©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info@okypus.com

tel: +306946385769

Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 12 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

Γοτθικός Τρόμος, Φαντασία και Ιστορία συνδέονται ατμοσφαιρικά σε ένα επικό μυθιστόρημα βαμπίρ.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 12 από 36]

---


VII


Πανσιόν Les Paons Fiers. Η ώρα κόντευε μεσάνυχτα. Ο Χάμχαντιουκ ήταν νεκρός. Άκουσε άραγε την διήγηση του Λόρδου Γκρέηγουντ; Ποιος νοιαζόταν αλήθεια; Σίγουρα όχι ο Λόρδος. Σκοπός του Λόρδου ήταν μοναχά να εξομολογηθεί την ιστορία των απαρχών του ως βρυκόλακας. Το έκανε για τον εαυτό του και μόνο. Δεν προσδοκούσε ούτε είχε την πολυτελή αξίωση να ακουσθεί, πόσο μάλλον από έναν άνθρωπο μειωμένης νοημοσύνης όπως ο Χάμχαντιουκ.


«Δεν θα υπάρξει νεκρώσιμος ακολουθία για σένα, Μπαγκς. Η κηδεία σου θα τελεσθεί σιωπηρά και με συνοπτικές διαδικασίες. Ο Σηκουάνας θα γενεί ο τάφος σου.»


Και έπραξε λοιπόν ο Λόρδος Γκρέηγουντ αναλόγως. Κι αφού περιμάζεψε τον Χάμχαντιουκ σαν πούπουλο από το δωμάτιο της πανσιόν, τον μετέφερε μέσα στην νύχτα πάνω από τις κεραμιδοστέγες ίσαμε τις όχθες του Σηκουάνα. Φθάνοντας εκεί, τον περιέδεσε με ένα χοντρό σχοινί και μια ογκώδη πέτρα που συνέλεξε στον δρόμο του και τον πέταξε στον ποταμό από μιαν υπερυψωμένη μπαλουστράδα. Και προσέκρουσε το παχύσαρκο πτώμα του Χάμχαντιουκ στα νερά του ποταμού μ' έναν ηχηρό παφλασμό μέχρι που η πέτρα τον έσυρε επιτέλους στον βυθό. Και αφανίσθηκε πια το αχρείο αυτό υποκείμενο απ' ανθρώπου μάτι άπαξ δια παντός.


Ο Λόρδος αρχίνησε να σεργιανίζει κατά μήκος της όχθης του Σηκουάνα. Η παριζιάνικη νύχτα δεν οριζόταν πλέον παρά από το θρόισμα των φύλλων και από το χλωμό σεληνόφως. Ο Λόρδος βάδιζε χτυπώντας ρυθμικά το μπαστούνι του στο έδαφος ως συνήθιζε. Φθάνοντας στην μεσαιωνική γέφυρα Pont-Neuf, κοντοστάθηκε επάνω της και απόμεινε να ατενίζει τα νερά που έρεαν κατά τις παλίρροιες της λειψής σελήνης. Το αίμα του Χάμχαντιουκ χάριζε στο στοιχειωμένο κορμί του μία εξαγνιστική ευφορία στυλώνοντας την διάνοια στο έπακρο. Ω ναι, μονάχα το ανθρώπινο αίμα μπορούσε να επιφέρει μία τέτοια αναπτέρωση σε έναν βρυκόλακα. Το αίμα των αρουραίων δεν είναι παρά ένα αισχρό υποκατάστατο.


«Ακριβώς, Μπαγκς. Δεν είμαι ανθρώπινος. Είμαι ένας βρυκόλακας. Ή τουλάχιστον τούτη είναι η ονομασία που έχουν δώσει οι άνθρωποι στο είδος μου.»


Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους, οι βρυκόλακες δεν είχαν καταφέρει να κρατήσουν την παρουσία τους στον κόσμο μυστική όπως επιθυμούσαν. Οργίαζαν οι ιστορίες των παραδόσεων για τα νεκροζώντανα εκείνα πλάσματα της νύχτας που έπιναν το αίμα των ανθρώπων αλλά τούτες δεν ήσαν παρά απλές δεισιδαιμονίες (προερχόμενες κυρίως από δοξασίες και μύθους της Τρανσυλβανίας) που κανείς νους συνεπής δεν θα ελάμβανε σοβαρά υπόψη. Υπήρχαν όμως κι εκείνοι οι βρυκόλακες που δεν λόγιζαν μυστικοπάθειες συμπεριφερόμενοι ασύδοτα, και είναι ουσιαστικά εκείνοι που ευθύνονται για το ότι ο κόσμος απέκτησε εν τέλει κάποια επίγνωση ως προς την ύπαρξη των βρυκολάκων. Οι ανεξέλεγκτοι αυτοί βρυκόλακες δεν έμεναν φυσικά ατιμώρητοι. Για εκείνους, προαιρούσε η Δίαιτα των Cluj.


Η Δίαιτα των Cluj εδραζόταν στο σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ στο Οαχάκα του Μεξικό. Στους παλαιότερους χρόνους εδραζόταν σε μια σπηλιά στους πρόποδες των Καρπαθίων, εντός της Κομητείας του Cluj απ’ όπου πήρε και την ονομασία της. Καθώς με την πάροδο των χρόνων στην Κομητεία του Cluj αναπτύσσονταν ραγδαία οικισμοί ανθρώπων και στην συνέχεια μεγαλουπόλεις, η Δίαιτα εξαναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την σπηλιά των Καρπαθίων στην οποία ίδρυσε την λειτουργία της και να εκκινήσει μία διαδικασία αναζήτησης άλλων τόπων, τόπων έρημων και απόμακρων. Το σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ του Μεξικό αποδείχθηκε η καταλληλότερη βάση για την Δίαιτα. Ήταν ένα σπήλαιο με βάθη απρόσιτα σε ανθρώπους, με σταλακτίτες ηλικίας εκατοντάδων χιλιάδων χρόνων και με πολλαπλά υπόγεια επίπεδα που λειτουργούσαν ως ασκητήρια βρυκολάκων. Τα χαρακτηριστικά τούτα εξυπηρετούσαν την μυστικότητα των συνελεύσεων της Δίαιτας.


«Έι!»


Η Δίαιτα των Cluj συστηνόταν από βρυκόλακες υπό μορφήν νυχτερίδων. Τις υψηλά ιστάμενες θέσεις καταλάμβαναν Strigoi Morti καθότι είναι η αρχαιότερη και πιο ισχυρή φυλή βρυκολάκων. Στην Δίαιτα τελούνταν από συζητήσεις που αφορούσαν καταγγελίες εναντίον βρυκολάκων μέχρι ακόμα και δίκες. Στην περίπτωση που κάποιος βρυκόλακας κατηγορούνταν για συμπεριφορά που δεν άρμοζε στην τήρηση της μυστικότητας των βρυκολάκων και οι πράξεις του διακινδύνευαν να αποκαλύψουν με αδιάσειστα στοιχεία την ύπαρξη των βρυκολάκων στους ανθρώπους, τότε ο εν λόγω βρυκόλακας αντιμετώπιζε την βαριά τιμωρία του εξοστρακισμού ή την ποινή της βίαιης έκθεσής του στις αχτίδες του ηλίου. Όσο οξύμωρο και αν φαντάζει, η ποινή του εξοστρακισμού ήταν βαρύτερη από εκείνη της βίαιης έκθεσης στις αχτίδες του ηλίου. Και τούτο επειδή ένας βρυκόλακας είναι μεν ένα ον ατέρμονα μοναχικό εκ φύσεως, δεν παύει όμως να βασίζεται έστω και στοιχειωδώς στην συμπόνοια των ομοίων του. Όταν ένας βρυκόλακας καταδικάζεται σε εξοστρακισμό από την κοινωνία των βρυκολάκων, η περιπλάνησή του στον κόσμο καταδυναστεύεται από τέτοια αβάσταχτη θλίψη που ούτε καν το ανθρώπινο αίμα αποτελεί πλέον παρηγοριά εφόσον ο εν λόγω βρυκόλακας καταντά ένα ον το οποίο εχθρεύονται τα μοναδικά όντα που δύνανται να κατανοήσουν τις ιδιαίτερες συναισθηματικές του διακυμάνσεις. Ως εκ τούτου, δεν έχει παρά να επιλέξει το τέλος της ύπαρξής του ως ύστατη λύση και εκθέτει τον εαυτό του στον ήλιο αυτοβούλως και παντελώς αποκομμένος από τους πάντες.


