Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 03 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.


Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Φαντασία και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 03 από 36]


---


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο


ΙΙ


Πώς θα περιέγραφε το Λονδίνο εκείνης της εποχής μία φυσιογνωμία τόσο ρομαντική όσο και μελαγχολική όπως ο ποιητής Λόρδος Μπάιρον;


Μία πελώρια μάζα από τούβλο, και αιθάλη, και καραβοσινάφι,

Ρυπαρή και ζοφερή, αλλά τόσο διάπλατη όσο το μάτι

Εδύνατο να φθάσει, έχοντας εδώ κι εκεί ένα ιστίο να ξεπετάγεται μονάχα Στην θέα, έπειτα αφανισμένο μέσα σε δάσος

Από κατάρτια˙ ένας ερημότοπος από εκκλησιοκορφές να ξεμυτίζουν Δειλιασμένες μες από την ανθρακοσκέπη τους˙

Ένας τεράστιος, μελανόφαιος θόλος, σαν μια χάρτινη κορόνα

Σε γελωτοποιού την κεφαλή – και ιδού η Πόλις του Λονδίνου!


Το κουβούκλιο της άμαξας ήταν στενόχωρο και το στέγαστρό του χαμηλό. Γι’ αυτό και ο Λόρδος Γκρέηγουντ αναγκάστηκε να βγάλει το καθιερωμένο του μαύρο ψηλό καπέλο απ’ το κεφάλι και να το τοποθετήσει παράμερα στο βελούδινο κάθισμα. Τα άλογα της άμαξας πατούσαν δυνατά τα πεταλωμένα τους πέλματα στην Οδό Φλητ και στα επαναλαμβανόμενα χλιμιντρίσματά τους ο Λόρδος διαισθανόταν το παράπονο των ζώων για την παγερή ομίχλη εκείνης της νύχτας. Οι βόλτες με την άμαξα έδιναν πάντοτε την ευκαιρία στον Λόρδο Γκρέηγουντ να ατενίζει την κίνηση της πόλης απ’ το τζάμι του παραθύρου κατά τον ρυθμό που όριζε ο καλπασμός των αλόγων. Τα κτίρια της Οδού Φλητ περνούσαν εμπρός από το βλέμμα του, το μνημείο του Temple Bar, το Peele’s Coffee House, οι εκδοτικοί οίκοι των Morning Post και Bell’s Weekly Messenger. Παρότι είχε νυχτώσει για τα καλά εδώ και κάμποση ώρα, ο γερο-φανοκόρος άναβε ακόμη τις γκαζόλαμπες του δρόμου. Κάτω από το πενιχρό φως του γκαζιού ξεγλιστρούσαν φευγαλέες φιγούρες φρακοφορεμένων αντροπαρεών που κατευθύνονταν το δίχως άλλο προς την συνοικία του Σόχο για την νυχτερινή τους διασκέδαση.


Το μακρύθωρο βλέμμα του Λόρδου συλλάμβανε και τις γάτες που με άξαφνα αιλουροειδή άλματα κρύβονταν πίσω από τους πέτρινους μαντρότοιχους ή σκαρφάλωναν στις κεραμιδοστέγες των σπιτιών σαν αντιλαμβάνονταν παρουσία ανθρώπου να πλησιάζει. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ είχε μια αδυναμία στις γάτες –ιδιαίτερα στις μαύρες. Όπως κι εκείνες επιδείκνυαν μία ασυνήθιστη οικειότητα μαζί του.


Ο αμαξοδηγός τράβηξε απότομα τα χαλινάρια των αλόγων και η άμαξα στάθηκε ακριβώς έξω από την εκκλησία του Αγίου Δουνστάνου επί της Οδού Φλητ, όπως ακριβώς η κούρσα είχε συμφωνηθεί. Ο αμαξοδηγός αρνούνταν να μπει στα ενδότερα του Σόχο κατά τις νυχτερινές ώρες επειδή, όπως εξήγησε στον Λόρδο, οι παστρικοχέρηδες πιτσιρικάδες της περιοχής του είχαν αρπάξει το πουγκί με τα ναύλα τρεις φορές. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ βγήκε από την άμαξα βγάζοντας από το εσωτερικό θυλάκιο του πορτονιού την μαύρη του ρεντικότα και το μπαστούνι.


«Να προσέχετε το πορτοφόλι σας στο Σόχο, κύριε. Ακούστε την συμβουλή μου.» είπε ο αμαξοδηγός καθώς ο Λόρδος του έδινε τα πέντε σελίνια της κούρσας.


Η εκκλησία του Αγίου Δουνστάνου –πριν την ανακατασκευή της το 1831- είχε ανεγερθεί κατά τον μεσαίωνα και η λιτή της πρόσοψη στερούνταν τα σταυρόσχημα μοτίβα που κοσμούν συνήθως τους καθεδρικούς ναούς και που ενοχλούσαν τον Λόρδο στην όραση. Σε κάθε του πέρασμα απ’ το σημείο, ο Λόρδος αρεσκόταν στο να περιεργάζεται το γοτθικό ρολόι της εκκλησίας: Μία τριγωνική αψίδα υποβασταζόμενη από τέσσερεις αντηρίδες, και από κάτω της οι μηχανικές φιγούρες του Γκογκ και του Μάγκογκ έκρουαν ο καθένας την δική του καμπάνα στην πάροδο κάθε τετάρτου της ώρας. Ο Μάγκογκ είχε μόλις σημάνει την δική του καμπάνα με την ράβδο του και το κυκλικό καντράν του ρολογιού έδειχνε εννέα και τέταρτο. Η συνάντηση του Λόρδου με τον Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ είχε κανονιστεί για τις δέκα. Η διαδρομή ίσαμε το Σόχο θα διαρκούσε γύρω στα είκοσι λεπτά οπότε δεν διέτρεχε κίνδυνος καθυστέρησης.


Φόρεσε από πάνω του την μαύρη του ρεντικότα, όχι από το κρύο αλλά για να προστατέψει την ραφή του κασμιρένιου του φράκου από τους παγοκρύσταλλους της ύπουλης ομίχλης που μετέδιδαν συν τοις άλλης όλη την τέφρα των καπνοδόχων της πόλης και ήταν δυνατό να καταστρέψουν το ύφασμα. Για την αλήθεια του πράγματος, η υπερευαισθησία αυτή του Λόρδου για το φράκο του δεν αφορούσε το ένδυμα καθαυτό. Απλά ο Λόρδος ένιωθε απεριόριστο σεβασμό για τον ράφτη της Σαβίλ Ρόου που επιστράτευσε όλη του την τεχνογνωσία προκειμένου να φτιάξει το συγκεκριμένο φράκο, όπως ένιωθε απεριόριστο σεβασμό για κάθε άνθρωπο που ασκούσε την τέχνη του –οποιαδήποτε τέχνη- με υπερβάλλοντα ζήλο. Τούτος άλλωστε ήταν και ο λόγος για τον οποίο συνεργάστηκε με τον Τζερεμάια Τζένκινς ο οποίος γινόταν ανυπόφορα σχολαστικός στην παραγωγή της μπίρας του. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ θεωρούσε ως ύψιστη αρετή στον άνθρωπο το πάθος της ενασχόλησής του με την τέχνη που επέλεξε ως καριέρα ζωής. Ο Λόρδος γνώριζε ότι το ανθρώπινο αυτό χαρακτηριστικό είναι γενικά δυσεύρετο και, για τον λόγο αυτόν, αξιοζήλευτο.


Μέσα απ’ την πυκνή ομίχλη εμφανίστηκε ο νεαρός εφημεριδοπώλης βαστώντας την στοίβα της Evening Gazette κάτω από την μασχάλη του και αναγγέλοντας φωναχτά το θέμα του πρωτοσέλιδου: «Εξελίξεις στον Νόμο του Αραβόσιτου! Νέες αντιδράσεις από τον εμπορικό σύλλογο!» Ο Λόρδος Γκρέηγουντ έδωσε στον νεαρό τις εξίμισι πένες και πήρε την οκτασέλιδη φυλλάδα στα χέρια του.


