Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 04 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.


Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Φαντασία και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 04 από 36]


---


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο


III


Το πράσινο ήταν το χρώμα που κυριαρχούσε στο γραφείο του Μπάρναμπυ καθώς πράσινο ήταν το χρώμα των τοίχων όπως πράσινο ήταν και το χρώμα των γυάλινων καπέλων στα ψηλά λαμπατέρ που έστεκαν στην σειρά το ένα μετά το άλλο φεγγίζοντας το δωμάτιο. Με μια ματιά στους αναρίθμητους πίνακες ζωγραφικής που κοσμούσαν τους τοίχους μέχρι το ταβάνι, μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι ο Μπάρναμπυ έτρεφε μια ιδιαίτερη αγάπη για την ναυσιπλοϊα. Εάν όχι όλες, στο συντριπτικό τους ποσοστό οι ελαιογραφίες αφορούσαν καράβια και φρεγάτες και ναυαρχίδες σε θάλασσες τρικυμισμένες και γαλήνιες. Παρά την παλλόμενη ενέργειά του, το πράσινο χρώμα εξέπεμπε έναν αινιγματικό εφησυχασμό, σα να μην υπήρχε κόσμος έξω από τούτον τον χώρο.


Ο Μπάρναμπυ καθόταν στο γραφείο του, στο βάθος του μακρόστενου δωματίου, δίπλα από την ελαιολυχνία με το θαμπόγυαλο των πρασινωπών ροδάκων και το αντανακλαστικό κάτοπτρο. Ο Λόρδος πλησίασε το γραφείο περνώντας το μεγάλο τζάκι στ’ αριστερά με την φωτιά που καταβρόχθιζε αμείλικτη τα κούτσουρα. Πάνω στο γραφείο του Μπάρναμπυ υπήρχαν στοίβες από χαρτιά, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις διοικητικών συμβουλίων οι οποίες το δίχως άλλο χρειάζονταν την τελική έγκριση του «Βρώμικου Ουίλμπουρ».


Ο Μπάρναμπυ δεν ήταν μόνος στο γραφείο. Δίπλα από την επιτοίχια βιβλιοθήκη των σκληρόδετων τόμων έστεκε ένας συγκρατητήρας από τον οποίο κρεμόταν ένα επίχρυσο κλουβί, και μέσα στο κλουβί κελαηδούσε ένα καναρίνι. Το καναρίνι έμοιαζε σαστισμένο από την παρουσία του Λόρδου Γκρέηγουντ καθότι άρχισε να πετά νευρικά από κάγκελο σε κάγκελο. Ο Μπάρναμπυ πρόσεξε την παράξενη αυτή αντίδραση του πτηνού και έκανε μία νοερή σημείωση.


«Ώστε εσύ είσαι λοιπόν ο περίφημος Λόρδος Γκρέηγουντ! Χαίρομαι που σε γνωρίζω επιτέλους, Λόρδε.» είπε ο Μπάρναμπυ δίχως φυσικά να σηκωθεί από την καρέκλα του.


«Κύριε Μπάρναμπυ, η χαρά είναι όλη δική μου.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Ήθελα από καιρό να σε γνωρίσω. Μου είχες κινήσει πραγματικά το ενδιαφέρον.» έκανε ο Μπάρναμπυ.


«Το ενδιαφέρον είναι αμοιβαίο, κύριε Μπάρναμπυ.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μην μιλάς πολύ, Λόρδε.» έκανε βλοσυρά ο Μπάρναμπυ. «Δεν θα μιλάς πολύ όταν θα είσαι μαζί μου. Θα μιλάς μονάχα όταν θα σου απευθύνω τον λόγο. Μην ξεχνάς ότι είσαι ένας άνθρωπος του οποίου τα κατορθώματα επηρεάζουν τα δικά μου λημέρια. Και τείνω να χάνω την ψυχραιμία μου με ανθρώπους που δρουν στα δικά μου λημέρια χωρίς την άδειά μου. Και όταν χάνω την ψυχραιμία μου, συνήθως κάτι κακό συμβαίνει. Γι’ αυτό λοιπόν, όχι πολλά λόγια. Ούτως ή άλλως, απεχθάνομαι τους ανθρώπους που μιλούν μόνο και μόνο για να διατηρήσουν ζωντανή την ατμόσφαιρα. Και τούτο επειδή, αναπόφευκτα, τα περισσότερα απ’ όσα θα πουν θα είναι βλακείες.»


