Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 02 από 36]



Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.


Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Γοτθικός Τρόμος και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 02 από 36]


---


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Λονδίνο Ι


Εν έτει 1824, το Λονδίνο ήταν η μεγαλύτερη –και οικονομικά ισχυρότερη- πόλη του κόσμου με έναν ραγδαία αυξανόμενο πληθυσμό που ήδη ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο κατοίκων. Ήταν η εποχή της απαρχής του τέλους της Γεωργιανής Περιόδου, λίγο πριν την έλευση της Βικτωριανής Περιόδου. ‘Ηταν η εποχή κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η κατασκευή τέτοιων εμβληματικών έργων στην πόλη όπως του Λονδρέζικου Λιμανιού, του Ρήτζεντς Παρκ, του Μεγάρου της Βασιλικής Όπερας, του Ναού του Αγίου Γεωργίου επί της Πλατείας Χανόβερ και της Υπόγειας Σήραγγας στον Τάμεση ποταμό. Όπως επισήμανε και ο διακεκριμένος Άγγλος λεξικογράφος Δρ Σάμιουελ Τζόνσον (1709-1784), δεν δύναται κανείς να βρει άνθρωπο, διαθέτοντα την ελάχιστη νοημοσύνη, που να θέλει να φύγει από το Λονδίνο. Όχι, κύριε, όταν ένας άνθρωπος έχει βαρεθεί το Λονδίνο, έχει βαρεθεί την ίδια την ζωή. Και τούτο επειδή στο Λονδίνο υπάρχει οτιδήποτε η ζωή έχει την ευχέρεια να προσφέρει.


Τούτου λεχθέντος, το Λονδίνο του 1824 χαρακτηριζόταν και από μία οξεία αντίθεση μεταξύ δύο κοινωνικών τάξεων: της αριστοκρατίας και της πλεμπάγιας. Ως και ο πλέον αδαής νους θα μπορούσε να διακρίνει την εξόφθαλμη αυτή ιδιομορφία στην λονδρέζικη καθημερινότητα. Οι μεν ήσαν εκείνοι που διέμεναν στα ανάκτορα της περιοχής του Γουέστ Εντ και σύχναζαν στα καφέ του Mayfair, ενδεδυμένοι με τα πανάκριβα φράκα των ψαλιδωτών ουρών και με τα ημίψηλα καπέλα. Οι άλλοι κατοικούσαν στις συνωστισμένες τρώγλες της περιοχής του Ηστ Εντ, ρακένδυτοι και ταγμένοι στους κανόνες της άγριας βιοπάλης.


Τούτο φυσικά δεν σήμαινε ότι οι δυο αυτές κοινωνικές τάξεις βρίσκονταν σε απόλυτη ουδετερότητα μεταξύ τους. Τουναντίον, οι νύχτες ήθελαν πλούσιους και φτωχούς να συνευρίσκονται στην κακόφημη συνοικία του Σόχο που πρόσφερε αφειδώς τις ψυχαγωγίες των πορνείων, των καμπαρέ, των χαρτοπαικτικών λεσχών και των κινέζικων οπιοποτείων. Για το Λονδίνο του 1824, η συνοικία του Σόχο δεν αποτελούσε παρά το άντρο της ξέφρενης ακολασίας όπου δεν χωρούσαν ταξικές διακρίσεις.


Στην περιοχή του Σόχο βρισκόταν και το διαβόητο οίκημα Μέηνορ Χάουζ, στο Νο 21 επί της Πλατείας Σόχο, το χαρακτηριζόμενο ως το «μέρος της αισχίστου φήμης» κατά τον διακεκριμένο Άγγλο κοινωνικό ερευνητή Χένρι Μέηχιου, γνωστό και με το ειρωνικό παρωνύμιο Λευκός Οίκος. Και το παρωνύμιο αυτό ήταν βεβαίως ειρωνικό επειδή το συγκεκριμένο τριώροφο κτίριο λειτουργούσε ως οίκος ανοχής πολυτελείας με πελατεία της ανώτερης τάξης.


