©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info@okypus.com

tel: +306946385769

Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 11 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.


Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Γοτθικός Τρόμος, Φαντασία και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 11 από 36]


---


VI


«Επίτρεψέ μου να σου διηγηθώ την ιστορία μου, Μπαγκς. Έχεις άλλωστε κάθε δικαίωμα να γνωρίζεις λίγα πράγματα για εκείνον που σου αφαίρεσε την ζωή. Πόσο μάλλον όταν έχουμε περάσει κάμποσες στιγμές ο ένας στην συντροφιά του αλλουνού… Άφησέ με να σου διηγηθώ την ιστορία μου. Το έχω τόση ανάγκη! Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που εκμυστηρεύθηκα σε άνθρωπο την πορεία μου πάνω στην γη. Άφησέ με να σου μιλήσω για μένα.


Ας ξεκινήσω ως εξής: Σαν τους ανθρώπους, οι βρυκόλακες είναι διαιρεμένοι σε φυλές. Εγώ ανήκω στο Τάγμα των Strigoi Morti. Δεν κρίνω κάποιο νόημα στο να σου εξηγήσω ή να σου περιγράψω ποιες είναι οι ιδιότητες των Strigoi Morti καθότι θα αναγκαστώ να μακρηγορήσω, και αναμφίβολα –σε τούτες τις δύσκολες στιγμές που περνάς- δεν θέλεις κάποιον να φλυαρεί πάνω απ’ το κεφάλι σου προσφέροντάς σου άχρηστες πληροφορίες. Ας παραθέσω μονάχα πως -ως Strigoi Mort- έχω την δύναμη να μεταμορφώνομαι σε διάφορες οντότητες. Παίρνω διάφορες μορφές, κυρίως της νυχτερίδας, του λύκου, μορφές ερπετών, γίνομαι ακόμη και ομίχλη –πράσινη ομίχλη. Με θρέφει το αίμα. Δεν είμαι άτρωτος, το ηλιόφως μπορεί να με καταστρέψει. Η θωριά του σταυρού με ρίπτει σε ίλιγγο και σκοτοδίνη.


Γεννήθηκα το έτος 1214. Τούτο, θαρρώ, αποδίδει την ηλικία μου στους εξακόσιους περίπου χρόνους. Δεν θα υπερέβαλλα όμως –πίστεψέ με- εάν ισχυριζόμουν ότι ο μακρύς τούτος βίος μου υπήρξε ως τώρα τόσο φευγαλέος στις αισθήσεις όσο και ο δικός σου. Έστω και αν ο δικός σου βρίσκεται τώρα πια κοντά στο τέλος του. Γεννήθηκα σε ένα μικρό βοσκοτόπι της Τρανσυλβανίας, έναν τόπο με την ονομασία Βιράγκφαλου, στους πρόποδες των Καρπαθίων, όχι πολύ μακριά από την πόλη Μπίστριτσα. Ήταν ένα μικροσκοπικό χωριό με είκοσι καλύβια, όλοι μας γεωργοί, χοιροβοσκοί και προβατάρηδες. Το όνομα που μου ‘λαχε για τους εικοσιεπτά χρόνους της ανθρώπινης ζωής μου ήταν Ίστβαν Κζόνκα. Ήμουν το έβδομο παιδί της φαμίλιας μου, ο μικρότερος αδερφός σε αδερφούς και αδερφάδες.


Στο Βιράγκφαλου οι χωριανοί –ευγνώμονες για τα λίγα στρέμματα εύφορης γης που τους παρέδωκε ο Παντοδύναμος- έχτισαν και ένα μικρό χριστιανορθόδοξο ξωκλήσι, ένα από τα πρώτα στην Τρανσυλβανία, τον ναό της Προστάτιδας Παναγιάς. Ήταν ένα υποτυπώδες δόμημα από πλινθιά, με έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό πάνω στην κορυφή της τριγωνικής πρόσοψης. Σαν ο ήλιος βασίλευε πίσω από την οροσειρά των Καρπαθίων στο δείλι της ημέρας, οι στερνές κόκκινες ηλιαχτίδες ευλογούσαν εγκάρσιες τον ξύλινο σταυρό, και τότε ο ίσκιος του σταυρού απλωνόταν μεγαλοπρεπής σ’ ολάκερο το χωριό κάνοντας όλες τις φαμίλιες να νιώθουν ασφαλείς στην δικαιοδοσία του Κυρίου. Ο μεγάλος μου αδερφός, ο Κρίστιαν, διορίσθηκε ιερωμένος και τελούσε τις λειτουργίες της Προστάτιδας Παναγιάς κάθε Κυριακή ως όριζε η πίστη μας.


Διατηρώ τις γλυκύτερες αναμνήσεις από το Βιράγκφαλου. Ο νεκρικός ζόφος μες στον οποίο σεργιανίζω εδώ και αιώνες τώρα δεν έχει καταφέρει να απαλείψει το μελιχρό καταστάλαγμα εκείνων των εικοσιεπτά χρόνων στο χωριό. Εσένα δεν θα σου άρεσε το Βιράγκφαλου, Μπαγκς. Θα το μισούσες. Δεν θα άντεχες τους μειλίχιους ρυθμούς του. Μαθημένος καθώς είσαι στην βαβούρα των μεγαλουπόλεων, θα έβρισκες το Βιράγκφαλου ανιαρό. Χρειάζεται κανείς δεξιοτεχνία για να εκτιμήσει τα απλά πράγματα στην ζωή. Και εγώ έμαθα να εκτιμώ τα πράγματα εκείνα που το Βιράγκφαλου πρόσφερε απλόχερα. Η αμήχανη σιγή της πλάσης πριν την ανατολή του ήλιου, η υγρή χλωροφύλλη που λαμπύριζε υπό την μορφή διάσπαρτων διαμαντιών πάνω στις φυλλωσιές των κέδρων κατά την νύχτα, η τραχιά μυρωδιά της κοπριάς που έθρεφε τις ρίζες των σίτων, οι ψαλμωδίες των γεωργών σαν όργωναν την γη τα μεσημέρια, τα παραπονεμένα βόδια που έσερναν το αλέτρι, το μουγκρητό της μυλόπετρας κατά το άλεσμα, οι βαρείς χειμώνες που μας μάντρωναν γύρω από τα αναμμένα τζάκια, η γιορτή της άνοιξης με την μεγάλη φωτιά στο κέντρο του χωριού και τα αδιήγητα μεθύσια του κόκκινου οίνου, τα κατάλευκα εντελβάις που ξεπετιόνταν στους αγρούς μέσα στον Ιούλη. Δεν θα σου άρεσε το Βιράγκφαλου, Μπαγκς. Θα το μισούσες.


Αλίμονο- το έτος 1241 έμελλε να σημαδέψει και το τέλος της θνητής μου ζωής. Τι ήμουνα! Ένα αμόρφωτο αγροτόπαιδο, ο κόσμος του οποίου αρχινούσε και απέληγε στα όρια του Βιράγκφαλου. Το έτος 1241, η Χρυσή Ορδή των Μογγόλων υπό την αρχηγία του σφαγέα Μπατού Χαν –εγγονού του πρώην αυτοκράτορα Τζένγκις Χαν- εισέβαλε με ανυπέρβλητες δυνάμεις στην Ευρώπη και κατέφθασε στην Τρανσυλβανία καίγοντας και εξολοθρεύοντας τους κατεκτημένους λαούς, δίχως διακρίσεις, δίχως οίκτο. Στο Βιράγκφαλου όμως ζούσαμε την δική μας ευδαιμονία, έχοντας πλήρη άγνοια για τον δήμιο που πλησίαζε το μικρό μας κομμάτι γης.