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ απόμεινε σιωπηλός κατά την επιταγή του Μπάρναμπυ. Απέφευγε να τον κοιτάξει κατάματα αν και ήταν βέβαιος ότι ο Μπάρναμπυ περιεργαζόταν εξονυχιστικά το βλέμμα του και ιδιαίτερα εκείνη την χαρακτηριστική φλογοκόκκινη ανταύγεια των ιρίδων που συνήθως υπνώτιζε τα λογικά των ανθρώπων.


Το κεφάλι του Μπάρναμπυ έμοιαζε με έναν βράχο λαξεμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε να παρουσιάζει ένα υποτυπώδες πρόσωπο στον λίθινο όγκο του. Ήταν ένα πρόσωπο με μια εκφραστική απλότητα που εκδήλωνε βία, βία σε όλες τις μορφές, βία μεταφορική και κυριολεκτική συνάμα. Αραιά λαδωμένα μαλλιά, δύο εξογκωμένοι κρόταφοι πλαισίωναν τα σχιστά μάτια και η πλακουτσή μύτη μόλις που κατόρθωνε να μορφώσει δυο ρουθούνια μέσα στις τραχιές γωνίες του προσώπου. Το σφιγμένο του στόμα άνοιγε αμυδρά σαν μιλούσε και η φωνή έβγαινε από μέσα σαν τον οξύ ρόγχο μιας κατάφορτης ατμομηχανής. Παρότι καθιστός, το θηριώδες του παράστημα ήταν εμφανές και η αγροίκα φύση του δεν εξευγενιζόταν από εκείνο το βυσσινί αμάνικο πουλόβερ ή την λευκή πουκαμίσα με τους πεταχτούς γιακάδες. Οι προτεταμένες κλειδώσεις των δαχτύλων του μαρτυρούσαν την θητεία του πυγμάχου κάνοντας τα χέρια του να δείχνουν πανέτοιμα να στραγγαλίσουν ή να γρονθοκοπήσουν οτιδήποτε ζωντανό.


«Κάθισε Λόρδε.» είπε, και ο Λόρδος υπακούοντας κάθισε απέναντί του, στην καρέκλα με την γαλαζοπράσινη επένδυση.


Ο Μπάρναμπυ έχωσε το χέρι του στην τσέπη του πουλόβερ και έβγαλε από μέσα το μικρό χρυσό ρολόι με την λεπτή αλυσίδα. Κοιτάζοντας την ώρα, κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του εκτιμώντας την συνέπεια του Λόρδου ως προς τον χρόνο: Η ώρα ήταν δέκα ακριβώς, όπως η συνάντησή τους είχε συμφωνηθεί. Βάζοντας το ρόλοι πίσω στην τσέπη, κάρφωσε ξανά τον Λόρδο με τα διεισδυτικά του μάτια.


«Πόσων χρονών είσαι, Λόρδε;» ρώτησε.


«Σαράντα.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Όχι. Δεν είσαι σαράντα. Η κοψιά σου μπορεί να δείχνει για σαράντα, τα μάτια σου όμως μου λένε ότι είσαι πολύ μεγαλύτερος. Και δεν κάνω ποτέ λάθος με τα μάτια, Λόρδε.» είπε ο Μπάρναμπυ.


Ο Λόρδος δεν απάντησε παρά έμεινε πάλι σιωπηλός υπομένοντας το περιεργαστικό κοίταγμα του Μπάρναμπυ. Ο Μπάρναμπυ εξοργιζόταν ολοένα και περισσότερο καθότι ήταν ανήμπορος να μαντέψει την πραγματική ηλικία του Λόρδου και τούτο του προκαλούσε αμηχανία. Έπειτα η επίμονη ματιά του στράφηκε στο αιλουροειδές σώμα του Λόρδου που έδειχνε ευέλικτο, γοργοκίνητο και γεμάτο από νευρώδη ισχύ. Σαν ένα μηχανικό σύστημα που φυλούσε συσσωρευμένες τεράστιες ποσότητες ενέργειας κάτω από την ανθρωπόμορφη θωριά του.