Πολλά έχουν ειπωθεί για το θρυλικό Μέηνορ Χάουζ Νο 21, ιστορίες όπως ότι τα δωμάτιά του ήταν επενδυμένα με κραυγαλέες φανταχτερές διακοσμήσεις και με μηχανισμούς που παρήγαγαν φαντασμαγορικά εφέ, και ότι ένα εξ’ αυτών –το περίφημο «Σκέλετον Ρουμ»- διέθετε μέχρι και μακάβρια θεματικά μοτίβα με μηχανικούς σκελετούς και εβένινα φέρετρα για τους θαμώνες εκείνους που εξέφραζαν αλλόκοτα γούστα. Το Μέηνορ Χάουζ Νο 21 όμως ήταν σημείο υψίστης σημασίας για άλλον λόγο: Ήταν το μέρος όπου έδραζε το αρχηγείο του ο Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ, το μεγάλο αφεντικό του λονδρέζικου υποκόσμου. Τούτη είναι φυσικά μία άτυπη πληροφορία την οποία θα αρνούνταν ακόμη και ο ανώτατος δικαστικός λειτουργός. Ήταν όμως κοινό μυστικό ότι ο «Βρώμικος Ουίλμπουρ» διατηρούσε εκεί το γραφείο του το οποίο επί της ουσίας ήταν το κέντρο ελέγχου, όχι μόνο του Σόχο, αλλά και ολόκληρης της βρετανικής πρωτεύουσας.


Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η αστυνόμευση στο Λονδίνο του 1824 επιτελούνταν από τοπικούς αστυφύλακες οι οποίοι εργάζονταν εθελοντικά υπό την επιτήρηση του Τμήματος της Οδού Μπόου και διορίζονταν από ενοριακούς ειρηνοδίκες. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1829, έμελλε να συσταθεί η Αστυνομία της Μετροπόλιταν από τον τότε υπουργό εσωτερικών Σερ Ρόμπερτ Πηλ. Μέχρι τότε, οι εθελοντικοί αυτοί αστυφύλακες –λίγοι μάλιστα και στον αριθμό- αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις μίας μεγαλούπολης με τέτοια τερατώδη πληθυσμιακή έξαρση όπως αυτής του Λονδίνου. Συνεπώς, η διατήρηση της τάξης και η πάταξη της εγκληματικότητας αποτελούσαν άθλοι ακατόρθωτοι υπό τις δεδομένες συνθήκες.


Ένας άνθρωπος λοιπόν σαν τον Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ, όσο εξωφρενικό και αν φαντάζει, ήταν ένα αναγκαίο κακό για το Λονδίνο εκείνης της εποχής. Και τούτο επειδή ο τρομερός αυτός αρχιμαφιόζος είχε την δύναμη να ελέγχει την λονδρέζικη βαβυλωνία και να διατηρεί την ευρυθμία και ομαλότητα του κοινωνικού της ιστού. Με άλλα λόγια, στο Λονδίνο του 1824, δεν υπήρχε συντεχνία ή οργάνωση ή καν εκλεγμένο διοικητικό συμβούλιο που θα διανοούνταν να αντιταχθεί στην βούληση του «Βρώμικου Ουίλμπουρ».


Το ιστορικό του Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ είναι ενδεικτικό του προσωνύμιου «Βρώμικος». Γιος αλκοολικών γονέων, ο Μπάρναμπυ ξεκίνησε την εγκληματική του καριέρα από την ηλικία των δεκατεσσάρων δουλεύοντας για τοπικούς μαφιόζους του Ηστ Εντ. Στα δεκαπέντε του συνελήφθη για μικροκλοπές και εξέτισε ποινή δεκαοκτώ μηνών στην φυλακή. Το θηριώδες του ανάστημα και ανεπτυγμένη μυϊκή δύναμη τον κατέστησαν ικανό να βγάζει ένα αξιοπρεπές εισόδημα από την ηλικία των δεκαεννέα ως πυγμάχος σε παράνομα πρωταθλήματα bare-knuckle μποξ (ήτοι πυγμαχία άνευ γαντιών) που διεξάγονταν επί το πλείστον στις πίσω αυλές ζυθοπωλείων πλησίον του λιμανιού.


Στα είκοσι δύο του σκότωσε τον πρώτο του άνθρωπο: Σ’ έναν πυγμαχικό αγώνα bare-knuckle, ο αντίπαλός του απεβίωσε ύστερα από ένα ανελέητο γρονθοκόπημα. Το περιστατικό αυτό στάθηκε η αφορμή ώστε να του προσδοθεί το παρωνύμιο «Βρώμικος Ουίλμπουρ» και να τον εξαναγκάσει να αποσυρθεί από το επάγγελμα του πυγμάχου και να εργασθεί κρυφά για το εγκληματικό συνδικάτο του Κεντρικού Λονδίνου ως μπράβος και εκτελεστής. Τόσο η αδίστακτη φύση του ως δολοφόνος όσο και ο άτεγκτος χαρακτήρας του σε βασικές αρχές όπως αυτές της αφοσίωσης και της αξιοπιστίας τον έκαναν ιδιαίτερα σεβαστό στο σινάφι του με αποτέλεσμα να ανέλθει στην ιεραρχία του λονδρέζικου υποκόσμου και εν τέλει να ηγηθεί αυτού. Στα πενήντα έξι του χρόνια, ο Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ ήταν πλέον ο κεντρικός εγκέφαλος της βρετανικής πρωτεύουσας και κύριος καθοδηγητής των εξελίξεων εντός της. Φυσικά ο ίδιος ήταν αρκετά ευφυής ώστε να παραμένει αόρατος, απομακρυσμένος από την δημόσια ζωή, με τον θρύλο του να πλανιέται ως φάντασμα στην μεγαλούπολη.


