©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info@okypus.com

tel: +306946385769

Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 10 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.


Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Γοτθικός Τρόμος, Φαντασία και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 10 από 36]


---


V


Κάποτε έδυσε και ο ήλιος, και η νύχτα ανέλαβε τον καμβά του παριζιάνικου ουρανού βουτώντας την Οδό Quentin-Bauchart στο σκοτάδι, και τότε το φέγγος από τις ελαιολυχνίες χαρακτήριζε τα στόρια των παραθύρων της πανσιόν Les Paons Fiers. Ο Χάμχαντιουκ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με τα μάτια ορθάνοιχτα και με την μαχαίρα σφιχταγκαλιασμένη στο στήθος του. Ήχοι βημάτων από το διπλανό δωμάτιο. Ο Χάμχαντιουκ τινάχτηκε από το κρεβάτι του και βγήκε στον διάδρομο. Ξεκλείδωσε την πόρτα του δωματίου του Λόρδου. Ανοίγοντάς την, αντίκρισε τον Λόρδο –ενδεδυμένο με το καθιερωμένο του μαύρο φράκο της Σαβίλ Ρόου- να κάθεται στο χαμηλό σκαμνί του μπουντουάρ βαστώντας την φυλλάδα της Le Constitutionnel στα χέρια του κάτω από το φως της λυχνίας. Το πρόσωπό του ήταν καταβυθισμένο σε θλίψη, βαριά και ατέρμονη θλίψη.


«Ώστε το έκανες λοιπόν… Δεν μπορούσες να αντισταθείς στον πειρασμό… Έπρεπε να το είχα καταλάβει… Έπρεπε να σε είχα σταματήσει…» έκανε ο Λόρδος Γκρέηγουντ στον Χάμχαντιουκ με τα μάτια παραδομένα στην φλογοκόκκινη ανταύγεια σε βαθμό τέτοιον που οι πυρκαγιές τους τώρα διαχέονταν στις διαστάσεις του δωματίου.


Το άρθρο βρισκόταν στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας. Τιτλοφορούνταν ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΝΕΑΡΗΣ ΠΟΡΝΗΣ. Δίπλα από τον τίτλο πόζαρε το σκίτσο του θύματος. Ο σκιτσογράφος της Le Constitutionnel είχε επιστρατεύσει όλη του την τέχνη στην αποτύπωση του προσώπου, οι έντονες γραμμές της μελάνης όμως δεν ήσαν ικανές να αναπαραστήσουν με ακρίβεια την ντελικάτη φυσιογνωμία της Ζοζεφίν.


Νεκρή ευρέθη αργά την περασμένην νύκτα η Ζοζεφίν Μ., ιερόδουλος εις το επάγγελμα, εις το διαμέρισμά της επί της Οδού de Montpensier, στο κέντρον του Παρισίου. Το πτώμα του θύματος ανεκαλύφθη από τους γείτονες του οικήματος ολίγα λεπτά μετά το έγκλημα. Ο ιατροδικαστής απέδωσε την αιτίαν του θανάτου εις στραγγαλισμόν μετά θραύσεως του αυχένος. Αυτόπται μάρτυρες αναφέρουσι ότι η κεφαλή του θύματος ήτο περιεστραμμένη δηλονότι το πρόσωπον του θύματος ήτο πλήρως στραμμένον όπισθεν. Η αστυνομία εστιάζει την δράσην της εις τον εντοπισμόν δύο υπόπτων αλλοδαπών, ο ένας εκ των οποίων φέρεται να είναι Ουαλός. Οποιοσδήποτε γνωρίζει οτιδήποτε δια την υπόθεσην παρακαλείται όπως επικοινωνήσει αμέσως με την Αστυνομίαν του Παρισιού ίνα παραθέσει πάσαν σχετικήν πληροφορίαν.


