Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 08 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.


Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Φαντασία και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 08 από 36]


---


ΙΙΙ


Το ηλιοβασίλεμα βρήκε τον Χάμχαντιουκ ξαπλωμένο στο κρεβάτι του στην πανσιόν Les Paons Fiers να σκαλίζει αφηρημένος την μύτη του. Πάνω που πήγαινε να λαγοκοιμηθεί, άκουσε τους ήχους από το διπλανό δωμάτιο. Σηκώθηκε φουριόζος από το κρεβάτι και, βγαίνοντας στον διάδρομο, άνοιξε με βία την πόρτα του Λόρδου. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ στεκόταν μπροστά στον καθρέπτη ποζάροντας το φράκο του.


«Θα το εκτιμούσα ιδιαιτέρως εάν την επόμενη φορά χτυπούσες την πόρτα μου προτού την ανοίξεις.» είπε ο Λόρδος ρίχνοντάς του ένα αυστηρό βλέμμα.


«Πού ήσουν εσύ;» ρώτησε λυσσασμένος ο Χάμχαντιουκ.


«Τι είδους ερώτηση είναι αυτή;» έκανε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Έλειπες όλη μέρα!» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Έπρεπε να συναντήσω κάποιους παλιούς μου γνώριμους. Καλύτερο θα ήταν να συνηθίσεις τις απουσίες μου κατά την διάρκεια της ημέρας, Μπαγκς. Τείνω να αφιερώνω τις ώρες εκείνες του ηλιόφωτος σε αυστηρώς προσωπικές μου ενασχολήσεις.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Αυτό δεν μου αρέσει, Λόρδε. Δεν συμφώνησα εγώ σε κάτι τέτοιο. Και ο Βρώμικος Ουίλμπουρ μου έδωσε ρητή εντολή να μην σε αφήνω από τα μάτια μου καθόλη την διάρκεια της αποστολής.» γρύλισε ο Χάμχαντιουκ.


«Πολύ φοβάμαι ότι θα χρειαστεί να αναθεωρήσουμε τους όρους της συνεργασίας μας, Μπαγκς. Κατά την διάρκεια της ημέρας είμαι απών για τους περισσότερους ανθρώπους. Εάν δεν έχω την συγκατάβασή σου σε αυτόν τον όρο, δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσα να κάνω για σένα.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ φορώντας το παπιγιόν του.


«Για πού ετοιμάζεσαι;» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


«Ετοιμάζομαι για το θέατρο Comédie-Française. Και μάντεψε τι. Θα έρθεις μαζί μου. Τούτη τη φορά θα διασκεδάσεις, στο υπόσχομαι. Θα δούμε την παράσταση Ο κατά φαντασίαν ασθενής του Μολιέρου. Είναι κωμωδία οπότε δεν θα έχεις πρόβλημα.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Όχι Λόρδε! Τούτη τη φορά θα ορίσω εγώ το πρόγραμμα της νυχτερινής μας εξόδου. Και μάντεψε τι. Θα έρθεις μαζί μου στα δικά μου λημέρια. Θα έρθεις είτε το θέλεις ή όχι.» γκάρισε ο Χάμχαντιουκ.


«Μα, Μπαγκς, εσύ δεν γνωρίζεις τίποτε για το Παρίσι. Πώς είναι δυνατόν να επιλέξεις εσύ πού θα πάμε;» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μην ανησυχείς γι’ αυτό, Λόρδε. Ρώτησα και έμαθα αυτά που με αφορούν για το Παρίσι. Και απόψε θα πάμε εκεί που θέλω εγώ. Και καλά θα κάνεις να φορέσεις ένα χαμόγελο στην μούρη σου ενόσω θα βρισκόμαστε στα δικά μου λημέρια καθότι απόψε σκοπεύω να γλεντήσω. Έγινα αντιληπτός, Λόρδε;» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Θα μπορούσα τουλάχιστον να ρωτήσω πού ακριβώς σκοπεύεις να με πας;» ρώτησε ο Λόρδος.


«Είναι έκπληξη. Θα το μάθεις μόλις φτάσουμε εκεί.» αποκρίθηκε ο Χάμχαντιουκ.


«Να υποθέσω ότι το μέρος στο οποίο θα πάμε συχνάζεται από άτομα του δικού σου διαμετρήματος;» έκανε αποκαμωμένος ο Λόρδος.