Ως συνήθως, ξεπέρασε τις αρχικές σελίδες με το δελτίο των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, τη αλληλογραφία των αναγνωστών για τα τοπικά ζητήματα, την κοσμική στήλη με τις δεξιώσεις στα ανάκτορα του Ρήτζεντς Παρκ, τις προτάσεις της κυρίας Φινλέη περί γυναικείας μόδας, τις μικρές αγγελίες, την μηνιαία αγροτική αναφορά, τα πολιτιστικά δρώμενα (αν και ο Λόρδος σημείωσε νοερά το γεγονός ότι ο φημισμένος ηθοποιός Έντμουντ Κην θα πραγματοποιούσε έξι παραστάσεις έργων του Σαίξπηρ σε έξι διαδοχικές νύχτες στο Θέατρο του Ρόγιαλ Κόγκμπερν) και σταμάτησε στις τελευταίες σελίδες της φυλλάδας που αφορούσαν την διεθνή ειδησεογραφία. Το ενδιαφέρον του Λόρδου απτόταν σε θέματα παγκόσμιου επιπέδου και ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή επικαιρότητα. Ξεκίνησε να διαβάζει το άρθρο που τιτλοφορούνταν ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ, μειδιώντας εκ των προτέρων καθότι είχε υπόψη του το βιτριολικό ύφος γραφής του αρθρογράφου.


Και ποιοι είναι τελικά τούτοι οι άνθρωποι που προσδιορίζουν εαυτούς ως «Έλληνες» συνδέοντας θρασυτάτως την ιστορίαν των με την ιστορίαν του λαμπρού αρχαιοελληνικού πολιτισμού, που εξεγείρονται εν ονόματι δήθεν της χριστιανορθοδόξου πίστεως (κατά πόσο είναι άραγε συνετόν ο χριστιανός να προασπίζεται την χριστιανοσύνην διά των όπλων;) και που αποζητούν υποστήριξιν εκ των υπολοίπων χριστιανικών εθνών της Ευρώπης προκειμένου να ιδρύσουν το δικόν τους ανεξάρτητον ελληνικόν έθνος την στιγμήν που αδυνατούν να τα εύρουν οι ίδιοι μεταξύ των; Ένας συρφετός άναρθρων κραυγών και φιλοπόλεμων τάσεων, είναι η πλέον ορθή απόκρισις.


Το ιδεώδες της Ιεράς Συμμαχίας των Μεγάλων Εθνών (ως τούτο εκφράζεται δια των αποφάσεων της Συμμαχίας τόσο εις το Συνέδριον του Λάιμπαχ το 1821 όσο και εις εκείνο της Βερόνας το επόμενον έτος) είναι η εδραίωσις μίας μονίμου ειρήνης εις μίαν Ευρώπην που μαστίζεται από συγκρούσεις και πολέμους εδώ και αιώνας τώρα. Είναι εν τούτοις λογικόν (και επόμενον) να θεωρούνται ως νομικώς άκυρα και αποκηρυκτέα οποιαδήποτε κινήματα ανοικτής βίας (όπως της Ισπανίας, της Ιταλίας και –φυσικά- αυτό της Ελλάδας) αντιβαίνουν στας αρχάς του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου.


Έσπευσαν οι διανοούμενοι της εποχής μας –οι αποκαλούμενοι και ως «ρομαντικοί»- να καταδικάσουν το ιδεώδες της Ιεράς Συμμαχίας ως «δεσποτισμόν» ενάντια στην ελευθερίαν των εθνών. Επιφανείς εκπρόσωποι του πνεύματος -ονόματα όπως αυτά του Τόμας Μουρ, του Λη Χαντ, του Καμ Χόμπχαουζ, του Γουόλτερ Σάβατζ Λάντορ, του Τζέρεμι Μπένθαμ και, φυσικά, του Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον- διεκδικούν πλέον ο καθείς το δικόν του μερίδιον από το ρεύμα του φιλελληνισμού που διακατέχει την Ευρώπην τελευταίως. Μαζί των παρεσύρθη και ο δικός μας Υπουργός των Εξωτερικών, ο θλιβερός Τζωρτζ Κάνινγκ. Και αναφέρομαι εις τον άνδρα ως «θλιβερόν» διότι θλιβερήν θα καταντήσουν κάποτε την χώραν μας αι πολιτικές του ενέργειαι.


Εις την προσπάθειάν του να ακολουθήσει πιστά το πνεύμα των προαναφερθέντων «ρομαντικών» και εμμένοντας εις την (αδιάλλακτην) ιδεολογίαν του περί ανεξαρτησίας των λαών, ο θλιβερός αυτός πολιτικάντης (ο Κάνινγκ) έχει μετατρέψει το Λονδίνον –ούτε ολίγο ούτε πολύ- εις κέντρον χρηματοδοτήσεως του απελευθερωτικού αγώνος των Ελλήνων. Ήδη έχει δοθεί εις τους Έλληνας ένα υπέρογκον κονδύλιον από Βρετανούς δανειοδότας (800.000 λίρες από τον Οίκο Λόφναν) και φημολογείται ότι θα τους δοθεί συντόμως και δεύτερον. Εις μίαν δευτέραν ανάγνωσιν βεβαίως, μπορεί κανείς να αντιληφθεί την σκοπιμότηταν της στρατηγικής του Κάνινγκ. Προφανώς αποβλέπει εις το να θέσει ένα πολιτικόν ανάχωμα ενάντια στον ρωσικόν επεκτατισμόν. Έστω κι έτσι όμως, οι χειρισμοί του ανδρός μονάχα αλόγιστοι δύνανται να χαρακτηρισθούν όταν υποστηρίζει έναν λαόν του οποίου η εθνολογική ταυτότης τίθεται υπό κάθετην αμφισβήτησιν.


Εις το σημείον τούτον ο κάθε εύστροφος αναγνώστης καλείται να διερωτηθεί: Μα δεν πρέπει ο Οθωμανός να φύγει κάποτε από την Ευρώπην; Φυσικά και ο Οθωμανός πρέπει να φύγει από τούτην την ήπειρον. Ο Μεγάλος αυτός Ασθενής της Ευρώπης γίγνεται ολοένα και ασθενέστερος, και η κληρονομία του είναι πολύτιμος. Και συνεπώς, η μοιρασιά μεταξύ των Μεγάλων Εθνών θα πρέπει γενήσεται μετά συνέσεως έχοντας πάντοτε κατά νου το ιδεώδες της Ιεράς Συμμαχίας περί ευρωπαϊκής ειρήνης. Διά τούτο και η αποχώρησις του Οθωμανού θα πραγματοποιηθεί μονάχα μετά περισκέψεως και μετά ουσιαστικών παρεμβάσεων. Το Ανατολικόν Ζήτημα έχει ανάγκη από διπλωματίαν και πολιτικήν ζύμωσιν, και όχι από άλογας εξεγέρσεις και συστάσεις ψευδοεθνών. Το Ανατολικόν Ζήτημα επιλύεται μονάχα με μιαν Ευρώπην ισχυράν και αδιαίρετον.


Έχει άραγε άδικο ο (αντιπαθής, αυταρχικός, ηγεμονικός αλλά και τραγικά ορθολογιστής) Αυστριακός Καγγελάριος Κλέμενς Φον Μέττερνιχ όταν διακηρύττει εις όλα τα μήκη και πλάτη ότι ελληνικόν έθνος δεν υφίσταται επί της ουσίας; Είναι άραγε τόσο ισοπεδωτικός όταν χαρακτηρίζει τους ελληνικούς χειρισμούς ως «αυθάδεις και αδέξιους»; Ούτε καν ο Πάπας –του οποίου μέγιστον όραμα είναι αναμφιβόλως η ένωσις της χριστιανοσύνης εις μία ενωμένην Ευρώπην- δεν δέχτηκε την ελληνικήν αποστολήν εις ακρόασην κατά το Συνέδριον της Βερόνας. Τίποτε από όλα αυτά δεν συγκινεί τον κύριο Τζωρτζ Κάνινγκ ο οποίος συνεχίζει ακάθεκτος μίαν εξωτερικήν πολιτικήν που θα αποδειχθεί –αργά ή γρήγορα- ζημιογόνος δια την Μεγάλην μας Βρετανίαν. Μην γελιέστε όμως, αγαπητοί αναγνώσται. Δια του Ανατολικού Ζητήματος διακυβεύεται –όχι μόνον η δική μας μοίρα, αλλά και- η μοίρα όλης της Ευρώπης.