Κατέχοντας την δεσπόζουσα αυτή θέση στο Λονδίνο, μία από τις κύριες αρμοδιότητες του Μπάρναμπυ ήταν να λειτουργεί και ως μεσάζοντας ανάμεσα στις δύο προαναφερθέντες κοινωνικές τάξεις -της αριστοκρατίας και της πλεμπάγιας- επεμβαίνοντας όποτε προέκυπτε κάποια σοβαρή αντιδικία ή κάποια έντονη σύγκρουση συμφερόντων. Δεν ασχολούνταν φυσικά με αδικήματα όπως κλοπές πορτοφολιών ή εκρήξεις μικροκαβγάδων σε μπιραρίες, δηλαδή τα συνήθη παραπτώματα στα οποία υπέπιπταν οι πιτσιρικάδες της συμμορίας των Elephant & Castle. Έπρεπε ένα ζήτημα να είναι αρκετά σημαντικό ώστε να αφιερώσει τον πολυάσχολο χρόνο του σε αυτό και να επέμβει δραστικά εάν αυτό κρινόταν αναγκαίο.


Ένα τέτοιο ακριβώς ζήτημα ανέκυψε λοιπόν όταν μία σπείρα πέντε επαγγελματιών χαρτοπαικτών του Σόχο (χαρτοκλεφτών-μπαγαπόντηδων θα ήταν αναμφίβολα ένας ακριβέστερος προσδιορισμός) κατήγγειλαν στον Μπάρναμπυ ότι κάποιος ευγενής -της υψηλότατης μάλιστα αφρόκρεμας- όφειλε σε όλους τους το διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό των έξι χιλιάδων στερλίνων από παρτίδες ουίστ. Το όνομα αυτού, Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον.


Το ζήτημα αποδείχθηκε κρισιμότερο όταν οι πέντε αυτοί χαρτοπαίκτες ενημέρωσαν τον Μπάρναμπυ ότι ο εν λόγω κύριος Μπάιρον είχε εγκαταλείψει την Αγγλία προκειμένου να διαφύγει τα υπέρογκα χρέη αλλά και τα πολυάριθμα ερωτικά σκάνδαλα που τον καταδίωκαν, ότι είχε εγκατασταθεί πλέον στην επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και ότι είχε μόλις πουλήσει το κτήμα του Ρόχντεηλ Μέινορ στην Αγγλία για το ποσό των 11,250 στερλίνων ώστε να ενισχύσει οικονομικά τον αγώνα ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Δεδομένου ότι οι πέντε αυτοί χαρτοπαίκτες ήσαν παλαιοί γνώριμοί του και πιστοί συνεργάτες, ο Μπάρναμπυ έκρινε ότι έπρεπε να επιληφθεί του ζητήματος προσωπικά και μάλιστα με άκρα αυστηρότητα. Τρία πράγματα γνώριζε ο Μπάρναμπυ μέχρι τότε για τον Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον: ότι ήταν λόρδος, πλούσιος και αναγνωρισμένος ποιητής.


Η περιπλοκότητα του ζητήματος έγκειτο στο γεγονός ότι ο Λόρδος Μπάιρον βρισκόταν στο εξωτερικό. Για τον λόγο αυτόν η διαδικασία ανεύρεσης του κυρίου και η διευθέτηση των χρεών θα απαιτούσε προσεκτικές και καίριες παρεμβάσεις. Αφού ο Μπάρναμπυ αποχαιρέτησε τους πέντε γνώριμούς του διαβεβαιώνοντάς τους ότι θα αναλάμβανε ο ίδιος το ζήτημα αποστέλλοντας δικούς του ανθρώπους στην Ελλάδα, έπεσε σε μακρά περισυλλογή σχετικά με το σύνολο των ενεργειών της όλης επιχείρησης. Κατέληξε στην απόφαση να αναθέσει την αποστολή αυτή σε δύο ανθρώπους.