«Ναι. Χειρότεροι ίσως. Θα είναι όλοι τους μέσα στην μπόχα και στην ανέχεια και δεν θα έχει κανείς τους την παραμικρή ιδέα για θέατρα και όπερες. Θα ήταν απολύτως λογικό να παρατηρήσω ότι κάποιος σαν εσένα θα φάνταζε σαν την μύγα μες στο γάλα σε ένα τέτοιο μέρος. Όμως θα λατρέψεις κάθε στιγμή εκεί μέσα. Και θα το κάνεις για μένα. Σύμφωνοι, Λόρδε;» μειδίασε μοχθηρά ο Χάμχαντιουκ.


Ο Λόρδος κοίταξε τον καθρέπτη ηχώντας έναν βαθύ αναστεναγμό. Το φράκο τώρα έπεφτε άγαρμπο στο σώμα του και το περήφανο παπιγιόν στο πέτο του μετέδιδε πια μία παγερή αίσθηση καθώς η αποψινή νύχτα προμηνύονταν τόσο ανιαρή όσο ανιαρό ήταν και το πνευματικό επίπεδο του Χάμχαντιουκ.


«Πολύ καλά, Μπαγκς. Οδήγησέ με εσύ και εγώ θα ακολουθήσω. Εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στα δικά σου γούστα γι’ απόψε.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ, και οι δυο τους έφυγαν από την πανσιόν για την νυχτερινή τους εξόρμηση.


Café des Aveugles

Το Café des Aveugles έπασχε από τον πνιγηρό αέρα του υπογείου. Πέραν αυτού, δεν υπήρχε κάτι που θα εδύνατο να προσάψει κανείς στο μέρος με μια πρώτη ματιά εφόσον ήταν αυτό ακριβώς που προσέφερε: Ψυχαγωγία για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Βαριές μπορντό κουρτίνες από βελούδο –μαυρισμένες από τον καπνό- κάλυπταν τους τοίχους και οι ελαιολυχνίες κρέμονταν από έναν ξύλινο πάσαλο του ταβανιού φεγγίζοντας πενιχρά την αίθουσα. Τα πρόσωπα των θαμώνων του Café des Aveugles διηγούνταν ολάκερες ιστορίες από μόνα τους: Ένας φορούσε πειρατικό κάλυμμα στο μάτι, άλλος έφερε μία βαθιά χαρακιά κατά μήκος του μετώπου, άλλος ρουφούσε το ψιλοκομμένο ταμπάκο από τα ρουθούνια της υπερμεγέθους γαμψής του μύτης, άλλος κατάφερνε να συγκρατεί την πίπα στο στόμα με τα τέσσερα δόντια που του είχαν απομείνει, άλλοι κάθονταν μουλωχτοί με τους φαρδιούς γιακάδες των ρεντικότων σηκωμένους και λοξοκοιτούσαν τις ακριβές ενδυμασίες του Λόρδου και του Χάμχαντιουκ. Κοινό γνώρισμα ολωνών, η ξινισμένη οσμή του φθηνού οίνου που ανέδυαν ολόκληροι από την κορφή μέχρι τα νύχια των ποδιών.


Μέσα στο Café des Aveugles υπήρχαν επίσης και οι πόρνες με τα προκλητικά μπούστα που περιτριγύριζαν τον συρφετό ώστε να κονομήσουν μερικά φράγκα από τα λειψά του πουγκιά. Ω ναι, υπήρχε ασφαλώς και η ορχήστρα των τυφλών μουσικών που έπαιζαν τα τρομπόνια και τις βιόλες και τα φλάουτα με τα βλέμματα αποπροσανατολισμένα ή σφαλιστά. Ο Λόρδος αρχικά κόμπιασε σαν συνειδητοποίησε ότι θα περνούσε την νύχτα του ανάμεσα σε τούτο το συναπάντημα των καρικατούρων, όμως προσάρμοσε σύντομα την διάθεσή του με το αισθητικό ύφος της ταβέρνας προκειμένου να απολαύσει τον χρόνο του όσο καλύτερα γινόταν υπό τις δεδομένες συνθήκες. Σαν τι άλλο όφειλε να κάνει αλήθεια;