«Από πού είσαι, Λόρδε;» ρώτησε ο Μπάρναμπυ.


«Η καταγωγή μου είναι από την Τρανσυλβανία.» αποκρίθηκε ο Λόρδος.


«Α! Τρανσυλβανία! Η γη των Μπαλαούρ και των Ουριάζι…» έκανε ο Μπάρναμπυ αναφερόμενος στα μυθολογικά τέρατα του ρουμανικού φολκλόρ. «Και… είσαι πραγματικός Λόρδος ή είναι τούτος ο τίτλος ευγενείας τόσο αυθεντικός όσο η ηλικία σου;»


«Κύριε Μπάρναμπυ, με όλον τον σεβασμό, είχα την εντύπωση ότι η συνάντησή μας θα ήταν κοινωνικού ενδιαφέροντος. Δεν ήμουν προετοιμασμένος για μία ανάκριση και τείνω να είμαι μυστικοπαθής σε κάποια θέματα που με αφορούν. Προτιμώ να μην αποκαλύπτω συγκεκριμένες πληροφορίες για το άτομό μου, για λόγους δικούς μου.» είπε ο Λόρδος.


«Έχεις το θράσος ενός αφελή ανθρώπου, Λόρδε Γκρέηγουντ.» είπε ο Μπάρναμπυ σκληραίνοντας το σχιστό του βλέμμα. «Οι αφελείς είναι οι μοναδικοί άνθρωποι τους οποίους ξεφορτώνομαι δίχως τύψεις στην συνείδησή μου. Το ξεπάστρεμα ενός αφελή είναι επί της ουσίας μία προσφορά στην ανθρωπότητα και ως εκ τούτου δεν λογίζεται ως έγκλημα. Για όλους τους άλλους, οφείλω να προσευχηθώ για να εξιλεωθώ από το βάρος της αμαρτίας.»


«Δεν ήταν πρόθεσή μου να γίνω θρασύς ή αφελής μαζί σας, κύριε Μπάρναμπυ.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


Η σεμνότητα στην διαγωγή του Λόρδου Γκρέηγουντ άρχισε να κερδίζει την εκτίμηση του Μπάρναμπυ παρά την άρνηση του Λόρδου να απαντήσει σε προσωπικές ερωτήσεις. Ο Μπάρναμπυ δεν ξεχνούσε ούτε στιγμή ότι είχε εμπρός του έναν άνθρωπο επικίνδυνο, ο θρύλος του οποίου ήταν ικανός να προκαλέσει τον φόβο σε οποιονδήποτε. Και τούτη ήταν φυσικά μια περίσταση κατά την οποία ο Μπάρναμπυ είχε ανάγκη τις πολύτιμες υπηρεσίες του Λόρδου.


«Τι γνωρίζεις για μένα, Λόρδε;» ρώτησε ο Μπάρναμπυ.


«Γνωρίζω ότι είστε ο άνθρωπος που ελέγχει ολόκληρο το Λονδίνο και ότι έχετε τον τελευταίο λόγο στα πάντα.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Χμ, ναι, κάπως έτσι. Οι βασιλείς είναι για το θεαθήναι, οι πολιτικοί για τις θεσμικές τυπικότητες, ο στρατός ασκεί την εξωτερική διπλωματία και εγώ επωμίζομαι το έργο της επιβολής του νόμου στα εσωτερικά ζητήματα της πρωτεύουσας. Θα μπορούσες κάλλιστα να πεις ότι είμαι ο χαμάλης του συστήματος.» αναστέναξε με παράπονο ο Μπάρναμπυ.


«Θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι ο χαρακτηρισμός χαμάλης είναι κάπως άδικος για την ηγεμονική αυτή θέση που κατέχετε στο Λονδίνο.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μην γελιέσαι Λόρδε. Είμαι αναλώσιμος. Κάποτε θα έρθει και το τέλος της δικής μου εποχής. Και τότε όλοι αυτοί οι αυλοκόλακες που με περιστοιχίζουν θα γίνουν τα ερπετά που θα διαγωνίζονται το ένα με το άλλο για το ποιο θα με πρωτοφάει. Τούτο επιβάλλουν οι κανόνες της φύσης. Γι’ αυτό έχω πάντοτε τα μάτια μου ορθάνοιχτα.» είπε ο Μπάρναμπυ.


«Καταλαβαίνω τι εννοείτε.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Είμαι πενήντα έξι χρόνων, κοντεύω τα πενήντα επτά. Το σπουδαιότερο κατόρθωμά μου σε τούτους τους πενήντα επτά χρόνους ζωής είναι ότι έμαθα να διαβάζω και να γράφω. Όχι κι άσχημα για έναν μπόμπιρα που ξεπήδησε μέσ’ από τις πιο βρωμερές τρώγλες του Ηστ Εντ… Έμαθα να διαβάζω και να γράφω. Τούτο, Λόρδε, το επίτευγμα το λογίζω πάνω κι από τον φόβο που επιβάλλω στους ανθρώπους ολόγυρά μου.» είπε ο Μπάρναμπυ.


Έπειτα σηκώθηκε από την καρέκλα του και στράφηκε προς την βιβλιοθήκη. Αφαίρεσε έναν σκληρόδετο τόμο από τα ράφια της και, χώνοντας το χέρι του βαθιά στην κενή θέση που είχε δημιουργηθεί, ανέσυρε ένα μπουκάλι κονιάκ Jules Robin χρονολογίας 1780, λαθραία εισαγόμενο από Γαλλία. Ύστερα άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και έβγαλε δύο παχυκρύσταλλα ποτήρια.


«Κοιτάζω τα μάτια ενός ανθρώπου για να μάθω ποιος είναι. Και έπειτα πίνω κονιάκ μαζί του για να μάθω τι είναι ικανός να πράξει.» είπε σερβίροντας το κονιάκ στα ποτήρια.


«Λυπάμαι ειλικρινά αλλά δεν συνηθίζω να πίνω κονιάκ τέτοια ώρα.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Θα πιεις κονιάκ μαζί μου, Λόρδε. Θα πιεις κονιάκ μαζί μου διότι πρόκειται να σου αναθέσω μια αποστολή. Και δεν συνεργάζομαι ποτέ με άνθρωπο εάν δεν έχω πρώτα μοιραστεί ένα μπουκάλι κονιάκ μαζί του.» είπε ο Μπάρναμπυ.


«Μα εάν καταδεχτώ να πιω κονιάκ μαζί σας τούτη τη στιγμή, τότε επί της ουσίας προδικάζω την συνεργασία μας. Και μου είναι δύσκολο να προδικάσω την συνεργασία μας εάν δεν έχω ακούσει πρώτα το αντικείμενο της αποστολής που επιθυμείτε να μου αναθέσετε.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Θα αποδεχτείς την αποστολή που θα σου αναθέσω, Λόρδε. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Η άλλη επιλογή είναι να μην φύγεις ζωντανός από τούτο το δωμάτιο. Το πτώμα σου θα επιπλέει στα νερά του Τάμεση απόψε κιόλας.» γρύλισε μέσ’ από τα δόντια του ο Μπάρναμπυ.


Το βλέμμα του Λόρδου χαμήλωσε εστιάζοντας στην βαθυπράσινη καρπέτα του δαπέδου και ένα ελαφρύ μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον Μπάρναμπυ με την φλογοκόκκινη ανταύγεια των ιρίδων που ήταν τώρα φουντωμένη σαν πυρκαγιά. Ο Μπάρναμπυ παραδόθηκε με δέος στο φλόγινο κοίταγμα του Λόρδου μαρτυρώντας μύθους των Μπαλαούρ και των Ουριάζι να εκτυλίσσονται εμπρός του ως μυσταγωγικά οράματα.


«Θα πιω το κονιάκ.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ και πήρε το ποτήρι στα χέρια του.