Ο ένας θα ήταν σίγουρα ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος «καρυδωτής». Και ας επιτραπεί στον συντάκτη αυτού του αφηγήματος να μην επεκταθεί για την ώρα στους λόγους για τους οποίους ο Χάμχαντιουκ απέκτησε το συγκεκριμένο παρατσούκλι. Ας παρατεθεί μονάχα ότι ο Χάμχαντιουκ ήταν ένα από τα πιο έμπιστα ανδρείκελα του Μπάρναμπυ και ότι σκότωνε καθαρά για ευχαρίστηση με απόλυτη περιφρόνηση για την ανθρώπινη ζωή. Για τον δεύτερο άνθρωπο ανάθεσης της αποστολής, ο Μπάρναμπυ αποφάσισε να υιοθετήσει τις ριψοκίνδυνες τακτικές του ουίστ και να πάρει ένα γενναίο ρίσκο. Και τούτο επειδή ο Μπάρναμπυ σκόπευε να προσλάβει έναν άνθρωπο τον οποίο δεν είχε συναντήσει ποτέ του κατ’ ιδίαν. Και όποιος γνώριζε τον Μπάρναμπυ, θα γνώριζε και ότι αυτή ήταν μία αδιανόητη κίνηση για τον χαρακτήρα του.


Ήταν περίπου ένας χρόνος τώρα που ένας μυστηριώδης τζέντλεμαν είχε κάνει την εμφάνισή του στους κοσμικούς κύκλους του Λονδίνου. Ήταν ενδεδυμένος πάντοτε με την υψηλή ραπτική της Σαβίλ Ρόου, με αμφίεση που δεν εκτρεπόταν ποτέ από το χρώμα του μαύρου πέραν κάποιων αμυδρών σκούρων μοβ λεπτομερειών όπως του μεταξένιου μαντιλιού που προεξείχε της εξωτερικής τσέπης του φράκου ή των λεπτεπίλεπτων γκρίζων ριγών στο γιλέκο και στο κολάρο. Η αμφίεσή του όμως δεν ήταν παρά ένα απλό συμπλήρωμα στο στοιχειωτικό του παράστημα που δεν επέτρεπε στον περίγυρό του να αντισταθεί στην παρορμητική αναρώτηση σχετικά με τις καταβολές του ανδρός.


Ήταν ψηλός, μελαχρινός, με πρόσωπο καλοσχηματισμένο και άτριχο, αλλά αφύσικα ωχρό σα να πάσχιζε να μαρτυρήσει τον διάβα του ανθρώπου αυτού στην αντίπερα όχθη του θανάτου. Το βλέμμα του έμοιαζε να είχε επισκιαστεί από ένα πένθιμο βέλο της μοίρας και μές απ’ τον απόκοσμο ζόφο του φέγγιζαν οι φλογοκόκκινες ανταύγειες των ιρίδων που διηγούνταν μύθους από λησμονημένες δοξασίες άλλων καιρών. Εκ πρώτης όψεως ήταν λογικό να υποθέσει κανείς ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν αλλοδαπός. Θα εκπλησσόταν πάραυτα όταν θα άκουγε την βαθιά βελούδινη φωνή του να μιλάει άπταιστα αγγλικά και μάλιστα με λεξιλόγιο ασυνήθιστα εξεζητημένο έστω και αν η προφορά του ήταν επιβαρυμένη με μία ελκυστική ατέλεια υπερτονισμού των συμφώνων.


Οι ιστορίες για το παρελθόν του ανθρώπου ήταν συγκεχυμένες και τόσο αντιφατικές μεταξύ τους που δεν άξιζε να τις λάβει κανείς σοβαρά υπόψη. Παρότι όμως ήταν γνωστός ως Λόρδος Τζουλς Γκρέηγουντ, δεν υπήρχε κανένα έγγραφο ή ντοκουμέντο που να πιστοποιεί αυτόν τον τίτλο ευγενείας.


Η ειρωνία της υπόθεσης είναι ότι ο θρύλος της αινιγματικής αυτής φιγούρας ξεκίνησε με υπαιτιότητα των πέντε προαναφερθέντων κυρίων χαρτοπαικτών. Πριν έναν περίπου χρόνο η σπείρα των πέντε σύχναζε στην χαρτοπαικτική λέσχη Στράντφορντ Κλαμπ στην περιοχή του Πόρτλαντ Πλέις, κοντά στο Σόχο. Οι πέντε αυτοί κύριοι λυμαίνονταν την συγκεκριμένη λέσχη για αρκετό καιρό με διάφορα κόλπα και τεχνάσματα που μονάχα οι επαϊοντες του ουίστ μπορούν να εκτελέσουν βάσει οργανωμένων σχεδίων. Το Στράντφορντ Κλαμπ ήταν ένα ευυπόληπτο μέρος με κύρος και οι θαμώνες του ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία αριστοκράτες της υψηλής κοινωνίας. Η σπείρα των πέντε κατάφερνε να θησαυρίζει από την άγνοια των ανύποπτων πλουσίων ώσπου έκανε κάποτε την εμφάνισή του στην λέσχη ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


