©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info@okypus.com

tel: +306946385769

Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 05 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.


Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Φαντασία και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 05 από 36]


---


ΙV


Η συνάντηση του Λόρδου Γκρέηγουντ με τον Μπαγκς Χάμχαντιουκ έγινε την νύχτα μιας Τετάρτης στα Κέρινα Ομοιώματα της κυρίας Σάλμον επί της Οδού Φλητ. Τα Κέρινα Ομοιώματα της κυρίας Σάλμον στεγάζονταν στο τετραώροφο εκείνο οίκημα του Νο 17 την πρόσοψη του οποίου κοσμούσε μία στραβά στερεωμένη πινακίδα που ανέγραφε THE WAX WORK. Τα εκθέματα του χώρου αναπαριστούσαν επί το πλείστον ιστορικά γεγονότα γκρανγκινιόλ ύφους όπως την σκηνή του αποκεφαλισμού του Βασιλιά Καρόλου Α’, το μαστίγωμα της βασίλισσας Βοαδίκειας, γυναίκες της Χαναάν να προσφέρουν τα παιδιά τους για θυσία στον θεό Μολόχ και μία σκηνή της Κόμησσας Μαργαρίτας του Χένινγκμπεργκ με τα 365 παιδιά της που λέγεται ότι γέννησε μεμιάς.


Σε κάθε του βήμα εντός του εκθετηρίου, ο Μπαγκς Χάμχαντιουκ δεν παρέλειπε να κάνει αισθητή την απεχθή παρουσία του είτε με απαίσια χαχανητά ενθουσιασμού (έδειχνε ιδιαίτερα εντυπωσιασμένος με την σκηνή του αποκεφαλισμού του Βασιλιά Καρόλου Α’ και μιμούταν γεμάτος στόμφο την πόζα του δήμιου) ή με την έντονη δυσοσμία των χαμαιτυπείων που ανέδυε η παχύσαρκη φτιάξη του, δυσοσμία που χαρακτηριζόταν από καπνιστό χοιρομέρι και ξιδιασμένη αλκοόλη. Οι επίσημα ενδεδυμένοι επισκέπτες της γκαλερί ανασυντάσσονταν μέσα στις ακριβές αμφιέσεις των φράκων και των γούνινων ετόλ και απομακρύνονταν αηδιασμένοι από το ροζωμένο αυτό κατασκεύασμα που υποδήλωνε άνθρωπο, την αποκρουστική μάζα λίπους με τις φαρδιές φαβορίτες που έφταναν μέχρι το πηγούνι, την κοκκινωπή τριχοφυία που ξεφύτρωνε απείθαρχη από τους πόρους του αισχρού δέρματος, τα πλαδαρά μάγουλα που κρέμονταν από το πρόσωπο ως εξομολογήσεις βουλιμικών ενστίκτων, το στόμα των πρησμένων χειλιών που εξέκρινε διαρκώς παραπανίσιο σίελο κατά την ομιλία.


Πρωτύτερα, ο Χάμχαντιουκ είχε περάσει τις ώρες του δειλινού στο δωμάτιο μιας βουλγάρας πόρνης ονόματι Λιουμπίνα, επί της Οδού Ντόρσετ στην περιοχή του Ηστ Εντ. Μετά την πράξη της επί πληρωμή συνουσίας, ο Χάμχαντιουκ καταλήφθηκε από έναν παντελώς αυθόρμητο οίστρο αυτοαναφοράς και αρχίνησε να διηγείται στην Λιουμπίνα τις νηπιακές του αναμνήσεις από το Πορθ της Ουαλλίας. Κι αφού έκαμε τούτο, της καρύδωσε τον λαιμό και την παράτησε νεκρή στην φτωχική της κάμαρη. Έτσι απλά. Δεν υπήρχε λόγος για εγρήγορση και τρεχάματα καθότι η Λιουμπίνα δεν είχε μήτε συγγενείς μήτε φίλους. Ο Χάμχαντιουκ έκαμε έναν περίπατο στις προβλήτες του Λιμανιού κι έπειτα κίνησε για το ραντεβού του με τον Λόρδο Γκρέηγουντ.


Ο Χάμχαντιουκ σεργιάνιζε για κάμποση ώρα τους διαδρόμους του εκθετηρίου για να εντοπίσει τον Λόρδο Γκρέηγουντ. Ώσπου τελικά τον βρήκε να στέκεται απορροφημένος στην αναπαράσταση ενός τούρκικου χαρεμιού. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο μελαχρινός εκείνος άντρας με την ευθυτενή στάση του σώματος και με την μαύρη ρεντικότα ήταν ο Λόρδος: Ήταν άλλωστε ο μόνος από τους παρευρισκόμενους που δεν έφευγε μακριά στο πέρασμά του.


