Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 07 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.


Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Φαντασία και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 07 από 36]


---



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι


ΙΙ


Το επόμενο πρωινό, οι φωτεινές ηλιαχτίδες απλώθηκαν κατά μήκος της Οδού Quentin-Bauchart τρυπώνοντας μέσα από τα στόρια των μακρόστενων παραθύρων της πανσιόν Les Paons Fiers και ξυπνώντας τον Χάμχαντιουκ απ’ τον βαρύ του ύπνο. Φεγγισμένο από τον ήλιο, το Παρίσι απαλλασσόταν από την στοιχειωτική νύχτα που θα ενέπνεε ποιητές να πλέξουν εγκώμια στην πριγκιπική σελήνη και παραδινόταν στην ευκρίνεια της ημέρας όπου όλα γίνονταν πλέον ορατά και προσδιορισμένα. Ο Χάμχαντιουκ σηκώθηκε από το κρεβάτι και στήθηκε στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα του δωματίου του επιδεικνύοντας ξεδιάντροπα το γυμνό πλαδαρό του κορμί στην κίνηση του δρόμου. Το χασμουρητό βγήκε απ’ τον φάρυγγά του σαν τον βρυχηθμό πεινασμένου λιονταριού και επισκίασε την βαβούρα της πόλης.



Paris 1800s

Αφού έπλυνε το πρόσωπό του με το νερό της λεκάνης πάνω στο μπουντουάρ, ντύθηκε και έχωσε και την πιστόλα του μέσα από το ζωνάρι για κάθε ενδεχόμενο. Κι έπειτα βγήκε στον διάδρομο του ορόφου και χτύπησε την διπλανή πόρτα που άνηκε στο δωμάτιο του Λόρδου Γκρέηγουντ. Δεν υπήρξε κάποια απόκριση.


Ο Χάμχαντιουκ τότε κατέβηκε στο λόμπι και ρώτησε την κυρία Ντεζαρνέτ εάν γνώριζε πού βρισκόταν ο Λόρδος όμως εκείνη δεν είχε ιδέα. Η κυρία Ντεζαρνέτ ήταν η γλυκιά γριούλα που διηύθηνε την πανσιόν και ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους στο Παρίσι που γνώριζαν αρκετά αγγλικά ώστε να συνεννοούνται θαυμάσια με τους Άγγλους τουρίστες. Ο Χάμχαντιουκ της ζήτησε να ανοίξει με το δικό της αντικλείδι την πόρτα του Λόρδου αλλά εκείνη αρνήθηκε λέγοντάς του ότι μια τέτοια κίνηση ήταν αντίθετη προς τους κανονισμούς της διαχείρισης.


Ο Χάμχαντιουκ τότε προσποιήθηκε ότι ανησυχούσε για τον Λόρδο προφασιζόμενος ότι τον είχε παρακολουθήσει την περασμένη νύχτα να τρώει μία ωμή μπριζόλα και ενδεχομένως εκείνη η ωμή μπριζόλα να είχε αποβεί μοιραία και ο Λόρδος να είχε πάθει κάποιο κακό. Η επιχειρηματολογία τούτη –ως ήταν προχείρως εκφραζόμενη- ήταν αρκετή για να πείσει την κυρία Ντεζαρνέτ να πάει με τον Χάμχαντιουκ στο δωμάτιο του Λόρδου ώστε να εξακριβώσει εάν ο Λόρδος ήταν σώος.


Ανοίγοντας την πόρτα του Λόρδου με το αντικλείδι, ο Χάμχαντιουκ και η κυρία Ντεζαρνέτ διαπίστωσαν ότι ο Λόρδος δεν ήταν μέσα. Τα ρούχα του ήταν τακτοποιημένα στις ξύλινες κρεμάστρες, τα κλινοσκεπάσματα ήσαν άψογα διπλωμένα πάνω στο κρεβάτι, η ξυλόσομπα ήταν αμεταχείριστη και το μακρόστενο παράθυρο ήταν περιέργως ορθάνοιχτο μπάζοντας την ψυχρή εκείνη πάχνη του πρωινού.


Ο Χάμχαντιουκ προσφέρθηκε να κλείσει το παράθυρο, όμως η κυρία Ντεζαρνέτ τον απέτρεψε με ένα απότομο «όχι» ισχυριζόμενη ότι απαγορευόταν ρητά να πειράξουν οτιδήποτε εντός του δωματίου δίχως την συγκατάθεση του Λόρδου. Ο Χάμχαντιουκ ήχησε έναν μελαγχολικό αναστεναγμό καθώς συμπέρανε ότι θα έπρεπε να περάσει την ημέρα εκείνη στο Παρίσι ολομόναχος, τουλάχιστον μέχρι να έκανε την εμφάνισή του ο Λόρδος.