«Περιδιαβαίνω τον κόσμο τόσους χρόνους, κι όμως δεν έχω μάθει ακόμη να προβλέπω την ανθρώπινη φύση σε όλες τις προεκτάσεις της… Η ανθρώπινη ψυχή παραμένει ακόμα για μένα μία άβυσσος που αρνείται πεισματικά να αποκρυπτογραφηθεί σαν φανερώσει στιγμιαία τα απύθμενα βάθη της. Θα έπρεπε να έχω μάθει να διαβάζω τους ανθρώπους ως τώρα, θα έπρεπε να έχω εξασκηθεί στην κάθε τους ιδιοσυγκρασία, στο κάθε τους κουσούρι. Αποδεικνύεται δυστυχώς ότι είμαι αδύναμος και αφελής ως προς το ανθρώπινο στοιχείο. Ίσως επειδή κατά βάθος πιστεύω στους ανθρώπους. Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου που δεν σε σταμάτησα, Μπαγκς. Θα είμαι πάντοτε στοιχειωμένος από τύψεις για την Ζοζεφίν. Και τούτο επειδή ο πραγματικός ένοχος σε αυτήν την ιστορία είμαι εγώ, όχι εσύ. Δεν είναι ειρωνικό; Δεν είναι άδικο; Μέσα στο σκοτάδι που ζω, θα προστεθεί κι άλλο σκοτάδι. Εγώ θα τιμωρούμαι αιώνια ενώ εσύ θα είσαι πάντοτε περιχαρής μέσα στην προσωπική, αδιάβλητη, αμόλυντη όαση της μικρής σου ύπαρξης. Έχεις βρει τον παράδεισό σου, Μπαγκς, και κανείς δεν μπορεί να σου τον πάρει μακριά. Εγώ, από την άλλη, ζω στην κόλαση παρηγορώντας τον εαυτό μου με το να καταφρονώ παραδείσους σαν τους δικούς σου. Κι όμως, εγώ είμαι δυστυχής ενώ εσύ είσαι τρισευτυχισμένος… Πόσο ειρωνικό και πόσο άδικο συνάμα…!» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ περίλυπος με το βλέμμα εστιασμένο στο σκίτσο της Ζοζεφίν.


«Πρέπει να μιλήσουμε.» έκανε κοφτά ο Χάμχαντιουκ και οι φονικές του προθέσεις εφαρμόζονταν άγαρμπα στην φωνή του προσδίδοντάς της μία στρεβλή χροιά.


Ο Λόρδος σήκωσε το κεφάλι και κάρφωσε τα κόκκινα μάτια του στον Χάμχαντιουκ. Νιώθοντας ασφαλής με την μαχαίρα στο ζωνάρι του, ο Χάμχαντιουκ αψήφισε το ανακλαστικό ρίγος στην ραχοκοκαλιά του σαν μαρτύρησε τα μάτια εκείνα που αποδέσμευαν τις αστραφτερές αχτίδες του κόκκινου. Το εάν ήταν οργή ή θρήνος κείνο το παλλόμενο κόκκινο χρώμα ήταν πια άνευ σημασίας. Σε ό,τι αφορούσε τον Χάμχαντιουκ, ο Λόρδος δεν ήταν παρά ένας μελλοθάνατος λίγο πριν την εκτέλεσή του.


«Ναι. Αυτό πρέπει να το κάνουμε.» αποκρίθηκε ο Λόρδος.


«Έλα στο δωμάτιό μου.» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ σηκώθηκε και βγήκε στον διάδρομο. Μπήκαν και οι δυο στο δωμάτιο του Χάμχαντιουκ. Ο Χάμχαντιουκ τον πρόσταξε να κάτσει και κλείδωσε την πόρτα. Ο Λόρδος κάθισε στο σκαμνί αμίλητος. Ο Χάμχαντιουκ αρχίνησε να κόβει βόλτες περιτριγυρίζοντας τον Λόρδο και υπολογίζοντας τις επόμενες κινήσεις και κουβέντες του.


«Λοιπόν Λόρδε, τα πράγματα έχουν ως εξής. Δεν είμαι ευχαριστημένος με την συνεργασία μας. Σε είχα προειδοποιήσει αρκετές φορές για τις απαιτήσεις μου με τους συνεργάτες μου. Υπάρχουν πολλά χούγια σε σένα τα οποία δεν μπορώ να ανεχτώ και σε ενημέρωσα γι’ αυτό με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο. Χθες ήμουν αρκετά σαφής σχετικά με το ποια θα πρέπει να είναι η διαγωγή σου απέναντί μου από δω κι εμπρός. Όμως γι’ άλλη μια φορά με αγνόησες. Δεν με άκουσες. Εξαφανίστηκες πάλι ενώ σου είχα εξηγήσει ρητά ότι επιθυμούσα να περάσουμε την ημέρα μαζί. Αυτή σου η κίνηση ξεχείλισε το ποτήρι.» είπε ο Χάμχαντιουκ μελετώντας παράλληλα την ύπουλη ακινησία του Λόρδου.