«Έι! Ψιτ!»


Πόσο συμβατικά καλείται ο συντάκτης τούτου του αφηγήματος να χρησιμοποιεί λέξεις όπως συνέλευση και συζητήσεις στην παρούσα περιγραφή! Και τούτο επειδή αναπόφευκτα οι λέξεις αυτές προσδιορίζονται από ένα περιορισμένο φάσμα εννοιών στην ανθρώπινη αντίληψη. Εάν όμως ένας άνθρωπος κατάφερνε ποτέ να εισβάλει στην Δίαιτα των Cluj εντός του σπηλαίου Γκουιλά Νακουίτζ κατά την διενέργεια των συνελεύσεων ή των συζητήσεών της, τότε δεν θα απαντούσε παρά το θέαμα μυριάδων νυχτερίδων κρεμασμένων από την οροφή της σπηλιάς και δεν θα άκουγε παρά τους οξείς ήχους στριγκλιών και ροκανισμάτων. Τούτη είναι φυσικά μία άτοπη υπόθεση διότι εάν ένας άνθρωπος κατάφερνε ποτέ να εισβάλει στην Δίαιτα κατά την διάρκεια των εργασιών της, θα υπέπιπτε ευθύς αμέσως στην αντίληψη των νυχτερίδων και έπειτα δεν θα ήταν παρά ζήτημα μοναχά ολίγων δευτερολέπτων μέχρις ότου οι νυχτερίδες να χιμήξουν καταπάνω του και να τον κατασπαράξουν.


«Έι! Ψιτ! Μεσιέ!»


Τα ασκητήρια του σπηλαίου Γκουιλά Νακουίτζ έδιναν στους βρυκόλακες την ευχέρεια της διαμονής για όσο χρονικό διάστημα έκριναν εκείνοι αναγκαίο. Οι βρυκόλακες στα ασκητήρια αυτά βρίσκονταν σε κατάσταση βαριάς νάρκης που μπορούσε να διαρκέσει μέχρι και αιώνες. Όταν ο Λόρδος Γκρέηγουντ –πριν εξακόσιους περίπου χρόνους- πήρε την εκδίκησή του από τον Μπατού Χαν και τους απογόνους του για τον χαμό της φαμίλιας του, επέλεξε την διαμονή του στα ασκητήρια του Γκουιλά Νακουίτζ προκειμένου να ηρεμήσει πλήρως την βασανισμένη του φύση. Έμεινε στα ασκητήρια για πενήντα ολόκληρα χρόνια, ευρισκόμενος στον βαθύ τούτον λήθαργο, ακόμα κι όταν ενίοτε πετούσε έξω στην νύχτα υπνωτισμένος για να τραφεί με το αίμα των ζώων. Σαν πέρασαν πενήντα χρόνια, ο Λόρδος έβρισκε πια αυτόν τον λήθαργο αφόρητο. Αποφάσισε ότι δεν του άρμοζε αυτή η πρακτική και ότι επιθυμούσε την νέα του ζωή ως βρυκόλακας να την διαβεί ανάμεσα στις εξελίξεις και στις προόδους του κόσμου. Εγκατέλειψε συνεπώς τα ασκητήρια του Γκουιλά Νακουίτζ προς αναζήτηση εμπειριών εξευγενίζοντας παράλληλα το ανθρώπινο πνεύμα που δεν έπαυε ποτέ να είναι πτυχή του εαυτού του.


