©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info@okypus.com

tel: +306946385769

Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 06 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Φαντασία και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 06 από 36]


---


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Παρίσι Ι


Εν έτει 1824, το Παρίσι ήταν η πολιτιστική πρωτεύουσα του κόσμου, ο πόλος άνθισης του νεογέννητου ρεύματος του Ρομαντισμού σε όλες τις τέχνες αλλά κυρίως στην ζωγραφική και στην λογοτεχνία, έστω και αν οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις της Γαλλίας –σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο- απειλούσαν να υπονομεύσουν τον καλλιτεχνικό ειρμό της πόλης. Ήταν η εποχή της απαρχής του τέλους της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων, λίγο πριν την Δεύτερη Γαλλική Επανάσταση του 1830 που θα επέφερε την ανατροπή της συνταγματικής μοναρχίας και την εγκαθίδρυση της δεκαοχταετούς ηγεμονίας του Λουδοβίκου-Φιλίππου, Δούκα της Ορλεάνης. Ήταν η εποχή κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η κατασκευή τέτοιων εμβληματικών έργων στην πόλη όπως του Καναλιού Σαν-Μαρτέν, του Χρηματιστηρίου των Παρισίων (γνωστού και ως Παλαί Μπρονιάρτ), του Παρεκκλησιού Expiatoire, του καθεδρικού ναού της Notre-Dame de Bonne-Nouvelle και ενός εκτενέστερου αποχετευτικού συστήματος. Όπως επισήμανε και ο μέγας Γάλλος λογοτέχνης Βίκτωρ Ουγκώ (1802-1885), εκείνος που αναλογίζεται τα βάθη του Παρισιού καταλαμβάνεται από ίλιγγο. Δεν υπάρχει τίποτε φανταστικότερο. Δεν υπάρχει τίποτε τραγικότερο. Δεν υπάρχει τίποτε πιο μεγαλειώδες.


Ήταν επομένως κρίμα το γεγονός ότι ο Λόρδος Γκρέηγουντ έμελλε να περάσει τις πολυπόθητες εκείνες προγραμματισμένες του ημέρες στην φαντασμαγορική αυτή πόλη συντροφιά με ένα άθλιο υποκείμενο όπως τον Μπαγκς Χάμχαντιουκ. Ο Μπαγκς Χάμχαντιουκ άνηκε στην πάστα εκείνη των ανθρώπων που ζουν μονάχα για να πληρούν τις αρρωστημένες τους παρορμήσεις, εντελώς απαγκιστρωμένοι από αισθήματα μεταμέλειας για την κακεντρεχή τους φύση. Τίποτε πάνω στον Χάμχαντιουκ δεν πρόδιδε ανθρώπινο κουσούρι που να έχει βαθιά την ανάγκη της συμπόνοιας από συνάνθρωπο, ο Χάμχαντιουκ ορμήθηκε ως δολοφόνος από την μήτρα που τον σύστησε και ούτε καν τα σπάργανα που τον φάσκιωναν δεν θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τα βρεφικά χέρια από το να πράξουν κάτι το επίβουλο. Ένας τέτοιος αλλόκοτος καρπός δεν μπορεί να δέχθηκε αγάπη από μάνα ή πατέρα παρά συγκροτήθηκε και γαλουχήθηκε από τις πιο υποχθόνιες δυνάμεις του κόσμου. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ο Χάμχαντιουκ λοξοκοιτούσε τους λαιμούς των ανθρώπων όταν συνομιλούσε μαζί τους μαρτυρούσε την πύρινη επιθυμία του να στραγγαλίσει καθαρά για ψυχαγωγία. Ως και τα αστεία του αφορούσαν θάνατο, φριχτό και βασανιστικό θάνατο.


Οία η μορφή, τοιάδε και η ψυχή: Ο Χάμχαντιουκ ήταν άσχημος και απ’ έξω και από μέσα. Όμως σε ό,τι αφορούσε τον Λόρδο, ο Χάμχαντιουκ συμβόλιζε συνάμα και την ίδιαν την μπαναλιτέ του κακού. Με άλλα λόγια, ο Χάμχαντιουκ ήταν τόσο κακός που καταντούσε πλέον ρηχότατος και συνεπώς αφόρητα πληχτικός.