«Εσύ πρέπει να είσαι ο Λόρδος Γκρέηγουντ! Έτσι δεν είναι;» φώναξε δυνατά ο Χάμχαντιουκ προτρέποντας τον Λόρδο να του κάνει νόημα με το δάχτυλο για να σιωπήσει.


«Κι εσύ πρέπει να είσαι ο Μπάγκλεν Χάμχαντιουκ.» είπε σιγανά ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μπάγκλεν Χάμχαντοκ είναι το αυθεντικό μου ουαλέζικο όνομα. Αλλά σιχαίνομαι το Χάμχαντοκ και πολύ περισσότερο σιχαίνομαι το Μπάγκλεν. Οπότε μπορείς να με προσφωνείς κύριε Χάμχαντιουκ ή απλά Μπαγκς, οτιδήποτε βολεύει την αφεντιά σου. Όλοι με φωνάζουν Μπαγκς. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, όλοι με αποκαλούσαν Μπαγκς. Ποτέ κανείς δεν με αποκάλεσε Μπάγκλεν. Κανείς, εκτός από την συχωρεμένη την μάνα μου. Της άρεσε επειδή ήταν εύηχο, όπως έλεγε.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Χάρηκα για την γνωριμία, Μπαγκς Χάμχαντιουκ.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ με μία δόση απελπισίας και γύρισε το βλέμμα του στα ομοιώματα του τούρκικου χαρεμιού. Η προσοχή του ήταν επικεντρωμένη στις λεπτομέρειες των γυναικείων προσώπων, ιδιαίτερα στην ρητίνη των ματιών τους που λαμπύριζε υπό το φως των απλικών.


«Τούτο είναι πραγματικά φίνο μέρος, Λόρδε! Οφείλω να σ’ ευχαριστήσω που κανόνισες την συνάντησή μας εδώ πέρα. Δεν γνώριζα γι’ αυτό το μέρος. Είναι εκπληκτικό. Ελπίζω μονάχα να μένει ανοιχτό μέχρι αργά. Θα ήθελα να το επισκεφτώ ξανά αλλά θα ήθελα να είμαι πιωμένος την επόμενη φορά. Είμαι σίγουρος ότι -όντας πιωμένος- θα το εκτιμήσω περισσότερο.» γκάρισε ο Χάμχαντιουκ αδιαφορώντας παντελώς για την ησυχία που επικρατούσε στο εκθετήριο.


«Αυτά είναι τα ταξιδιωτικά σου έγγραφα.» έκανε ο Λόρδος με δυσφορία και έβγαλε τα εισιτήρια από την εσωτερική τσέπη της ρεντικότας του. «Αναχωρείς από το Λονδίνο την ερχόμενη Παρασκευή. Θα ταξιδέψεις με άμαξα μέχρι το Ντόβερ. Εκεί, στο λιμάνι του Ντόβερ, ημέρα Κυριακή, θα επιβιβαστείς στο τροχήλατο ατμόπλοιο με το όνομα Ρόμπ Ρόι το οποίο θα σε μεταφέρει μέσω Μάγχης στο λιμάνι του Καλαί. Και από εκεί θα ταξιδέψεις με άμαξα μέχρι το Παρίσι. Η επόμενη συνάντησή μας θα γίνει στο Παρίσι, ημέρα Τετάρτη, οκτώ η ώρα το βράδι, στην πανσιόν Les Paons Fiers. Θα βρίσκομαι ήδη εκεί και θα σε περιμένω. Θα μείνουμε στο Παρίσι τέσσερεις ημέρες. Έπειτα θα ταξιδέψουμε στην Μασσαλία και από εκεί θα φύγουμε για την Ελλάδα με πλοίο.»


«Έι! Γιατί θα ταξιδέψουμε χωριστά; Και γιατί πρέπει να μείνουμε στο Παρίσι για τέσσερεις ολόκληρες ημέρες;» έκανε σαστισμένος ο Χάμχαντιουκ.


«Ήθελα από καιρό να επισκεφτώ το Παρίσι. Πιο συγκεκριμένα θέλω να επισκεφτώ την Όπερα των Παρισίων στο Salle Le Peletier. Ελπίζω να σου αρέσει η όπερα. Θα παρακολουθήσουμε μία παράσταση της Les bayaderes του Σαρλ-Σιμόν Κατέλ. Έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Ο Βρώμικος Ουίλμπουρ δεν μου είπε τίποτε ούτε για Παρίσι ούτε για όπερες. Επίσης ο Ουίλμπουρ μου είπε ότι θα ταξιδεύαμε μαζί, εσύ κι εγώ.» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


«Ήταν απόφαση της τελευταίας στιγμής. Απολογούμαι γι’ αυτό. Όπως και να έχει, δεν πρόκειται να διακινδυνευθεί η αποστολή μας.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Δεν νομίζω ότι θ’ αρέσει αυτό στον Βρώμικο Ουίλμπουρ.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Μην ανησυχείς για τον κύριο Μπάρναμπυ. Θα τον αναλάβω εγώ. Εσύ φρόντισε μονάχα να είσαι στην ώρα σου στην συνάντησή μας την ερχόμενη Τετάρτη στην πανσιόν Les Paons Fiers.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Δεν νομίζω ότι γουστάρω την συμπεριφορά σου, Λόρδε.» γρύλισε ο Χάμχαντιουκ και άρπαξε με θυμό τα ταξιδιωτικά έγγραφα από τα χέρια του Λόρδου.