«Έι! Ψιτ! Μεσιέ! Σε σένα μιλάω!»


«Τι θέλεις;»


«Αυτό που θα ήθελα, μεσιέ, είναι το πουγκί με τα χρυσά λουδοβίκεια που έχετε στην τσέπη της ρεντικότας σας. Και θα το εκτιμούσα ιδιαιτέρως εάν μου το δίνατε εσείς ο ίδιος ήρεμα και ωραία ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε περιττή αναστάτωσις.»


«Χάσου από μπροστά μου.»


«Πολύ φοβάμαι, μεσιέ, ότι για την ώρα αυτό είναι αδύνατον. Βλέπετε, το πουγκί με τα λουδοβίκεια στην τσέπη της ρεντικότας σας παραείναι δελεαστική λεία για να αφήσω αυτήν την ευκαιρία να χαθεί έτσι απλά. Επιπροσθέτως, βαστάω και ένα μαχαίρι στο χέρι μου. Γι’ αυτό λοιπόν, δώστε μου το πουγκί και έπειτα θα χαθώ από μπροστά σας ως αντικατοπτρισμός της ερήμου.»


«Είπα, χάσου από μπροστά μου.»


«Μεσιέ, οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι είμαι μέγας δεξιοτέχνης στο μαχαίρι. Εάν υποχρεωθώ να κάνω χρήση αυτού, οι πιθανότητες να φύγετε ζωντανός από την τρέχουσα περίσταση είναι τραγικώς μηδαμινές.»


«Εάν δεν χαθείς από μπροστά μου ευθύς αμέσως όπως σου όρισα, θα αναγκαστώ να σου δείξω τον κακό εαυτό μου. Και –σε διαβεβαιώ- ο κακός μου εαυτός δεν θα σου αρέσει διόλου.»


«Μεσιέ, θα αναγκαστώ κι εγώ με την σειρά μου να αφήσω το μαχαίρι μου να γίνει ο κριτής της κατάστασης. Προτού κάνω αυτό όμως, θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι πρόθεσίς μου δεν ήτο να σας αφαιρέσω την ζωή αλλά απλά να σας ληστέψω. Εφόσον πάραυτα δεν πείθεστε από την ευγενική μου διαγωγή, δεν έχω παρά να αποποιηθώ πάσαν ευθύνη για την τραγική έκβαση των πραγμάτων.»


Ένας βρυχηθμός άγριου θηρίου, ένα βλέμμα φλογοκόκκινο σαν την λάβα από ξυπνημένο ηφαίστειο και δύο κοφτεροί κυνόδοντες που επιμηκύνονταν απειλητικοί ήσαν ενδείξεις αρκούντως πειστικές ώστε να κάνουν τον επίδοξο ληστή να το βάλει στα πόδια σαν λαγός. Ο Λόρδος απόμεινε πάλι μονάχος να ατενίζει τα νερά του Σηκουάνα. Έπειτα κίνησε για έναν περίπατο στους ερημωμένους δρόμους της πόλης, μακριά από την οχλαγωγία του κέντρου. Εκείνη η νύχτα παραήταν όμορφη για να την αφήσει να ξεγλιστρήσει έτσι άχαρα δίχως να απολαύσει την μαγική αύρα του νοτιά. Ούτως ή άλλως, ο ήλιος ήθελε κάμποσες ώρες ακόμη μέχρι να ξημερώσει.