«Δεν είμαι διαθέσιμος για κανέναν κατά την διάρκεια της ημέρας, Μπαγκς. Στο είχα ξεκαθαρίσει αυτό.» τον διέκοψε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Βγάλε τον σκασμό, κρετίνε. Θα μιλήσεις μονάχα εάν σου δώσω εγώ τον λόγο.» γρύλισε ο Χάμχαντιουκ και συνέχισε: «Κάτω από τούτες τις συνθήκες, δεν μου αφήνεις πολλά περιθώρια. Κατά πως το βλέπω εγώ, έχουμε μπροστά μας δύο επιλογές. Ή λύνουμε την συνεργασία μας με ό,τι αυτό συνεπάγεται ή ακολουθείς πιστά και κατά γράμμα τις εντολές μου χωρίς ξεστρατίσματα. Το μόνο που μπορώ να κάνω εγώ για σένα είναι να σου δώσω μία τελευταία και μοναδική ευκαιρία να επιδείξεις μεταμέλεια. Τούτο σημαίνει ότι οι καθημερινές σου συνήθειες αλλάζουν για τα καλά και εναρμονίζονται απόλυτα με τα δικά μου γούστα. Με λίγα λόγια και συνοπτικά: Εγώ προστάζω, εσύ υπακούς. Λοιπόν Λόρδε; Τι προτιμάς;»


«Μπαγκς…» έκανε ο Λόρδος με έναν πονεμένο ψίθυρο. «Είσαι ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στην γη τον οποίο θα υπακούσω.»


«Πρόσεξε τα λόγια σου με μένα, μπάσταρδε!» φώναξε ο Χάμχαντιουκ και άρπαξε τον Λόρδο βίαια από το κολάρο. Το αμέσως επόμενο βήμα θα ήταν να βγάλει με το άλλο χέρι την μαχαίρα από το ζωνάρι.


Ούτε καν συνέλαβε το αριστερό χέρι του Λόρδου που τινάχτηκε μεμιάς και τον γράπωσε από το λαρύγγι. Τέτοια ήταν η γοργότητα της κίνησης που ο Χάμχαντιουκ δεν πρόλαβε να διανοηθεί κάποια αντίδραση. Το χέρι τον έσφιξε δυνατά στο προγούλι, τόσο δυνατά που σχεδόν του έκοβε την ανάσα. Κάποια παρόρμηση γεννώμενη από απελπισιά και δέος έκανε τον Χάμχαντιουκ να βγάλει την μαχαίρα από το ζωνάρι, και τότε το δεξί χέρι του Λόρδου έσπευσε προς το σημείο και τα δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω από τον καρπό του Χάμχαντιουκ και τον έσφιξαν σαν μεταλλική πρέσα. Η πίεση στον καρπό γίνηκε αβάσταγη ώσπου η παλάμη του Χάμχαντιουκ άνοιξε σαν από δική της βούληση αφήνοντας την μαχαίρα να πέσει στο πάτωμα.


Κυριευμένος τώρα από τρόμο, ο Χάμχαντιουκ έστρεψε το βλέμμα του προς το πρόσωπο του Λόρδου. Τα μάτια αχτιδοβολούσαν ολάκερα τις φλογοκόκκινες ανταύγειες, το κόκκινο όμως τώρα ήταν λαμπερό σαν τα πυρακτωμένα κάρβουνα στο καμίνι ενός σιδηροτεχνίτη και αρνούμενο να φανερώσει κόρη και ίριδα στο σελάγισμά του. Ένας βρυχηθμός θεριού ανήμερου ήχησε από τον φάρυγγα του Λόρδου μαρτυρώντας πόθους καταπιεσμένους και προαναγγέλοντας τον θάνατο δύσμοιρου θηράματος –του Χάμχαντιουκ εν προκειμένω. Οι γνάθοι στο καλοσχηματισμένο εκείνο πρόσωπο προεκτάθηκαν προσομοιάζοντας το ρύγχος ενός άγριου λύκου. Το στόμα άνοιξε διάπλατα και φανέρωσε τις οδοντοστοιχίες, και τότε οι κυνόδοντες της άνω σιαγόνας άρχισαν να επιμηκύνονται αποκαλύπτοντας τις βαθιές τους ρίζες ώσπου γίνηκαν κάποτε μακριοί και γαμψοί και έτοιμοι να κατασπαράξουν.