Ήταν άνοιξη. Ήταν μια ημέρα όπου μάλωσα με τον γέρο πατέρα μου. Ο λόγος ήταν τόσο ασήμαντος που ούτε καν τον θυμάμαι. Ή ίσως και να μην θέλω να τον θυμηθώ. Ή απλά δεν εμπιστεύομαι την μνήμη μου. Θα μπορούσα να διατεθώ ότι ο καβγάς μας αφορούσε το ζήτημα της οικογενειακής μου αποκατάστασης αλλά τούτο δεν θα ήταν παρά μια απλή εικασία. Μικρή σημασία έχει ο λόγος, εγκατέλειψα το πατρικό μου σπίτι οργισμένος, με την οργή εκείνη που αφορμάται από τα αφελή νιάτα. Σκοπός μου –ως εκείνος μορφώθηκε από τον αδόμητο συλλογισμό της στιγμής- ήταν να φύγω από το Βιράγκφαλου για πάντα και να μην ξαναγυρίσω ποτέ.


Φυσικά, ως κι εγώ γνώριζα ότι δεν θα πήγαινα πουθενά. Σαν που θα πήγαινα! Μία ολόκληρη ζωή εικοσιεπτά χρόνων δεν είχα πατήσει το πόδι μου ποτέ έξω από το Βιράγκφαλου. Συμβιβάστηκα ως εκ τούτου όλος ντροπή με την ατολμία του εαυτού μου, και αποφάσισα να διαμείνω στο Σεντέρντου –στο δάσος που έστεκε κοντά στο Βιράγκφαλου- για κάμποσες ημέρες μέχρι να βρω το κουράγιο να επιστρέψω στο σπίτι μου. Το πείσμα με έκανε να περάσω επτά ολόκληρα μερόνυχτα ανάμεσα στις πανύψηλες βελανιδιές του Σεντέρντου. Τρεφόμουν με τα βελανίδια των κλαδιών και με βολβούς που ξέσκαβα μέσα από την γη, τροφή ενίοτε πικρή στην γεύση αλλά την άντεχα. Μία μικρή γούρνα με νερό ξεδιψούσε το λαρύγγι μου.


Οι ώρες στο Σεντέρντου περνούσαν νωχελικά σαν το βραδύ σύρσιμο της χελώνης, πόσο μάλλον για την αντίληψη ενός νέου άνδρα με καρτερικότητα λειψή όπως ήμουν εγώ τότες. Για τον λόγο αυτόν, έβγαλα τον αυλό που είχα κρεμασμένον από τον λαιμό μου με ένα γνέμα και έπαιζα διαρκώς την μοναδική μελωδία που ήξερα, την μελωδία ενός παλιού ποιμενικού τραγουδιού του Βιράγκφαλου που λεγόταν Τα εντελβάις του χωριού μου. Η μελωδία όμως αποδείχθηκε πενιχρή σε νότες, και ο χρόνος –που τόσο επίμονα πεθυμούσα να κάνω λιγότερο μονότονο- γινόταν πιο αχανής κι από το αχανές δάσος του Σεντέρντου ώσπου κάποτε η επανάληψη της μελωδίας κούραζε πλέον ως και τις άψυχες πέτρες.



Ξεκίνησα λοιπόν να αποπειρώμαι παραλλαγές της μελωδίας προσθέτοντας και αφαιρώντας νότες εδώ κι εκεί, τόσο με αγαρμποσύνη όσο και με αυτοπεποίθηση. Μοναδικός μου σύμβουλος στην δημιουργική αυτή εξόρμηση ήταν τα ίδια μου τα αυτιά και δεν μπορούσα παρά να βασιστώ στην δική τους κρίση ώστε να συνθέσω τις μουσικές συμφωνίες στις οποίες στόχευα -έστω και με τη δόση γλυκιάς αφέλειας που με διέκρινε. Εξασκούμουν ασταμάτητα, τόσο που θαρρούσα πως οι βελανιδιές θα ζωντάνευαν κάποια στιγμή και θα με τσάκιζαν με τα κλαδιά τους.


Την νύχτα άκουσα τα ουρλιαχτά των λύκων. Ήταν εκείνη η αγέλη που είχε ριζοβολήσει στο δάσος του Σεντέρντου πριν αρκετό καιρό και είχε προκαλέσει το δέος και την απορία στους χωριανούς του Βιράγκφαλου καθότι δεν πλησίαζε ποτέ το χωριό και τα ζωντανά του. Και τούτο παρά το γεγονός ότι ήταν αγέλη από γκρίζους λύκους. Κάποιος συχωριανός μας πληροφόρησε κάποτε ότι είχε συναπαντήσει την αγέλη μια νύχτα και ότι τα μάτια των λύκων ήσαν κατακόκκινα και έλαμπαν. Όμως κανείς μας δεν εξέλαβε την μαρτυρία τούτη ως ένα φαινόμενο αξιοπερίεργο επειδή το σεληνόφως της νύχτας δύναται πολλές φορές να δημιουργήσει κάθε λογής οφθαλμαπάτη σαν αντικαθρεφτίζεται στα μάτια ενός θηρίου όπως ο γκρίζος λύκος. Έτσι, αφήσαμε τους λύκους ήσυχους να ζήσουν την ζωή τους στο δάσος όπως κι εκείνοι άφηναν εμάς ήσυχους στο μικρό μας Βιράγκφαλου.


Σαν άκουσα τα ουρλιαχτά τους στο Σεντέρντου –δεν το κρύβω- ο φόβος είρπε στην ραχοκοκαλιά μου και μου ‘δωκε ρίγος. Ήμουν όμως πολύ περήφανος για να επιστρέψω στο σπίτι τόσο σύντομα. Σκαρφάλωσα λοιπόν σε μια βελανιδιά και κουμαντάριζα τους ελαφρούς μου νυχτερινούς ύπνους πάνω σε ένα γερό της κλαδί φυσώντας παράλληλα στον αυλό μου τις διάφορες μελωδίες που ροδάμιζαν από την έμπνευση των στιγμών. Την δεύτερη νύχτα, άκουσα αχνά στα αυτιά μου το περπάτημα των λύκων κάτω από την βελανιδιά. Έστρεψα το βλέμμα κάτω και τους μαρτύρησα να με κοιτάζουν με τα φλογοκόκκινα μάτια τους. Θα ήσαν τριάντα στον αριθμό, ίσως πενήντα, ίσως και εκατό, με ξεγελούσαν στο μέτρημα. Το γκρίζο τρίχωμά τους αντιφέγγιζε αργυρόλευκες ανταύγειες στο αχνό σεληνόφως. Έστεκαν ακίνητοι. Δεν με ορέγονταν, δεν απειλούσαν να με κατασπαράξουν. Κείνο που διάβαζα εγώ στα πύρινα εκείνα μάτια ήταν απλά η περιέργεια να γνωρίσουν τον άνθρωπο εκείνον που βύθιζε τον ειρμό του Σεντέρντου στον κόρφο της ακατάπαυστης μουσικής. Κι αφού χόρτασαν την όψη μου αρκετά με τα φλοκόκκινα βλέμματά τους, έφυγαν το ίδιο αθόρυβα όπως ήρθαν.