Η συνάντηση των δύο ανδρών έγινε τελικά στο λόμπι της πανσιόν Les Paons Fiers –στην αριστοκρατική συνοικία Francois I, κοντά στα Ηλύσια Πεδία- όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί. Η ελεεινή αμφίεση και η χαρακτηριστική δυσοσμία του Χάμχαντιουκ έκαναν τον Λόρδο Γκρέηγουντ να δυσανασχετήσει. Είχε μοναχά μία ώρα στην διάθεσή του ώστε να μεταμορφώσει τον Χάμχαντιουκ από κοινό λεχρίτη της πλεμπάγιας σε έναν αποδεκτό δάνδη της φιλότεχνης ελίτ. Και τούτο επειδή δεν ήταν δυνατόν να τον πάρει μαζί του ως συνοδεία στην Όπερα των Παρισίων ενδεδυμένο με τα καθημερινά λιγδιασμένα του ρούχα.


Χωρίς λοιπόν πολλές κουβέντες και χαιρετούρες, ο Λόρδος πήρε τον Χάμχαντιουκ και τον πήγε στην Οδό Saint-Honoré όπου βρίσκονταν παραταγμένα όλα τα καταστήματα υψηλής ραπτικής, ανάμεσά τους κι εκείνο του διάσημου μόδιστρου Λερόι. Ο Χάμχαντιουκ δεν σταμάτησε την γκρίνια ούτε στιγμή καθόλη την διάρκεια της διαδικασίας εφόσον μάλιστα δεν έβλεπε με καλό μάτι την προοπτική να περάσει εκείνη την νύχτα παρακολουθώντας όπερα. Όταν όμως είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη με το ψηλό καπέλο, το μακρύ παλτό, το φαρδύ κολάρο και το ριγωτό ασπρόμαυρο παντελόνι (εκείνο με τις λουρίδες που περνούσαν κάτω από τα παπούτσια) ενστερνίστηκε την νέα του ασυνήθιστη εμφάνιση και η διάθεσή του άλλαξε ξαφνικά. Τούτο ήταν εμφανές στην ζωηράδα που υιοθέτησε μετέπειτα στο περπάτημά του καθ’ οδόν προς την Όπερα μιμούμενος τις χειρονομίες ενός τζέντλεμαν και απευθυνόμενος στους παραξενεμένους περαστικούς με ασυνάρτητα γαλλικά από λέξεις τις οποίες παπαγάλιζε δίχως να γνωρίζει την σημασία τους.


Ο Λόρδος δεν παρέλειψε να αγοράσει κι ένα φιαλίδιο κολόνιας γιασεμιού από την σκεπαστή αγορά του Passage des Panoramas, αναμφίβολα αναγκαίο στην περίσταση καθότι ο Χάμχαντιουκ βρωμοκοπούσε ολόκληρος αλλά δεν ήταν ικανός να αντιληφθεί την μπόχα που τον διέκρινε. Ο Λόρδος ψέκασε τον Χάμχαντιουκ με την κολόνια ενόσω οι δυο τους περπατούσαν στην Οδό Saint-Marc, κίνηση που εξόργισε τον Χάμχαντιουκ κάνοντάς τον να βλαστημήσει. Πολύ σύντομα όμως η οργή μέσα του κατευνάστηκε και, οσφραίνοντας το γλυκό άρωμα του γιασεμιού με τα ορθάνοιχτα ρουθούνια του, εφάρμοσε στο παραθρεμμένο του σουλούπι μία πόζα τόσο υπεροπτική που έμοιαζε έτοιμος να σκάσει από το υπερβολικό φούσκωμα.


Μονάχα η τραγική ειρωνεία της μοίρας θα όριζε δύο άντρες να περπατούν μαζί στο Παρίσι εκείνης της εποχής θέλοντας τον έναν εκστασιασμένο με το νεοκλασικό ύφος των μνημείων της πόλης και τον άλλον παντελώς ασυγκίνητο από την παριζιάνικη γραφικότητα. Κατά την βιαστική τους πορεία προς το Salle Le Peletier (όπου στεγαζόταν η Όπερα των Παρισίων εκείνη την εποχή), ο Λόρδος Γκρέηγουντ άφηνε διαρκώς τις αισθήσεις του απογυμνωμένες μπροστά στην ελληνορωμαϊκή αρχιτεκτονική που επίχριε την γαλλική πρωτεύουσα, στα σύμβολα που χαρακτήριζαν τα πομπώδη κληροδοτήματα των αυτοκρατορικών χρόνων του Ναπολέοντα και του Λουδοβίκου ΙΕ’ όπως το πλουσιοπάροχο σε λεπτομέρειες αέτωμα του Πάνθεον ή οι επιβλητικοί κίονες του ναού La Madeleine ή οι ανάγλυφες φιγούρες του Μπουσαρντόν στο Αναβρυτήριο των Τεσσάρων Εποχών που προσομοίαζαν αγάλματα θεοτήτων της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Δυστυχώς η υπερβατική αυτή αίγλη των οικοδομημάτων δεν κατάφερνε να αγγίξει τις (βαθιά καταχωνιασμένες) χορδές του Χάμχαντιουκ.


