Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 13 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.


ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 13 από 36]

---



VIII


Ο νυχτερινός περίπατος έφερε τον Λόρδο στο La baleinière (=το φαλαινοθηρικό), ένα μικρό καπηλειό που έστεκε ταπεινό σε ένα σκοτεινό σοκάκι των Ηλυσίων, ανάμεσα σε ερημόσπιτα από μαυρισμένους οπτόπλινθους και ρημαγμένες κεραμιδοστέγες. Η ξύλινη επιγραφή στην πρόσοψη έφερε σκαλισμένη την ονομασία του καπηλειού και από κάτω απεικόνιζε δια ελαιογραφίας ένα φαλαινοθηρικό που ρυμουλκούσε μία νεκρή φάλαινα από την πρύμνη του μέσα σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα.


Δίπλα από την είσοδο πόζαρε μία σκουροπράσινη μακρόστενη πινακίδα που ενημέρωνε τους ενδιαφερόμενους ότι το κατάστημα είχε συνάψει συμβόλαιο με την Πράσινη Νεράιδα. Τούτο σήμαινε φυσικά ότι το καπηλειό ήταν εξουσιοδοτημένο να σερβίρει αψέντι, ένα από τα ολιγάριθμα καπηλειά του Παρισιού εκείνης της εποχής που είχαν την εν λόγω εξουσιοδότηση καθότι το αψέντι αντιμετωπιζόταν ακόμη με κάποια επιφυλακτικότητα από το κοινό κυρίως λόγω των ισχυρών διεγερτικών του ιδιοτήτων. Πολλά χρόνια αργότερα, κατά την λαμπρή περίοδο της Belle Époque, έμελλε να αποκτήσει την μεγάλη του δημοφιλία ιδιαίτερα ανάμεσα στους εκπροσώπους των τεχνών και της διανόησης.


Στην ιδέα του πράσινου αψεντιού που –συνοδευόμενο από λίγη ζάχαρη- ήταν ικανό να ερεθίσει την νοημοσύνη και να την κάνει να γεννοβολά νέες ιδέες με συχνότητα ίδια με την συχνότητα κατά την οποία ένας εγκυμονών αρσενικός ιππόκαμπος εξαπολύει τα χιλιάδες νεογνά του απ’ το στέρνο του, ο Λόρδος αποφάσισε να περάσει τον χρόνο του στο La baleinière. Ο Λόρδος δεν έλεγε εύκολα όχι στο αψέντι, με την προϋπόθεση βέβαια ότι ήταν καλοκαμωμένο, με την πρέπουσα απόσταξη.


Δεκάδες αναμμένα σπαρματσέτα παρείχαν τον φωτισμό του καπηλειού. Οι τοίχοι στο εσωτερικό του La baleinière ήσαν κοσμημένοι με πίνακες ζωγραφικής που αφορούσαν αποκλειστικά την φαλαινοθηρία: Επιβλητικά τρικάταρτα καράβια με πανιά φουσκωμένα από τους ανέμους των ωκεανών, εφοδιασμένα με μικρές λέμβους στα πλευρά τους, μακριοί μυτεροί ιστοί στερεωμένοι στις πλώρες, σκληροτράχηλοι ναυτικοί με καμάκια στα χέρια τους. Στην σύνθεση των πινάκων δεν έλειπε φυσικά και κάποια δύσμοιρη φάλαινα που, λαβωμένη από τα καμάκια των φαλαινοκυνηγών, πάλευε θαλασσοδαρμένη να αποδράσει.


Ο μεγαλύτερος πίνακας του La baleinière έστεκε στην σάλα, ακριβώς απέναντι από τον πάγκο του μπαρ. Εικόνιζε τον τεμαχισμό μίας πελώριας φάλαινας σε κάποια ακτή και δίπλα της οι φαλαινοθήρες (που φάνταζαν μικροσκοπικοί σαν μυρμήγκια μπροστά της) είχαν στήσει κλίβανους με καζάνια μες στα οποία έκαιγαν τα κομμάτια λίπους της φάλαινας για την συλλογή του κητέλαιου.


Ο ταβερνιάρης στεκόταν πίσω από τον δρύινο πάγκο του μπαρ. Ήταν ευτραφής, με ένα παχύ μαύρο μουστάκι στο πρόσωπο και φορούσε μία λεκιασμένη ποδιά. Δυο τιράντες συγκρατούσαν την φαρδιά παντελόνα του από τους ώμους. Ο Λόρδος πλησίασε το μπαρ και παρήγγειλε στον ταβερνιάρη ένα αψέντι.