Φθάνοντας στο Σόχο, ο Λόρδος Γκρέηγουντ άφησε την εφημερίδα σ’ ένα παγκάκι και φόρεσε τα λευκά σατινένια του γάντια στα χέρια. Τα χέρια του δεν κρύωναν. Τούτη ήταν μία συνηθισμένη τακτική του Λόρδου όταν περιδιάβαινε την συνοικία του Σόχο τις νυχτερινές ώρες. Θα μπορούσε να θεωρηθεί κάλλιστα ως μία έμμεση επίδειξη σνομπισμού εκ μέρους του καθότι ήθελε να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους νεαρούς που κυκλοφορούσαν με παρόμοια πλην φτηνά φράκα και που δεν κατείχαν κοινωνική υπόσταση ίδια με την δική του. Τα λευκά σατινένια γάντια ήταν μία σιωπηλή προειδοποίηση προς κάθε ενδιαφερόμενο που τύχαινε να τριγυρίζει το Σόχο εκείνες τις ώρες: Εάν ήταν αναγκαίο να απευθυνθεί κάποιος στον Λόρδο για οποιονδήποτε λόγο, θα έπρεπε να το πράξει με τους ανάλογους τρόπους ευπρέπειας. Ειδάλλως θα ήταν προτιμότερο να μην μπει καν στον κόπο να του μιλήσει. Τούτο άλλωστε εκδήλωνε και ο τρόπος βαδίσματος του Λόρδου που διατηρούσε την πλάτη του ευθυτενή χτυπώντας αμυδρά το μπαστούνι στο έδαφος.


Έστω και με αυτή την πυκνή ομίχλη, ο νευρώδης παλμός του Σόχο δεν έπαυε να γίνεται αντιληπτός στις αισθήσεις. Στον δρόμο του ο Λόρδος άρχισε να συναπαντά τους συνήθεις μεθύστακες που έβγαιναν τρικλίζοντας από κατάμεστες μπιραρίες όπως το Blacksmiths’ Inn ή το Hope & Valour ή το Duke Of York Wine House. Έφεραν όλοι επάνω τους έντονη την δυσοσμία της ξινισμένης αλκοόλης και έριχναν μουλωχτές ματιές στον Λόρδο Γκρέηγουντ σα να διέκοπταν για κάμποσα δεύτερα τον έξαλλο ειρμό της μέθης ώστε να περιεργαστούν την σκοτεινή του όψη.


Δειλά-δειλά ξεπρόβαλλαν και οι πόρνες του δρόμου με τα ροζ μπονέ και τα δαντελένια μπούστα που ήσαν τραβηγμένα προς τα κάτω προκειμένου να αποκαλύψουν τα πληθωρικά τους στήθη. Στο πέρασμα του Λόρδου, σήκωναν επιδεικτικά τα κρινολίνα μέχρι τις ζαρτιέρες λικνίζοντας τα καλλίγραμμα πόδια τους κάτω από τις μεταξωτά καλσόν. Οι ψιθυριστές τους εκκλήσεις ξεπετιόνταν μέσα απ’ την οχλοβοή και τις μουσικές σαν τις τρεμάμενες φλόγες των γκαζόλαμπων μες στην καταχνιασμένη ατμόσφαιρα.


«Να ένας πραγματικός τζέντλεμαν! Θα θέλατε συντροφιά γι’ απόψε, κύριε;»


«Είναι κρίμα ένας τέτοιος άντρας να περπατά μόνος του. Ελάτε μαζί μου κι εγώ θα σας ταξιδέψω στον κήπο της Εδέμ, κύριε.»


«Κέρασέ με μια μπίρα και μετά θα πάμε στο δωμάτιό μου, κούκλε. Απόψε θα γλεντήσεις, στο εγγυώμαι.»


Οι πόρνες του Σόχο είχαν εντρυφήσει στην ψυχοσύσταση του άρρενος πληθυσμού του Λονδίνου. Είχαν πλέον εξοικειωθεί με αμυδρές χειρονομίες ή με ντροπαλά βλεφαρίσματα των ανδρών και ήσαν σε θέση να διαγιγνώσκουν οιεσδήποτε κρυφές επιθυμίες αρνούνταν πεισματικά να εκδηλωθούν. Στο βλέμμα του Λόρδου Γκρέηγουντ όμως υπέπιπταν σε ζοφώδεις ατραπούς μόλις η χαρακτηριστική εκείνη φλογοκόκκινη ανταύγεια σπινθήριζε τις απόκοσμες εκλάμψεις της μεσ’ από τις ίριδες των ματιών.


Το κοίταγμα του Λόρδου πρόδιδε μία φύση αλλοπρόσαλλη, έναν πόθο βαθύτερο από τον σαρκικό, μία επιθυμία πέρα από εκείνη της ερωτικής συνεύρεσης. Το στοιχείο αυτό προκαλούσε στις πόρνες τόσο έναν φόβο όσο και μία ακαταμάχητη έλξη και γι’ αυτό οι εκκλήσεις τους έπαυαν απότομα σαν τα λογικά τους συνεπαίρνονταν από την στοιχειωτική του φιγούρα. Χρειάζονταν μονάχα κάμποσα δεύτερα ώστε να χαθούν στην παραζάλη τους ανήμπορες να αποτραβήξουν το θώρι τους από πάνω του και ακαταστάλαχτες ως προς το εάν είχαν εμπρός τους άνθρωπο ή ένα θηρίο με φονικές βουλήσεις.


Περνώντας δίπλα από τον πλανόδιο βιολιτζή που τραγουδούσε τον Γάμο του Σερ Γκαουέην στον δρόμο και χοροπηδούσε όλος μπρίο στους ρυθμούς του βιολιού, ο Λόρδος έβγαλε τα νομίσματα που είχαν ξεμείνει στην αριστερή τσέπη του γιλέκου του και τα πέταξε στο κασκέτο που ο βιολιτζής είχε αφήσει στο έδαφος. «Ευχαριστώ! Ευχαριστώ πολύ κύριε!» έκανε ο βιολιτζής κι άρχισε να χτυπά το δοξάρι πάνω στις χορδές του βιολιού με περισσότερη δύναμη.


Ο βασιλέας Αρθούρος ζει στο πρόσχαρο Καρλάηλ

Κι ειν’ ολοφάνερο για τον καθένα να ιδεί,

Κι εκεί ‘χε μαζί του την βασίλισσα Γκουίνεβηρ

Την νύφη κείνη ολόλαμπρη και πανευτυχή.


Ύστερα ο Λόρδος έψαξε την δεξιά τσέπη του γιλέκου κι έβγαλε από μέσα της μια χούφτα φραγκοδίφραγκα. Τα κράτησε μες στην γροθιά του μέχρι να καταφτάσει την παρέα των πιτσιρίκων που παρακαλούσαν τους περαστικούς για λίγα ψιλά ώστε να αγοράσουν ψητές πατάτες από τον γερο-ψήστη που στεκόταν επί της Οδού Ρόουζ και έψηνε τις πατάτες στην θράκα του μαγκαλιού. Σαν αντιλήφθηκαν τον Λόρδο, τα πιτσιρίκια χίμιξαν καταπάνω του κι εκείνος άνοιξε την γροθιά του προσφέροντας τα φραγκοδίφραγκα. Τα πιτσιρίκια πήραν όλα τα νομίσματα και φωνάζοντας βιαστικά και κουτσουρεμένα «ευχαριστώ» έτρεξαν κατευθείαν προς τον γερο-ψήστη.


Όπου το φέγγος των γκαζόλαμπων δεν κατάφερνε να αγγίξει, τρύπωνε το αχνό σεληνόφως κι έχριζε τις γωνιές εκείνες του Σόχο που είχαν παραδοθεί στο έρεβος της νύχτας. Η κυανή χροιά του σεληνόφωτος σχημάτιζε στις περιελίξεις της ομίχλης πρόσωπα ανθρώπων καταραμένα, και τότε ξεπρόβαλαν από τις σκοτεινές γωνιές τα πρόσωπα των ζητιάνων που γρυλίζοντας ζητούσαν ελεημοσύνη και σαν από θαύμα τα χλωμά τους πρόσωπα συνέπιπταν σε αρμονική αντιστοιχία με τα πρόσωπα της κυανής χροιάς. Και ο Λόρδος θαύμασε τον τρόπο κατά τον οποίο η φύση δύνατο να συνθέσει τέτοιες μαγικές φαντασμαγορίες μοναχά με λίγο φως και λίγη ομίχλη.


Ο Λόρδος δεν μπορούσε παρά να νιώσει οίκτο για το δύσμοιρο άγαλμα του Βασιλιά Καρόλου Β’ που έστεκε στο κέντρο της πλατείας Σόχο σαβανωμένο μες στην αγκάλη του λευκού κρύου μαρμάρου και έπρεπε να υποστεί την διατάραξη της νεκρικής του ηρεμίας από τους τρεις εκείνους φρακοφορεμένους νεαρούς που –φρέσκοι από καβγά και τύφλα στο μεθύσι- το κατουρούσαν ομαδικώς. Αφού τους προσπέρασε με δυσφορία, ο Λόρδος κοντοστάθηκε έξω από το τριώροφο οίκημα του Μέηνορ Χάουζ Νο 21.