Τούτη όμως δεν έμελλε να είναι η τελευταία μυσταγωγική εμπειρία μου στο Σεντέρντου…


Κατά την επταήμερη παραμονή μου στο δάσος, διαπίστωσα –έστω και με αυτόν τον επιπόλαιο και ακατέργαστο νου που κουβαλούσα στο κεφάλι- ότι οι λύκοι εκείνοι εμφανίζονταν μονάχα κατά την νύχτα. Πού κρύβονταν την ημέρα; αναρωτήθηκα. Τούτο βέβαια δεν αποτέλεσε ιδιαίτερη έγνοια στον λογισμό μου καθότι δεν διακινδύνευα να παραμένω πολλή ώρα στο έδαφος σαν μάζευα τους καρπούς από την γη και γέμιζα το φλασκί μου με νερό. Ως εκ τούτου, οι ώρες στο Σεντέρντου χρίζονταν από τις αδιάκοπες μελωδίες του αυλού μου πάνω στο κλαδί της βελανιδιάς, και το ποιμενικό εκείνο τραγούδι απ’ όπου σαλπάρισα για την μουσική μου οδύσσεια δεν ήταν πλέον παρά μια αχνή μαρμαρυγή μέσα στις εξάρσεις των νέων συνθέσεων. Αρμενίζοντας στις απέραντες θάλασσες του πνεύματος με τον ταπεινό μου αυλό, έκανα και μια άλλη διαπίστωση: Οι λύκοι έπαυαν τα νυχτερινά ουρλιαχτά τους σαν ηχούσαν στο δάσος οι νότες μου. Τούτο με έκανε να πιστέψω ότι οι λύκοι συμπάθησαν την παρουσία μου στο Σεντέρντου και ότι η μουσική μου ξόρκιζε τους ανήσυχους δαίμονές τους. Ως και τα περιπλανώμενα σπουργίτια σιωπούσαν το τιτίβισμά τους σαν κάποια νέα ιδέα βλάσταινε από τους σωλήνες του αυλού μου.


Η δεύτερη νύχτα με βρήκε να πλέκω τις μελωδίες μου συντροφιά με τα αστέρια που έλαμπαν στον σκοτεινό ουράνιο θόλο. Ατένιζα τον αστερισμό του Λέοντος προκειμένου να διεγείρω τον δημιουργικό μου οίστρο ρίχνοντας παράλληλα κλεφτές ματιές στο μισοφέγγαρο που έστεκε ντροπαλό παράμερα. Κάποτε το μυαλό μου θόλωσε από την πολύωρη άσκηση και τα βλέφαρά μου έπεφταν σαν βαριές αυλαίες από την νύστα. Άφησα λοιπόν τον αυλό μου στο πλάι και κίνησα να πάρω ένα ύπνο, από τους πρόχειρους εκείνους ύπνους που κανόνιζα πάνω στο κλαδί της βελανιδιάς. Προτού όμως το βλέμμα μου έκανε να αποκοιμηθεί, αντίκρισα ένα θέαμα που όμοιό του δεν είχα συναπαντήσει ποτέ στους εικοσιεπτά εκείνους χρόνους της θνητής μου ζωής.


Μέσα στο έρεβος του δάσους που οι αστρονύμφες της νύχτας δεν κατάφερναν να απαμβλύνουν με το μακρινό τους τρεμοφέγγισμα, έβλεπα μάτια φλογοκόκκινα να με κοιτούν από τα κλαδιά των βελανιδιών, αμέτρητα μάτια, τόσα που η όρασή μου δεν απαρτιζόταν πλέον παρά από τα μυριάδες φωσφορίζοντα στίγματα του κόκκινου μέσα στο κατάμαυρο σκοτάδι του Σεντέρντου. Γι’ άλλη μια φορά κυριεύθηκα από φόβο και προσπάθησα να διακρίνω καλύτερα τα πλάσματα εκείνα στα οποία ανήκαν τα μάτια. Είδα ότι ήσαν νυχτερίδες, ένα ολόκληρο σμήνος από δαύτες, κρεμασμένες ανάποδα στα κλαδιά των δέντρων. Παρατήρησα ότι με το τέλος της μουσικής μου, άρχισαν να κλείνουν τα ανήμπορα μάτια τους η μία μετά την άλλη ώσπου το δάσος εμβαπτίσθηκε κάποτε ολάκερο στο φυσιολογικό σκότος της νύχτας. Συνεπαρμένος τώρα από δέος, πήρα την απόφαση να πειραματιστώ μαζί τους και φύσηξα πάλι στον αυλό μου νέες μελωδίες. Και τότε τα μάτια άνοιξαν και το θεοσκότεινο Σεντέρντου χαρακτηρίστηκε ξανά από τα μυριάδες εκείνα φλογοκόκκινα στίγματα. Παύοντας την μουσική, το δάσος σκοτείνιαζε πάλι.


Πειραματίσθηκα κατά τον τρόπο αυτόν με τις νυχτερίδες ώσπου η κούραση με κατέβαλε πλέον για τα καλά και δεν μπορούσα να αποδιώξω την νύστα από τα βλέφαρα. Έτσι επέτρεψα στον εαυτό μου να αποκοιμηθεί, έστω και για λίγο. Όμως –θέλοντας και μη- έπεσα σε ύπνο βαθύ. Ίσως ενδόμυχα πίστεψα ότι τα πλάσματα αυτά της νύχτας ήσαν πια φίλοι μου και ήθελαν να με φρουρήσουν από τυχόν απειλές. Ή ίσως τούτο ήταν που αποζητούσα να πιστέψω με λαχτάρα. Και τούτη, θαρρώ, η πεποίθηση –αλλά και ο πόθος- ήταν που με έκανε να παραδοθώ τόσο υποταχτικά στο έλεος του λήθαργου. Κατά το ξημέρωμα, οι νυχτερίδες είχαν ήδη φύγει. Δεν με ενόχλησαν, ούτε μου επιτέθηκαν κατά τον βαθύ εκείνο ύπνο μου. Όπως δεν με ενόχλησαν και τις επόμενες νύχτες παρά με επισκέπτονταν για να απολαύσουν την μουσική μου.


Δεν μπορούσα όμως να βγάλω από τον νου μου το γεγονός ότι τα κόκκινα εκείνα μάτια των νυχτερίδων ήσαν πανομοιότυπα σε βαθμό αφύσικο με τα κόκκινα μάτια των λύκων. Το Σεντέρντου παρουσιαζόταν πια εμπρός μου με έναν γρίφο, η λύση του οποίου ενδέχετο να κυοφορούσε κινδύνους για την ίδια μου την ζωή. Ήταν όμως τόση η ευτυχία μου για το ξεκίνημα της ιδιότυπης τούτης φιλίας με τα πλάσματα της νύχτας που ο κίνδυνος του θανάτου απαλείφθηκε παντελώς από το λογικό μου και θεωρούσα πλέον τον εαυτό μου ως ένα δικό τους μέλος –ένα πλάσμα της νύχτας.