Ο ταβερνιάρης εκστόμισε ένα βιαστικό oui monsieur και ξεκίνησε την διαδικασία προετοιμασίας: Αφού τοποθέτησε ένα παχυκρύσταλλο ποτήρι πάνω στον πάγκο, το γέμισε κατά τα τρία τέταρτα με αψέντι χρώματος πράσινου, χρώμα τόσο ζωηρό στην υφή του που έκανε το ποτήρι να φωσφορίζει βαθυπράσινες ανταύγειες υπό τις φλόγες των σπαρματσέτων. Έπειτα στερέωσε πάνω στο ποτήρι ένα μικρό τρυπητό κουτάλι από ασήμι και έβαλε πάνω στο κουτάλι έναν κύβο ζάχαρης τον οποίο νότισε με δυο σταγόνες αψέντι. Ζυγώνοντας ένα αναμμένο σπαρματσέτο στο κουτάλι, φλόγισε τον κύβο ζάχαρης ο οποίος λιώνοντας χύθηκε μέσα στο υπόλοιπο αψέντι και τότε η αλκοόλη εντός του ποτηριού άρπαξε φωτιά. Ο ταβερνιάρης έσβησε την φωτιά με ένα σφηνοπότηρο νερού και παρέδωσε το αψέντι στον Λόρδο ο οποίος παρακολουθούσε εντυπωσιασμένος την όλη ιεροτελεστία.


Παίρνοντας το αψέντι στο χέρι του, ο Λόρδος άρχισε να κοιτάζει τριγύρω στην σάλα για κανένα αδειανό τραπέζι. Η σάλα ήταν συνωστισμένη από ναυτικούς γεροδεμένους στις κορμοστασιές τους, με δασύτριχα στέρνα που επιδείκνυαν τις αμυχές τους, με πρόσωπα που μαρτυρούσαν την σκληραγώγηση και τις κακουχίες της θάλασσας. Μέσα από τα σφιγμένα δόντια που συγκρατούσαν τις πίπες τους ξέφευγαν κουβέντες σύντομες και κρυπτογραφημένες, και από τις ιδιόμορφες αυτές στιχομυθίες τους καταλάβαινε κανείς ότι ήσαν όλοι τους φαλαινοθήρες. Βλέποντας τον Λόρδο να περιεργάζεται τον χώρο της σάλας, ο ταβερνιάρης βάλθηκε να τον πληροφορήσει σχετικά με τον άγραφο νόμο του καπηλειού.


«Μεσιέ, είστε φαλαινοθήρας; Ή έχουν οι δουλειές σας άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα από την φαλαινοθηρία;»


«Όχι.»


«Τότε, μεσιέ, θα σας συμβούλευα να μην καθίσετε στον χώρο της σάλας ανάμεσα στους κυρίους. Βλέπετε τούτο είναι στέκι φαλαινοθήρων και οι κύριοι είναι όλοι τους φαλαινοθήρες. Εάν καθίσετε σε κάποιο τραπέζι ανάμεσά τους, θα εκλάβουν αδίκως την κίνησή σας ως πρόκληση και θα σας περιπαίξουν. Και εάν τυχόν εσείς προβάλλετε κάποια αντίδραση στα περιπαίγματά τους, το πιθανότερο είναι ότι το αψέντι που έχουν καταναλώσει θα ανάψει τα αίματά τους και θα προκαλέσουν φασαρίες. Γι’ αυτό λοιπόν, μεσιέ, σας προτείνω –με όλον τον σεβασμό- να καθίσετε στο σκαμνί του μπαρ για να απολαύσετε το αψέντι σας.»


Ο Λόρδος εισάκουσε την υπόδειξη του ταβερνιάρη και έπραξε αναλόγως. Καθισμένος στο ημίψηλο σκαμνί του μπαρ, έφερε το παχυκρύσταλλο ποτήρι στα χείλη του και ξεκίνησε να λαμβάνει απειροελάχιστες γουλιές από το αψέντι ώστε να ανιχνεύσει με τους γευστικούς του αδένες την χλωροφύλλη που χάριζε στο ποτό εκείνο το λαμπερό βαθυπράσινο χρώμα και η οποία αποσταζόταν διά της διπλής διαβροχής των φύλλων της αψινθιάς. Σαν η αλκοόλη κέντρισε με την οξύτητά της τον ουρανίσκο του Λόρδου, εκείνος αφέθηκε στην αρχική της μέθη με δειλές συστροφές της γλώσσας απελευθερώνοντας την κατάλληλη ποσότητα σίελου που θα του επέτρεπε την ομαλή ξενάγηση στις επικράτειες της ψυχεδέλειας. Το αψέντι τούτο ήταν δυνατό αλλά ο Λόρδος μπορούσε να εκτιμήσει την φιλοσοφία των ανθρώπων που το παρήγαγαν.