Ο Μπάρναμπυ επέστρεψε στην θέση του αλλά ήταν ανήμπορος να αποτραβήξει το βλέμμα του από την όψη του Λόρδου που, σαν έπινε τις πρώτες γουλιές του κονιάκ, έδειχνε να συγκεντρώνει ολόγυρά της τις πιο αλλόκοτες χροιές του πράσινου δωματίου. Ένα φωτοστέφανο από σκουροπράσινες σκιές μορφώθηκε γύρω από το κεφάλι του Λόρδου και τότε μέσα από την χάβρα τούτη των φασμάτων η φλογοκόκκινη ανταύγεια των ματιών φεγγοβολούσε τις πιο δαιμονικές της εκλάμψεις.


«Ο Τζερεμάια Τζένκινς και οι υπόλοιποι άρχοντες του Ηστ Εντ μου είπαν τα καλύτερα λόγια για σένα. Με πληροφόρησαν ότι τους βοήθησες πολύ.» ψέλλισε ο Μπάρναμπυ μέσα στην παραζάλη που τον είχε συνεπάρει.


«Είναι χρέος τους να μιλάνε για μένα με καλά λόγια. Τους εξυπηρέτησα αρκετά.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μου είπαν ότι είσαι πιστός συνεργάτης και ότι φέρνεις οποιαδήποτε αποστολή εις πέρας.» είπε ο Μπάρναμπυ.


«Είμαι πιστός μονάχα στον εαυτό μου. Αναλαμβάνω δουλειές που με ικανοποιούν πνευματικά. Το κάνω για μένα. Όχι για τους άλλους.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ πίνοντας το κονιάκ.


«Εκείνους τους ανθρώπους… Πώς τους σκότωσες όλους αυτούς τους ανθρώπους; Τι τους έκανες; Πώς τους εξαφάνισες;» ρώτησε ο Μπάρναμπυ.


«Φοβάμαι ότι είναι κι αυτή μία πληροφορία που επιθυμώ να διατηρήσω απόρρητη. Προς το παρόν, τουλάχιστον.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Ποιος είσαι Λόρδε; Ποιος είσαι πραγματικά; Τι είσαι πραγματικά;» κατάφερε να αρθρώσει ο Μπάρναμπυ καθώς παρατηρούσε την μορφή του Λόρδου να διαχέεται στην ατμόσφαιρα σαν στοιχειό.


«Είμαι απλά κάποιος που προσπαθεί να περάσει τον χρόνο του όσο πιο ευχάριστα γίνεται.» αποκρίθηκε ο Λόρδος και τότε η φλογοκόκκινη ανταύγεια των ματιών καταλάγιασε με μικροεκρήξεις και μετουσιώθηκε σε μία αύρα από παγερό κυανό που δεν εκδήλωνε παρά απαρηγόρητη θλίψη. Μυστήρια μεν, αλλά αναμφίβολα απαρηγόρητη θλίψη.


Τόσο απορροφημένος ήταν ο Μπάρναμπυ στις μεθυστικές οπτασίες που δημιουργούσε η φιγούρα του Λόρδου ώστε δεν άκουγε το καναρίνι από δίπλα του. Το δύσμοιρο πλάσμα έβγαζε από μέσα του στριγγλιές τρόμου και λυσσομανούσε μες στο κλουβί πασχίζοντας να δραπετεύσει. Σαν το αντιλήφθηκε, ο Μπάρναμπυ σηκώθηκε από την θέση του και το πλησίασε σιωπώντας το γλυκά και τότε εκείνο ξαναβρήκε την ηρεμία του και ησύχασε.


«Ποιος είσαι Λόρδε; Ποιος είσαι πραγματικά; Τι είσαι πραγματικά;»


«Είμαι απλά κάποιος που προσπαθεί να περάσει τον χρόνο του όσο πιο ευχάριστα γίνεται.»