Café des Aveugles

Προτού περάσουν είκοσι λεπτά της ώρας, ο Χάμχαντιουκ είχε ήδη μεθύσει για τα καλά αφού κατέβασε την μισή νταμιτζάνα του κόκκινου κρασιού που άφησε πάνω στο τραπέζι τους ο χοντρός σερβιτόρος με τα προκοίλια που ξεχείλιζαν από την λιγδιασμένη ποδιά. Όσο για τον Λόρδο, οι οξείς του αισθήσεις καταδείκνυαν πλέον την άβολη πραγματικότητα σχετικά με το Café des Aveugles: Η όσφρησή του ανίχνευε την οσμή ψόφιων ποντικών και η ακοή του συνελάμβανε αμυδρά τα ρυάκια που κυλούσαν πλησίον της ταβέρνας. Ναι, δεν χωρούσε αμφιβολία. Το Café des Aveugles έστεκε δίπλα στον υπόνομο του Παρισιού, εξού και οι φιλότιμες προσπάθειες του ιδιοκτήτη να συγκαλύψει το γεγονός διά της αισχρής διακόσμησης και του διαρκούς ορυμαγδού του κεφιού και της μέθης. Έχοντας πλέον αποδεχθεί την φαιδρότητα της κατάστασης, ο Λόρδος σέρβιρε αποθαρρημένος την κούπα του με το κρασί της νταμιτζάνας και κίνησε να πιει. Σαν αντιλήφθηκε όμως την οξείδωση που είχε υποστεί το κρασί από την κακομεταχείριση, έσπρωξε την κούπα παραπέρα και αφέθηκε να ατενίζει αδιάφορα το αλλοπρόσαλλο ξεφάντωμα που εκτυλισσόταν εμπρός του. Μία νύχτα ήταν, θα περνούσε κι αυτή.


Δύο πόρνες ήρθαν και κάθισαν στο τραπέζι των δύο αντρών. Μία λεπτή και μία χοντρή. Η χοντρή κίνησε προς την μεριά του Χάμχαντιουκ όμως εκείνος την απώθησε με αγένεια και, αρπάζοντας από το μπράτσο την λεπτή γυναίκα, την κάθισε δίπλα του. Ο λόγος για τούτο δεν ήταν φυσικά ότι ο Χάμχαντιουκ είχε σεξουαλική προτίμηση στις λεπτές γυναίκες. Απλώς, ο Χάμχαντιουκ είχε εκθαμβωθεί τόσο πολύ από τους λεπτοκαμωμένους λαιμούς των Γαλλίδων που στόχευε σε αυτό ακριβώς το εμφανισιακό χαρακτηριστικό. Μουτρωμένη, η χοντρή έκατσε δίπλα στον Λόρδο ο οποίος της φέρθηκε με ευπρέπεια κερνώντας την μία κούπα από το (άθλιο) κρασί.


«Τι ευγενικός κύριος! Κρίμα που κάνει παρέα με αγροίκους!» είπε η χοντρή γυναίκα αλλά τα γαλλικά της δεν έθιξαν στο ελάχιστο τον Χάμχαντιουκ εφόσον δεν καταλάβαινε λέξη.


Η αλκοόλη είχε ανάψει πλέον το φιτίλι του Χάμχαντιουκ προκαλώντας την έκρηξη του πιο πομπώδη και επιδεικτικού εαυτού του. Με ένα άχαρο σφύριγμα προς την ορχήστρα, άρχισε να τραγουδά το Ar Lan y Môr(=Πλάι στην θάλασσα), ένα παραδοσιακό ουαλέζικο τραγούδι, παρακινώντας τους μουσικούς να τον ακολουθήσουν με τα όργανά τους. Οι μουσικοί έβαλαν τα δυνατά τους να εφαρμόσουν κάποιες νότες στην φάλτσα φωνή του Χάμχαντιουκ και το αποτέλεσμα ήταν ένα αποτρόπαιο συνονθύλευμα από γρατζουνίσματα χορδών και πνευστές παραφωνίες. Το γεγονός ότι ουδείς εντός της αίθουσας –πλην του Λόρδου- καταλάβαινε την ουαλέζικη γλώσσα δεν βοηθούσε το όλο εγχείρημα. Ο Χάμχαντιουκ πάραυτα –σκνίπα καθώς ήταν- εξακολούθησε να τραγουδά σα να μην υπήρχε κανείς άλλος μέσα στο Café des Aveugles πέρα από εκείνον.