«Διάολε! Το ήξερα! Είχα ψυλλιαστεί ότι δεν ήσουν ανθρώπινος!» ούρλιαξε ο Χάμχαντιουκ καθώς τα απειλητικά εκείνα σαγόνια χίμηξαν στον λαιμό του και οι κοφτεροί κυνόδοντες μπήχτηκαν σφοδροί στην καρωτίδα.


Άλλος ένας βρυχηθμός ήχησε βαρύγδουπος, και έπειτα καταλάγιασε με έναν ξεφτισμένο λυγμό για να τον διαδεχτεί το μακρόσυρτο κροτάλισμα φονικού ερπετού. Το δέρμα του Λόρδου μετουσιωνόταν προοδευτικά σε συμπαγή βλέννη, και μέσα από την ημιδιάφανη υπόσταση της βλέννης διακρίνονταν οι περιπεπλεγμένες διακλαδώσεις των αιμοφόρων αγγείων –μπλε και κόκκινες. Υψώνοντας το έκπληκτο βλέμμα του, ο Χάμχαντιουκ είδε το ίδιο του το αίμα να εγκαταλείπει την καρωτίδα του και να περνά στο βλεννώδες λαρύγγι του θηρίου. Το λαμπερό κόκκινο χρώμα στα μάτια του Λόρδου σκοτείνιασε τότε με μικροεκρήξεις και οι αμφιβληστροειδείς απέκτησαν ξάφνου ένα αστραφτερό ασημένιο επίχρισμα που αντιφέγγιζε το πενιχρό φως του δωματίου και μαρτυρούσε την απόκοσμη έκσταση του θηρίου για την ικανοποίηση μίας καίριας ζωτικής του ανάγκης -της δίψας για φρέσκο ανθρώπινο αίμα. Ήρθε κάποτε αναπόφευκτα και η παραζάλη στις αισθήσεις του Χάμχαντιουκ εφόσον είχε απολέσει γαλόνια ολάκερα από αίμα. Οι δυνάμεις του είχαν πλέον εξασθενηθεί και ήταν παντελώς ανήμπορος να αντισταθεί στο θηρίο που εξακολουθούσε αμείλικτο να τον αφαιμάζει.



Το αίμα! –το κόκκινο αυτό μαγικό ελιξίριο που βαστά τους ανθρώπους στο κρυπτικό αίνιγμα της κοσμογονίας που ονομάζεται ζωή τροφοδοτούσε μπόλικο τους αδένες του θηρίου και η ατέρμονη ηδονή της πόσης έκανε τα ασημόγκριζα μάτια να φεγγοβολούν σαν δυο ολόγιωμες σελήνες. Το βλεννώδες κορμί σπαρταρούσε ολάκερο από την ενέργεια που έδρεπε και σπινθηροβολούσε στην σύστασή του από έξαψη. Τούτες ήσαν οι τελευταίες εικόνες που απάντησε ο Χάμχαντιουκ μέσα στην σύγχυση του νου του προτού ζυγώσει κείνη η νεκρική λιγοθυμιά και απορρίψει το βλέμμα του στον ζόφο. Ώσπου το θηρίο είχε απομυζήσει πλέον αρκετά και, ελευθερώνοντας τον Χάμχαντιουκ από τα αιμοβόρικα σαγόνια του, πέταξε το μελανιασμένο του κατάλοιπο στο πάτωμα. Το βλεννώδες κορμί εγκατέλειπε τώρα την φτιαξιά του θεριού δίνοντας τόπο στην ανθρώπινη ωχρή επιδερμίδα και το πρόσωπο επανερχόταν αργά και σταθερά στην πρότερη θωριά του. Το θηρίο είχε πια ανθρώπινη μορφή. Την μορφή του Λόρδου Γκρέηγουντ.


«Ακριβώς, Μπαγκς. Δεν είμαι ανθρώπινος. Είμαι ένας βρυκόλακας. Ή τουλάχιστον τούτη είναι η ονομασία που έχουν δώσει οι άνθρωποι στο είδος μου.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ με τα μάτια γλαρωμένα από αγαλλίαση. Το νεκροζώντανο στοιχείο του είχε αγγίξει πλέον μία κατάσταση απόλυτης μακαριότητας που –αλίμονο!- ήταν μόνον προσωρινή.