Ατένισε την δόμηση της πρόσοψης με τα μεγάλα παράθυρα, πλαισιωμένα από τους κίτρινους οπτόπλινθους. Πίσω από τις δαντελένιες κουρτίνες των παραθύρων φέγγιζε το βαθυπόρφυρο χρώμα των ελαιολυχνίων και οι ανθρώπινες σιλουέτες μόλις που διακρίνονταν μές στο θάμπος. Ο Λόρδος ανέβηκε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια της πρόσοψης και περιεργάστηκε βιαστικά το τριγωνικό υπέρθυρο της εισόδου με τα δύο ανάγλυφα λιοντάρια που συγκρατούσαν το βασιλικό οικόσημο. Το νούμερο 21 που πόζαρε επιβλητικό πάνω στην εξώπορτα όπως και το ρόπτρο ήσαν κατασκευασμένα από μπρούντζο. Ο Λόρδος χτύπησε το ρόπτρο τρεις φορές και οι γδούποι του μπρούντζου πάνω στην δρύινη πόρτα ήχησαν σαν τους βρόντους του λονδρέζικου ουρανού λίγο πριν μια χειμωνιάτικη μπόρα.


Η πόρτα άνοιξε φανερώνοντας την ψιλόλιγνη φιγούρα του ηλικιωμένου μπάτλερ. Ο μπάτλερ ήταν ενδεδυμένος με έναν σφιχτό κορσέ από σκουροπράσινο μπροκάρ. Κάτω από τους περίγλυφους ρόμβους του μπροκάρ, ο Λόρδος μπορούσε να διακρίνει τα έξι κυρτά παγίδια από μέταλλο που ο κορσές περιείχε προκειμένου να διατηρεί την περιφέρεια της μέσης μικρή. Ένα διακριτικό παπιγιόν τύπου batwing ήταν καρφιτσωμένο με μια χρυσή παραμάνα στο κολάρο του. Φορούσε κι εκείνος στα χέρια λευκά σατινένια γάντια σαν του Λόρδου.


«Καλώς ήλθατε στον Λευκό Οίκο, κύριε. Παρακαλώ, περάστε.» έκανε ο μπάτλερ με ασθενική φωνή, και ο Λόρδος μπήκε στο φουαγιέ.


Το φουαγιέ ήταν διακοσμημένο σε ρυθμό ροκοκό Λουί Κενζ. Απέναντι υπήρχε μία κλειστή μπεζ δίφυλλη πόρτα. Μία εκρού καρέκλα με καμπύλα πόδια κι ένα καρυδένιο σκρίνιο έστεκαν στα δεξιά. Τέσσερεις απαλόχρωμοι οβάλ πίνακες με αναπαραστάσεις των Πρωτόπλαστων της Εδέμ στόλιζαν τους τοίχους και μεταξύ τους κρέμονταν ροδαλά πέπλα με κυματιστές γραμμώσεις στην μεταξένια υφή τους. Ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος κρεμόταν από το ταβάνι και λαμποκοπούσε από το φως των σπαρματσέτων στα καντηλέρια του. Μία ιβουάρ γκαρνταρόμπα από ξύλο οξιάς βρισκόταν στα αριστερά και πάνω της ήσαν αποθετημένα μπαστούνια, καπέλα και ρεντικότες. Το δάπεδο αποτελούνταν από χιλιάδες πολύτιμες ψηφίδες που απαρτίζαν μία πιστή απομίμηση της Γέννησης της Αφροδίτης του Σάντρο Μποτιτσέλι απεικονίζοντας την θεά του έρωτα αναδυόμενη από τους αφρούς της θάλασσας μέσα σ’ ένα όστρακο.


Ο μπάτλερ είχε προνοήσει να βελτιώσει την αισθητική του χώρου με αποσμητικό ροδόσταγμα. Τούτο μαρτυρούσε το γυάλινο φιαλίδιο με την τρόμπα ψεκασμού πάνω στο σκρίνιο και το άρωμά του ήταν τόσο ισχυρό που εξουδετέρωνε τις οσμές του καμένου φιτιλιού των σπαρματσέτων και έκανε το φουαγιέ να μυρίζει σαν λιβάδι από τριανταφυλλιές.


«Θα επιθυμούσε ο αγαπητός κύριος να μου παραδώσει την ρεντικότα του και οτιδήποτε άλλο κρίνει ο ίδιος ώστε να τα τοποθετήσω στην γκαρνταρόμπα;» έκανε ο μπάτλερ.


Ο Λόρδος έβγαλε την ρεντικότα από πάνω του και την παρέδωσε στον μπάτλερ μαζί με το καπέλο, το μπαστούνι και τα γάντια. Ο μπάτλερ πήρε τα πράγματα στα χέρια του με ευλαβική προσοχή αλλά, προτού κινηθεί προς την γκαρνταρόμπα, το γέρικο βλέμμα του σκυθρώπιασε σαν από ντροπή και χαμηλώνοντας τους γκρίζους κροτάφους απευθύνθηκε στον Λόρδο δίχως να τον κοιτάζει.


«Θα μου επέτρεπε ο αγαπητός κύριος να γίνω τόσο τολμηρός ώστε να ρωτήσω εάν κουβαλά επάνω του όπλα ήτοι καμιά πιστόλα ή κανένα μαχαίρι;» ρώτησε.


«Όχι, δεν κουβαλώ όπλα μαζί μου. Δεν κουβαλώ ποτέ όπλα. Αν το έκανα, θα χαλούσαν την γραμμή του φράκου μου.» αποκρίθηκε ο Λόρδος.


«Εξαίρετη απόκριση, κύριε. Πραγματικά εξαίρετη απόκριση.» είπε ο μπάτλερ και το σταφιδωμένο του πρόσωπο χαρακτηρίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο αγαλλίασης.


Αφού κρέμασε τα πράγματα του Λόρδου στην γκαρνταρόμπα, ο μπάτλερ κατευθύνθηκε προς το σκρίνιο με βήματα ανάλαφρα που έμοιαζαν με βήματα βουδιστή μοναχού. Ανοίγοντας τα τζαμωτά πορτόφυλλα του σκρίνιου, έβγαλε από μέσα μία κρυστάλλινη μποτίλια η οποία περιείχε μία υγρή ουσία σκουροπράσινη σαν τον σκουροπράσινο κορσέ του. Έχυσε την σκουροπράσινη ουσία σε ένα μικρό ποτήρι και ύστερα έριξε μες στο ποτήρι μία μικρή κουταλιά ζάχαρη από την επίχρυση ζαχαριέρα που έστεκε παραδίπλα. Κι αφού ανακάτεψε το περιεχόμενο του ποτηριού με το κουτάλι μέχρις ότου η ζάχαρη να διαλυθεί εντελώς μέσα στην ουσία, ο μπάτλερ πρόσφερε το ποτήρι στον Λόρδο.


«Αψίνθιο, κύριε. Γαλλικό. Το καλύτερο. Θα συμβούλευα τον αγαπητό κύριο πολύ θερμά να το πιει μονομιάς και όχι με πολλαπλές γουλιές.»


Ο Λόρδος έφερε το ποτήρι στα ρουθούνια του για να οσφρανθεί τα αρώματα του μάραθου και του γλυκάνισου και έπειτα –κατά την επιταγή του μπάτλερ- το έφερε στα χείλη του και το κατάπιε με μία γουλιά. Η πικρότητα των φύλλων αψινθιάς έζωσε με τα πλοκάμια της τους γευστικούς αδένες αλλά, προτού το πρόσωπο προλάβει καν να σχηματίσει κάποιον μορφασμό απέχθειας, η ζάχαρη με την αλκοόλη βάλθηκαν σε ένα πριγκιπικό βαλς μεταξύ τους εξυψώνοντας τον νου σε επικράτειες σμαραγδένιων αντικόσμων. Σύντομα κατήλθε και η περίφημη Πράσινη Νεράιδα και σφάλισε με τα ντελικάτα της χέρια τα βλέφαρα του Λόρδου και τότε αφανίστηκαν μεμιάς ύλη και υπερφύση από ανθρώπινες αισθήσεις βυθίζοντας το σύμπαν σ’ ένα δροσερό σκοτάδι.


«Θεσπέσιο. Αναντίρρητα θεσπέσιο. Τα συγχαρητήριά μου.» είπε ο Λόρδος υπό την επήρεια του πράσινου ελιξίριου.