Ο Μπάρναμπυ έφερε το ποτήρι στα χείλη του και κατέβασε το κονιάκ μονομιάς. Ήθελε να ηρεμήσει τα νεύρα του, να κατευνάσει το ντελίριο στο οποίο είχε περιέλθει εξ’ αιτίας του Λόρδου. Ο Ουίλμπουρ Μπάρναμπυ, ο περίφημος «Βρώμικος Ουίλμπουρ», είχε καταβληθεί από τρέμουλο σαν κανένα αμάθητο παιδαρέλι. Ήταν κάποια μεταφυσική εμπειρία αυτό που είχε νιώσει; Ή κάποια παραίσθηση που προερχόταν από τον φόρτο εργασίας; Ήταν ή δεν ήταν άνθρωπος ο Λόρδος Γκρέηγουντ; Και αν δεν ήταν τελικά άνθρωπος, τότε τι ήταν;


Το κονιάκ κατάφερε να τον συνεφέρει κάπως. Πήρε την πίπα από καστανοκόκκινο μαόνι στα χέρια του, την γέμισε ταμπάκο και έπειτα την άναψε με ένα αναμμένο ξερόκλαδο του τζακιού. Εισέπνευσε βαθιές ρουφηξιές και, αφήνοντας τον λευκό αρωματικό καπνό να εγκαταλείψει αργά τα πνευμόνια του, κοίταξε πάλι τον Λόρδο. Αποφάσισε να μπει στο προκείμενο χωρίς άλλες πολυλογίες.


«Ας μιλήσουμε για δουλειές, Λόρδε. Άλλωστε γι’ αυτό ήρθες. Μιας και δεν είσαι πρόθυμος να μιλήσεις για τον εαυτό σου, είναι προτιμότερο να σου αποκαλύψω τον λόγο για τον οποίο σε κάλεσα εδώ. Ούτως ή άλλως, τα πολλά λόγια είναι φτώχια.» είπε ο Μπάρναμπυ και κάθισε στην καρέκλα του.


«Είμαι όλος αυτιά, κύριε Μπάρναμπυ. Έχετε την αμέριστη προσοχή μου.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Γνωρίζεις κάποιον κύριο ονόματι Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον;» ρώτησε ο Μπάρναμπυ.


«Δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Γνωρίζω όμως κάποια πράγματα για εκείνον.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Τι γνωρίζεις για εκείνον;» ρώτησε ο Μπάρναμπυ.


«Γνωρίζω ότι είναι λόρδος, πλούσιος και διακεκριμένος ποιητής.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Ακριβώς. Τούτα γνώριζα κι εγώ για εκείνον. Και θα ήμουν ευχαριστημένος εάν τούτα ήσαν τα μοναδικά πράγματα που θα γνώριζα για εκείνον. Δυστυχώς όμως ο κύριος Μπάιρον φρόντισε ούτως ώστε να μάθω και κάποιες από τις επιπρόσθετες ιδιότητές του. Εκτός από την ποίηση, ο κύριος Μπάιρον αγαπάει και τον τζόγο. Η αγάπη του όμως για τον τζόγο δεν υπήρξε τόσο προσοδοφόρα όσο η αγάπη του για την ποίηση. Ο κύριος Μπάιρον έχασε έξι χιλιάδες στερλίνες από παρτίδες του ουίστ. Ο κύριος Μπάιρον χρωστάει τα λεφτά αυτά σε δικούς μου γνώριμους. Ο κύριος Μπάιρον εγκατέλειψε την Αγγλία δίχως να τακτοποιήσει τις οφειλές του. Τούτο είναι το σφάλμα του κυρίου Μπάιρον το οποίο καλούμεθα εμείς να διορθώσουμε. Με την δική σου βοήθεια, Λόρδε.»


«Πρόκειται για ζήτημα τιμής μεταξύ κυρίων δηλαδή;» έκανε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Ακριβώς. Ο κύριος Μπάιρον βρίσκεται επί του παρόντος στην Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα σε ένα μέρος που ονομάζεται Μεσολόγγι. Το Μεσολόγγι θεωρείται σημείο στρατηγικής σημασίας και πολιορκείται διαρκώς από τους Τούρκους. Ο κύριος Μπάιρον είναι ευαισθητοποιημένος σχετικά με τον αγώνα ανεξαρτησίας των Ελλήνων και για τον λόγο αυτόν χρηματοδοτεί την επανάστασή τους κατά των Τούρκων από την δική του περιουσία. Λέγεται ότι οι Έλληνες εκμεταλλεύονται την ευγενική προσωπικότητα του κυρίου Μπάιρον και τον ξεζουμίζουν οικονομικά ολοένα και περισσότερο. Ποια είναι η άποψή σου για τους Έλληνες, Λόρδε;» είπε ο Μπάρναμπυ.


