούλας. Ουδείς εγνώριζε εάν ήταν κι εκείνο καλλιτεχνημένο με την ίδια εμμονοληψία που έτρεφε ο Μάγιστρος για την αληθοφανή απόδοση του χιλιόχρονου βίου.


«Μάγιστρε, αφού υποβάλλω τα ειλικρινή μου σέβη προς εσένα και τους υπόλοιπους συγκλητικούς της Δίαιτας, σου γνωστοποιώ και επισήμως το αίτημά μου να μου επιτραπεί η έξοδος από το Γκουιλά Νακουίτζ. Θαρρώ πως ήλθε πια η ώρα. Έπειτα από πενήντα χρόνους διαλογισμού, κρίνω πως πέτυχα την γαλήνη εκείνη που επεδίωκα σαν μπήκα εδώ μέσα. Κρίνω πως δεν υπάρχει πλέον τίποτε άλλο που να καθιστά την παρουσία μου εδώ αναγκαία.»


«Εξέθεσες ομολογουμένως τον σκοπό σου με αξιόλογη ευθύτητα και υποδειγματική σεμνότητα. Όμως, αγαπητό μου παιδί, η γηραιά μου ηλικία μ’ έκαμε κατιτί καχύποπτο στον χαρακτήρα και τώρα πια ανασκάπτω βαθιά κάτω απ’ τους σκοπούς προκειμένου να εξορύσσω κείνα που θεωρώ εγώ ως πραγματικά κίνητρα. Τούτο δυστυχώς γίνηκε ένα αναπόσπαστο χούι του εαυτού μου πλέον, είναι μία από τις ατυχείς παρενέργειες των χιλίων χρόνων. Πές μου λοιπόν, αγαπητό μου παιδί, γιατί θέλεις να βγεις στον έξω κόσμο; Τι είναι κείνο που θαρρείς ότι θα βρεις εκεί και το οποίο δεν υπάρχει στο Γκουιλά Νακουίτζ; Πιστεύεις πράγματι ότι ο έξω κόσμος είναι τόσο διαφορετικός από τον κόσμο που σου προσφέρει το Γκουιλά Νακουίτζ;»


«Κείνο που ζητώ, Μάγιστρε, είναι να βρεθώ ανάμεσα στις προόδους και στις εξελίξεις των ανθρώπων. Θέλω να δω πράγματα, θέλω να ακονίσω το πνεύμα μου, θέλω να εμβαθύνω την πτυχή μου εκείνη που παραμένει ανθρώπινη. Επιθυμώ να αναγεννηθώ ως ον της διανόησης, διψώ για μάθηση, για τέχνες, για επιστήμες, για ανακαλύψεις.»


«Ναι, αγαπητό μου παιδί, αλλά γιατί; Απαρίθμησες μόλις τώρα με αξιέπαινο πάθος τις επιθυμίες σου. Όμως, έχεις αναζητήσει μέσα σου με το ίδιο πάθος τις βαθύτερες εκείνες αιτίες που πυροδοτούν τούτες τις επιθυμίες;»


«Κείνο που επιθυμώ, Μάγιστρε, πριν και πάνω απ’ όλα είναι να κάνω τον χρόνο μου πάνω στον κόσμο όσο πιο ευχάριστον γίνεται. Αν πρέπει να δώκω μιαν αιτία, δεν θα ‘ταν άλλη από δαύτην.»


«Κατάθλιψη λοιπόν; Ω, μην μου πεις κι εσύ ότι καταβάλλεσαι από κατάθλιψη εδώ μέσα. Τούτος είναι ο συνήθης ισχυρισμός των νοθρών βρυκολάκων που διατείνονται με περισσή θρηνολογία ότι πάσχουν από μανιοκατάθλιψη. Είναι συνήθως οι έχοντες την απεγνωσμένη ανάγκη κάποιας φιλοφρόνησης που απλά θα επικυρώνει την πομπώδη αντίληψη την οποία έχουν σχηματίσει οι ίδιοι για τον εαυτό τους.»


«Δεν χρησιμοποίησα την λέξη κατάθλιψη, Μάγιστρε. Δεν μπορείς να με κατηγορήσεις για μία λέξη που δεν εκστόμισα.»