Ούτε τούτη έμελλε όμως να είναι η τελευταία μυσταγωγική εμπειρία μου στο Σεντέρντου…


Την τρίτη ημέρα, καθώς συνέλεγα βολβούς από την γη κατά το ηλιόφως, συνέλαβα με την άκρη του ματιού μου μία λευκή ανθρωπόμορφη οπτασία να στέκεται είκοσι πόδια μακριά μου, πίσω από τον κορμό μιας βελανιδιάς. Έδειχνε να με κρυφοκοιτάζει και να φροντίζει κάθε τόσο να διατηρεί την παρουσία της κρυμμένη. Της φώναξα αλλά δεν απάντησε ούτε κινήθηκε από τον κορμό. Τότε την πλησίασα και -σαν την σίμωσα αρκετά- άρχισε να τρέχει ανάμεσα στα δέντρα ώσπου εξαϋλώθηκε και χάθηκε. Κοιτάζοντας τριγύρω ανακάλυψα κι άλλες λευκές ανθρωπόμορφες οπτασίες –άλλες αρσενικές, άλλες θηλυκές- να τριγυρίζουν αμέριμνες στο δάσος. Από την αιθέρια εκείνη θωριά τους –που χαρακτηριζόταν από την διάχυτη θολότητα της ομίχλης- συμπέρανα ότι ήσαν όλες τους φαντάσματα νεκρών ανθρώπων. Τούτη ήταν τουλάχιστον η εικασία που έκανα με τον νου μου.


Κοντοζύγωσα μία οπτασία που αναπαριστούσε μία όμορφη γυναίκα με ένα καλάθι στο χέρι της. Με κοίταξε κατάματα σχηματίζοντας ένα χαμόγελο στο αέρινο πρόσωπό της. Σαν έκανα να την αγγίξω, το χαμόγελό της πάγωσε και αντικαταστάθηκε από ανησυχία και αποτραβήχτηκε ολόκληρη από το χέρι μου. Επιμένοντας, έχωσα το χέρι μου στην θολή της σύσταση και τότε η γυναικεία οπτασία αναλύθηκε σε μυριάδες λαμπρά φωτοσωματίδια ώσπου αφανίστηκε απ’ εμπρός μου και στην θέση της πρόβαλλε μία τριανταφυλλιά με κατακόκκινους ανθούς και μυτερά αγκάθια στους βλαστούς της. Τα δάχτυλά μου τρυπήθηκαν από τα αγκάθια και μάτωσαν.


Κοίταξα το αίμα κι ύστερα κοίταξα τα φαντάσματα του Σεντέρντου και αναρωτήθηκα εάν οι οπτασίες τούτες θα εμφανίζονταν ποτέ στην παρουσία κάποιου άλλου ανθρώπου αντί της δικής μου. Καθότι ουδείς συχωριανός ανέφερε ποτέ μαρτυρία περί φαντασμάτων, συνήγαγα πως μονάχα εγώ είχα το προνόμιο της συντροφιάς τους. Εκτός λοιπόν από την συντροφιά που μου χαρίσθηκε τις νύχτες, τώρα πια είχα συντροφιά και κατά την ημέρα. Και τα μερόνυχτα του Σεντέρντου γητεύονταν τώρα από το γλυκό αγίασμα μιας ανώτερης σύλληψης, μιας θεϊκής υπόστασης που ήταν ίσαμε τότε αδιανόητη στις δικές μου αισθήσεις.


Ω ναι, ήμουν ευτυχισμένος! Γιατί ήμουν ευτυχισμένος; Εκεί, μέσα στην οργιώδη βλάστηση του Σεντέρντου, είχα κατορθώσει μία ιερή συμμαχία με την ίδια την φύση και τα μαγικά της παράδοξα. Και τούτο δεν είναι ένα επίτευγμα που κατορθώνουν πολλοί άνθρωποι.


Ναι, ήμουν πραγματικά ευτυχισμένος…


Την όγδοη ημέρα είδα τον καπνό να αναδύεται στους ουρανούς. Μπορούσα να εντοπίσω την εστία του καπνού από το σημείο όπου βρισκόμουν: Ο καπνός προερχόταν από το Βιράγκφαλου. Βαριά ρυθμικά βήματα αντιβοούσαν στο δάσος, και από τους κραδασμούς του εδάφους που δεν διέφεραν από σεισμό κατάλαβα ότι ήσαν μιλιούνια ανθρώπων και αλόγων που βάδιζαν μαζί μέσα από το Πέρασμα του Μπόργκο. Πλησίασα τον θόρυβο των βημάτων και, φθάνοντας στο Πέρασμα, κρύφτηκα πίσω από τα δέντρα και αντίκρισα την Χρυσή Ορδή του Μπατού Χαν να κινείται βορειοδυτικά, ανάμεσα από τις γιγάντιες βουνοπλαγιές των Καρπαθίων. Ήσαν αμέτρητοι στον αριθμό, πολεμιστές με φολιδωτές πανοπλίες από σφυρηλατημένο σίδηρο και σκληρυμένο δέρμα, πεζοί και ιππείς. Οι ασπίδες και οι σπάθες που κρέμονταν με λουριά από τα σώματά τους ήσαν λερωμένες από λάσπη και αίμα. Τα καπνισμένα τους πρόσωπα καταχωνιασμένα κάτω από μεγάλα κράνη με λοφία. Τρεις πολεμιστές έσερναν τα ζωντανά με τριχιές. Γουρούνια, βόδια, κατσίκια. Δεν απαιτούνταν μεγάλη προσπάθεια από μεριάς μου για να αναγνωρίσω πως τούτα ήσαν τα ζωντανά του Βιράγκφαλου.


Κρυμμένος καθώς ήμουν πίσω από τα δέντρα, μπόρεσα να διακρίνω τον έφιππο άνδρα που ηγούνταν εκείνης της πολυάριθμης στρατιάς σαν την κεφαλή μιας υπερμήκους σαρανταποδαρούσας. Η πανοπλία του χαρακτηριζόταν από μία μεγαλοπρέπεια που οι υπόλοιπες στερούνταν, ήταν κοσμημένη με κόκκινους επισείοντες της νίκης στους ώμους και με έναν μακρύ κροσσό από εβένινες αλογότριχες στην περικεφαλαία. Ένα φουντωτό μουστάκι με μυτερές άκρες πόζαρε κάτω από την πλακουτσή του μύτη. Ήταν κοντός στο ανάστημα και παχύς στο σουλούπι, δύσκολα θα τον προσδιόριζε κανείς ως πολεμιστή καθότι η φτιάξη του δεν θα του επέτρεπε ένα ευρύ φάσμα κινήσεων σε περίπτωση μάχης σώμα με σώμα. Τα σχιστά εκείνα μάτια του προσώπου του όμως πρόδιδαν την αδυσώπητη στόφα του ανδρός, την κατακτητική βουλιμία μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας. Της Μογγολικής Αυτοκρατορίας. Και δεν μπορούσα παρά να εντυπώσω στην μνήμη μου το πρόσωπο του Μπατού Χαν μέσα στον τρόμο που με συνεπήρε για την μοίρα του Βιράγκφαλου.