Ar lan y môr mae rhosys cochion Ar lan y môr mae lilis gwynion Ar lan y môr mae 'nghariad inne Yn cysgu'r nos a chodi'r bore.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ ανέλαβε χρέη διερμηνέα εξηγώντας στις δύο γυναίκες την σημασία των κέλτικων λέξεων που ξεστόμιζε ο Χάμχαντιουκ. Η ουαλέζικη γλώσσα ηχούσε σαν ένα γκροτέσκο κράμα από τραχείς φθόγγους και μασημένα σύμφωνα.


Πλάι στην θάλασσα κόκκινα τριαντάφυλλα ανθίζουν

Πλάι στην θάλασσα λευκά κρίνα ξεπροβάλλουν

Πλάι στην θάλασσα την ομορφιά τους αφηγούνται

Η αληθινή μου αγάπη κοιμάται μες στην λουλουδιασμένη της φωλιά.


Ο Χάμχαντιουκ τραγούδησε το τραγούδι μέχρι τα μισά και ύστερα βαρέθηκε και σταμάτησε. Άρπαξε την κούπα του από το τραπέζι και την άδειασε όλη στο λαρύγγι του. Ξαναμμένος καθώς ήταν, εστίασε το λάγνο του βλέμμα στον λεπτοκαμωμένο λαιμό της πόρνης πλάι του μελετώντας τις αμυδρές του συσπάσεις κατά την αναπνοή και κατά την ομιλία. Η πόρνη αντιλήφθηκε τα επεξεργαστικά του μάτια που κινούνταν λυσσασμένα πάνω-κάτω και έμεινε ακίνητη σαν άγαλμα. Ο Χάμχαντιουκ προσπάθησε να της πει κάποια λόγια στα γαλλικά, δεν τα κατάφερε, και κυριεύθηκε από έναν ακατάσχετο γέλωτα. Έγειρε τότε το σώμα του προς τον Λόρδο θέλοντας να του μιλήσει εμπιστευτικά στο αυτί.


«Έχεις ξαναδεί ποτέ σου τέτοιον λαιμό; Θέλω να πω, έναν τέτοιον λαιμό σε μια γυναίκα της ηλικίας της.» έκανε δείχνοντας τον λαιμό της γυναίκας.


«Είναι πράγματι ένας όμορφος λαιμός.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Έχεις σκοτώσει ποτέ σου γαλλίδα γυναίκα;» ρώτησε ο Χάμχαντιουκ και άφησε το λόξυγγα που τον τυρρανούσε να ξεφύγει μεγαλοφώνως από το στόμα του.


«Όχι. Δεν έτυχε ποτέ.» είπε ο Λόρδος.


«Μπορείς να φανταστείς το καρύδωμα ενός τόσο όμορφου και λεπτοκαμωμένου λαιμού; Θα μπορούσες να φανταστείς τις τελευταίες λέξεις που θα έβγαιναν από τον φάρυγγα μιας τέτοιας γυναίκας λίγο πριν το αποτελειωτικό σπάσιμο του αυχένα; Non, non, monsieur, s'il vous plaît, ne me tuez pas!» έκανε ο Χάμχαντιουκ και αναλύθηκε σε δυνατά χαχανητά που έκαναν το πρόσωπό του να αναψοκοκκινήσει.


«Γιατί να θέλει κανείς να φανταστεί κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο Λόρδος Γκρέηγουντ κοιτάζοντας τα βρεφικά μάτια του Χάμχαντιουκ με στυφότητα.


«Τι είδους ερώτηση είναι αυτή;» κατσούφιασε ο Χάμχαντιουκ.


«Γνωρίζεις την κοπέλα από καιρό;» έκανε ο Λόρδος.


«Όχι φυσικά. Μόλις τώρα την γνώρισα.» αποκρίθηκε ο Χάμχαντιουκ.


«Έχει κάνει κάτι το οποίο σε ενόχλησε ή σε προσέβαλε;» συνέχισε ο Λόρδος.