Salle Le Peletier

Σαν πάτησαν το πόδι τους στο Salle Le Peletier, ο Χάμχαντιουκ ξεκίνησε τα παραπονετικά του μουρμουρητά σαν κακομαθημένος μπόμπιρας. Η κυκλική αίθουσα των κολοσσιαίων διαστάσεων με τον γιγάντιο πολυέλαιο των σπαρματσέτων και τα τέσσερα επίπεδα θεωρείων δεν στάθηκε ικανή να προκαλέσει κάποιο δέος στον Χάμχαντιουκ που δεν μπορούσε να βγάλει από τον νου του ότι θα δαπανούσε τρεις ώρες απ’ τον χρόνο του σε μια όπερα. Οι διαμαρτυρίες του δεν σταμάτησαν ακόμη κι όταν ο ταξιθέτης οδήγησε τους δυο άντρες στις θέσεις τους, στο τρίτο επίπεδο θεωρείων, στην δεξιά πλευρά της σκηνής.


Καθόλη την διάρκεια της παράστασης της Les bayaderes, ο Χάμχαντιουκ είτε έκανε ειρωνικά σχόλια φωναχτά προτρέποντας τους παρευρισκόμενους θεατές να τον σιωπούν με αυστηρά «σουτ» ή κατέφευγε σε σύντομους ύπνους αντιβουίζοντας κακόηχα κροταλίσματα απ’ τα ρουθούνια του ή κάγχαζε αναιδέστατα κάθε φορά που η διάσημη σοπράνο Καρολίν Μπρανσού (στον ρόλο της Ινδής ιέρειας Λαμέα) άγγιζε με την καθάρια φωνή της κάποια υψηλή τονική βαθμίδα. Η αντιδραστική αυτή συμπεριφορά του Χάμχαντιουκ έκανε τον Λόρδο Γκρέηγουντ να μετανιώσει πικρά που πήρε μαζί του έναν εκ φύσεως άξεστο και αμαθή αγροίκο στην όπερα, όμως όφειλε εν προκειμένω να τον επιπλήξει ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να αποβληθούν αμφότεροι από το θέατρο.


«Προσπάθησε να αναιρέσεις τον τυπικό σου εαυτό, Μπαγκς. Προσωρινά έστω.» έκανε ο Λόρδος εκνευρισμένος και ο Χάμχαντιουκ λούφαξε για κάμποσα λεπτά στην θέση του.


Η πλοκή και οι χαρακτήρες της Les bayaderes χτύπησαν ένα ευαίσθητο νεύρο στον Λόρδο Γκρέηγουντ, ένα νεύρο που απελευθέρωσε μία συναισθηματική φόρτιση τόσο έντονη που τον έκανε να κλάψει κατά την ολοκλήρωση της τρίτης (και τελευταίας) πράξης. Η όπερα αφηγείται την ιστορία του Ινδού πρίγκηπα Ντεμαλί που είναι ερωτευμένος με την ιέρεια Λαμέα, όμως εκείνη έχει ορκιστεί πίστη στον θεό Βράχμα και είναι ανήμπορη να παντρευτεί τον Ντεμαλί. Η τρίτη πράξη παραδίδει την επιθυμητή διευθέτηση του μυθοπλαστικού διλήμματος: Καταφθάνει η είδηση ότι ο πρίγκηπας Ντεμαλί έχει χτυπηθεί από δηλητηριασμένο βέλος και πεθαίνει. Ο νόμος υπαγορεύει ότι ο Ντεμαλί πρέπει να παντρευτεί αμέσως και ότι η σύζυγός του πρέπει να πεθάνει μαζί του στην νεκρική πυρά. Η Λαμέα αποδέχεται την βαριά θυσία και τα σπαραχτικά της λόγια (δια της παθιασμένης ερμηνείας της Καρολίν Μπρανσού) έφεραν δάκρυα στα μάτια του Λόρδου Γκρέηγουντ.


Και το κάθε δάκρυ αναπαυόταν γλυκά πάνω στις βλεφαρίδες αποκτώντας την δική του αυτοτέλεια προτού βαρύνει απ’ το ίδιο του το υδάτινο στοιχείο και πέσει σαν διαμάντι στα σταυρωμένα απ’ την συγκίνηση χέρια. Αλίμονο, ο Χάμχαντιουκ δεν γνώριζε γαλλικά και δεν μπορούσε παρά να βγάλει έναν γογγυσμό αποστροφής σαν είδε εκείνα τα δάκρυα στα ωχρά χέρια του Λόρδου.