«Ο απόλυτος κριτής του τι μπορώ και του τι δεν μπορώ να πράξω είμαι μονάχα εγώ.»


«Ναι… Συγχώρεσέ με, Μάγιστρε. Παρασύρθηκα από τον υπέρμετρο ενθουσιασμό μου.»


«Αγαπητό μου παιδί, έχεις εικάσει ποτέ με τον νου σου ότι ίσως επιθυμείς να βγεις στον έξω κόσμο ώστε να ικανοποιήσεις κάποιους άλλους πόθους; Πόθους όπως, για παράδειγμα, την ενστικτώδη δίψα του βρυκόλακα για φρέσκο ανθρώπινο αίμα;»


«Ναι… Ναι, Μάγιστρε. Τούτη είναι μία εικασία που την έκαμα κατά νου. Και δεν το κρύβω, οι αδένες μου ενίοτε απαιτούν λυσσασμένοι το ανθρώπινο αίμα, τόσο που κραδαίνουν τα ξίφη τους ενάντια στα λογικά μου. Όμως, Μάγιστρε, δεν θα αποτελούσε υπερβολή εάν εδήλωνα ενώπιόν σου ότι την παρόρμηση αυτήν την έχω πλέον τιθασεύσει στην φύση μου. Έχω πια εξοικειωθεί με το αίμα των ζώων, και ειδικότερα των αρουραίων. Έχω εκπαιδευθεί στο να καταπνίγω μέσα μου τον διακαή πόθο για το αίμα των ανθρώπων. Επικαλούμαι την μεγαλοπρεπή σοφία σου επί των πραγμάτων και σου ζητώ να με πιστέψεις στο ζήτημα τούτο.»


«Εξαγγέλεις δηλαδή ευθαρσώς ότι όντας στον έξω κόσμο δεν θα γευθείς ποτέ σου ούτε μια σταγόνα από ανθρώπου αίμα; Δεσμεύεσαι απαρέγκλιτα σε τούτην την αρχή σου;»


«Όχι… Δεν δεσμεύομαι σε τίποτε τέτοιο… Δεν μπορώ να δεσμευτώ σε μια τέτοια αρχή. Το μόνο για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι δεν επιθυμώ να προκαλέσω οδύνη εκεί όπου η οδύνη δεν έχει θέση. Πέραν αυτού, είμαι καθ' όλα πρόθυμος να τηρώ αυστηρά τους νόμους της Δίαιτας. Επικαλούμαι, γι’ άλλη μια φόρά, την μεγαλοπρεπή σου σοφία επί των πραγμάτων και σου ζητώ να κατανοήσεις την τοποθέτησή μου τούτη.»


«Γνωρίζεις από μνήμης το Απαράβατο Τρίπτυχο του Άλμπτριρκ-αουντ;»


«Ακόμη κι αν ήθελα, δεν θα μπορούσα να το ξεχάσω, Μάγιστρε.»


«Ανάφερέ μου τον πρώτο νόμο του τρίπτυχου.»


«Ένας βρυκόλακας οφείλει να διατηρεί την νεκροζώντανη φύση του καθώς και τις ενέργειες που απορρέουν εκ της φύσεως αυτής άκρως μυστικές από τους ανθρώπους.»


«Ανάφερέ μου τον δεύτερο νόμο του τρίπτυχου.»


«Απαγορεύεται ρητώς σε έναν βρυκόλακα να επεμβαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις την μείζονα πορεία της ανθρωπότητος.»


«Ανάφερέ μου τον τρίτο νόμο του τρίπτυχου.»


«Ο τρίτος νόμος δεν είναι καν νόμος, Μάγιστρε. Είναι μία ρητορική ερώτηση που ακολουθείται από έναν φιλοσοφικό στοχασμό.»


«Έξυπνο παιδί…! Ανάφερέ μου λοιπόν την ρητορική ερώτηση καθώς και τον φιλοσοφικό στοχασμό που επακολουθεί αυτής.»