Φορώντας το καθιερωμένο του κασκέτο στο κεφάλι, ο Χάμχαντιουκ βγήκε από την πανσιόν και ξεκίνησε να σεργιανίζει τους δρόμους του Παρισιού δίχως συγκεκριμένο προορισμό εφόσον μάλιστα δεν γνώριζε και τίποτε για την πόλη. Τα ένδοξα μνημεία και τα μεγαλοπρεπή κτίρια του Παρισιού δεν του προξένησαν τον θαυμασμό ούτε στο φως της ημέρας. Για εκείνον δεν αποτελούσαν παρά όγκους από μάρμαρο και πλινθιά, έστεκαν απλά ως αμίλητοι γίγαντες στο διάβα του, ήταν παντελώς αδόνητος από την τεχνογνωσία που επενδύθηκε στην κατασκευή τους.



Paris 1800s

Δεν θα ήταν υπερβολικό για κάποιον να διατεθεί ότι για τον Χάμχαντιουκ η γη ολάκερη ήταν μια απέραντη χωματερή κατάσπαρτη από ανθρωπόμορφα στοιχεία. Για ένα διεστραμμένο υποκείμενο σαν τον Χάμχαντιουκ όμως η χωματερή τούτη φάνταζε και ως παιχνιδότοπος μέσα στον οποίον δεν είχε παρά να διασκεδάζει εξολοθρεύοντας όσα περισσότερα ανθρωπόμορφα στοιχεία μπορούσε με τον δικό του λατρεμένο τρόπο. Το φονικό ένστικτο ήταν αλήθεια η μοναδική δύναμη που τον βάσταγε στην ζωή. Όλη η μοχθηρότητα τούτου του κόσμου ήταν σωρευμένη μέσα σε ένα ανθρώπινο πλάσμα, και το όνομα του πλάσματος αυτού ήταν Μπαγκς Χάμχαντιουκ.


Πόσους ανθρώπους είχε σκοτώσει στην ζωή του; Εκατό; Διακόσιους; Περισσότερους; Ούτε κι ο ίδιος θυμόταν, είχε χάσει το μέτρημα. Υπήρχε κάποια διαφορά ανάμεσα στους φόνους που διέπραξε κατ’ εντολήν και σε εκείνους που διέπραξε ιδία βουλήσει; Είχε κάποια σημασία εάν κάποιους ανθρώπους τους σκότωσε από μίσος ενώ άλλους τους σκότωσε καθαρά για ψυχαγωγία; Τούτες δεν ήσαν σκοτούρες που ταλάνιζαν το μυαλό του. Ο Χάμχαντιουκ δεν θα μπορούσε ποτέ να ασχοληθεί με τέτοια μικροπράγματα.



Parc Beaujon

Ο δρόμος του τον έφερε στο Parc Beaujon, το πάρκο αναψυχής που βρισκόταν κοντά στα Ηλύσια Πεδία. Ήταν μια μεγάλη έκταση από κήπους και café και ορχήστρες και χορούς και πυροτεχνήματα και πλήθος άλλων θεαμάτων και διασκεδάσεων. Στο Parc Beaujon εκείνη την εποχή είχε κάνει την εμφάνισή της για πρώτη φορά μία εντυπωσιακή ατραξιόν, το Montagnes Russes, ο πρόδρομος του σημερινού roller coaster. Διέθετε βαγόνια με τροχούς ασφαλισμένους πάνω σε ράγες και δύο καμπύλες σιδηροτροχιές που ξεκινούσαν από την κορυφή ενός ψηλού πύργου. Ο Χάμχαντιουκ επιβιβάστηκε από περιέργεια σε ένα βαγόνι του Montagnes Russes και ξετρελάθηκε τόσο πολύ με την ξέφρενη κούρσα του που ανέβηκε ξανά για άλλες τέσσερεις φορές.



Montagnes Russes

Αγοράζοντας κι ένα μεγάλο κόκκινο γλειφιτζούρι με γεύση φράουλας από τον πλανόδιο πωλητή, δαπάνησε τις πρωινές του ώρες τριγυρίζοντας το Parc Beaujon και χαζεύοντας την ευθυμία των επισκεπτών. Έκανε να καβαλήσει και ένα από τα ξύλινα πόνι του χειροκίνητου καρουζέλ όμως ο ιδιοκτήτης του τον απέτρεψε φοβούμενος ότι η κατασκευή δεν θα άντεχε το βάρος του.