«Όχι, δεν θα το έλεγα.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Τότε γιατί να θέλει κανείς να σκοτώσει έναν άνθρωπο μοναχά για να δει έναν λαιμό να καρυδώνεται και μια φωνή να εκλιπαρεί για έλεος; Δεν νομίζεις ότι αυτή είναι μια αφύσικη φαντασίωση; Θα έβρισκες πραγματικά κάποιο όφελος σε μία τέτοια εμπειρία;» ρώτησε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Τι συμβαίνει με σένα, Λόρδε; Θαρρώ πως το Παρίσι –με τις όπερες και τα θέατρα- έχει ληστέψει όλο το τσαγανό από μέσα σου. Έχεις καταντήσει πολύ μαλθακός εδώ πέρα. Σου μίλησα για τον λαιμό της γυναίκας. Κοίτα τον! Δεν κατανοείς αυτά που σου λέω; Σίγουρα καταλαβαίνεις για τι πράγμα μιλάω. Γνωρίζεις από ξεπαστρέματα ανθρώπων όπως γνωρίζω κι εγώ. Εσύ δεν είσαι ο περίφημος Νυκτοπεριπατητής του Ηστ Εντ; Σου δείχνω λοιπόν τον λαιμό τούτης της γυναίκας και σε ρωτάω ποιες είναι οι σκέψεις που περνούν απ’ το μυαλό σου. Ή μήπως θέλεις να με πείσεις ότι ούτε καν πέρασε η ιδέα του καρυδώματος από το κεφάλι σου;» έκανε αγανακτισμένος ο Χάμχαντιουκ.


«Μπαγκς, σου έχει περάσει ποτέ από το μυαλό η σκέψη ότι μία νοσηλεία σε κάποιο φρενοκομείο ίσως σε κάνει καλύτερο άνθρωπο; Ότι μία γερή ψυχοθεραπευτική αγωγή ίσως σε κάνει λιγότερο θλιβερό;» ρώτησε ο Λόρδος Γκρέηγουντ ατενίζοντας γεμάτος οίκτο τους σπινθήρες της αρρωστημένης διέγερσης στα εξογκωμένα μάτια του Χάμχαντιουκ.


Τα λόγια του Λόρδου Γκρέηγουντ ήταν αρκετά για να προκαλέσουν την οργή του Χάμχαντιουκ. Με μια αιφνίδια κίνηση, ο Χάμχαντιουκ γράπωσε τον Λόρδο απ’ το κολάρο και τον κοίταξε κατάματα. Η αλκοόλη στο αίμα του τον έκανε να περιφρονήσει παντελώς τις φλογοκόκκινες ανταύγειες στις ίριδες του Λόρδου που τώρα θέριευαν μανιασμένες. Ο Χάμχαντιουκ μόλις που κατόρθωνε να αρθρώσει τις μισερές λέξεις μέσα από τα σφιγμένα δόντια.


«Για κοίταξε εδώ, κάθαρμα! Έχω ήδη ανεχτεί πολλά χούγια στην συμπεριφορά σου μέχρι τώρα. Πρέπει όμως να σου πω ότι η υπομονή μου στερεύει και ότι έχω την άδεια του Βρώμικου Ουίλμπουρ να σε ξεκάνω εάν αυτό μου κάνει κέφι. Στο παρελθόν, άλλοι δύο άνθρωποι έκαναν μπροστά μου υπαινιγμούς περί φρενοκομείων. Τους ξεπάστρεψα και τους δυο. Μην τολμήσεις να με ειρωνευτείς ξανά, Λόρδε, κατ’ αυτόν τον τρόπο γιατί δεν θα διστάσω ούτε στιγμή να σε στείλω στον άλλον κόσμο. Έγινα αντιληπτός, Λόρδε;» γρύλισε ο Χάμχαντιουκ.


Ο Λόρδος έπιασε απαλά το χέρι του Χάμχαντιουκ και το απομάκρυνε από το κολάρο του. Οι φλογοκόκκινες ανταύγειες των ματιών του μετουσιώθηκαν τότε στην παγερή εκείνη κυανή αύρα που μαρτυρούσε τα πιο απόκοσμα και μελαγχολικά συναισθήματα.


«Ηρέμησε Μπαγκς. Δεν ήξερα ότι είσαι τόσο ευερέθιστος με τέτοια ζητήματα. Σίγουρα υπήρχε πιο κόσμιος τρόπος για να μου εκφράσεις την δυσφορία σου.» είπε.