Οι πέντε ραδιούργοι χαρτοπαίκτες αποπειράθηκαν να εφαρμόσουν τις απατεωνιές τους στον Λόρδο με καταστροφικά αποτελέσματα. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ αποκόμισε από την σπείρα τουλάχιστον τρεις χιλιάδες στερλίνες, και για τους πέντε μπαγαπόντηδες ο κύριος αυτός δεν συμβόλιζε πλέον παρά το τέλος της θητείας τους στο Στράντφορντ Κλαμπ. Καθότι όμως το χούι του τζόγου δύναται να ασκήσει εθισμό ισχυρότερο κι από εκείνον του εισαγόμενου όπιου με το οποίο τροφοδοτούσαν ανά οκάδες το Λονδίνο οι Κινέζοι μετανάστες, η σπείρα των πέντε αποφάσισε να μεταβεί σε πιο ύπουλες τακτικές.


Έτσι, η επόμενη παρτίδα τους με τον Λόρδο τελέσθηκε με νοθευμένη τράπουλα. Όταν ο Λόρδος τους νίκησε και τούτη την φορά, οι πέντε χαρτοπαίκτες αγανάκτησαν καθώς αντιλήφθηκαν ότι είχαν εμπρός τους μία εγκληματική διάνοια που ξεπερνούσε κατά πολύ τα δικά τους επίπεδα. Και δεν μπορούσαν φυσικά να κατηγορήσουν τον Λόρδο για απάτη καθώς είναι ομολογουμένως άτοπο ο κλέφτης να κατηγορεί έναν άλλον κλέφτη για έλλειψη συναδελφικού ήθους, και μάλιστα σ’ ένα μέρος όπως αυτό του Στράντφορντ Κλαμπ όπου σκάνδαλα τέτοιου είδους δεν είχαν καμία θέση.


Συνεπώς, η σπείρα των πέντε ανέθεσε στον Τζιμ Μόργκαν, το «πιο σβέλτο μαχαίρι» του Ηστ Εντ, να βγάλει τον μισητό Λόρδο από την μέση και να πάρουν κατά τον τρόπο αυτόν την εκδίκησή τους για τις χιλιάδες των στερλίνων που είχαν χάσει εξ’ αιτίας του. Ο Τζιμ Μόργκαν καραδόκησε μία νύχτα του Μάρτη του 1823 τον Λόρδο Γκρέηγουντ έξω από το Στράτφορντ Κλαμπ με συντροφιά τον περίφημο ανακλινόμενο σουγιά του που είχε μέχρι τότε στείλει πάμπολλες δύσμοιρες ψυχές στον άλλον κόσμο. Εκείνη ήταν και η τελευταία νύχτα όπου είδε ή άκουσε κανείς τον Τζιμ Μόργκαν. Το «πιο σβέλτο μαχαίρι» του Ηστ Εντ εξαφανίστηκε δια παντός δίχως το παραμικρό ίχνος. Το τι συνέβη παρέμενε ένα άλυτο μυστήριο.


Πάραυτα, ο Λόρδος Γκρέηγουντ εξακολουθούσε να συναστρέφεται ατάραχα την υψηλή κοινωνία του Λονδίνου απολαμβάνοντας την ζωή ενός γνήσιου μπον βιβέρ και έχοντας μάλιστα εμπεδώσει στους προσκείμενους κύκλους του την δημόσια εικόνα ενός διανοούμενου με εκλεπτυσμένα γούστα και αξιοθαύμαστη πνευματική καλλιέργεια. Δεν συναντούσε κανείς άλλωστε και πολλά μέλη της ευυπόληπτης αριστοκρατίας που να μπορούσαν να απαγγείλουν από μνήμης εκτεταμένα αποσπάσματα από τον «Απολεσθέντα Παράδεισο» του Τζον Μίλτον ή να στηλιτεύσουν με επιχειρήματα τις αγγλικές μεταφράσεις των λατινικών επών του Βιργίλιου από τον Τζον Ντράιντεν. Περιττό δε να ειπωθεί ότι η ακαταμάχητη γοητεία που ασκούσε ο Λόρδος σε όλες τις κυρίες ανεξαιρέτως ήταν τέτοια που έκανε πολλούς ευερέθιστους συζύγους να βράζουν από φθόνο.