Οι βρυκόλακες δεν γλίτωσαν ούτε από τις βουλιμικές ορέξεις των λογοτεχνών οι οποίοι βρήκαν πρόσφορο έδαφος στην μυθολογία των νυκτόβιων αυτών πλασμάτων. Πρώτος και καλύτερος δεν ήταν άλλος από τον συγγραφέα και γιατρό Τζων Ουίλλιαμ Πολιντόρι, στενό φίλο του Λόρδου Μπάιρον. Το 1819, εμπνευσμένος από την κοινωνική περσόνα του Λόρδου Μπάιρον, ο κύριος Πολιντόρι έγραψε την νουβέλα που έμελλε να αποτελέσει την απαρχή για ένα γιγάντιο κύμα λογοτεχνικών εξορμήσεων στον θρύλο των βρυκολάκων. «Ο Βρυκόλακας» (αγγλιστί, The Vampyre) σημείωσε τεράστια επιτυχία καθώς αξιοποιούσε αριστοτεχνικά την γενική τάση του αναγνωστικού κοινού εκείνης της εποχής για το είδος του γοτθικού τρόμου. Έχοντας διαβάσει την νουβέλα, ο Λόρδος Γκρέηγουντ είχε την τύχη να παρακολουθήσει και την θεατρική της μεταφορά στο English Opera House (το μετέπειτα Lyceum Theatre) του Λονδίνου.


Ο ήρωας του αφηγήματος, ο βρυκόλακας Λόρδος Ρούθβεν, δεν διέφερε και πολύ από τον Λόρδο Γκρέηγουντ στο ζήτημα της εκτίμησης που έχαιρε στους κύκλους της λονδρέζικης ελίτ αλλά και στην μπον βιβέρ φιλοσοφία ζωής που ασπαζόταν. Πέραν αυτού, ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν βρήκε πολλά σημεία συνταύτισης με τον Λόρδο Ρούθβεν καθότι ο Λόρδος Ρούθβεν ήταν καθοδηγούμενος στις πράξεις του ολοκληρωτικά από την μύχια παρόρμηση του βρυκόλακα για φρέσκο ανθρώπινο αίμα. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ αντιθέτως είχε μάθει να δαμάζει τούτη την παρόρμηση και να την ποδηγετεί κατά τις βουλήσεις του υπαγορευόμενος από ανώτερες ηθικές αρχές. Με άλλα λόγια, ο Λόρδος Ρούθβεν ήταν ένα κτήνος που δεν λόγιζε ανθρώπινη δυστυχία και που είχε ως μοναδικό του γνώμονα την ικανοποίηση της δίψας για αίμα. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν ήταν έτσι, και γνώριζε πολύ καλά ότι και πολλοί άλλοι βρυκόλακες δεν ήσαν έτσι. Ως εκ τούτου, ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν είχε παρά να απορρίψει τον «Βρυκόλακα» του Πολιντόρι ως ένα ακροθιγές ανάγνωσμα στοχευμένο στην λαϊκή διασκέδαση δίχως υψηλές απαιτήσεις.


Ούτε ο Μπάιρον είχε καταφέρει να αντισταθεί στο γόητρο των βρυκολάκων. Στο ποίημά του «Ο Γκιαούρ» το οποίο συνέγραψε το 1813, υπάρχει ένα απόσπασμα το οποίο αναφέρεται στους βρυκόλακες, έστω και με μία δόση λογοτεχνικής αδείας. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ το είχε αποστηθίσει.


Πρώτον όμως θα εξέλθης από της ταφής τον λάκκον,

Και την γην θα περιτρέχης μορφήν έχων βρυκολάκων•

Εις τα δώματα θα έμβης της πατρώας σου οικίας,

Θέλων, τέρας, να ροφήσης αίμα της οικογενείας.

Περί μέσας νύκτας πίνεις την ζωήν της θυγατρός σου,

Την ζωήν της αδελφής σου και αυτής της γυναικός σου•

Την τροφήν αηδιάζεις και το πρόσωπόν σου στρέφεις,

Το ημισαπές πλην σώμα πρέπει εξ αυτής να τρέφης.