«Άφησε τους κόσμιους τρόπους κατά μέρος, κρετίνε. Φρόντισε μονάχα να είσαι εσύ κόσμιος απέναντί μου. Σε ότι σε αφορά, τίποτε άλλο δεν έχει σημασία.» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


Το όνομα της λεπτής πόρνης ήταν Ζοζεφίν. Ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων. Είχε μακριά λιόξανθα μαλλιά τα οποία ήσαν μαζεμένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σε ένα είδος ανέμελου ψηλού κότσου επιδεικνύοντας ολόκληρο τον αυχένα, ενώ κάποιες από τις μακριές πλεξίδες έπεφταν ατημέλητες μπροστά στο πρόσωπό της. Τα μάτια της ήσαν υγρά και λαμπίριζαν στο πενιχρό φέγγος των λυχνίων σαν γαλήνιες επιφάνειες λιμνών υπό το σεληνόφως. Είχε λεπτή μύτη, χείλη αρκούντως σαρκώδη αλλά όχι μεγάλα, και πηγούνι που σχημάτιζε μία τέλεια έλλειψη με τον μακρύ της λαιμό. Η επιδερμίδα της έμοιαζε με αυτόνομο μηχανισμό που αντικαθρέπτιζε τις εκάστοτε συγκινησιακές της διακυμάνσεις: ροδαλό κατά τον ενθουσιασμό και την ευθυμία, χλωμό σε στιγμές αμηχανίας ή δέους.


Ο Χάμχαντιουκ εξέφρασε την επιθυμία να πάει με την Ζοζεφίν στο διαμέρισμά της επί της Οδού de Montpensier και να απολαύσει εκεί τις υπηρεσίες της. Η Ζοζεφίν ήταν αρχικά διστακτική. Προτού όμως προλάβει να εκφέρει κάποια άρνηση, ο Χάμχαντιουκ έβγαλε από την τσέπη του φράκου του ένα μάτσο φράγκα και τα έφερε μπροστά στα μάτια της. Βλέποντας τα χαρτονομίσματα στην ροζιασμένη χούφτα του Χάμχαντιουκ, η Ζοζεφίν δεν μπορούσε παρά να αποδεχτεί την πρότασή του με έναν αποκαμωμένο αναστεναγμό. Η φύση της εργασίας της άλλωστε απαιτούσε συμβιβασμούς τέτοιου είδους.


Café des Aveugles

Οι δύο άντρες σηκώθηκαν από το τραπέζι, μαζί τους και η Ζοζεφίν. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ έβγαλε από την τσέπη του ένα χρυσό λουδοβίκι και το τοποθέτησε στο μπούστο της χοντρής πόρνης –Γκιζέλ το όνομά της- και πιο συγκεκριμένα στο σημείο ανάμεσα στους δύο πληθωρικούς της μαστούς. Η Γκιζέλ, έκθαμβη από την κίνηση αυτή, είπε στον Λόρδο ότι για μία τέτοια αμοιβή όφειλε να του προσφέρει τις υπηρεσίες της στο δικό της διαμέρισμα επί της Οδού de Beaujolais, όμως ο Λόρδος την διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε καμία απολύτως περαιτέρω υποχρέωση από την μεριά της εφόσον ο χρόνος του στο Café des Aveugles πέρασε ευχάριστα εξαιτίας της. Σαν η Γκιζέλ του αντιπαρατέθηκε πως οτιδήποτε άλλο παρά ως υποχρέωση έβλεπε τις υπηρεσίες της μ’ έναν τέτοιον άντρα, ο Λόρδος της αποκρίθηκε ότι διατηρούσε έναν σοβαρό δεσμό με μία γυναίκα και ότι δεν επιθυμούσε επ’ ουδενί να προδώσει ή να κηλιδώσει τον εν λόγω δεσμό με τέτοιου είδους ξεστρατίσματα. Αποχαιρετίστηκαν με ένα θερμό φιλί στα χείλη.