Ο Χάμχαντιουκ δεν είχε πεθάνει ακόμη παρά την τεράστια απώλεια αίματος. Αγκομαχούσε αιμόφυρτος ενίοτε χτυπώντας τις αποδυναμωμένες του γροθιές στο πάτωμα. Ευρισκόμενος σε πλήρη απόγνωση τώρα, έφερε το δεξί του χέρι στον λαιμό του για να σταματήσει την αιμορραγία των δύο οπών που προκλήθηκαν από τους κυνόδοντες του Λόρδου. Το σώμα του σπαρταρούσε με ξαφνικές σπασμωδικές κινήσεις κάθε φορά που η ιδέα του θανάτου κοντοσίμωνε τα λογικά του.


«Μην το πολεμάς, Μπαγκς. Άσε το να συμβεί. Άσε το να έρθει γλυκά και ήρεμα. Έχεις χάσει πολύ αίμα. Δεν ωφελεί να κοπιάζεις. Όσο αντιστέκεσαι σε τούτον τον θάνατο, τόσο πιο βασανιστικός γίνεται.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ παρατηρώντας με ένοχη ευθυμία τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Χάμχαντιουκ να κρατηθεί στην ζωή.


Ο Χάμχαντιουκ, παρακούοντας την συμβουλή του Λόρδου, ξεκίνησε να παίρνει συνεχείς κοφτές ανάσες προκειμένου να διατηρήσει τον αέρα στα πνευμόνια. Το μελανιασμένο του πρόσωπο ίδρωνε ολοένα και περισσότερο και τα μάτια του γούρλωναν ανταριασμένα σα να αντίκριζαν το δρεπάνι του Χάρου έτοιμο να του θερίσει την ψυχή. Καταφέρνοντας να στρέψει το σώμα του μπρούμυτα με μια άγαρμπη κίνηση, άρχισε να σέρνεται στο πάτωμα μουγκρίζοντας. Σκοπός του ήταν να καταφτάσει το κρεβάτι, και πιο συγκεκριμένα το πανωφόρι του που βρισκόταν κρεμασμένο στο κιγκλίδωμα του κρεβατιού.


Ο Λόρδος πλησίασε όλος περιέργεια το πανωφόρι του Χάμχαντιουκ και, χώνοντας το χέρι του στην εσωτερική τσέπη, έβγαλε από μέσα την πιστόλα. Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του. Ο ίδιος αδιόρθωτος Χάμχαντιουκ! Ακόμη και την ύστατη στιγμή του θανάτου, οι σκέψεις του αφορούσαν φόνο -έστω και για εκδίκηση.


«Θα το πάρω εγώ αυτό, Μπαγκς. Δεν θα σε εξυπηρετήσει ούτως ή άλλως. Είμαι βρυκόλακας. Ήτοι είμαι ήδη νεκρός. Αλλά και ζωντανός. Νεκροζώντανος. Και ως τέτοιος, τα βόλια δεν μπορούν να με βλάψουν. Το μόνο που θα καταφέρεις με την πιστόλα είναι να δημιουργήσεις περιττή φασαρία.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ και, παίρνοντας την πιστόλα, έκατσε στο σκαμνί του μπουντουάρ.


Ο Χάμχαντιουκ γύρισε πάλι αποκαμωμένος το σώμα του ανάσκελα. Τα βλέφαρα των ματιών του τρεμοπαίζαν καθώς ατένιζε το ταβάνι. Το δεξί του χέρι δεν άφηνε στιγμή τις οπές του λαιμού του. Αρνούνταν πεισματικά να παραδοθεί τόσο εύκολα στην αγκάλη του θανάτου. Καθώς τα δόντια του ήσαν σφιγμένα μεταξύ τους, ο Χάμχαντιουκ έπαιρνε γοργές διακεκομμένες ανάσες από τα ρουθούνια παράγοντας έναν αφόρητα ενοχλητικό θόρυβο. Όπως στην ζωή του ενέπνεε την αποστροφή, ο Χάμχαντιουκ γινόταν το ίδιο δυσάρεστος και στον θάνατο.


Μια ψυχή ήτο έτοιμη να εγκαταλείψει την πανσιόν Les Paons Fiers από στιγμή σε στιγμή. Και τί ψυχή αλήθεια!


---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Εκδίδει τα έργα του στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα:

(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.