Το περιστατικό της εξαφάνισης του Τζιμ Μόργκαν διαδόθηκε σαν πυρκαγιά στον μαφιόζικο υπόκοσμο του Ηστ Εντ. Κατόπιν τούτου η μαφία του Ηστ Εντ προσέγγισε τον Λόρδο, όχι για επιβολή αντιποίνων αλλά για την πρόσληψη των υπηρεσιών του, έχοντας υπόψη την ικανότητα του Λόρδου να ελίσσεται με αριστοτεχνικό τρόπο σε όλα τα κοινωνικά στρώματα του Λονδίνου. Το έργο που ανάθεσε η μαφία του Ηστ Εντ στον Λόρδο δεν ήταν και τόσο εύκολο για την εποχή εκείνη, και οι λόγοι για τούτο θα αποσαφηνιστούν κατωτέρω. Ο Λόρδος έπρεπε, κατά τις επιταγές της μαφίας, να ασκήσει το περίφημο γόητρό του στα ζυθοπωλεία του Ηστ Εντ ώστε να προμηθεύονται ανά τακτά διαστήματα την μπίρα που παρήγαγε ο –εκ του Νιουκάστλ καταγόμενος- Τζερεμάια Τζένκινς.


Ο Τζένκινς ήταν από τα παλαιότερα μέλη της μαφίας του Ηστ Εντ. Οι νέες μέθοδοι που εισήγαγε η Βιομηχανική Επανάσταση στον τομέα της ζυθοποιίας τον προέτρεψαν να επενδύσει ένα μεγάλο κεφάλαιο από το δικό του κομπόδεμα ώστε να στήσει την δική του μονάδα παραγωγής μπίρας και να μοστράρει τον εαυτό του πλέον ως ζυθοποιό, εφόσον και ο ίδιος ήταν ανέκαθεν λάτρης της μπίρας. Το πρόβλημα εντούτοις ήταν ότι τα ζυθοπωλεία του Ηστ Εντ είχαν εγκαθιδρύσει την δική τους αυτόνομη και –πέρα για πέρα- αποκλειστική κοινοπραξία με τον συνεταιρισμό των μεγαλύτερων ζυθοποιών της Μεγάλης Βρετανίας –γεγονός το οποίο ο Τζένκινς μέχρι τότε αγνοούσε. Η μαφία του Ηστ Εντ αποδείχθηκε ανίκανη να εξαναγκάσει τους ζυθοπώλες της περιοχής να προμηθευτούν την μπίρα του Τζένκινς. Και τούτο επειδή η μαφία του Ηστ Εντ είχε αποδυναμωθεί αισθητά κυρίως λόγω της μαζικής εισροής αποίκων στην περιοχή.


Αν και η μαφία του Ηστ Εντ βρισκόταν σε συνεργασία με το εγκληματικό Συνδικάτο του Κεντρικού Λονδίνου, ο Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ αρνήθηκε να αναμειχθεί στην υπόθεση για τον απλούστατο λόγο ότι τα ζυθοπωλεία του Ηστ Εντ συνιστούσαν ήδη ένα οικονομικό καρκίνωμα για τις μπιραρίες του Σόχο τις οποίες είχε υπό τον έλεγχό του. Τα ζυθοπωλεία του Ηστ Εντ ήταν πάμφθηνα, και ποιος αλκοολικός –από τους χιλιάδες του Λονδίνου- δεν θα προτιμούσε να ξοδέψει μονάχα μερικά σελίνια για να καταναλώσει δεκάδες πίντες μπίρας; Εν ολίγοις λοιπόν, ο Τζερεμάια Τζένκινς απειλούνταν με χρεοκοπία. Και η μαφία του Ηστ Εντ –που δεν απαρτιζόταν πλέον παρά από μερικούς γηραιούς μικροφεουδάρχες και από κλεφτρόνια της τελευταίας υποστάθμης- αντιμετώπιζε πλήρη αφανισμό.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ έθεσε έναν όρο προκειμένου να αναλάβει την αποστολή που του ανατέθηκε, γεγονός που προκάλεσε δέος στην μαφία του Ηστ Εντ για το θράσος του ανδρός. Ο Λόρδος απαίτησε να δοκιμάσει ο ίδιος την μπίρα του Τζένκινς ώστε να διαπιστώσει ο ίδιος εάν άξιζε να αφιερώσει τον χρόνο του για την προώθησή της στα ζυθοπωλεία του Ηστ Εντ. Ο Τζένκινς παραήταν περήφανος για την μπίρα του για να αρνηθεί την πρόκληση του Λόρδου, κι έτσι του έστειλε ένα κασόνι με δώδεκα μπουκάλια. Ο Λόρδος εξέτασε την μπίρα στην παραμικρή της λεπτομέρεια, χύνοντάς την μάλιστα σε παχυκρύσταλλο ποτήρι ανά ελάχιστες ποσότητες ώστε να παρατηρήσει τον χρόνο σχηματισμού του αφρού της. Η μπίρα του Τζένκινς ήταν καταλλήλως σκοτεινή, η γλυκόπικρη γεύση της ψημένης της βύνης λικνιζόταν μαγικά στον ουρανίσκο και η υφή της ήταν αρκετά πυκνή για να εξοικειώσει την διάνοια με τον ελαφρώς αυξημένο βαθμό αλκοόλης της. Ναι, ο Τζένκινς γνώριζε από μπίρα και την παρήγαγε με αναμφισβήτητη φροντίδα.