Βγαίνοντας στην Οδό de Montpensier, ο Χάμχαντιουκ είπε στον Λόρδο Γκρέηγουντ να τον περιμένει μέχρι να τελειώσει την δουλειά του με την Ζοζεφίν. Η Ζοζεφίν έμενε στον δεύτερο όροφο ενός μακρόστενου οικήματος που έφερε βαθιές ρωγμές στην πρόσοψή του. Ο Λόρδος –κατά την επιταγή του Χάμχαντιουκ- έκανε βόλτες στο σοκάκι της Οδού de Montpensier χτυπώντας ρυθμικά το μπαστούνι του στον λιθόστρωτο δρόμο. Ο πλανόδιος ακορντεονίστας τραγουδούσε το Vive la rose και το τραγίσιο μούσι του ταλαντευόταν παιχνιδιάρικα πάνω από το πτυσσόμενο φυσερό του ακορντεόν. Η φωνή του ήταν κάπως βαριά και αδέξια αλλά το πάθος με το οποίο τραγουδούσε κέρδισε την εκτίμηση του Λόρδου και τον προέτρεψε να του πετάξει κάμποσα ψιλά στο κασκέτο του.


«Merci monsieur !»


Παρόλες τις μεθυσμένες αερολογίες περί καρυδωμάτων, ο Λόρδος Γκρέηγουντ ουδέποτε θεώρησε ότι ο Χάμχαντιουκ θα έπραττε οτιδήποτε το οποίο θα έθετε σε κίνδυνο την αποστολή που του ανατέθηκε. Και τούτο επειδή ο Χάμχαντιουκ έτρεφε πριν και πάνω απ’ όλα τυφλή αφοσίωση στον Βρώμικο Ουίλμπουρ, μεγαλύτερη ίσως από εκείνη που έτρεφε προς τα αχαλίνωτα ένστικτα του επίβουλου χαρακτήρα του. Το τελευταίο πράγμα που θα επιθυμούσε ο Χάμχαντιουκ θα ήταν σίγουρα το να τραβήξει την προσοχή των Παρισίων επάνω σε εκείνον και στον Λόρδο και να ρισκάρει κατά τον τρόπο αυτόν κάθε προοπτική επίτευξης του σκοπού τους. Παρά την χαμηλή του νοημοσύνη, ο Χάμχαντιουκ δεν είχε τα κότσια να φερθεί τόσο απερίσκεπτα. Ο Λόρδος λοιπόν περιδιάβαινε την Οδό de Montpensier δίχως την παραμικρή ανησυχία, χαζεύοντας τις παρέες που έβγαιναν από τις υπόγειες ταβέρνες του Palais-Royal και διασκεδάζοντας με τα παζάρια που έκαναν οι νεαροί μποέμηδες με τις πόρνες της περιοχής ώστε να ικανοποιήσουν τις νεανικές τους ορμόνες έστω και για λίγα λεπτά της ώρας.


Αλίμονο όμως, η στάση αυτή του Λόρδου αποδείχτηκε αφελής στην συγκεκριμένη περίπτωση και τούτο θα αποσαφηνιστεί μετέπειτα. Σαν περάσαν τριάντα λεπτά, ο Χάμχαντιουκ εμφανίστηκε στην είσοδο του οικήματος καταφανώς αλαφιασμένος εφόσον κούμπωνε ακόμη το παντελόνι του και έφτιαχνε μες στην βιασύνη την πουκαμίσα του την οποία είχε φορέσει άτσαλα. Ήταν ιδρωμένος και ασυνήθιστα ωχρός. Έδειχνε σα να είχε πράξει κάτι που δεν έπρεπε.


«Πάμε να φύγουμε.» είπε στον Λόρδο Γκρέηγουντ με κοφτές αναπνοές.


Ο Χάμχαντιουκ βάδιζε γρήγορα στον δρόμο και ο Λόρδος τον ακολουθούσε από πίσω στοιχειωμένος από υποψίες. Είχαν ήδη απομακρυνθεί αρκετά από την Οδό de Montpensier όταν ξάφνου μέσα στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας ακούστηκε μία κραυγή τρόμου. Ήταν κραυγή από γυναίκα μεσόκοπη. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ στάθηκε ακίνητος και βάλθηκε να εντοπίσει το σημείο απ’ όπου προήλθε η κραυγή. Δεν χωρούσε καμία αμφιβολία. Η κραυγή προερχόταν από το οίκημα στο οποίο διέμενε η Ζοζεφίν. Πλήθος ανθρώπων άρχισε να τρέχει προς την Οδό de Montpensier, μαζί τους και ένας χωροφύλακας που πέρασε ακριβώς δίπλα από τους δύο άντρες ηχώντας δυνατά την σφυρίχτρα που είχε δαγκωμένη στο στόμα. Ο Χάμχαντιουκ κοίταξε τον Λόρδο που παρατηρούσε όλη αυτή την ξαφνική αναστάτωση και του είπε με θυμό:


«Μην στέκεσαι έτσι σαν ηλίθιος! Πάμε να φύγουμε από δω!»