«Χαίρομαι πολύ που ο αγαπητός κύριος το απόλαυσε. Και τώρα, επιτρέψτε μου να αναγγείλω την άφιξή σας.» είπε ο μπάτλερ και κινήθηκε προς ένα πέπλο του φουαγιέ και εμφάνισε από πίσω του ένα καραβόσκοινο που κρεμόταν από το ταβάνι. Το τράβηξε τρεις φορές και με το κάθε τράβηγμα ακούσθηκαν υπόκωφα κουδουνίσματα.


Η δίφυλλη πόρτα άνοιξε διάπλατα αποκαλύπτοντας τον μετρ του Λευκού Οίκου. Ήταν ένας μικροκαμωμένος μεσήλικας με ατριμάριστο μαλλί γύρω απ’ την γυαλιστερή φαλάκρα και ένα λεπτοφυές πρόσωπο γεμάτο πούδρα. Η κινησιολογία του έπλεε μες στην θηλυπρέπεια σα να μιμούταν κάποια αιθέρια οπτασία, οι επιτηδευμένες συσπάσεις των κοντυλογραμμένων του δαχτύλων όμως μαρτυρούσαν κι έναν άνθρωπο που ωθούσε πεισματικά τον εαυτό του στην ιδιόμορφη αυτή συμπεριφορά σαν από εργασιακό καθήκον. Ήταν ενδεδυμένος με ένα κοντό σακάκι χρώματος φούξια και απ’ το στέρνο του ξεπετιόταν ο δαντελένιος πτυχωτός φραμπαλάς της πουκαμίσας. Ένας μεγάλος ροζ φιόγκος πόζαρε κάτω από το μυτερό του πηγούνι ενώ η παντελόνα του διακρινόταν από τις κάθετες ρίγες του κόκκινου και του μαύρου.


«Καλώς ήλθατε στον Λευκό Οίκο, κύριε! Το όνομά μου είναι Καμίλο και θα είμαι ο υπηρέτης σας γι’ απόψε. Υποθέτω ότι ο Άλφρεντ έχει φροντίσει για τις ανάγκες σας μέχρι τώρα, έτσι δεν είναι;»


«Ναι. Ο Άλφρεντ ήταν άψογος.»


«Έξοχα! Θα μου επέτρεπε ο καλός κύριος να ρωτήσω το όνομά του;»


«Είμαι ο Λόρδος Τζουλς Γκρέηγουντ.»


«Ένας λόρδος το δίχως άλλο! Αυτό είναι υπέροχο! Και είναι τούτη η πρώτη σας φορά στον Λευκό Οίκο;»


«Ναι. Η πρώτη μου φορά.»


«Θαυμάσια! Επιτρέψτε μου να γίνω ο ταπεινός σας ξεναγός για απόψε και να σας ταξιδέψω στις παραδεισένιες απολαύσεις που προσφέρει ο Λευκός Οίκος. Σας εγγυώμαι ότι η πρώτη νύχτα στον Λευκό Οίκο θα σας μείνει για πάντα αξέχαστη όπως συμβαίνει άλλωστε με όλους τους εκλεκτούς μας πελάτες.» είπε ο Καμίλο και πιάνοντας τον Λόρδο από τον αγκώνα τον οδήγησε στην σάλα.


Ήταν άραγε απλή ειρωνεία της τύχης το γεγονός ότι η σάλα ήταν επενδυμένη με ένα νεογοτθικό ύφος διακόσμησης –καταβυθισμένο στο βαθυκόκκινο χρώμα της πορφύρας- καταργώντας έτσι παντελώς τις ροκοκό εντυπώσεις του φουαγιέ;


Ο βόας σφιγκτήρας είρπε το πεντάμετρο μάκρος του στην καρπέτα της σάλας ηχώντας έναν παρατεταμένον συριγμό. Θα ήταν απολύτως φυσικό για τον κάθε επισκέπτη να αισθανθεί αρχικά ένα δέος στην θέα του εξημερωμένου ερπετού, η προσοχή όμως του Λόρδου επικεντρώθηκε στα αραβουργήματα της ταπετσαρίας και της καρπέτας: Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των τριπέταλων κρινανθών πλαισιωμένων από περίτεχνα κισσοστέφανα, όλα μέσα στην υπνωτική αύρα του βαθυκόκκινου.


Σε αντίθεση με τις πόρνες του δρόμου, οι έξι πόρνες που βρίσκονταν στην σάλα του Λευκού Οίκου δεν ήταν ντυμένες με πανωφόρια και κρινολίνα παρά επιδείκνυαν τα κάλλη τους κατά έναν τρόπο απροκάλυπτο φορώντας μοναχά τα ροδόχρωμα κομπινεζόν τους. Η μία εξ’ αυτών ήταν η υπέρβαρη γυναίκα που –ξαπλωμένη στον μπορντό καναπέ- εισέπνεε βαθιές ρουφηξιές από την πίπα του όπιου την οποία θέρμαινε πάνω από το αναμμένο λυχνάρι. Το πυκνό άνθιμο άρωμα της καιγόμενης παπαρούνας που έφεραν οι αναθυμιάσεις του όπιου αλάφρυνε τα σωθικά των έξι γυναικών και η διέγερση έκανε τα υδάτινα μάτια τους να λαμπυρίζουν σαν λίμνες σε στιγμές νηνεμίας.


Καθώς ο βόας περνούσε δίπλα από τον καναπέ, τα ακροδάχτυλα της υπέρβαρης πόρνης ψηλάφισαν ασυναίσθητα τις σκληρές φολίδες του πετσιού του. Ο βόας έδειχνε να απολαμβάνει το ψηλάφισμα της γυναίκας όντας κι εκείνος υπό την αποχαύνωση του όπιου στην ατμόσφαιρα κι άνοιξε το στόμα του διάπλατα από ευχαρίστηση.


Οι δύο πόρνες –μία μελαχρινή και μία ξανθιά- που κάθονταν μαζί στην μεγάλη πολυθρόνα δεν έγνεψαν καν τα μελανοπόρφυρα βλέφαρά τους όταν ο βόας σύρθηκε πάνω στους γοφούς τους. Κοίταζαν αμφότερες τον Λόρδο κι εκείνος διάβαζε στα βλέμματά τους τον πόθο μιας ανάφλεξης στα μουδιασμένα τους κορμιά, την λαχτάρα να καταφέρουν έναν οργασμό στις ορμόνες που φλέγονταν. Το σφίξιμο των χειλιών και το γλαρωμένο κοίταγμα εξέφραζαν μία επιθυμία για συνουσία που καμία σχέση δεν είχε με τις επιταγές της εργοδοσίας παρά ήταν βασισμένη σε ένα ενδόμυχο ένστικτο επιβίωσης, σα να όφειλαν να τροφοδοτήσουν τις αισθήσεις τους με αρσενικές ορμές προτού το όπιο τις απόκαμνε παντελώς. Ο βόας παιχνίδισε για λίγο την μουσούδα του στα κρόσια της μοβ φλοκάτης που ήταν στρωμένη στο μπράτσο της πολυθρόνας και ύστερα κινήθηκε πίσω από το τεράστιο μαύρο κλαβίχορδο.


Τα κρόσσια της μοβ φλοκάτης σχημάτιζαν δαχτυλίδια στα πλεγμένα τους νήματα, σαν τα δαχτυλίδια που σχηματίζονταν στο πυρρόξανθο μαλλί της γυναίκας που ήταν ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο. Είχε αφήσει μερικές από τις μπούκλες της να πέσουν μπροστά απ’ το πρόσωπο προκειμένου να αποκρύψει την ζαλάδα από τις ανάσες του μολυσμένου αέρα και τα σκέλια της άνοιξαν πρόστυχα σαν από δική τους βούληση μόλις ο Λόρδος έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος της.


Οι άλλες δύο γυναίκες που κάθονταν αναπαυτικά στα βελούδινα μαξιλάρια του ανάκλιντρου έδειχναν εξοικειωμένες με την παραισθησιογόνο δράση του όπιου καθώς τα χαμόγελά τους προς τον Λόρδο διέθεταν ένα ψήγμα αυτοσυγκράτησης παρότι άστραφταν κι εκείνα από ερωτική υστερία. Οι φλόγες μέσα από τα κοκκινωπά θαμπόγυαλα των απλικών χάριζε στις επιδερμίδες των γυναικών μία ψευδή ροδαλότητα που αναιρούσε –έστω και κατ’ ελάχιστον- τις ωχρές τους όψεις.


«Όπως βλέπετε, αγαπητέ μου Λόρδε, στον Λευκό Οίκο είμαστε σε θέση να ικανοποιήσουμε όλα τα γούστα.» είπε ο Καμίλο εννοώντας τις διαφορές που είχαν οι γυναίκες μεταξύ τους στις σωματικές αναλογίες και στα χρώματα των μαλλιών.