«Είναι χαρακτήρες με έντονες εσωτερικές συγκρούσεις στην ψυχοσύνθεσή τους. Και παρορμητικοί στην φύση τους. Παθιασμένοι υπέρ το δέον, θα έλεγα. Εξαιρετικά ευφυείς άνθρωποι πάραυτα.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Οι Έλληνες είναι οι μοναδικοί άνθρωποι από τους οποίους έμαθα να φυλάγομαι. Όταν μετοίκησαν οι φουρνιές των Εβραίων στο Λονδίνο, εμείς οι τοπικοί άρχοντες διαδηλώσαμε ενάντια στον ερχομό τους παρότι εισέρρευσε κεφάλαιο στην πρωτεύουσα. Πολλοί ξεγελάσθηκαν από το κεφάλαιο που έφεραν μαζί τους οι Εβραίοι. Δεν ξέρουν ότι το χρήμα του Εβραίου επιστρέφει πάντα στον Εβραίο και μάλιστα σε δεκαπλάσια ποσότητα. Οι Έλληνες όμως είναι χειρότεροι από τους Εβραίους. Είναι διαβολεμένη φάρα. Εάν τυχόν μετοικήσουν Έλληνες στο Λονδίνο, είναι ικανοί να το καταλάβουν και να μας τα πάρουν όλα. Το αίμα που κυλάει στις φλέβες τους είναι λαίμαργο.» είπε ο Μπάρναμπυ.


«Έχω την αίσθηση ότι υπερβάλλετε κάπως. Έχω υπάρξει ανάμεσα σε Έλληνες. Σίγουρα έχουν αδιόρθωτα ελαττώματα. Είναι όμως γενικά ευγενικοί και ντόμπροι άνθρωποι.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Δεν υπερβάλλω καθόλου. Δεν τους γουστάρω. Ουδέποτε τους γούσταρα. Ανέχθηκα τους νέγρους, ανέχθηκα τους σχιστομάτηδες, -διάολε!- ανέχθηκα μέχρι και τους Εβραίους. Με τους Έλληνες δεν επιθυμώ παρτίδες. Αλλά το πρόβλημά μου εν προκειμένω δεν είναι οι Έλληνες. Το πρόβλημά μου είναι ο κύριος Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον. Αποστολή σου είναι να ταξιδέψεις στο Μεσολόγγι και να εντοπίσεις τον κύριο Μπάιρον. Και αφού τον εντοπίσεις, θα χρειαστεί να του ασκήσεις πειθώ ώστε να ξεπληρώσει τα χρέη του προς τους γνώριμούς μου. Το πώς θα τον πείσεις έγκειται στην δική σου κρίση. Δεδομένων των κατορθωμάτων σου στο Ηστ Εντ, είμαι σίγουρος ότι θα βρεις το κατάλληλο τρόπο για να τον καταφέρεις.» είπε ο Μπάρναμπυ τραβώντας δύο βαθιές ρουφηξιές από την πίπα.


«Ώστε ένας λόρδος καλείται να τσακώσει έναν άλλον λόρδο…! Θα το κάνω.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ, ευτυχής με την προοπτική του να επισκεφθεί την Ελλάδα.


«Μην βιάζεσαι τόσο πολύ να χαρείς, Λόρδε. Στο ταξίδι αυτό δεν θα πας μονάχος σου. Θα έχεις και συνοδό. Κάποιον δικό μου έμπιστο υπάλληλο.» είπε ο Μπάρναμπυ.