«Ποια θα ήταν η πορεία του κόσμου εάν η ανθρωπότητα εκμηδενιζόταν; Ένας βρυκόλακας πρέπει να έχει πάντοτε εν γνώσει του ότι έχει ανάγκη τους ανθρώπους, για όλους τους ευνόητους λόγους αλλά κυρίως για εκείνους τους λόγους που ούτε καν μπορεί να φανταστεί. Διά τούτο και ο βρυκόλακας οφείλει να κάμει χρήση των υπερφυσικών του δυνάμεων με περίσκεψη και υπευθυνότητα.»


«Τι προτίθεσαι να κάμεις, αγαπητό μου παιδί, στην απευκταία εκείνη περίπτωση όπου θα νιώσεις μες στα κατάβαθα της ύπαρξής σου την ατέρμονη μοναξιά που υφίστανται οι Strigoi Morti; Πώς σκοπεύεις να αντιδράσεις σαν η μοναξιά εκείνη σε συνεπάρει με την οργή της; Θα λυγίσεις άραγε στα αιμοδιψή σου ένστικτα που θα σε παροτρύνουν αδυσώπητα να εξαπολύσεις την οργή εκείνη στο κόσμο ολόγυρά σου; Κι αν δεν λυγίσεις, τι θα κάμεις; Μην βιαστείς να απαντήσεις, γιατί κινδυνεύεις να απαντήσεις με αφέλεια.»


«Μπορώ πάντοτε να επιλέξω τον θάνατο, εάν ο κόσμος μου προκαλεί αποστροφή. Δεν έχω παρά να καθίσω νωχελικά στην φιλόξενη άμμο μιας ακτής ή στην βασιλική έδρα μιας βουνοπλαγιάς και να αγναντεύσω τον ήλιο να ανατέλλει από την κλίνη του ορίζοντα. Και τότε θα αφεθώ στο γλυκό νανούρισμα της καύσης μέχρις ότου να εξαχνωθώ σε στάχτες. Όμως, Μάγιστρε, δεν ξεχνώ ποτέ ότι το Γκουιλά Νακουίτζ υπήρξε το σπίτι μου. Και δεν ξεχνώ ποτέ ότι μπορώ να επιστρέψω σε τούτο το σπίτι μου οποιαδήποτε στιγμή, εάν αυτό επιτάσσει η φύση μου και εάν –φυσικά- είμαι ακόμη ευπρόσδεκτος εδώ από εσένα και την Δίαιτα.»


Ο Μάγιστρος χαμήλωσε το κεφάλι του. Μες από το μαυροσκόταδο της κουκούλας του αρχίνησαν να ηχούν οξείς και παρατεταμένοι ψίθυροι των οποίων την σημασία αδυνατούσα να κατανοήσω. Πολύ σύντομα συνέπραξαν μαζί του στους ψιθύρους και οι δώδεκα συγκλητικοί της πρόσοψης, στεκόμενοι στις κόγχες τους. Οι ψίθυροι αναμεταξύ των γίνονταν ολοένα εντονότεροι στα αυτιά μου ώσπου κάποτε καταλάγιασαν κι έδωσαν τον τόπο τους στην παγερή σιωπή του σπηλαίου. Ο Μάγιστρος με κοίταξε κατάματα και τα δύο εκείνα φλογοκόκκινα στίγματα διαπέρασαν την ραχοκοκαλιά μου παραδίδοντάς την στο ρίγος.


«Είσαι ελεύθερος να φύγεις.» είπε κοφτά, και η πανύψηλη κορμοστασιά του κίνησε αιθέρινα προς την πύλη της πρόσοψης.


«Έχω αλήθεια την άδεια να φύγω, Μάγιστρε;» τον ρώτησα καθώς ήμουν ακόμη ανήμπορος να διανοηθώ ότι θα έβγαινα στον έξω κόσμο ύστερα από τόσον χρόνο.


«Έκρινα τις απαντήσεις σου, ικανοποιητικές.» είπε ο Μάγιστρος προχωρώντας προς την πύλη.


«Μάγιστρε! Μια χάρη μόνο! Θα μπορούσες να μου πεις ποιο είναι το έτος των ανθρώπων; Ευρισκόμενος τόσο καιρό εδώ μέσα, έχασα την αίσθηση του χρόνου.» του φώναξα.