Οι φιγούρες των πέντε πορτρέτων που κοσμούσαν τους τοίχους της σάλας έστεκαν αγέρωχες μες στην μουντή τους ελαιοχρωμία. Ο συνταγματάρχης Τζέημς Γκράχαμ, ο υποκόμης Ρίτσαρντ Γκράχαμ, ο κόμης Τσαρλς Χάουαρντ, η μαρκησία Γκρέης Πιερπόντ και ο βαρόνος Σερ Ρόουλαντ Γουίν ήσαν τα πρόσωπα που κατοίκησαν στο Μέηνορ Χάουζ στο παρελθόν, στις παλιές εκείνες καλές εποχές όταν ήταν ένα ευυπόληπτο οίκημα της ευγενείας, προτού μεταλλαχθεί σε οίκο ανοχής, στον κατά κόσμον Λευκό Οίκο.


Ο βόας σύρθηκε κάτω από τις βαριές μπορντό κουρτίνες που κάλυπταν τα μακρόστενα παράθυρα της σάλας αγγίζοντας αμυδρά με την ράχη του τις μεταξένιες τους άκρες και έπειτα κατευθύνθηκε προς τον Λόρδο. Τυλίγοντας το μυώδες κορμί των καφετιών και γκρίζων ρόμβων γύρω από το πόδι του Λόρδου, ύψωσε το πλατύ κεφάλι του προς εκείνον σα να αποζητούσε κάποιο χάδι. Ο Λόρδος άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε στοργικά το σημείο κάτω από το κεφάλι του ερπετού κι εκείνο αφέθηκε αδιαμαρτύρητα στο χαϊδολόγημά του.


«Θεέ και Κύριε! Ο Φήλιξ σας συμπάθησε. Πρώτη φορά βλέπω τον Φήλιξ να συμπεριφέρεται έτσι με έναν ξένο.» έκανε έκπληκτος ο Καμίλο.


Στο θέαμα του βόα που σαν κουτάβι είχε παραδοθεί στα χάδια του Λόρδου, οι έξι πόρνες εκκίνησαν ξεδιάντροπα μία διαδικασία θωπευμάτων μεταξύ τους προκειμένου να συνταυτιστούν με την ηδονή του ζώου. Η υπέρβαρη γυναίκα –όντας μονάχη της στον καναπέ- δεν είχε άλλη επιλογή από το να αυτοϊκανοποιηθεί πασπατεύοντας την κλειτορίδα της μέσα από την δαντελένια κιλότα.


«Είναι πασιφανές, αγαπητέ μου Λόρδε, ότι ο Φήλιξ δεν είναι ο μόνος που σας συμπάθησε εδώ μέσα.» είπε ο Καμίλο δείχνοντας με νόημα τις γυναίκες που είχαν πλέον εκτραχυνθεί για τα καλά.


«Δεν είμαι εδώ για διασκέδαση. Ήρθα για δουλειά.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Αγαπητέ μου Λόρδε, στον Λευκό Οίκο η δουλειά μας είναι η διασκέδαση.» χαμογέλασε πονηρά ο Καμίλο.


«Υποθέτω ότι θα χρειαστεί να σας δώσω το συνθηματικό. Τσάιλντ Χάρολντ.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


Στο άκουσμα του συνθηματικού Τσάιλντ Χάρολντ, ο Καμίλο κιτρίνισε με μία κιτρινάδα που δεν ήταν δυνατό να καταλαγιαστεί από την λευκή πούδρα του προσώπου. Τα λαγουδίσια μάτια του γούρλωσαν από φόβο και οι ψεύτικες βλεφαρίδες από βιζόν άρχισαν να τρεμοπαίζουν αλαφιασμένες. Για κάμποσα δεύτερα απόμεινε πιο ασάλευτος κι απ’ τις φιγούρες των πορτρέτων στους τοίχους.


Τσάιλντ Χάρολντ ήταν το συνθηματικό που είχε ορίσει ο ίδιος ο Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ στον Λόρδο Γκρέηγουντ προκειμένου να του επιτραπεί η είσοδος στα ενδότερα του Λευκού Οίκου. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ είχε υπόψη του το μακροσκελές ποίημα του Μπάιρον Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ που διηγείται την ιστορία ενός νεαρού άντρα ο οποίος -απηυδισμένος από μια ανούσια ζωή υλικών απολαύσεων- ξεκινά ένα ταξίδι επιχειρώντας να βρει την λύτρωσή του σε ξένους τόπους. Ο Λόρδος έκανε συνειδητά μία σύνδεση του συνθηματικού με το ποίημα του Μπάιρον, δεν μπήκε όμως στον κόπο να αναλύσει τους λόγους για τους οποίους ο Μπάρναμπυ έκανε την συκεκριμένη επιλογή. Αλλά δεν ήταν και τόσο αφελής ώστε να πιστέψει ότι ένας άνθρωπος σαν τον Μπάρναμπυ διέθετε λογοτεχνικές ευαισθησίες.


«Ελάτε μαζί μου παρακαλώ.» είπε κοφτά ο Καμίλο και κινήθηκε με τον Λόρδο προς την πόρτα που οδηγούσε στα δωμάτια του Λευκού Οίκου.


Η αίσθηση που θα αποκόμιζε ένας επισκέπτης εισερχόμενος για πρώτη φορά στον διάδρομο δεν θα διέφερε και πολύ από τον θαυμασμό που θα αισθανόταν αντικρίζοντας ένα παγώνι να ανοίγει την φτερωτή ουρά του σαν βεντάλια. Ο διάδρομος ήταν επενδυμένος και στις τέσσερις διαστάσεις του -ταβάνι, τοίχοι, δάπεδο- από μαλλί αιγοπροβάτων βαμμένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προσομοιάζει την ποικιλόχρωμη ουρά ενός παγωνιού χαρακτηριζόμενη από οφθαλμοειδή στίγματα. Οι μοβ απλίκες στους τοίχους απλά θέριευαν τις εντάσεις του πράσινου και του μπλε και του πορτοκαλί κάνοντας το μέρος να φαντάζει σαν μια μυστική κατακόμβη σ’ ένα δάσος παραμυθένιο, κατοικημένο από ξωτικά και καλικάντζαρους. Καθότι το αιγοπρόβειο μαλλί ήταν πυκνό και τραχύ, απορροφούσε τους παραμικρούς ήχους των βημάτων και υπερκάλυπτε οποιουσδήποτε ενδεχόμενους θορύβους από τα εσωτερικά των δωματίων.


«Καλέ μου Λόρδε, έχετε συναίσθηση του τι πράττετε;» ρώτησε ο Καμίλο τον Λόρδο κλείνοντας την πόρτα της σάλας ώστε να διατηρήσει την συζήτηση εμπιστευτική.


«Φυσικά. Βρίσκομαι εδώ για να συναντήσω τον κύριο Μπάρναμπυ. Η συνάντησή μας ορίστηκε γι’ απόψε.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Καλέ μου Λόρδε, φαίνεστε μία πολύ ευγενική φυσιογνωμία και για τούτο θα μου επιτρέψετε να σας προειδοποιήσω για κάποια πράγματα που ενδεχομένως να μην έχετε υπόψη σας. Συνήθως οι άνθρωποι που δέχονται μία πρόσκληση από τον κύριο Μπάρναμπυ για μια κατ’ ιδίαν συνάντηση στον Λευκό Οίκο απλά εξαφανίζονται από το Λονδίνο. Γνωρίζουν ότι μία τέτοια πρόσκληση είναι κακός οιωνός και ότι εάν προσέλθουν στην συνάντηση το πιθανότερο είναι να μην φύγουν από αυτήν ζωντανοί. Και για τούτο, φεύγουν από το Λονδίνο και δεν ξανάρχονται ποτέ. Βλέπετε, ο κύριος Μπάρναμπυ είναι ελαφρώς δύστροπος χαρακτήρας και φημίζεται για τις ξαφνικές εναλλαγές στην διάθεσή του. Κανείς ποτέ δεν γνωρίζει εάν μία απλή συνομιλία μαζί του θα καταλήξει ή όχι σε φόνο. Ελπίζω να μην με παρεξηγείτε που σας ενημερώνω για όλα αυτά.» είπε ο Καμίλο.