Cher Demaly, pour toi pursqu’il faut que je meure,

Je benis mon heurex trepas;

C‘ est a moi de guider tes pas

Dans l’ eternelle demeure;

Sans fremir je vois approcher

Le moment ou, quittant la vie,

Ma main par l’ amour affermie

Va du flambeau d’ hymen embraser mon bucher.


Ώσπου τελικά αποκαλύπτεται ότι ο Ντεμαλί είναι σώος και αβλαβής. Η Λαμέα εξακολουθεί να αρνείται να προδώσει τον όρκο της στον θεό Βράχμα, όμως πληροφορείται από τον Βραχμάνο ιερέα Χίντεραμ πως ο θεός Βίσνου είχε κάποτε παντρευτεί μία μπαγιαντέρα (=Ινδή ιέρεια). Η Λαμέα τότε απελευθερώνεται από τα δεσμά του όρκου της και δέχεται να παντρευτεί τον Ντεμαλί. Και τότε η όπερα έκλεισε με τους γαμήλιους εορτασμούς υπό την έξαρση των πνευστών και των κρουστών και των εγχόρδων.


Και ο Λόρδος Γκρέηγουντ αγαλλίασε με τις ευτυχισμένες μελωδίες που αναπτέρωναν την κατάμεστη αίθουσα του Salle Le Peletier και το βλέμμα του χάθηκε μέσα στο πλήθος των επίσημα ενδεδυμένων θεατών σαν να αποζητούσε κάποια τρανή απόδειξη για το γεγονός ότι η τέχνη μπορούσε πράγματι να προσεγγίσει τα πιο αζύγωτα κατάβαθα της ζωής και να καθορίσει την πορεία του κόσμου ολάκερου. Τα δάκρυα εκείνα που ο Χάμχαντιουκ αδυνατούσε να κατανοήσει επανήλθαν στα μάτια του Λόρδου και αρμενίζαν την φλογοκόκκινη ανταύγεια σε ουτοπίες μαγικές, μέρη όπου ζωή και θάνατος έσμιγαν πλέον σε μία έννοια, μοναδική και αδιαίρετη.


Παρατηρώντας την συγκινησιακή αυτή έξαψη του Λόρδου, ο Χάμχαντιουκ δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει παρά να μορφάσει από απέχθεια παράγοντας από τα πρησμένα του χείλια ένα κοροϊδευτικό πλατάγισμα. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ γύρισε και τον κοίταξε, αλλά στα μάτια του διαφαινόταν μονάχα οίκτος για ένα πνευματικά ανάπηρο πλάσμα σαν τον Χάμχαντιουκ που ήταν ανήμπορο –λόγω αμορφωσιάς- να συμμετάσχει στην ψυχική εξύψωση του κοινού.


«Είναι πραγματικό κρίμα που δεν καταλαβαίνεις γαλλικά, Μπαγκς. Θα ήταν τόσο όμορφα εάν είχες την κατάλληλη παιδεία να κατανοήσεις την παράσταση και να νιώσεις αυτό που νιώθουμε όλοι μας.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Να μου λείπει.» έκανε κοφτά ο Χάμχαντιουκ.


«Δεν ξέρω εάν θα έπρεπε να νιώσω λύπηση για σένα ή απλά να επιδείξω πλήρη αδιαφορία για τον λήθαργο μες στον οποίον ζεις ευτυχισμένος.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μην ανησυχείς για μένα, Λόρδε. Δεν είναι ανάγκη να νιώσεις τίποτε για μένα. Ήρθε η ώρα να φεύγουμε. Πεινάω.» είπε επιτακτικά ο Χάμχαντιουκ.


«Ναι. Ας πηγαίνουμε. Κι εγώ πεινάω.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ, και οι δυο τους συγχωνεύτηκαν με το πλήθος των θεατών που εξερχόταν της αίθουσας, οι παρουσίες τους καταβυθισμένες μέσα στην θάλασσα των γυναικείων καπέλων που έφεραν τους τεράστιους φιόγκους και τις απομιμήσεις εξωτικών λουλουδιών.