Οι δύο άντρες συνέχιζαν να βαδίζουν στο δρόμο με βήμα γοργό. Δεν προχώρησαν όμως πολλά μέτρα και ο Λόρδος –γρήγορος σαν αστραπή- σήκωσε το μπαστούνι του και το έφερε μπροστά στον Χάμχαντιουκ ανακόπτωντας έτσι την βιαστική του πορεία. Ο Χάμχαντιουκ τον κοίταξε έκπληκτος για το θράσος του.


«Μπαγκς… Μήπως έχεις κάνει κάτι το επιλήψιμο;» ρώτησε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


Τα μάτια του Χάμχαντιουκ σκλήρυναν. Με μια απότομη κίνηση του χεριού έσπρωξε το μπαστούνι του Λόρδου μακριά από το σώμα του.


«Μην ασχολείσαι με το τι κάνω εγώ, κρετίνε. Το τι κάνω εγώ είναι αποκλειστικά δική μου δουλειά και εσύ δεν πρέπει να ανακατεύεσαι. Σε προειδοποιώ, Λόρδε: Μην ανακατεύεσαι στις δικές μου υποθέσεις γιατί δεν απέχω και πολύ από το να σε ξεπαστρέψω και να αναλάβω την αποστολή ολομόναχος. Έγινα αντιληπτός, κρετίνε;» είπε.


«Ελπίζω μονάχα να μην είσαι τόσο ανόητος όσο δείχνεις, Μπαγκς. Φαντάζομαι πως γνωρίζεις πολύ καλά ότι το τελευταίο πράγμα που θα θέλαμε είναι να τραβήξουμε την προσοχή της παριζιάνικης αστυνομίας επάνω μας κατά την διαμονή μας εδώ πέρα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, έτσι δεν είναι;» έκανε ο Λόρδος.


«Βούλωσε το στόμα σου, Λόρδε. Από δω και στο εξής θα μιλάς μονάχα όταν θα σου απευθύνω εγώ τον λόγο. Θα κάνεις αυτό που θα ορίζω εγώ. Ακριβώς, Λόρδε. Από αύριο κιόλας αναλαμβάνω εγώ την αρχηγία στην συνεργασία μας. Που σημαίνει ότι πολλές από τις συνήθειές σου θα αλλάξουν είτε σου αρέσει ή όχι. Από αύριο κιόλας, θα περνάς τον χρόνο σου αποκλειστικά μαζί μου και θα δεν θα φεύγεις ούτε στιγμή από τα μάτια μου. Θα λειτουργείς ως υπηρέτης μου και θα ακολουθείς πιστά τις διαταγές μου. Τούτη είναι η νέα κατάσταση των πραγμάτων. Οπότε σου συνιστώ να συνηθίσεις τούτον τον νέο τρόπο ζωής.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


Οι δύο άντρες ανέβηκαν σε μια άμαξα και πήραν τον δρόμο για την πανσιόν Les Paons Fiers. Φθάνοντας στην πανσιόν, ανέβηκαν στον όροφό τους αμίλητοι και άνοιξαν ο καθένας την πόρτα του δωματίου του. Προτού όμως ο Λόρδος προλάβει να μπει στο δωμάτιό του, ο Χάμχαντιουκ του άρπαξε με θρασύτητα το κλειδί από το χέρι.


«Θα κρατήσω εγώ το κλειδί σου, Λόρδε. Θέλω να είμαι σίγουρος ότι δεν θα μου ξεγλιστρήσεις πάλι. Θα σου ανοίξω το πρωί μόλις σηκωθώ. Θα φάμε πρωινό μαζί. Καλή σου νύχτα.» είπε με ένα κακεντρεχές χαμόγελο στα χείλη, ύστερα κλείδωσε τον Λόρδο μέσα στο δωμάτιό του, έχωσε το κλειδί στην τσέπη του γιλέκου του και πήγε κατευθείαν για ύπνο.



---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Εκδίδει τα έργα του στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα:

(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.




©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769