Ήταν ο ίδιος τρόμος που έβαλε φτερά στα πόδια μου και μ’ ώθησε να τρέξω μανιασμένος προς το χωριό. Και καταφθάνοντάς το, ο τρόμος γίνηκε απόγνωση σαν απάντησα το ολοκαύτωμα που έστεκε εμπρός μου υπό την μορφή λικνίζουσας πυράς πάνω σε στάχτη και θράκα. Την γαλήνια ζωή που άνθιζε ολημερίς στην μικρή κοινωνία του Βιράγκφαλου είχε πλέον αντικαταστήσει η απόλυτη απανθράκωση. Τα ταπεινά εκείνα καλύβια από πλινθιά καταπίνονταν αργά και μεθοδικά από τις θεριεμένες φλόγες και η χόβολη στον αέρα ήταν τόσο πυκνή που έκαιγε τα πνευμόνια και έκρυβε τον ήλιο μετατρέποντας την ημέρα σε νύχτα.


Τα μάτια μου στράφηκαν στον μεγάλο σωρό από ανθρώπινα κουφάρια που είχε παραδοθεί ολάκερος στην θεόρατη φωτιά. Αναγνώρισα καθένα από τα αμαυρωμένα πρόσωπα του Βιράγκφαλου. Τώρα πια ήσαν νεκρά. Ήσαν πια απαγκιστρωμένα από θνητές έγνοιες και η πύρινη Χίμαιρα αφάνιζε τις οικτρές τους όψεις από τα εγκόσμια. Και ήταν εκείνη η σιωπηρή τους καθυπόταξη στο έλεος της καύσης που έκανε τα μάτια μου να πλημμυρίσουν από δάκρυα. Είχαν όλοι τους σφαχτεί από την σπάθα των Μογγόλων κι έπειτα στοιβάχτηκαν με τρόπο πρόχειρο και ασεβή σε τούτον τον σωρό. Η φαμίλια μου. Ντιάνα, Ιλντίκο, Ρόζα, Μελίντα, Κρίστιαν, Ματίας, Κάρολι, Χενρίκ. Οι γοεροί μου λυγμοί θρήνησαν τον τραγικό χαμό τους.


Η μητέρα μου… Η βουβή εκείνη παρουσία του σπιτιού που ύφαινε ασταμάτητα τα ρούχα μας στον αργαλειό μεταμορφωνόταν τώρα σε διάσπαρτα αποκαϊδια που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα σαν τις μετάξινες χνουδοκυψέλες του δανδελίωνα. Μύριζα το άρωμά της… Η μητέρα έφερε πάντοτε το άρωμα του κέδρου στην επιδερμίδα της. Ο αργαλειός ήταν καμωμένος από ξύλο κέδρου και η επιδερμίδα της έκλεβε το άρωμα του αργαλειού. Μέσα στην αποπνιχτική εκείνη καπνιά κατάφερνα και μύριζα το άρωμά της…


Η φωτιά καταλάγιαζε στον ναό της Προστάτιδας Παναγιάς. Και ανάμεσα στα καμένα χαλάσματα του ναού έστεκε πια μονάχα στέρεη μια ξύλινη σκαλωσιά που έμοιαζε με αγχόνη. Παραδίπλα στο αναθυμιασμένο έδαφος κείτονταν το χονδρό σχοινί του καμπαναριού, απείραχτο κι εκείνο από τις φλόγες. Ήταν άραγε απλή ειρωνία της τύχης; Ο νους μου –μέσα στην σύγχυση- συνταίριαξε ευθύς το σχοινί με την αγχόνη. Δεν μου ‘μενε πια παρά να βάλω τέρμα στην ζωή μου για να ακολουθήσω έτσι την φαμίλια μου στην αντίπερα όχθη του θανάτου. Δεν πάρθηκε τόσο γρήγορα η απόφασή μου. Στα λογικά μου άστραψε οργισμένη η σκέψη της εκδίκησης. Ναι, είχα την δύναμη και το κουράγιο να προλάβω την Χρυσή Ορδή και να θανατώσω τον Μπατού Χαν. Με κάποιο μαχαίρι ή ακόμη και με τα ίδια μου τα ολόγυμνα χέρια. Το πιθανότερο ήταν βέβαια να σφαγιαστώ κι εγώ από την σπάθα των κατακτητών αλλά η εκδίκηση –έστω και ως αποτυχημένη απόπειρα- θα έθετε τις καταστάσεις σε κάποια υποτυπώδη ισορροπία. Σαν συλλογίσθηκα όμως ότι η εκδίκηση –όσο γλυκιά κι αν ήταν- δεν θα έφερνε πίσω τα αγαπημένα μου πρόσωπα και ότι δεν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω ώστε να αποτρέψω το κακό, λύγισα αποκαμωμένος από το βάρος του όλεθρου. Οι πράξεις δεν είχαν πλέον σκοπό αποκρυσταλλωμένο και για τον λόγο αυτόν οι πράξεις θα ήσαν μάταιες, πράξεις δίχως αντίκρισμα.


Ατενίζοντας τριγύρω την πλάση που κατάμαυρη τώρα πενθούσε την πρότερη ομορφιά της, ζάρωσα από αηδία. Γιατί αηδίασα; Αηδίασα γιατί δεν μπορούσα να αποδεχθώ το γεγονός ότι η ζωή δύναται να περικλείνει στους κόλπους της μία τόσο σκληρή έννοια, την έννοια της αβάσταχτης τραγωδίας, ιδιαίτερα όσον αφορούσε έναν άνθρωπο αγαθό και βαθιά θρησκευόμενο όπως ήμουν εγώ τότες. Έχασα την πίστη μου στον Θεό, έχασα την πίστη μου στην ζωή, έχασα την πίστη μου στον κόσμο. Και είδα τότε ξεκάθαρα πως καλό και κακό δεν είχαν νόημα σε τούτον τον βάρβαρο τόπο. Και η εκδίκηση που τόσο λαχτάρησα για μερικές στιγμές πάνω στο αποτεφρωμένο Βιράγκφαλου δεν θα εξυπηρετούσε τίποτε άλλο παρά την ιστορία και την συνέχεια τούτου του φαύλου κόσμου. Αποστράφηκα λοιπόν την πλάση τριγύρω μου και απαρνήθηκα τον Θεό, ξεστομίζοντας παράλληλα βλάσφημες κατάρες στον ναό της Προστάτιδας Παναγιάς που δεν προστάτεψε τους πιστούς της υπηκόους ως όφειλε. Και, παίρνοντας πια την απόφαση να κρεμαστώ από εκείνη την αγχόνη, έταξα την ψυχή μου στις Σκοτεινές Δυνάμεις καταλογίζοντας βαριές ευθύνες στον Θεό, στον δημιουργό τούτης της ασυνάρτητης βαβυλωνίας.


Έφτιαξα μία θηλιά στο σχοινί και ύστερα έδεσα το σχοινί στην αγχόνη. Έπειτα πέρασα την θηλιά γύρω από τον λαιμό μου. Σκληρές κατάρες ξεχύθηκαν πάλι λυσσασμένες από το στόμα μου, κατάρες που προορίζονταν για τον Θεό και όλους τους αγίους του. Προσευχήθηκα από μέσα μου να υπάρχει κάποια δύναμη υποχθόνια, κάποια δύναμη που να αντιτίθεται στην ατελή κατασκευή του σύμπαντος και που μοναδικό της σκοπό θα έχει την πλήρη εξάλειψή του ούτως ώστε τέτοια δυστυχιά να μην υπάρξει ποτέ ξανά σε ανθρώπου συνείδηση.