Οι Γαλλίδες –εκείνες τουλάχιστον που άνηκαν στην αφρόκρεμα της παριζιάνικης κοινωνίας- επιδείκνυαν μία ασυνήθιστη εμμονή στα υπερβολικής διακόσμησης καπέλα, εμμονή που περιπτωσιακά άγγιζε τα όρια της κακόγουστης διαστροφής. Η εμμονοληπτική τους αυτή συμπεριφορά επεκτεινόταν και στα έντονα αρώματα που φορούσαν και που παρέδιδαν την αίθουσα του Salle Le Peletier σε μία ατμόσφαιρα τόσο ασφυκτική ώστε πάσχιζε κανείς να εντοπίσει κάποια γωνιά από καθαρό κι ανόθευτο οξυγόνο. Η εμμονή τους όμως αυτή με τα αρώματα είχε μία λογική εξήγηση καθότι το Παρίσι –παρά την οπτική του αίγλη- ήταν μία πόλη με έντονη δυσωδία στην έκτασή της, δυσωδία που οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί οι δημόσιες τουαλέτες το οποίο σήμαινε ότι οι Παριζιάνοι έκαναν την ανάγκη τους όπου έβρισκαν στους δρόμους. Τα δε σπίτια δεν ήσαν ακόμη συνδεδεμένα με τον υπόνομο και ως εκ τούτου οι παριζιάνικες νύχτες χαρακτηρίζονταν από τους επονομαζόμενους vidangeurs που αναλάμβαναν να κουβαλούν τους κάδους των λυμάτων από τα αισχρά υπαίθρια αποχωρητήρια των γειτονιών στην χωματερή του Buttes des Chaumont.


Μονάχα ένα ήταν το μέρος που προσφερόταν για την περίσταση του δείπνου εκείνης της ώρας. Και αυτό δεν ήταν άλλο από το περίφημο Palais-Royal, το συγκρότημα των εμπορικών στοών γύρω από το αυτοκρατορικό παλάτι. Το Palais-Royal ήταν το πιο πολυσύχναστο σημείο του Παρισιού λόγω των ποικίλων διασκεδάσεων που πρόσφερε αλλά και των πολυάριθμων καταστημάτων που διέθεταν προϊόντα για κάθε απαίτηση. Μπουτίκ, cafe, κομμωτήρια, βιβλιοπωλεία, μουσεία, αναψυκτήρια, θέατρα, εστιατόρια, κοσμηματοπωλεία, επιπλοπωλεία, όλα βρίσκονταν μέσα στην οικοδομική αυτή επινόηση του πρώην μονάρχη Λουδοβίκου-Φιλίππου Β’, χρονολογίας 1784.


Στην πορεία τους προς το Palais-Royal, οι δύο άντρες περπάτησαν την λιθόστρωτη Οδό de Richelieu με τις θεριεμένες ακακίες και τους φανούς λαδιού –τις λεγόμενες reverbères- που φώτιζαν τον δρόμο με τον ισχνό τους φωτισμό. Οι Γάλλοι δεν εμπιστεύονταν τις γκαζόλαμπες και παρεμπόδιζαν συνεχώς την εγκατάστασή τους επικαλούμενοι τον κίνδυνο εκρήξεως του γκαζιού. Η θεσμοθέτηση των γκαζόλαμπων στο Παρίσι έμελλε να πραγματοποιηθεί τελικά το 1829 ξεκινώντας από μεγάλους δρόμους όπως η Οδός de la Paix, η Οδός de l’Odeon και η Οδός de Castiglione. Θα ήταν δίκαιο λοιπόν να παρατεθεί ότι το Παρίσι απέκτησε το παρωνύμιο πόλη του φωτός κατά το έτος 1829 δηλαδή περί τα τέλη της μοναρχίας των Βουρβόνων.


Φτάνοντας στο Palais-Royal, ο Χάμχαντιουκ αισθάνθηκε επιτέλους κάποιο δέος με ένα στοιχείο της παριζιάνικης γραφικότητας έστω και αν τούτο δεν αντικατόπτριζε το πολιτιστικό επίπεδο της γαλλικής πρωτεύουσας. Το στοιχείο αυτό ήταν οι πόρνες που κατέκλυζαν κάθε απόβραδο τις κιονοστοιχίες των πυλών του Palais-Royal και τριβέλιζαν σαν μύγες τους περαστικούς, ειδικά εκείνους που φαίνονταν εύποροι από την ενδυμασία τους. Ο Χάμχαντιουκ δεν ήταν αδαής σχετικά με το αντίστοιχο Σόχο του Λονδίνου που τα βράδια ήταν συνωστισμένο από πόρνες, όμως ο αριθμός των εκδιδομένων γυναικών στα περίχωρα (αλλά και στα ενδότερα) του Palais-Royal υπερέβαινε κατά πολύ εκείνον του Σόχο. Ο Χάμχαντιουκ έδειχνε να βρέθηκε στο μέρος που του άρμοζε σαν περνούσε μέσα από το γυναικοσινάφι με τα βέλα των κατεβασμένων μπούστων και τα θυσανόμορφα φτερά των καπέλων. Δεν καταλάβαινε λέξη από τις εκκλήσεις τους αλλά αυτό δεν τον ενοχλούσε.