«Αδύνατον. Δουλεύω πάντα μόνος μου.» έκανε κοφτά ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Όχι σε τούτη την δουλειά. Σε τούτη την δουλειά θα έχεις και συνεργάτη. Και ο λόγος για τον οποίο θα έχεις συνεργάτη σε τούτη την δουλειά είναι επειδή έτσι το θέλω εγώ. Θα αισθάνομαι πιο άνετα κατ’ αυτόν τον τρόπο. Λοιπόν; Είμαστε σύμφωνοι Λόρδε; Ή μήπως θα προτιμούσε η εξοχότης σου τα παγωμένα νερά του Τάμεση για την αποψινή της διασκέδαση; Τα βλέπεις τούτα τα χέρια; Είναι έτοιμα να σε ξεκάνουν με την πρώτη άρνηση που θα εκφέρεις. Έγινα αντιληπτός, εξοχότατε;» είπε ο Μπάρναμπυ με τις σκληροτράχηλες γροθιές του προτεταμένες πάνω στο γραφείο.


«Τι είδους χαρακτήρας είναι ο εν λόγω συνεργάτης;» ρώτησε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Το όνομά του είναι Μπάγκλεν Χάμχαντιουκ αλλά όλοι τον φωνάζουμε Μπαγκς. Είναι κακάσχημος, βρωμερός και το μυαλό του είναι τόσο αρρωστημένο που θα σου προκαλέσει ναυτία. Είναι όμως και εξαιρετικά πιστός σε μένα. Και αυτό μου αρκεί. Εσύ και ο Μπαγκς λοιπόν θα ταξιδέψετε μαζί στο Μεσολόγγι. Και θα συνεργαστείτε ισότιμα με απόλυτη αφοσίωση στις εντολές μου. Και αυτή είναι η τελευταία μου κουβέντα. Σύμφωνοι Λόρδε;» είπε ο Μπάρναμπυ με την πίπα γραπωμένη ανάμεσα στα σφιγμένα του δόντια.


«Σύμφωνοι.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ με έναν στεναγμό και κατέβασε το κονιάκ που είχε απομείνει στο ποτήρι του.


Κατόπιν ο Μπάρναμπυ όρισε την ημερομηνία αναχώρησης για το ταξίδι του Λόρδου Γκρέηγουντ και του Μπαγκς Χάμχαντιουκ. Και έπειτα ο Μπάρναμπυ προγραμμάτισε και μία συνάντηση μεταξύ του Λόρδου και του Χάμχαντιουκ στο Λονδίνο προτού φύγουν για το ταξίδι. Τούτο βεβαίως ήταν απολύτως λογικό εφόσον οι δύο άντρες θα δούλευαν μαζί και επομένως θα έπρεπε τουλάχιστον να έρθουν σε επαφή ο ένας με τον άλλον, έστω και με μια τυπική επαφή ολίγων λεπτών. Και αφού κανονίστηκαν και συμφωνήθηκαν όλα αυτά, ο Λόρδος Γκρέηγουντ αποχαιρέτησε τον Μπάρναμπυ υποβάλλοντας τα σέβη του.


Κατά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο, ο Λόρδος Γκρέηγουντ έτυχε να συναπαντήσει για άλλη μία φορά τον σερ Γκόντφρεη που έβγαινε την στιγμή εκείνη από το Σκέλετον Ρουμ. Οι δύο άντρες συστήθηκαν και κατά την σύντομη συζήτησή τους ανακάλυψαν ότι -αν και δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους- ήσαν αμφότεροι ανεπίσημα μέλη της Κοινωνίας των Ντιλετάντι, του ιστορικού αυτού συλλόγου της Αγγλίας που λειτουργεί ως τις ημέρες μας και ασχολείται με την μελέτη της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας.


Οι δύο άντρες οδεύαν μαζί προς την έξοδο όταν η Τατιάνα πετάχτηκε μισόγυμνη από το Σκέλετον Ρουμ. «Θα σε ντω το επόμενο εβντομάντα, αγκάπη μου! Ίντιο μέρα, ίντιο ώρα, ίντιο φέρετρο!» φώναξε στον σερ Γκόντφρεη καθώς εκείνος χανόταν μέσα στο ομιχλώδες Σόχο.



---



[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.


©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769