«Καταλαβαίνω.» είπε σκεφτικός ο Λόρδος Γκρέηγουντ. «Λοιπόν, υποθέτω ότι απλά θα το διακινδυνεύσω όπως και να έχει. Άλλωστε είχα πάντοτε την περιέργεια να τον γνωρίσω από κοντά. Είναι μία προσωπικότητα που μου κεντρίζει το ενδιαφέρον.»


«Θαυμάζω το θάρρος σας και δεν έχω παρά να σας ευχηθώ καλή τύχη. Επιτρέψτε μου μονάχα να αποτολμήσω μερικές συστάσεις. Μην αναφέρετε ποτέ την λέξη δεν όταν συζητάτε μαζί του. Και μην χρησιμοποιείτε ποτέ προστακτική. Και μην του αρνείστε απολύτως τίποτε. Και να αποφεύγετε να τον κοιτάτε κατάματα. Ο κύριος Μπάρναμπυ γίνεται πολύ ευερέθιστος ως προς την ηγεμονική του θέση στην διαλογικότητα με ανθρώπους, αν με εννοείτε.» είπε ο Καμίλο.


«Ευχαριστώ για την ενημέρωση. Θα τα έχω όλα αυτά υπόψη μου.» έκανε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Ακολουθήστε με. Και ο Θεός μαζί σας.» είπε ο Καμίλο και προχώρησε στον διάδρομο με τον Λόρδο ξοπίσω.


Μία μαύρη πόρτα ξεπρόβαλλε στ’ αρίστερά τους μέσα από την φανταχτερή επένδυση των τοίχων του διαδρόμου. Επάνω της είχε στερεωμένη μία απαστράπτουσα νεκροκεφαλή από ασήμι, και κάτω απ’ την νεκροκεφαλή η επιγραφή ΣΚΕΛΕΤΟΝ ΡΟΥΜ. Ώστε αυτό ήταν λοιπόν το περιβόητο Σκέλετον Ρουμ! Η περιέργεια άρχισε να ροκανίζει σαν σάρακας το σκεπτικό του Λόρδου ως προς το τι μπορούσε να υπάρχει πίσω από αυτήν την κλειστή μαύρη πόρτα και η φαντασία του γεννοβόλησε μύριες εικασίες, τόσο γλαφυρές που τον έκαναν να ευθυμήσει. Φυσικά δεν μπορούσε να ζητήσει από τον Καμίλο να του δείξει το δωμάτιο καθότι ήταν κατειλημμένο και δεν θα μπορούσαν να ενοχλήσουν τον πελάτη που βρισκόταν μέσα. Η καλή τύχη όμως στάθηκε με το μέρος του Λόρδου και του ικανοποίησε την περιέργεια εν τέλει. Και τούτο διότι η πόρτα άνοιξε την στιγμή που οι δύο άντρες περνούσαν απ’ έξω της.


Ένας κοντός ηλικιωμένος άντρας βγήκε μέσα από το δωμάτιο μαζί με μία ψηλή καστανόξανθη πόρνη. Ο άντρας φορούσε το άνω τμήμα ενός φράκου, συμπληρωμένο με ένα μεγαλοπρεπές παπιγιόν, αλλά στο κάτω τμήμα της αμφίεσής του πόζαραν μοναχά το σώβρακο, τα μαύρα λουστρίνια και οι μακριές γκρίζες κάλτσες που έφταναν μέχρι τα γόνατα. Η γυναίκα με την φιλντισένια επιδερμίδα φορούσε μοναχά τον στηθόδεσμο και την κιλότα της. Στο σακουλιασμένο του πρόσωπο που έμοιαζε με εκείνο ενός γερο-χιμπαντζή, ο άντρας έφερε ένα μονόκλ που κρατιόταν στην θέση του ματιού από τον μυ του φρυδιού και το λειψό του ζυγωματικό. Ο άντρας ήταν εμφανώς εκνευρισμένος και οι βαθιές ρυτίδες του τράχυναν από την σύγχυση κάνοντας το μονόκλ να τραμπαλίζει σπασμωδικά.


«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα, σερ Γκόντφρεη;» ρώτησε ο Καμίλο τον ηλικιωμένο άντρα.


«Η δεσποινίς από εδώ δεν καταδέχεται να μπει μαζί μου στο φέρετρο. Καθώς είμαι ένας από τους καλύτερους πελάτες του Λευκού Οίκου, απαιτώ την ανάλογη εξυπηρέτηση.» διαμαρτυρήθηκε με βραχνή φωνή ο σερ Γκόντφρεη.


«Το κύριο τέλει πλαγιάσει μαζί μου σε φέρετρο. Εγκώ ντεν μπαίνει σε φέρετρο. Στο χώρα μου είναι γκρουσουζιά μπαίνεις σε φέρετρο.» παραπονέθηκε με σπαστή προφορά η γυναίκα.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ ύψωσε λίγο το κεφάλι του για να δει το εσωτερικό του Σκέλετον Ρουμ. Δεν διέφερε και πολύ από ένα γραφείο κηδειών αλλά ήταν σαφέστερα πιο μακάβριο, πιο πένθιμο, πιο γκρανγκινιόλ. Μαύρο ταβάνι, μαύροι τοίχοι, μαύρο δάπεδο. Στην θέση του κρεβατιού βρισκόταν ένα εβένινο φέρετρο αρκετά ευρύχωρο ώστε να χωρέσει δύο άτομα, και στα πλαϊνά του έστεκαν δύο στενόμακρα ανθοδοχεία με λευκές τουλίπες. Το μελανό χρώμα του δαμασκηνί όριζε τις μακριές κουρτίνες των παραθύρων και τον βελούδινο ουρανό πάνω από το φέρετρο. Ένας μηχανικός σκελετός με κουρδιστήρι άνοιγε κάθε τόσο το στόμα του και κουνούσε απειλητικά τα οστέινα χέρια του. Παραδίπλα υπήρχε μία ξύλινη αγχόνη από την θηλιά της οποίας κρεμόταν το κέρινο ομοίωμα μιας γυναίκας με την γλώσσα ολότελα βγαλμένη έξω και με απροσανατολισμένα μάτια από κεχριμπάρι.


«Τατιάνα, αγαπητή μου, γνωρίζεις πολύ καλά ότι ο Λευκός Οίκος αποβλέπει στην καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των πελατών του. Είχες ενημερωθεί επίσης κατά την πρόσληψή σου εδώ ότι το Σκέλετον Ρουμ παρεκκλίνει ολίγον τι από τις συνήθεις παροχές υπηρεσίας. Ο σερ Γκόντφρεη είναι ένας από τους πιο εκλεκτούς μας πελάτες και ως εκ τούτου οφείλουμε να σεβαστούμε την επιθυμία του να πλαγιάσει σε φέρετρο.» είπε ο Καμίλο στην γυναίκα.


«Εγκώ ντεν μπαίνει σε φέρετρο. Εγκώ φοβάται. Εγκώ ντεν έχει μπει ξανά σε φέρετρο. Γκρουσουζιά! Γκρουσουζιά!» αποκρίθηκε η Τατιάνα και έφτυσε τρεις φορές στο πάτωμα.


«Αγαπητέ σερ Γκόντφρεη» έκανε ο Καμίλο δυσανασχετημένος. «Η Τατιάνα αφίχθηκε πρόσφατα από την Μολδαβία και καθότι καινούργια στον Λευκό Οίκο δεν γνωρίζει τον αυστηρό κώδικα δεοντολογίας που τηρούμε με τους πελάτες μας. Θα μου επιτρέπατε να σας προτείνω πολύ ευγενικά κάποια από τις υπόλοιπες γυναίκες μας για απόψε; Τι θα λέγατε για την Μπεατρίς; Η Μπεατρίς λατρεύει το Σκέλετον Ρουμ και οι πελάτες που έχουν εξυπηρετηθεί από εκείνη στο Σκέλετον Ρουμ έμειναν κατενθουσιασμένοι.»


«Δεν συνηθίζω να αλλάζω τις αρχικές μου επιλογές, Καμίλο. Εφόσον επέλεξα την συγκεκριμένη δεσποινίδα, εμμένω στην αρχική μου επιλογή. Αυτό επιβάλλει η ανδρική μου τιμή. Μην επιχειρείς τέτοιου είδους γαλιφιές σε μένα.» είπε ο σερ Γκόντφρεη.


«Τατιάνα αγαπητή μου» είπε ο Καμίλο. «Τι θα έλεγες εάν αναθεωρούσαμε το ποσό της αμοιβής σου για την αποψινή νύχτα με τον σερ Γκόντφρεη; Θα ήταν αυτό αρκετό ώστε να σε κάνει να αναιρέσεις τις όποιες προκαταλήψεις σου;»


«Εγκώ ντεν ξέρει. Εγκώ πρέπει συζητήσει. Εγκώ φοβάται πολύ φέρετρο.» έκανε η Τατιάνα.