«C'est un vrai gentleman! Voulez-vous une compagnie pour ce soir, monsieur?»


«C'est tellement dommage pour un tel homme de marcher tout seul. Viens avec moi et je te conduirai au jardin d'Eden, monsieur.»


«Achetez-moi un verre et ensuite nous irons dans ma chambre, ma chérie. Ce soir, tu t'amuseras, je te le promets.»


Τα άγνωστα για εκείνον γαλλικά τους ακούγονταν σαν μαγικές μελωδίες στ’ αυτιά του. Και οι λεπτοί εκείνοι λαιμοί που υποστήριζαν τα όμορφα κεφάλια φάνταζαν σαν θείες οπτασίες στα μάτια του. Ω ναι, το καρύδωμα ενός τέτοιου λαιμού θα ήταν αναμφίβολα το ωραιότερο ενθύμιο αυτών των ολιγοήμερων διακοπών στο Παρίσι. Τούτη ήταν η σκέψη που κέντριζε διαρκώς τον νου του.


Μπαίνοντας στο Palais-Royal, οι δύο άντρες κατευθύνθηκαν προς το Le Grand Véfour που ήταν το πιο σικ εστιατόριο του Παρισιού. Εισερχόμενοι στο λόμπι του εστιατορίου δέχτηκαν το χίμισμα του μετρ ο οποίος τους οδήγησε –μέσα από τα δεκάδες αναμμένα τρίκηρα και τα ανθοδοχεία των κατακόκκινων τριαντάφυλλων- στο τραπέζι πλάι στην τζαμαρία. Το ροδόχρωμο κερί και το λευκό δαντελένιο τραπεζομάντηλο του τραπεζιού έμοιαζαν να αποζητούν απεγνωσμένα κάποιο ζευγάρι στις πιο ζεστές ειδυλλιακές του στιγμές, εικόνα σαφέστατα διαφορετική από την συντροφιά των δύο αντρών. Ακόμη και η γενική αισθητική του εστιατορίου με το νεοκλασικό ντεκόρ των χρυσοπλούμιστων καθρεπτών και των φιλοτεχνημένων υπέρθυρων μετέδιδε έναν παλλόμενο ερωτισμό. Φυσικά, ήταν και οι δυο τους πολύ πεινασμένοι για να δώσουν σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες.


Εφόσον ο Χάμχαντιουκ δεν γνώριζε γαλλικά, ο Λόρδος Γκρέηγουντ ανέλαβε να παραγγείλει τα πιάτα τους. Για τον Χάμχαντιουκ ο Λόρδος παρήγγειλε μία μοσχαρίσια μπριζόλα très bien cuit δηλαδή καλοψημένη ενώ για τον εαυτό του παρήγγειλε μία μοσχαρίσια μπριζόλα bleu δηλαδή σενιάν. Γαρνιτούρα των δύο πιάτων: πουρές γλυκοπατάτας και σως Hollandaise. Σαν σερβιρίστηκαν τα πιάτα στο τραπέζι τους, ο Χάμχαντιουκ έβγαλε ένα τραχύ επιφώνημα αηδίας αντικρίζοντας την σενιάν μπριζόλα του Λόρδου.


«Μήπως είσαι ηλίθιος;» ρώτησε με θράσος.


«Προερχόμενη από το δικό σου στόμα, η ερώτηση αυτή αποκτά ολοκαίνουργιο νόημα, Μπαγκς. Γιατί με ρωτάς εάν είμαι ηλίθιος;» έκανε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Η μπριζόλα σου είναι άψητη. Είναι ολοφάνερο ότι ο μάγειρας ξέχασε να την μαγειρέψει και την πέταξε ωμή στο πιάτο σου.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Η μπριζόλα μου είναι έξτρα σενιάν όπως ακριβώς την ζήτησα, Μπαγκς. Ψήθηκε στο τηγάνι για ένα λεπτό στην κάθε της μεριά. Και σε πληροφορώ ότι είναι πεντανόστιμη.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μα κολυμπάει στο αίμα της!» έκραξε ο Χάμχαντιουκ.