«Δεν πειράζει, Μπαγκς. Μην ξεχνάς ότι επί της ουσίας η συνεργασία μας θα είναι μία υπόθεση κάμποσων ημερών. Είμαι βέβαιος ότι θα υπάρχουν πολλά πράγματα στον χαρακτήρα μου τα οποία θα αντιπαθήσεις. Και είμαι ακόμα πιο βέβαιος ότι θα αντιπαθήσω πολλά πράγματα σε σένα. Το λιγότερο που οφείλουμε να κάνουμε αμφότεροι είναι να είμαστε υπομονετικοί ο ένας με τις ιδιοσυγκρασίες του αλλουνού.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μην απασχολείσαι με τις ιδιοσυγκρασίες μας, Λόρδε. Απλά κοίτα να κάνεις τον χρόνο μου όσο πιο ευχάριστο γίνεται. Ποτέ δεν παίρνει κάποιος τέτοιες αυθαίρετες αποφάσεις όταν συνεργάζεται με τον Μπαγκς Χάμχαντιουκ. Όταν συνεργάζεται κανείς μαζί μου, είναι υποχρεωμένος να ικανοποιεί όλες μου τις ανάγκες. Έγινα αντιληπτός, Λόρδε;» είπε ο Χάμχαντιουκ και έχωσε τα έγγραφα στην τσέπη του λιγδιασμένου σακακιού του.


«Ο Μπάρναμπυ είχε δίκιο τελικά.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ κουμπώνοντας την μαύρη του ρεντικότα.


«Για ποιο πράγμα;» έκανε απορημένος ο Χάμχαντιουκ.


«Είσαι όντως άσχημος.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ και έφυγε αφήνοντας τον Χάμχαντιουκ σύξυλο.


Ο Λόρδος πήρε το ψηλό του καπέλο και το μπαστούνι από το βεστιάριο του εκθετηρίου και βγήκε στην νυχτερινή Οδό Φλητ. Τον περίμενε μία δραστήρια βραδιά στο Κόβεντ Γκάρντεν και πιο συγκεκριμένα στο καφέ Old Slaughter’s Coffee House όπου θα γινόταν η συνέλευση του νεοσύστατου Σωματείου για την Αποτροπή Βάναυσης Μεταχείρισης των Ζώων υπό την προεδρεία των κυρίων αιδεσιμότατου Άρθουρ Μπρουμ και σερ Φάουελ Μπέξτον. Έπειτα, στο ίδιο μέρος, θα ακολουθούσαν το δίχως άλλο οι συνήθεις παρτίδες ουίστ και οι συζητήσεις περί πνεύματος και κουλτούρας. Ενθουσιασμένος με τις προσεχείς δραστηριότητες της βραδιάς αλλά και με το επικείμενο ταξίδι του στο Παρίσι και στην Ελλάδα, ο Λόρδος Γκρέηγουντ όδευε προς το Κόβεντ Γκάρντεν χτυπώντας το μπαστούνι του στον δρόμο και υιοθετώντας ένα λικνιστικό βάδισμα που μαρτυρούσε ευθυμία. Και δεν υπήρχε καταλληλότερη στιγμή από τούτη για να απαγγείλει ψιθυριστά στην διαδρομή τους στίχους από το ποίημα Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ του Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον. Ω ναι, ο Λόρδος Γκρέηγουντ ήταν πράγματι ευτυχισμένος.


Ιδού! Επάνω στο βουνό στέκει ο Γίγας τρομερός,

Τις κατακόκκινες μπούκλες του ήλιος φλογίζει,

Στα πύρινα χέρια του αστράφτει κεραυνός,

Και μάτι που σπέρνει φωτιά σ’ οτιδήποτε αντικρίζει.

Ακούραστο κινείται, τώρα εστιασμένο, και μεμιάς εξακοντίζει

Αχτίδα λαμπερή αλάργα- και στα πόδια του τα σιδερένια

Μουλώνει ο όλεθρος και τα έργα καθορίζει

Καθότι τούτη την αυγή τρία έθνη αντάμα ατσαλωμένα

Στον βωμό του θα προσφέρουν κείνο που κείνος κρίνει ως το γλυκύτερο αίμα.



---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.