Προτού αφήσω το σώμα μου να πέσει βαρύ από το υποστήριγμα κι η θηλιά με στραγγαλίσει, αντίκρισα την αγέλη των γκρίζων λύκων να πλησιάζει το καμμένο χωριό. Δεν μου προκάλεσε έκπληξη η επίσκεψή τους. Η αγέλη, ναι, εμφανιζόταν μονάχα κατά την νύχτα αλλά -όπως προανέφερα- η χόβολη στον αέρα είχε αποκρύψει παντελώς τον ήλιο καταργώντας την ουσία της ημέρας. Επιπροσθέτως, η μυρωδιά της καμμένης ανθρώπινης σάρκας δεν εδύνατο να ξεφύγει από τα εξασκημένα ρουθούνια τούτων των θηρίων. Αν είστε πεινασμένοι, αγαπημένοι μου φίλοι, τώρα είναι η ευκαιρία σας. Και μέσα στα αποκαϊδια που θα σας σερβιρισθούν, θα βρείτε κι ένα κορμί με σάρκα φρέσκια. Το δικό μου. Σας αποχαιρετώ, πλάσματα της νύχτας. Και καλή σας όρεξη. Κι έπεσα.


Σαν η θηλιά σφίχτηκε στον λαιμό, τα στερνά ψήγματα της ζωής μπόλιασαν τις αισθήσεις μου προτού με παραδώσουν στον θάνατο. Το άρωμα του κέδρου. Μία αχνή νότα του αυλού. Η απαλή σκόνη του αλεσμένου σίτου. Η γλυκόξινη γεύση του άγουρου βατόμουρου.


Ένα κατάλευκο εντελβάις…


Σκοτάδι.


Αλλά τούτο δεν έμελλε να είναι το τέλος μου…


Ξύπνησα μέσα στο σκοτεινό Σεντέρντου της νύχτας ύστερα από έναν λήθαργο τόσο βαθύ που όνειρο και πραγματικότητα μόρφωναν πια μία ενότητα άρρηκτη. Ζωή και θάνατος φάνταζαν πλέον ως απατηλές μεταστάσεις μέσα στο χάος των πραγμάτων, παρότι δεν υφίσταντο παρήγαν αμυδρές δράσεις και αντιδράσεις ολόγυρα δίχως νόημα. Τα νεκρά φύλλα των βελανιδιών που κείτονταν στο έδαφος έμοιαζαν να έχουν την δική τους αυτοτέλεια μέσα σε ένα παράλληλο σύμπαν που τα διατηρούσε στην ζωή εφαρμόζοντας κανόνες αντίρροπους προς την φυσιολογική ροή της φύσης. Ακόμα και οι ίδιες οι βελανιδιές έμοιαζαν να φέρουν φυσιογνωμίες στους γέρικους κορμούς τους και να συνομιλούν μεταξύ τους μέσω των χαμηλόφωνων θροϊσμάτων. Ένας κρυφός αδένας μες στο κεφάλι μου με παρότρυνε να μην επαναπαυθώ στα παράδοξα αυτά οράματα αλλά να ανιχνεύσω την πεμπτουσία των φαινομένων. Μέσα μου ένιωσα δύναμη, τεράστια δύναμη. Και η μαύρη καρδιά στο στέρνο μου σήμαινε βαρύγδουπους χτύπους σαν διοχέτευε το μίσος στο μυώδες κορμί που μου δωρίσθηκε.


Κοίταξα τριγύρω τα νέα μου αδέρφια. Η αγάπη μου για την νέα οικογένεια που με δέχθηκε στα σπλάχνα της ανθοφορούσε αβίαστη στην νεοαποκτηθείσα μου νόηση. Μοιραζόμουν με τους γκρίζους λύκους που στέκονταν τριγύρω μου το ίδιο ένστικτο για φρέσκο αίμα. Πλησίασα μία γούρνα από νερό και περιεργάστηκα την νέα μου θωριά στην καθρέφτινη επιφάνειά της. Ήμουν τυλιγμένος στο πυκνό γκρίζο τρίχωμα. Στο πρόσωπο τώρα πόζαρε το ρύγχος με τις απειλητικές σιαγόνες και τους κοφτερούς κυνόδοντες. Δύο κόκκινες φωτιές για μάτια. Ήχησα από τον φάρυγγα ένα ισχυρό ουρλιαχτό για να γιορτάσω τούτη την νέα μου απαρχή και η αγέλη των γκρίζων λύκων –τα νέα μου αδέρφια- με συνόδεψε με ουρλιαχτά ενθουσιασμού. Και το Σεντέρντου φούντωσε μέσα στην νύχτα από την γιορτή των γκρίζων λύκων.


Είχα την μορφή λύκου. Όμως δεν ήμουν λύκος…


Με ένα ανεπαίσθητο ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων, οι λύκοι μεταμορφώθηκαν εμπρός μου σε νυχτερίδες. Σχημάτισαν ιπτάμενες έναν κλοιό γύρω μου και με παρακινούσαν να βγάλω φτερά στις ωμοπλάτες ώστε να γίνω κι εγώ νυχτερίδα. Έκλεισα τα μάτια κι άφησα το μίσος που ανακυκλωνόταν αδιάκοπο μες στο κορμί μου να ορίσει τις απαιτούμενες διαδικασίες και τότε τα μαύρα φτερά φύτρωσαν στην πλάτη και με σήκωσαν ψηλά. Πέταξα μαζί με τις υπόλοιπες νυχτερίδες ακολουθώντας την ρότα τους ώσπου εγκατασταθήκαμε στις πυκνές φυλλωσιές των βελανιδιών και κρεμαστήκαμε ανάποδα από τα κλαδιά τους. Κοιτάζοντας τριγύρω, επανήλθε στην θύμησή μου εκείνη η γνώριμη εικόνα του έρεβους που χαρακτηριζόταν από μυριάδες κόκκινα στίγματα. Και τούτο παρότι η όρασή μου ήταν ελλιπής και αποκόμιζα τα όποια ερεθίσματα βασιζόμενος στους νέους μου αισθητήρες. Λίγα λεπτά πριν το χάραμα, οι νυχτερίδες –τα νέα μου αδέρφια- άφησαν τα κλαδιά των βελανιδιών και κίνησαν προς μία σπηλιά στο ριζοβούνι των Καρπαθίων, και τότε εγώ πέταξα ξοπίσω τους. Μείναμε όλοι μας κρεμασμένοι από την οροφή της σκοτεινής σπηλιάς καθόλη την διάρκεια του ηλιόφωτος. Τα αδέρφια μου με πληροφόρησαν τότε πως το ηλιόφως για μένα είχε πια τελειώσει και ότι εάν εξέθετα ποτέ τον εαυτό μου στις ακτίνες του ήλιου θα πέθαινα.