«Το έτος των ανθρώπων είναι το 1308 μ.Χ.» αποκρίθηκε ο Μάγιστρος και η τρομερή του φιγούρα χάθηκε μέσα στην μαρμαρυγή της πύλης.

Οι δώδεκα συγκλητικοί παρέμειναν στις κόγχες τους ώσπου η φιγούρα του Μάγιστρου να αφανιστεί παντελώς. Κι έπειτα, αποσύρθηκαν κι εκείνοι μέσα στα αχνοφέγγη των κογχών και χάθηκαν. Κι αφού έγιναν όλα τούτα, έσβησε κάποτε και η εξασθενημένη εκείνη φωτιά που έστεκε πίσω από την πρόσοψη της βραχομάζας και η οποία έχριζε τις κόγχες και την πύλη με το τρεμάμενο φως της. Το σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ βυθίστηκε στο φυσικό του σκοτάδι τώρα, και εγώ –γυμνός όπως ήμουν μες στην παγερή του αύρα- δεν είχα παρά να ακολουθήσω το μικρό μονοπάτι που οδηγούσε στην έξοδο.


Βαδίζοντας προς την έξοδο, αναλογιζόμουν διαρκώς τις επόμενες κινήσεις μου στον έξω κόσμο. Μου ήταν ακόμη αδύνατον να συνειδητοποιήσω ότι ήμουν πια ένας ελεύθερος άνθρωπος. Συγγνώμη, ένας ελεύθερος βρυκόλακας, ήθελα να πω. Υπήρχαν τόσα πολλά που ήθελα να κάμω αλλά το επιβεβλημένο για την ώρα ήταν να θέσω τις σκέψεις μου σε κάποια σειρά καθότι τα λογικά μου υπέκυπταν απρεπώς στο ντελίριο του άκρατου ενθουσιασμού.


Φθάνοντας στην έξοδο, απάντησα τους δύο Φύλακες: δύο γιγαντόσωμα φίδια που φρουρούσαν το άνοιγμα του σπηλαίου από τυχόν ανεπιθύμητους επισκέπτες ή από τυχόν απείθαρχους βρυκόλακες που ήθελαν να αποδράσουν. Σαν με αντίκρισαν, οι δύο Φύλακες θορύβησαν απειλητικά κροταλίσματα ανοίγοντας διάπλατα τα πελώρια στόματά τους και οι διχαλωτές τους γλώσσες με προσέγγισαν προκειμένου να ανιχνεύσουν το δύσοσμο κορμί μου. Επιβεβαιώνοντας ότι ήμουν εξουσιοδοτημένος από την Δίαιτα να εξέλθω του σπηλαίου, παραμέρισαν ελευθερώνοντάς μου την διέλευση και κουλούριασαν τα φολιδωτά τους σώματα στις πλευρές της εξόδου.


Βγήκα από το σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ και το πρώτο πράγμα που τα μάτια μου αδημονούσαν να κοιτάξουν ήταν το λειψό φεγγάρι της νύχτας. Βρισκόταν σε φάση μηνίσκου και το δρεπανοειδές του σχήμα εξέπεμπε αρκετό φως ώστε να υπερκαλύψει τις λάμψεις των άστρων ολόγυρά του.


Το έτος ήταν 1308 μ.Χ.


Υπήρχαν τόσα πολλά που ήθελα να κάνω. Τόσα που δεν μπορούσα να αποφασίσω την σειρά τους. Έπρεπε να σκεφτώ την αμέσως επόμενη κίνησή μου. Κάποια ιδέα θα ερχόταν αργά ή γρήγορα στον νου μου. Όπως και αν έμελλε να πράξω, ήμουν απολύτως ειλικρινής στον Μάγιστρο. Του είπα την αλήθεια. Επιθυμία μου ήταν να βρεθώ ανάμεσα στις εξελίξεις και στις προόδους των ανθρώπων. Κείνο που επιζητούσα όμως –πριν και πάνω απ’ όλα- ήταν να κάμω τον χρόνο μου πάνω στον κόσμο όσο πιο ευχάριστον γινόταν.


---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.