Ενώ δε τα θύματά σου τελευταίον βλέμμα ρίπτουν

Και κοιτάζουν τον φονέα, τον πατέρ’ ανακαλύπτουν•

Φοβεράς τότε κατάρας και σε δίδουν και τα δίδεις,

Μεχρισού την γενεάν σου άψυχ…-


Πυροβολισμοί. Πυροβολισμοί και κραυγές. Πυροβολισμοί και κραυγές και βρόντοι. Ηχούσαν από την οδό de Penthievre που ήταν παράλληλη της οδού la Boetie. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ αποφάσισε να εγκαταλείψει τον νωχελικό του περίπατο επί της σκοτεινής οδού la Boetie για να δει την αιτία όλης αυτής της ξαφνικής αναμπουμπούλας. Σκαρφάλωσε σαν γάτα πάνω στον τοίχο ενός παλαιού σπιτιού με σάπια παραθυρόφυλλα και έπειτα, δρασκελώντας πάνω στις κεραμιδοστέγες, κοντοστάθηκε στην κορυφή της πρόσοψης ενός κτιρίου απ’ όπου είχε πανοραμική άποψη της οδού de Penthievre.


Μία διμοιρία τριάντα ανδρών της Εθνικής Φρουράς, ενδεδυμένοι τις σκούρες μπλε στολές και με τα πηλήκια των διπλωμένων γείσων στα κεφάλια, έριχναν τουφεκιές σε μία αισχρή και ετοιμόρροπη υποψία τριώροφου οικήματος. Τα βόλια των καραμπίνων τους κατέτρωγαν σαν σάρακες τον παρηκμασμένο τοίχο της πρόσοψης κάνοντας παχιούς γυψοσοβάδες να ξεκολλούν και να γίνονται χίλια κομμάτια στο έδαφος. Καθότι η οδός de Penthievre στερούνταν φανοστάτες, οι άνδρες της διμοιρίας είχαν ανάψει πολλαπλούς δαυλούς τριγύρω προκειμένου να φωτίζουν το πεδίο της δράσης.


«Αγαπητοί κύριοι! Έχετε διαπράξει παράνομη κατάληψη τούτου του οικήματος! Εν ονόματι του νόμου και του βασιλέα της Γαλλίας, απαιτώ να παραδοθείτε! Βγείτε από το οίκημα με τα χέρια ψηλά! Σας προειδοποιώ ότι η υπομονή μας έχει πλέον στερέψει!» έκανε ο επικεφαλής της διμοιρίας πάνω στο άλογό του κρατώντας ένα χωνί στο στόμα που έκανε την φωνή του βροντερή.


«Ψωμί και δημοκρατία στον λαό!» ακούσθηκε η φωνή νεαρού άντρα απ’ το οίκημα κι έπειτα ο νεαρός, εμφανιζόμενος μέσα από ένα παράθυρο, πέταξε ένα τούβλο προς την διμοιρία.


Εστιάζοντας το αετίσιο βλέμμα του στα παράθυρα του οικήματος, ο Λόρδος διέκρινε έξι άντρες, όλοι τους νεαρής ηλικίας. Δεν χρειάστηκε και πολλή σκέψη για να εικάσει ότι επρόκειτο για φοιτητές του Universite de Paris, του Πανεπιστημίου του Παρισιού. Τούτο φανέρωναν τα νεανικά σακάκια με τις υπερτονισμένες βάτες και τα σιέλ πουκάμισα των υψωμένων γιακάδων. Η εικασία του Λόρδου επαληθεύθηκε όταν ένας εκ των νεαρών πέταξε από ένα παράθυρο μία δέσμη προκηρύξεων, εκτυπωμένων σε λιθογραφική πλάκα. Ο νοτιάς σκόρπισε τις προκηρύξεις σε ολόκληρο το τετράγωνο και κατά μήκος της οδού de Penthievre. Μία προκήρυξη έφθασε κοντά στον Λόρδο ο οποίος την άρπαξε με μια αιφνίδια κίνηση του χεριού για να την διαβάσει.


ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ


UNIVERSITE DE PARIS – FACULTE DES LETTRES


Οι μάσκες έπεσαν. Τα αληθινά πρόσωπα αποκαλύφθηκαν. Ο βασιλέας Λουδοβίκος ΙΗ’ –λησμονώντας τις αρχικές του υποσχέσεις περί σεβασμού των επιτευγμάτων της Επανάστασης- φανερώνει τους μοχθηρούς σκοπούς των Βουρβόνων. Ο περίφημος πρωθυπουργός του, ο καταφρονητής του λαού κόμης ντε Βιλλέλ, διατρανώνει την πρόθεσή του για την καταδυνάστευση των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων και κυρίως της εργατικής τάξης. Οι υπερσυντηρητικοί νόμοι Περί Γενικής Ασφάλειας και Περί Τύπου δεν επιβλήθηκαν παρά για να πλήξουν την εργατιά μέσα στην απόλυτη και βολική σιωπή της. Η εργατική τάξη, όχι μόνον ζει μέσα στην πλήρη απαξίωση των δημοκρατικών της δικαιωμάτων, αλλά και στενάζει από δυσβάσταχτα οικονομικά μέτρα όπως την παράλογη υπερφορολόγηση του ψωμιού. Οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης έχουν για άλλη μια φορά γίνει βορά της απομυζητικής αριστοκρατίας. Η Μοναρχία των Βουρβόνων πρέπει να πέσει. Ο Γαλλικός λαός πρέπει να έχει βήμα λόγου. Συντάξου μαζί μας για μια νέα Γαλλία. Για μια Γαλλία που θα κυβερνάται από τον λαό και θα εξυπηρετεί τον λαό.


Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ



Οκτώ άνδρες της διμοιρίας εμφανίστηκαν κουβαλώντας παραταγμένοι έναν πολιορκητικό κριό από παχύ κορμό δρυ. Ο επικεφαλής της διμοιρίας έδωσε το σύνθημα και τότε οι οκτώ άνδρες ξεκίνησαν να κρούουν ρυθμικά τον πολιορκητικό κριό πάνω στην δίφυλλη θύρα του οικήματος. Οι γδούποι του κριού πάνω στην ξύλινη θύρα συντάρασσαν συθέμελα το οίκημα. Σαν η θύρα έδειξε τα πρώτα σημάδια υποχώρησης, οι έξι νεαροί φοιτητές αρχίνησαν να πετούν τούβλα προς τους οκτώ άνδρες της Εθνικής Φρουράς. Ένα από τα τούβλα πέτυχε έναν φρουρό στο κεφάλι. Ο φρουρός έβγαλε μία διαπεραστική κραυγή πόνου καθώς το αίμα απ’ την πληγή κυλούσε καλύπτοντας ολάκερο το πρόσωπό του. Άλλοι δύο άνδρες της διμοιρίας ανέλαβαν να μεταφέρουν τον τραυματισμένο φρουρό μακριά από το πεδίο της δράσης.


«Άνδρες! Οπλίσατε!» διέταξε εξαγριωμένος ο επικεφαλής τους άνδρες της διμοιρίας έχοντας το χωνί στο στόμα του. Οι φρουροί βάλθηκαν να γεμίζουν τις κάνες των καραμπίνων τους με μπαρούτι και βόλια.


«Vive la France!» φώναξε ένας λεπτοκαμωμένος φοιτητής μέσα από το οίκημα και σκόρπισε άλλη μία δέσμη προκηρύξεων στον αέρα. Κρίνοντας από τους δύο φοιτητές που είδε ξεκάθαρα στα παράθυρα του οικήματος, ο Λόρδος Γκρέηγουντ συμπέρανε ότι οι νεαροί άνδρες ζούσαν εκεί μέσα ακολουθώντας ένα ιδιαιτέρως πενιχρό διατροφολόγιο. Οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια τους ήταν ένα αναμφισβήτητο σημάδι ασιτίας.