«Τυγχάνει να μου αρέσει το αίμα.» χαμογέλασε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


Ενόσω οι δύο άντρες ήσαν αφοσιωμένοι στο δείπνο τους δεν αντάλλαξαν πολλές κουβέντες μεταξύ τους. Τούτο ήταν απολύτως φυσικό καθότι ο μεν Λόρδος Γκρέηγουντ ρέμβαζε ακόμη την όπερα της Les bayaderes, ο δε Χάμχαντιουκ λοξοκοιτούσε διαρκώς από την βιτρίνα του εστιατορίου τις πόρνες που σεργιάνιζαν τον σκεπαστό διάδρομο του Palais-Royal ρίχνοντάς του λάγνες ματιές γεμάτες υπονοούμενα με τα πρόσωπά τους κρυμμένα πίσω από τις περίτεχνες βεντάλιες. Οι πόρνες πρόσφεραν συγκεκριμένη υπηρεσία αλλά δεν γνώριζαν οι άμοιρες ότι το μυαλό του Χάμχαντιουκ έκανε και άλλου είδους σκέψεις, σκέψεις νοσηρές, πέραν της ερωτικής συνεύρεσης.


Ως και οι τρόποι κατά τους οποίους οι δύο άντρες δειπνούσαν ήσαν διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ υιοθετούσε τους κανόνες του σαβουάρ βιβρ τόσο στην στάση του σώματος πάνω στην καρέκλα όσο και στον χειρισμό των μαχαιροπίρουνων. Ο Χάμχαντιουκ δεν διέθετε τέτοιου είδους ευαισθησίες. Όχι μόνο φόρεσε την λευκή βαμβακερή πετσέτα στον λαιμό του πάνω απ’ το κολάρο αλλά κρατούσε και τα μαχαιροπίρουνα άγαρμπα στις γροθιές του σαν χωρικός του μεσαίωνα. Επιπροσθέτως, ο θόρυβος που παρήγαγε το στόμα του καθώς αναμασούσε την τροφή ήταν τόσο απαίσιος που προκαλούσε τις επικριτικές αναφωνήσεις των παρευρισκομένων πελατών του εστιατορίου.


«Μπαγκς, θα φάνταζα υπερβολικά απαιτητικός εάν σου ζητούσα να τρως το φαγητό σου αθόρυβα; Έχω την αίσθηση ότι οι δειπνούντες του εστιατορίου θα εξεγερθούν σε διαδήλωση εναντίον μας από στιγμή σε στιγμή.»


«Και πώς διάολο περιμένεις να φάω αθόρυβα την μπριζόλα μου; Αν δεν την μασήσω, θα μου σταθεί στον λαιμό.»


«Μία πρακτική μέθοδος θα ήταν να διατηρούσες το στόμα σου κλειστό κατά την μάσηση. Τούτη θα ήταν αναμφίβολα μια καλή αρχή.»


Ο Χάμχαντιουκ έκανε μια προσπάθεια ώστε να συμμορφωθεί με την σύσταση του Λόρδου, είναι όμως κοινώς γνωστό ότι είναι κάπως δύσκολο να διδάξεις νέα κόλπα σ’ έναν γέρικο σκύλο. Σαν τελείωσαν το δείπνο τους, οι δύο άντρες πέρασαν κάμποσα λεπτά της ώρας στο εστιατόριο απολαμβάνοντας από ένα ποτήρι μπορντό Chateau Georges ο καθένας. Ο Χάμχαντιουκ απέκτησε ξάφνου όρεξη για κουβεντούλα.


«Δεν νομίζεις ότι πρέπει να μιλήσουμε για δουλειές;» είπε.


«Ας μιλήσουμε για δουλειές. Τι ακριβώς έχεις κατά νου;» έκανε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Αυτός ο Λόρδος Μπάιρον μου μυρίζει σαν μεγάλη λέρα. Είμαι σίγουρος ότι εκεί που πηγαίνουμε, σε εκείνο το μέρος που ονομάζεται Μεσολόγγι, ο τύπος θα περιστοιχίζεται διαρκώς από Έλληνες σωματοφύλακες οι οποίοι θα τον φρουρούν ως κόρη οφθαλμού. Τούτο βέβαια είναι απολύτως φυσικό εφόσον ο κύριος τους ενισχύει οικονομικά. Όμως δυσκολεύει την αποστολή μας, έτσι δεν είναι; Λοιπόν; Πως νομίζεις ότι θα πρέπει να τον προσεγγίσουμε;» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Υποθέτω ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφιχθούμε στο Μεσολόγγι και από κει και έπειτα να εφαρμόσουμε ένα είδος διαισθητικού αυτοσχεδιασμού. Υποθέτω ότι κατανοείς τον όρο διαισθητικός αυτοσχεδιασμός, έτσι δεν είναι;» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Όχι δεν τον κατανοώ. Τι διάολο είναι ο διαισθητικός αυτοσχεδιασμός;» ρώτησε ο Χάμχαντιουκ.