Είχα την μορφή νυχτερίδας. Όμως δεν ήμουν νυχτερίδα…


Απέφευγα το Βιράγκφαλου και τα περίχωρά του. Είχε σκεπαστεί ολόκληρο από μία στήλη πράσινης ομίχλης που ξεκινούσε από τα εδάφη του και υψωνόταν δίχως τέλος στον ουράνιο θόλο. Με κυρίευε ο ζόφος σαν ατένιζα την στήλη από μακριά, ένα αβάσταχτο σφίξιμο στην καρδιά. Τα αδέρφια μου, οι λύκοι, αρνούνταν να με συμβουλεύσουν σχετικά με το εάν έπρεπε να επισκεφτώ το χωριό. Το ζήτημα έγκειτο ξεκάθαρα στην δική μου αποκλειστική βούληση, μακριά από παροτρύνσεις ή αποτροπές. Μία νύχτα, απομακρύνθηκα από την αγέλη και επισκέφτηκα το Βιράγκφαλου ολομόναχος. Η στήλη της πράσινης ομίχλης έστεκε εμπρός μου ως ένα απροσπέλαστο φρούριο, μεγαλοπρεπής, τρομακτική, νεκρική. Οι περιελίξεις της πράσινης ομίχλης στοίχειωναν το βλέμμα μου σαν να μου προανήγγειλαν κάποια βαριά τιμωρία στην περίπτωση όπου θα παραβίαζα την στήλη. Αποτίναξα το δέος από τον νου και διέσχισα τα όρια της στήλης. Εισερχόμενος τώρα στο Βιράγκφαλου, μαρτύρησα την αδιάκοπη εναλλαγή αντίθετων εικόνων: Οι τρυφερές στιγμές της γαλήνης στο χωριό αντικαθίσταντο από τις παραστάσεις της Μογγολικής βαναυσότητας και έπειτα πάλι η ευημερία και έπειτα πάλι το παρανάλωμα. Εισέπνευσα βαθιά στα σωθικά μου την πράσινη ομίχλη ώσπου συσσωρεύτηκε ολάκερη μέσα μου. Απόμεινα γυμνός φέροντας ανθρώπινη μορφή πάνω στην μαυρισμένη γη του Βιράγκφαλου και κλείδωσα στην γυμνή ανθρώπινη χούφτα μου λίγη από την γη που τώρα ξεπετούσε τα ντροπαλά εντελβάις μέσα από τις στάχτες.


Είχα την μορφή ανθρώπου. Όμως δεν ήμουν άνθρωπος…


Σαν επέστρεψα στην αγέλη, οι λύκοι με περιστοίχισαν με γρυλίσματα και με κατατόπισαν σχετικά με την ανέλιξή μου στην ιεραρχία των πνευμάτων: Τώρα πια ήμουν ένα Strigoi Mort και ως τέτοιος δεν είχα πλέον θέση στην οικογένεια των γκρίζων λύκων. Μου είπαν πως οι ίδιοι δεν είχαν αποτολμήσει ποτέ να διαβούν την πράσινη ομίχλη και ότι εκείνοι που το πράττουν μυούνται σε έναν κύκλο ικανοτήτων πέραν των δικών τους όπως και πληρώνουν το τίμημα που τους αναλογεί. Ως Strigoi Mort μπορούσα να μεταμορφωθώ σε άνθρωπο και να αναμειγνύομαι ως εκ τούτου με την κοινωνία των ανθρώπων και να θρέφομαι με το αίμα τους. Μου είπαν επίσης ότι οι Strigoi Morti ήσαν στοιχειά παντοδύναμα αλλά και ατέρμονα μοναχικά και πως έπρεπε κανείς να έχει τεράστια αποθέματα αντοχής ώστε να υποφέρει το ασήκωτο βάρος της μοναξιάς τους. Οι λύκοι μου είπαν ότι οι Strigoi Morti δεν ήσαν θνητοί όπως εκείνοι αλλά αιώνιοι και ότι δεν καταστρέφονται ποτέ εκτός κι αν εκτεθούν στις αχτίδες του ήλιου. Οι λύκοι μου είπαν ότι τους τρόμαζε το μοναχικό σεργιάνισμα στον κόσμο ανά τους αιώνες που έμελλε πια να είναι η δική μου μοίρα. Μου είπαν ότι είχα χαράξει πλέον την δική μου πορεία και πως έπρεπε να την ακολουθήσω όπως ακριβώς την όρισα εγώ ο ίδιος. Έπειτα με αποχαιρέτησαν και με αποστράφηκαν σαν μια ξένη απειλή. Άφησα το Σεντέρντου έχοντας καθορισμένο τον πρώτο μου σκοπό σε τούτη την νέα πορεία μες στο σκότος του κόσμου.


Για τα επόμενα δεκατέσσερα χρόνια, ταξίδεψα την γη τιθασεύοντας και τελειοποιώντας τις υπερφυσικές αξιότητες του Strigoi Mort. Ακόνισα το χάρισμα που μου δόθηκε με απόλυτη προσήλωση και απέκτησα την αριστοτεχνία στις μεταμορφώσεις μου αλλά και στις μεθόδους αποκόμισης του φρέσκου αίματος. Τρεφόμουν επί το πλείστον με αίμα αρουραίων και ενίοτε με αίμα ανθρώπων. Το ταξίδι μου δεν ήταν άσκοπο, είχε προορισμό. Αφού εντρύφησα στην φύση μου ως Strigoi Mort, έφτασα κάποτε στο Σαράι Μπατού, στο παλάτι του Μπατού Χαν, στις δυτικές όχθες του ρωσικού ποταμού Ακτούμπα. Μεταμορφώθηκα σε πράσινη ομίχλη και επισκέφθηκα τον Μπατού Χαν στην κρεβατοκάμαρή του. Του χάρισα έναν θάνατο αμέτρητες φορές πιο βασανιστικό από τον θάνατο που χάρισα σε σένα, Μπαγκς. Ο θάνατος της πράσινης ομίχλης είναι βεβαρημένος από φριχτούς εφιάλτες που αμαυρώνουν τα στερνά ψήγματα της ζωής τόσο πολύ ώστε η ψυχή του ανθρώπου παραπαίει κατά την πορεία της προς το βασίλειο του Χάρου και καταλήγει χαμένη και γεμάτη δεινοπαθήματα.


Προτού ο Μπατού Χαν ξεψυχήσει, τον διαβεβαίωσα ότι θα σκότωνα κατά τον ίδιο τρόπο και τα τέκνα του ούτως ώστε ο σπόρος του να αφανισθεί από προσώπου γης μια για πάντα. Και έτσι έπραξα. Έναν χρόνο αργότερα επισκέφθηκα ως πράσινη ομίχλη τον μεγάλο γιο του Μπατού Χαν, τον Σαρτάκ, και τον έκαμα να πληρώσει για τα αμαρτήματα του πατέρα του. Έναν χρόνο αργότερα, επισκέφθηκα τον άλλο του γιο, τον Ουλαχί, και τον θανάτωσα. Και έπειτα τον άλλο του γιο, τον Τοκοκάν. Πέθαναν όλοι τους θάνατο άσχημο και στυφό και μαστιζόμενο από εφιάλτες. Και, τερματίζοντας την γραμμή αίματος του Μπατού Χαν, κατάφερα εν τέλει μία ειρήνη με την στοιχειωμένη μου υπόσταση.


Έκτοτε περιπλανιέμαι πάνω στην γη ξεχασμένος απ’ τον χρόνο, το ίδιο νεκρός όσο και ζωντανός. Διαπλέω τους αιώνες όπως μια αδειανή φρεγάτα θαλασσοδέρνεται ακυβέρνητη πάνω στα κύματα των απύθμενων ωκεανών. Η παρουσία μου στον κόσμο χαρακτηρίζεται από διαρκείς μεταμορφώσεις και φρέσκο αίμα. Και από το σκοτάδι της νύχτας φυσικά. Έχω να δω ήλιο εδώ και έξι αιώνες. Τον νοστάλγησα, το ομολογώ. Αλλά δεν τον πόθησα τόσο ώστε να πάρω την απόφαση να τον αντικρίσω με την ύπαρξή μου ως αντίτιμο.