«Άνδρες! Σκοπεύσατε!» έκανε ο επικεφαλής μέσα από το χωνί και οι άνδρες της διμοιρίας έστρεψαν τις μακριές καραμπίνες με τις ξιφολόγχες προς το οίκημα.


«Κάτω η Μοναρχία των Βουρβόνων! Δύναμη στον λαό!» ακούσθηκε μια παθιασμένη φωνή μέσα απ’ το οίκημα.


«Άνδρες! Πυρ!» κραύγασε ο επικεφαλής και τότε η διμοιρία άνοιξε πυρ με τις καραμπίνες στο οίκημα και βαθιές ρωγμές σχηματίστηκαν στην πρόσοψη από τις αλλεπάλληλες ριπές και τεράστιοι γυψοσοβάδες κρημνίζονταν καταγής.


Οι φοιτητές κρύφτηκαν στα ενδότερα του οικήματος προκειμένου να φυλαχτούν. Οι επτά άνδρες της Φρουράς που βαστούσαν τον πολιορκητικό κριό συνέχισαν να εμβολίζουν δυνατά την δίφυλλη θύρα ώσπου εκείνη κάποτε γκρεμίστηκε. Η διμοιρία τότε εισέβαλε στο οίκημα φωνασκώντας επιτακτικά στους φοιτητές να παραδοθούν.


Η φασαρία εντός του οικήματος καταλάγιασε για κάμποσα λεπτά και η μόνη φωνή που ακουγόταν από μέσα ήταν εκείνη ενός φρουρού της διμοιρίας που γάβγιζε προσταγές στους έξι φοιτητές. Ο επικεφαλής της Φρουράς έδωσε το σύνθημα και τότε άλλοι τέσσερεις άνδρες της διμοιρίας μπήκαν στο οίκημα. Επήλθε σιωπή που διήρκησε μερικά δεύτερα. Κατόπιν, εμφανίστηκαν από την γκρεμισμένη θύρα οι έξι φοιτητές με τα χέρια τους ασφαλισμένα μετά σιδερένιων χειροπέδων πίσω από τις πλάτες τους. Μία αλυσίδα ήταν περασμένη στους χαλκάδες των χειροπέδων κρατώντας τους φοιτητές μαντρωμένους μεταξύ τους και οι άνδρες της διμοιρίας είχαν τις μακριές καραμπίνες στραμμένες προς εκείνους.


Στην θέα των αλυσσοδεμένων φοιτητών που τώρα οδηγούνταν προς την άμαξα της κλούβας, η διμοιρία αναλύθηκε σε δυνατούς αλαλαγμούς. Τέσσερεις φρουροί εξήλθαν του οικήματος κουβαλώντας με αγκομαχητά την λιθογραφική εκτυπωτική μηχανή των φοιτητών. Κατάφεραν με αρκετό ζόρι να φορτώσουν την ογκώδη μεταλλική μηχανή πάνω σε ένα κάρο που σερνόταν από δύο άλογα. Με το σύνθημα του επικεφαλής, η διμοιρία της Εθνικής Φρουράς μαζί με την κλούβα και το κάρο αποχώρησαν από το σημείο παραδίδοντας την οδό de Penthievre στο ερημικό της σκοτάδι. Η ρημαγμένη πρόσοψη του οικήματος έστεκε τώρα ως σιωπηλό τεκμήριο της συμπλοκής. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ εγκατέλειψε την οδό de Penthievre και χάθηκε μέσα στην νύχτα. Μέχρι που ο δρόμος του τον έφερε στο La baleinière, ένα μικρό καπηλειό των Ηλυσίων.


[La baleinière = το φαλαινοθηρικό]


---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Εκδίδει τα έργα του στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.