Ενόσω βρισκόταν στο πάρκο, επισκέφτηκε επίσης και το σημείο ενοικιάσεως των draisienne που ήσαν οι πρόγονοι του ποδηλάτου: Μία ξύλινη σανίδα πάνω σε δυο τροχούς και ένα υποτυπώδες τιμόνι δύο χερουλιών συνδεδεμένων με τον μπροστινό τροχό για να βοηθά στην οδήγηση. Καθότι πεντάλια δεν υπήρχαν, ο αναβάτης καλούνταν να το κινήσει πατώντας τα πόδια του στο έδαφος. Ο Χάμχαντιουκ ανέβηκε πάνω σ’ ένα draisienne, όμως το χοντροκομμένο του σουλούπι δεν του επέτρεψε να το μεταχειριστεί πέρα από κάμποσα μέτρα εφόσον του ήταν αδύνατο να διατηρήσει την ισορροπία του. Εκνευρίστηκε λίγο αλλά ο θυμός του δεν κράτησε πολύ.



Draisienne

Η ημέρα εκείνη του Χάμχαντιουκ πάραυτα δεν σπαταλήθηκε αποκλειστικά στο Parc Beaujon. Ο Χάμχαντιουκ –συνεπαρμένος ακόμη από την θέα των αμέτρητων ιερόδουλων της χθεσινής βραδιάς- έκανε μία επίσκεψη στο Palais-Royal ώστε να μάθει περισσότερα σχετικά με τις εναλλακτικές μορφές ψυχαγωγίας που προσφέρονταν στο μέρος. Ευρισκόμενος εκεί, ανακάλυψε τις ταβέρνες –τις επονομαζόμενες Guinguettes- που υπήρχαν στο υπόγειο του Palais-Royal και οι οποίες δεν διέφεραν και πολύ από τα ζυθοπωλεία του Λονδίνου πέρα από το γεγονός ότι πουλούσαν κυρίως κρασί αντί για μπίρα.


Η διασημότερη εκείνων των υπόγειων ταβερνών ήταν το Café des Aveugles που διέθετε -συν τοις άλλοις- και ορχήστρα αποτελούμενη από τυφλούς μουσικούς. Το Café des Aveugles, όπως και οι υπόλοιπες ταβέρνες, άνοιγε τις βραδινές ώρες μετά την δύση του ηλίου. Ο Χάμχαντιουκ λοιπόν αποφάσισε ότι θα το τιμούσε με την παρουσία του εκείνη την νύχτα. Και αν –καλώς εχόντων των πραγμάτων- έκανε την εμφάνισή του και ο Λόρδος, τότε θα τον τραβούσε μαζί του στο Café des Aveugles με το ζόρι (εάν τούτο ήταν αναγκαίο). Κατά τον τρόπο αυτόν θα έπαιρνε και την εκδίκησή του για την ανυπόφορη εμπειρία της χθεσινοβραδινής όπερας.


Τίποτε άλλο αξιοσημείωτο δεν συνέβη κατά την πρωινή βόλτα του Χάμχαντιουκ εκτός ίσως από το συναπάντημά του με μια μαύρη γάτα ενώ επέστρεφε στην πανσιόν Les Paons Fiers. Ο Χάμχαντιουκ έτρεφε μία παράλογη εμμονή στις γάτες, ιδιαίτερα τις μαύρες. Η δύσμοιρη εκείνη μαύρη γάτα έστεκε πάνω σε ένα πέτρινο πεζούλι σ’ ένα αδιέξοδο σοκάκι καθέτως της Οδού Pierre Charron. Ήταν ένα ερημικό σοκάκι χαρακτηρισμένο από σφαλιστά παράθυρα, κλειδαμπαρωμένες πόρτες και τοίχους ρημαγμένους από το σάπισμα. Αντικρίζοντάς την, ο Χαμχαντιουκ κοίταξε τριγύρω κι αφού διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ψυχή, έβγαλε την πιστόλα από το ζωνάρι του και την σημάδεψε.


«Ψιτ, ψιτ, όμορφη γατούλα… Τις αγαπάω τις γατούλες… Ψιτ, ψιτ…»


Η γάτα τον κάρφωσε με το φωσφορίζον της βλέμμα, προτού όμως υποπτευθεί τις προθέσεις του, ο Χάμχαντιουκ τράβηξε τον κόκορα της πιστόλας και πίεσε την σκανδάλη. Ο κρότος της πιστόλας ήταν βροντερός και αντιβούισε σ’ ολόκληρο το σοκάκι. Το βόλι διέλυσε την γάτα σε χίλια κομμάτια. Ο Χάμχαντιουκ έχωσε τότε την πιστόλα μέσα από το ζωνάρι του και έφυγε με βιασύνη μακριά από το σημείο.


---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Εκδίδει τα έργα του στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα:

(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.




©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769