Κατόπιν τούτου, ο Λόρδος Γκρέηγουντ ξεκίνησε μία εκστρατεία στα ζυθοπωλεία του Ηστ Εντ που κράτησε περίπου δύο μήνες. Δύο μήνες ήσαν αρκετοί για να επιτύχει ο Λόρδος εκείνο που δεν μπορούσε να κατορθώσει η μαφία. Ύστερα από δύο μήνες, όλα τα ζυθοπωλεία του Ηστ Εντ προμηθεύονταν πλέον την μπίρα του Τζένκινς. Για την ακρίβεια, όλα πλην ενός.


Μονάχα το ζυθοπωλείο του Κινγκ Άρθουρ Τάβερν που έστεκε δίπλα από τον καθεδρικό ναό της Οσίας Μιλδρέδης, κοντά στο λιμάνι του Λονδίνου, απέρριψε την μπίρα του Τζένκινς. Το Κινγκ Άρθουρ Τάβερν ανήκε στον Τίμοθι Σμιθ, έναν βαθιά θρησκευόμενο Προτεστάντη με απύθμενη αφοσίωση στον χριστιανισμό. Ο Σμιθ δεν καταδεχόταν να συναντήσει τον Λόρδο Γκρέηγουντ και ο Λόρδος δεν καταδεχόταν να συναντήσει τον Σμιθ, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Μικρή σημασία είχε όμως τούτο. Ο Σμιθ δεν πρόλαβε καν να δει την πελατεία του να μειώνεται καθότι το Κινγκ Άρθουρ Τάβερν προσβλήθηκε σύντομα από επιδρομή αρουραίων που εγκαταστάθηκαν για τα καλά υπογείως του ζυθοπωλείου και αναπαράγονταν με ταχύτατους ρυθμούς. Ο Σμιθ εξαναγκάστηκε έτσι να κλείσει την επιχείρηση και το μέρος τέθηκε σε καραντίνα.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν αρκέστηκε μονάχα στα ζυθοπωλεία του Ηστ Εντ για την προώθηση της μπίρας του Τζένκινς. Κατόρθωσε να πείσει μέχρι και τους ιδιοκτήτες του Στράτφορντ Κλαμπ να την προμηθεύονται, κι έτσι το Στράτφορντ Κλαμπ έγινε η πρώτη λέσχη κυρίων που σέρβιρε και μπίρα μιας και οι λέσχες αυτού του είδους σέρβιραν επί το πλείστον ηδύποτα και αφεψήματα.


Όλοι έμειναν λοιπόν εν τέλει ευχαριστημένοι: Ο Τζένκινς πουλούσε την μπίρα του, ο Λόρδος Γκρέηγουντ λάμβανε τα ποσοστά του, το περιστατικό της εξαφάνισης του Τζιμ Μόργκαν παραγράφηκε και η μαφία του Ηστ Εντ κατανόησε ότι στο πρόσωπο του Λόρδου Γκρέηγουντ είχε πλέον έναν άσο στο μανίκι. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός μέχρι ότου η μαφία να θελήσει να εξερευνήσει τα ταλέντα του Λόρδου Γκρέηγουντ και σε άλλου είδους υπηρεσίες, πιο υποχθόνιες. Τούτες είχαν να κάνουν με «ξεπαστρέματα» προσώπων.


Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι –και ειδικότερα η εισβολή Ναπολεόντειων στρατιών στο Άμστερνταμ- ήταν η κύρια αιτία της εγκατάστασης πολυάριθμων μετοίκων στο Λονδίνο. Πολλοί εξ’ αυτών ήταν Εβραίοι καπιταλιστές το αξιόλογο κεφάλαιο των οποίων εισέρρευσε και συσσωρεύτηκε στην πρωτεύουσα κάνοντάς την ισχυρότερη. Ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των μετοίκων πάραυτα ήσαν και αποβράσματα, ελεεινοί στρατιωτικοί μισθοφόροι δίχως πατρίδα ή ηθικό κώδικα. Εκείνοι ανήκαν στην εγκληματική πάστα ανθρώπων και κατέκλυσαν την περιοχή του Ηστ Εντ με άγριες διαθέσεις συστήνοντας συμμορίες που δεν δίσταζαν να μεταβούν σε αιμοβόρικες τακτικές προκειμένου να εμπεδώσουν την τοπική τους κυριαρχία. Ως εκ τούτου ανατέθηκε στον Λόρδο η αποστολή της απαλλαγής του Ηστ Εντ από τα ξενόφερτα αφεντικά των παρασιτικών αυτών συμμοριών.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ έφερε και αυτήν την αποστολή εις πέρας. Με την πάροδο του χρόνου, οι αλλοδαποί αρχηγίσκοι των μικροσυμμοριών εξαφανίζονταν ο ένας μετά τον άλλον κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ο Τζιμ Μόργκαν αφανίστηκε από προσώπου γης δίχως το παραμικρό ίχνος. Η μαφία δεν έμαθε ποτέ τις μεθόδους με τις οποίες ο Λόρδος ενεργούσε προκειμένου να επιτύχει τα κατορθώματά του. Γνωρίζοντας όμως την μυστικοπάθεια του Λόρδου για αυτά τα ζητήματα, ουδέποτε του άσκησε κάποια πίεση για να μάθει λεπτομέρειες. Εκείνο που είχε σημασία ήταν ότι η μαφία του Ηστ Εντ επανέκτησε την αίγλη που φαινόταν ότι είχε χάσει. Και ο Λόρδος Γκρέηγουντ είχε πλέον γίνει γνωστός ως ο Νυκτοπεριπατητής του Ηστ Εντ, γεγονός που φυσικά δεν μπορούσε να διαφύγει της προσοχής του «Βρώμικου Ουίλμπουρ».


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν αντιμετώπιζε το παρωνύμιο Νυκτοπεριπατητής του Ηστ Εντ με ιδιαίτερη συμπάθεια καθότι ένας τέτοιος προσδιορισμός αντετίθετο στην κοινωνική υπόληψη που είχε αποκτήσει στους αριστοκρατικούς κύκλους του Γουέστ Εντ. Για τον Λόρδο, η διαδικασία της εξολόθρευσης των ξένων συμμοριτών του Ηστ Εντ δεν αποτελούσε παρά μία εφαρμογή χειρουργικής επέμβασης στην περιοχή. Εκτιμούσε δηλαδή ότι με την τακτική αυτή αφαιρούσε τον αρρωστημένο ιστό της λονδρέζικης κοινωνίας. Πέραν τούτου, ο Λόρδος ουδέποτε θεώρησε ότι έπραττε τίποτε το ηθικά επιλήψιμο και για τον λόγο αυτόν διαχώριζε τον εαυτό του από το σινάφι του υπόκοσμου του Ηστ Εντ που συναπαρτιζόταν σταδιακά και από μια ολόκληρη φουρνιά αμόρφωτων λιμενεργατών.


Η αποστασιοποίηση αυτή του Λόρδου όμως δεν περιοριζόταν στην μαφία του Ηστ Εντ αλλά αντιθέτως επεκτεινόταν σε όλες τις κοινωνικές του συναναστροφές. Τούτο το χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του Λόρδου έγινε ιδιαίτερα αισθητό στον «Βρώμικο Ουίλμπουρ» όταν ο αρχιμαφιόζος ζήτησε να συναντήσει τον Λόρδο και με έκπληξη διαπίστωσε ότι ουδείς γνώριζε τον τόπο κατοικίας του και ότι ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας μαζί του ήταν μέσω μηνυμάτων στο Στράτφορντ Κλαμπ. Ο Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ δεν ήταν αδαής σχετικά με τις εκάστοτε ανθρώπινες ιδιοσυγκρασίες λόγω της ισόβιας τριβής του με κάθε καρυδιάς καρύδι. Στον Λόρδο όμως διέκρινε μία ατέρμονη μοναχικότητα, ένα παρελθόν πιθανότατα βεβαρημένο, έναν άνθρωπο που γευόταν τις απολαύσεις των κοινωνικών συνευρέσεων μοναχά για να δραπετεύει κατ’ ελάχιστον από μία απομόνωση που ποθούσε με ασυνήθιστη λαγνεία. Το γνώρισμα αυτό του ανδρός συνάρπασε τον «Βρώμικο Ουίλμπουρ» ο οποίος προσκάλεσε τον Λόρδο μέσω του Στράτφορντ Κλαμπ στο προσωπικό του αρχηγείο, στο Μέηνορ Χάουζ Νο 21. Ο Λόρδος αποδέχτηκε την πρόσκληση του Μπάρναμπυ και η συνάντηση των δύο ανδρών κανονίστηκε για μία νύχτα του Φλεβάρη του 1824.


Η συνάντηση έπρεπε αναγκαστικά να γίνει την νύχτα. Είχε γίνει πλέον ευρέως γνωστό ότι ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν εμφανιζόταν ποτέ κατά την διάρκεια της ημέρας.



---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769