«Αγαπητέ σερ Γκόντφρεη, θα ήσασταν σύμφωνος εάν επαναπροσδιορίζαμε την αμοιβή της Τατιάνας για την αποψινή σας εξυπηρέτηση; Παρακαλώ έχετε υπόψη σας ότι αυτή θα είναι η πρώτη φορά της Τατιάνας μέσα σε φέρετρο. Επιτρέψτε μου λοιπόν να εκθέσω τον συλλογισμό πως η εμπειρία σας αξίζει κατιτί παραπάνω εφόσον αυτή θα είναι η πρώτη φορά της Τατιάνας.» είπε ο Καμίλο.


«Αυτό είναι απαράδεκτο! Είστε ελεεινοί, αχρείοι και μπαγαπόντηδες!» έκανε ο σερ Γκόντφρεη και ύστερα έπεσε σε περισυλλογή. Αφού σκέφτηκε για λίγο την πρόταση του Καμίλο, συνέχισε: «Χμ, ωραία λοιπόν. Ίσως έχεις κάποιο δίκιο τελικά. Υποθέτω ότι θα μπορούσα να συζητήσω για κάποια ενδεχόμενη αύξηση στην αμοιβή της δεσποινίδος. Θέλω να πω… εφόσον είναι η πρώτη της φορά… μία αύξηση θα ήταν δίκαιη στην συγκεκριμένη περίπτωση.»


«Έξοχα! Επιτρέψτε μου μονάχα να εξυπηρετήσω τον Λόρδο Γκρέηγουντ και θα έρθω αμέσως εδώ για να διευθετήσουμε το ζήτημα.» είπε ο Καμίλο και προχώρησε με τον Λόρδο στον διάδρομο.


Βαδίζοντας στον διάδρομο, ο Λόρδος Γκρέηγουντ αισθάνθηκε κάποια στιγμή ότι πάτησε με το βήμα του κάποιον διακόπτη που έστεκε κάτω από την μάλλινη επένδυση του δαπέδου. Τούτο μαρτυρούσε το χαρακτηριστικό «κλικ» που ακούστηκε κάτω από το παπούτσι του. Ευθύς αμέσως, δύο τετράγωνα πορτόνια άνοιξαν εξ’ αριστερών και εκ δεξιών του διαδρόμου, και από το άνοιγμα του κάθε πορτονιού ξεπετάχτηκε η πορσελάνινη κεφαλή ενός αρλεκίνου προσαρτώμενη σε μια σούστα. Στις μπογιατισμένες εκφράσεις των δύο αρλεκίνων διατυπώνονταν αντίθετα συναισθήματα: Ο αριστερός αρλεκίνος έδειχνε ευτυχισμένος και γελούσε, ο δεξιός ήταν θλιμμένος και έκλαιγε. Κάποιο κρυμμένο φυσερό συμπιέστηκε την ίδια στιγμή μέσω ενός μηχανισμού παράγοντας ένα βεβιασμένο χαχανητό.


«Ω μην δίνετε σημασία σε τούτες τις παιδαριώδεις ανοησίες, Λόρδε μου. Ο Λευκός Οίκος είναι γεμάτος από τέτοια φτηνά τρικ.» καθησύχασε τον Λόρδο ο Καμίλο, και οι δύο άντρες περπάτησαν ως το τέλος του διαδρόμου.


Στρίβοντας δεξιά, βρέθηκαν μπροστά σε δύο σκάλες. Η μία οδηγούσε προς τα πάνω, στα δωμάτια του Λευκού Οίκου. Η άλλη οδηγούσε προς τα κάτω, προς το υπόγειο. Ο Καμίλο κατευθύνθηκε προς την σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο και ο Λόρδος τον ακολούθησε.


Το υπόγειο φάνταζε σαν μια αποθήκη γεμάτη από παλιοσίδερα, παραδομένη ολάκερη στο έλεος της σκουριάς. Χοάνες, τσιμινιέρες, άξονες αμαξών, ακραξόνια, κατσαρόλες, καλούπια, καζάνια, τενεκέδες, υδροσωλήνες, λιθογραφικές πλάκες, αμόνια.


«Παλιοσίδερα για το χυτήριο, Λόρδε μου. Άχρηστα σήμερα, χρήσιμα αύριο.»


Η υγρασία στο υπόγειο ήταν τόσο αποπνικτική που δυσκόλευε την ανάσα και κατέτρωγε τους πλίνθους των τοίχων. Μέσα σε όλη τούτη την μάζα της αχρηστίας και της φθοράς, το μάτι του Λόρδου διέκρινε την ογκώδη μηχανή με τους γρασαρισμένους σιδηρομοχλούς και τα μεγάλα ελατήρια. Μέσα από την μηχανή περνούσαν βαριές αλυσίδες που έφταναν ίσαμε το ταβάνι και περιέστρεφαν τους εγκατεστημένους οδοντοτροχούς. Βλέποντας τον Λόρδο να περιεργάζεται την μηχανή, ο Καμίλο βάλθηκε να του ικανοποιήσει την περιέργεια ως προς τον σκοπό της.


«Τούτη είναι η μηχανή κραδασμού των κρεβατιών. Βλέπετε, αγαπητέ Λόρδε, πολλοί από τους εκλεκτούς μας πελάτες προτιμούν τα κρεβάτια τους να ταρακουνιούνται κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξης. Ικανοποιούνται περισσότερο με ένα βοηθητικό ταρακούνημα, αν με εννοείτε. Αυτό λοιπόν κάνει τούτη η μηχανή. Σείει τα κρεβάτια.»


Ο Λόρδος είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την μηχανή σε λειτουργία και να γνωρίσει τον άνθρωπο που την χειριζόταν. Πάνω στον τοίχο ήταν καρφωμένος ένας ορθογώνιος πίνακας με δέκα μικρούς αριθμημένους κώδωνες εφαρμοσμένους στην επιφάνειά του. Καθένας από τους δέκα αυτούς μικρούς κώδωνες συνδεόταν με το αντίστοιχο δωμάτιο μέσω ενός λεπτού χαλκοσύρματος. Σαν χτύπησε ο κώδωνας με το νούμερο οκτώ, ο άνθρωπος που καθόταν στην αποθήκη –ένα ξανθό ντερέκι με άγρια ζυγωματικά και φαρδιούς ώμους- κινήθηκε προς έναν από τους δέκα σιδηρομοχλούς της μηχανής και τον τράβηξε με δύναμη προς τα κάτω τεντώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το αντίστοιχο ελατήριο, και τότε η μηχανή τέθηκε σε κίνηση ηχώντας ένα μεταλλικό κροτάλισμα. Καθώς το ελατήριο συρρικνωνόταν επιστρέφοντας στην αρχική του μορφή, η αλυσίδα περιέστρεφε τον αντίστοιχο οδοντοτροχό στο ταβάνι.


«Εντυπωσιακό.» είπε ο Λόρδος θαυμάζοντας τα επίπεδα της ανθρώπινης επινοητικότητας έστω και για έναν σκοπό τόσο ποταπό όσο αυτόν.


Το όνομα του ξανθού άντρα που βρισκόταν στο υπόγειο ήταν Μάιλς. Ο Καμίλο πληροφόρησε τον Μάιλς ότι ο Λόρδος Γκρέηγουντ είχε προσυμφωνημένο ραντεβού με τον Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ. Ο Μάιλς –ο οποίος πέρα από τον χειρισμό της προαναφερθείσας μηχανής εκτελούσε και χρέη σωματοφύλακα του Μπάρναμπυ- κίνησε να κάνει σωματική έρευνα στον Λόρδο για την ανεύρεση τυχόν κρυμμένων όπλων όμως ο Καμίλο τον ενημέρωσε ότι ο Λόρδος ήταν άοπλος. Ο Μάιλς έψαξε τον Λόρδο ούτως ή άλλως για να σιγουρευτεί και, αφού δεν βρήκε τίποτε, κατευθύνθηκε προς την πράσινη πόρτα του γραφείου του Μπάρναμπυ. Ο Καμίλο επέστρεψε στα δικά του καθήκοντα ήτοι στον σερ Γκόντφρεη και στο ταλαντευτικό του μονόκλ. Αφού ο Μάιλς ενημέρωσε τον Μπάρναμπυ για την άφιξη του Λόρδου, ο Μπάρναμπυ άρθρωσε ένα βροντερό «Να περάσει» και τότε ο Λόρδος μπήκε στο γραφείο.



---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769