«Εννοώ ότι θα χρειαστεί να πράξουμε ανάλογα με τα δεδομένα που θα έχουμε στην διάθεσή μας.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος εν τούτοις. Φρουρούμενος καθώς θα είναι, θα αποδειχτεί εξαιρετικά δύσκολο να ξεπαστρέψουμε τον κύριο Λόρδο Μπάιρον.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Μπαγκς, ο σκοπός της αποστολής μας είναι να πείσουμε τον κύριο Μπάιρον να ξεχρεώσει τις οφειλές του προς το Συνδικάτο του Λονδίνου. Σε τούτο εγώ συμφώνησα, τουλάχιστον.» έκανε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μα ναι, φυσικά. Αλλά αφού εξασφαλίσουμε το ξεχρέωμα των οφειλών, έπειτα θα τον ξεπαστρέψουμε. Σωστά;» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Όχι, Μπαγκς. Δεν θα τον ξεπαστρέψουμε έπειτα.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Και πότε θα τον ξεπαστρέψουμε; Σίγουρα δεν μπορούμε να τον ξεπαστρέψουμε προτού εξασφαλίσουμε το ξεχρέωμα των οφειλών. Αυτό θα ήταν καθαρή ανοησία.» έκανε απορημένος ο Χάμχαντιουκ.


«Μπαγκς, δεν πρόκειται να ξεπαστρέψουμε κανέναν. Απλά θα πείσουμε τον κύριο να τακτοποιήσει τις οφειλές του. Και αυτό είναι όλο.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Τι διάολο είναι αυτά που τσαμπουνάς, Λόρδε; Εγώ σκοπεύω να τον ξεπαστρέψω ούτως ή άλλως. Δεν θα έχει και πολλή σημασία άλλωστε. Ένας ποιητής λιγότερος δεν θα κάνει μεγάλη διαφορά. Ο κόσμος είναι γεμάτος από δαύτους. Θα τον ξεπαστρέψω μοναχά για να θέσω το παράδειγμα προς κάθε επίδοξο μπαγαπόντη ότι κανείς δεν μπορεί να αποπειράται τέτοιου είδους απατεωνιές με το Συνδικάτο. Φοβούμαι ότι πρέπει να το κάνω.» αναστέναξε ο Χάμχαντιουκ.


«Έχω έντονη αντίρρηση σε αυτό.» έκανε νευρικά ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Καλά θα κάνεις να κρατήσεις τις έντονες αντιρρήσεις για τον εαυτό σου, Λόρδε. Είμαι ο Μπαγκς Χάμχαντιουκ. Ως εκ τούτου, έχω κάθε δικαίωμα να ξεπαστρεύω οποιονδήποτε θελήσω εφόσον εγώ το κρίνω αναγκαίο. Και η βούλησή μου είναι πάντοτε νόμος. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, Λόρδε;» είπε ο Χάμχαντιουκ.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν απάντησε παρά συνέχισε να πίνει το μπορντό Chateau Georges φανερά ενοχλημένος. Φυσικά και δεν σκόπευε να κάνει κακό στον Λόρδο Μπάιρον. Έχοντας βιώσει την εμπειρία της ποίησης του Μπάιρον, ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν μπορούσε παρά να συμπεράνει ότι ο Μπάιρον –παρά τα ελαττώματά του- ήταν μια προσωπικότητα ονειροπόλα, μελαγχολική, στοχαστική, σθεναρά προσκολλημένη στις ανθρώπινες παρορμήσεις αλλά και τραγικά αποκαρδιωμένη από τις ανησυχίες της ανθρώπινης ψυχής. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ τηρούσε πιστά έναν ιδιότυπο ηθικό κωδικά σχετικά με τα «ξεπαστρέματα» προσώπων, έναν κώδικα που δεν θα του επέτρεπε ποτέ να βλάψει έναν τέτοιον άνθρωπο.


Σαν πλήρωσαν τον λογαριασμό τους, οι δύο άντρες κίνησαν με την άμαξα για την πανσιόν Les Paons Fiers. Φτάνοντας στην πανσιόν αντάλλαξαν μια πολύ τυπική καληνύχτα και κλείστηκαν ο καθένας στο δωμάτιό του δίχως να συμφωνήσουν κάποιο πρόγραμμα για τις δραστηριότητες της επόμενης ημέρας. Είχε καταστεί πλέον σαφές και στους δύο ότι οι χαρακτήρες τους δεν ήταν ούτε κατ’ ελάχιστον συμβατοί μεταξύ τους και πως στην πραγματικότητα δεν απολάμβαναν ο ένας την συντροφιά του αλλουνού. Μοναδικός τους συνδετικός κρίκος ήταν η αποστολή που τους ανατέθηκε. Δεν είχαν επομένως παρά να δείξουν υπομονή μέχρι να τελειώσει η δουλειά τους.



---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.