Ανακάλυψα πολλά πράγματα ως βρυκόλακας σε τούτους τους έξι αιώνες, πράγματα που έκρινα ανώτερα από το ηλιόφως. Το κυριότερο εξ΄αυτών των πραγμάτων θεώρησα την τέχνη. Την τέχνη σε όλες τις μορφές της. Ερωτεύθηκα την μουσική, έθρεψα τις λάγνες μου αισθήσεις με το θέατρο, εντόπισα τον συνδετικό μου κρίκο με τους ανθρώπους μέσω της λογοτεχνίας και της ποίησης, με την ζωγραφική ξύπνησαν ηδονές που ήσαν βαθιά κρυμμένες μέσα μου. Η τέχνη με έκανε να εκτιμήσω τις δυνατότητες του ανθρώπινου πνεύματος και να κοιτώ πέρα από το ανθρώπινο αίμα που λυτρώνει την δίψα μου. Και –συγχώρησέ μου την έπαρση- είναι τούτη η ενασχόλησή μου με τις τέχνες που αποδείχνει περίτρανα την πρόοδό μου ως οντότητα. Διότι ξεκίνησα σε τούτον τον κόσμο όντας ένα αμόρφωτο αγροτόπαιδο και τώρα πια διαθέτω την οξύτητα του πνεύματος ώστε να κρίνω αλλά και να εμβαθύνω σε απόψεις περί τέχνης και έκφρασης. Συγχώρησέ μου την έπαρση.


Δεν μετανιώνω για τούτους τους έξι αιώνες που περιδιαβαίνω την γη σαν βρυκόλακας. Πώς θα μπορούσα άλλωστε…! Αντίκρισα πολλά μαγικά πράγματα μέσα στους αιώνες αυτούς, έγινα μάρτυρας σπουδαίων επιτευγμάτων, γνώρισα από κοντά ανθρώπους που άφησαν ανεξίτηλα τα όνοματά τους στα βιβλία της Ιστορίας. Ναι, θυμάμαι την στιγμή όπου βρέθηκα μπροστά στο Αστρονομικό Ρολόι του Τζιοβάνι ντε Ντόντι και αναρωτήθηκα για πρώτη μου φορά ως προς την αινιγματική απεραντοσύνη του σύμπαντος. Βρέθηκα στα εδάφη της Αυτοκρατορίας των Αζτέκων κατά την ακμή της, όταν ακόμα ανεγειρόταν ο μεγαλόπρεπος Ναός προς τιμήν του θεού Ουιτζιλοπότστλι. Βίωσα τις αγωνιώδεις νύχτες της Αλώσεως της Κωνσταντινούπολης σαν τα αιωνόβια τείχη της βυζαντινής πρωτεύουσας θερίζονταν από τα κανόνια των Οθωμανών. Ήπια τσάι με τον 3ο Δαλάι Λάμα ένα ανοιξιάτικο σούρουπο του 1578 στο μοναστήρι Ντρεπούνγκ του Θιβέτ και τον έπεισα να αποδεχθεί την πρόσκληση συνάντησης του Μογγόλου ηγεμόνα Αλτάν Χαν και να προσηλυτίσει μετέπειτα ολάκερη την Μογγολία στον Βουδισμό. Έζησα την λαμπρή εποχή της Αναγέννησης, γνώρισα τον Μιχαήλ Άγγελο ενόσω καλλιτεχνούσε την οροφή της Καπέλα Σιξτίνα που ήταν ακόμη αδειανή από τις φιγούρες των αγγέλων, μπήκα στο ατελιέ του Λεονάρντο Ντα Βίντσι όταν η Μόνα Λίζα δεν ήταν παρά ένας μισοφτιαγμένος καμβάς περιστοιχισμένος από χάρτες σημειώσεων. Απόλαυσα τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ να υποδύεται αυτοπροσώπως το Φάντασμα σε μια θεατρική παράσταση του Άμλετ, συζήτησα με τον Ρενέ Ντεκάρτ αυτοπροσώπως μία κρύα νύχτα του Νοέμβρη περί ψυχής και νόησης και ενώ μεθυσμένος του είχα εκμυστηρευτεί πως ήμουν βρυκόλακας. Δεν μετανιώνω τούτους τους έξι αιώνες. Φυλάω στην συνείδησή μου αναμνήσεις που θα ζήλευε ο κάθε άνθρωπος έστω και αν δεν γνωρίζει τις ζοφώδεις ατραπούς μες στις οποίους ο βρυκόλακας καλείται να περιφέρει την ύπαρξή του.


Μεταμορφώνομαι σε λογής πλάσματα, παίρνω διάφορες μορφές. Γίνομαι λύκος, νυχτερίδα, ερπετό, χέλι, πράσινη ομίχλη… Έγινα δεξιοτέχνης σε όλες τις μεταμορφώσεις μου πλην μιας. Μονάχα μία μεταμόρφωση παραμένει πεισματικά δύσκολη, γεμάτη ανυπέρβλητους σκόπελους, ορισμένη από υψηλές απαιτήσεις. Τούτη είναι η μεταμόρφωσή μου σε άνθρωπο. Ναι, η ανθρώπινη υπόσταση καλείται να βαδίσει δαιδαλώδεις λαβύρινθους και περίπλοκα μονοπάτια. Ως άνθρωπος υποχρεούμαι να απαντώ σταυροδρόμια που μου παρουσιάζουν γρίφους στερούμενους ορθολογικής επίλυσης αλλά βρίσκονται εκεί μοναχά για να τυραννούν την διάνοια. Όποιον δρόμο κι αν επιλέξω δεν θα είναι σωστότερος από έναν δρόμο παντελώς λαθεμένο. Η ανθρώπινη ψυχή –εάν επιθυμεί να είναι ανώτερη- είναι καταδικασμένη σε ένα ταξίδι συνυφασμένο με την αμφιβολία, Μπαγκς.


Θα με ρώτησεις εύλογα: Τότε γιατί επιμένεις να μεταμορφώνεσαι σε άνθρωπο; Επιμένω να μεταμορφώνομαι σε άνθρωπο γιατί το έχω ανάγκη. Έχω ανάγκη τις ανθρώπινες ατέλειες με όλα τους τα παρεπόμενα, έχω ανάγκη την απλή ανθρώπινη ευτυχία όπως έχω ανάγκη και την ανθρώπινη μιζέρια ή την ανθρώπινη μελαγχολία, έχω ανάγκη την πρόκληση της ανθρώπινης ύπαρξης. Έχω ανάγκη τις ανθρώπινες στιγμές όσο αφόρητες κι αν ενδέχεται να αποβούν αυτές, ελπίζοντας πάντοτε για το καλύτερο, πιστεύοντας ακράδαντα στο τέλειο. Η ανθρώπινη μορφή με πονάει, δεν το κρύβω. Αλλά είναι η ανθρώπινη μορφή που μου δίδει τις διεγέρσεις που αποζητώ, Μπαγκς.»


---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Εκδίδει τα έργα του στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.