«Το όνομά της ήταν Εουφροζίνε. Το θυμάμαι.»


Μέσα από το όχλο των φαλαινοθήρων της σάλας αναδύθηκε η φιγούρα μία γυναίκας. Διάβηκε την πυκνή αιθαλομίχλη του ταμπάκο που επικρατούσε στην ατμόσφαιρα και πλησίασε το μπαρ. Αφού κοντοστάθηκε πλάι στον Λόρδο δίχως να τον κοιτάζει, ακούμπησε το λεπτό ποτήρι του λικέρ που βαστούσε στο χέρι της πάνω στον δρύινο πάγκο και απόμεινε να ατενίζει τον πίνακα που έστεκε πάνω από την ραφιέρα των μποτιλιών. Ο πίνακας απεικόνιζε μία οργισμένη σπερμοφάλαινα που τσάκιζε ένα φαλαινοθηρικό καράβι με την ουρά της και ναυτικούς που είχαν γραπωθεί απεγνωσμένοι από τα καραβόσχοινα και τα καμάκια πάνω στον γλιστερό γκρίζο της όγκο. Ένας πίδακας νερού που ανάβλυζε αφρισμένος από τον φυσητήρα της φάλαινας καθώς και η σφιγμένη της οδοντοστοιχία μαρτυρούσαν το μένος του κήτους.


Ο Λόρδος δεν μπορούσε να συγκρατήσει το βλέμμα του από την εκλεπτυσμένη ομορφιά της γυναίκας ενόσω εκείνη μελετούσε αφηρημένη τον πίνακα. Οι καστανόξανθες πλεξούδες των μαλλιών της προσδιόριζαν δαχτυλίδια στον σχηματισμό τους. Τα ζυγωματικά του προσώπου της ήσαν ελαφρώς υπερτονισμένα αναδεικνύοντας τα γαλαζοπράσινα μάτια της. Η μύτη της ήταν λεπτοκαμωμένη και διακριτική, σα να ξεπρόβαλλε από αμηχανία μην τυχόν και διατάρασσε την αρμονική συμμετρία του προσώπου. Τα χείλη της είχαν το φυσικό πορφυρένιο χρώμα της αγριοφράουλας και κάτω από το στόμα πόζαρε το πηγούνι, αδρανές μέσα στην έκσταση της τέλειας καμπύλης του. Ο λαιμός της και οι ώμοι της ήσαν γυμνοί μέχρις ότου το δαντελένιο φόρεμα με τις ροδοκόκκινες κεντημένες αζαλέες κινούσε να καλύψει το στήθος και την πλάτη.


«Ναι, το όνομά της ήταν Εουφροζίνε. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία.»


Το αψέντι τσιμπολογούσε τις αισθήσεις του Λόρδου όπως ένας αρπιστής τσιμπολογάει τις χορδές μίας άρπας ηχώντας μελωδίες, ήταν όμως η αιθέρια ομορφιά της γυναίκας που όριζε την διάνοια του Λόρδου σε ανερμάτιστες τροχιές. Έχοντας εστιάσει το βλέμμα του πλέον για τα καλά στην καλλίγραμμη φυσιογνωμία της, ο Λόρδος ένιωσε την βαθιά ανάγκη να της προσφέρει μία φιλοφρόνηση. Και, υπό την ντελιριακή επήρρεια του αψεντιού, δεν μπορούσε να σκεφτεί καλύτερο τρόπο κολακείας από την ποίηση.


«Μαντμαζέλ, θα επιτρέπατε στον ταπεινό υποφαινόμενο να σας αφιερώσει ένα ποίημα που είναι το δίχως άλλο εμπνευσμένο από το γυναικείο κάλλος που εσείς εκπροσωπείτε τόσο αφειδώλευτα;»


Η γυναίκα γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Οι γαλαζοπράσινες ίριδες των ματιών της υποχώρησαν δισταχτικά μπροστά στην αυθόρμητη διαστολή της κόρης. Το τρεμάμενο φως των σπαρματσέτων έμοιαζε να βρίσκει ένα πολυπόθητο καταφύγιο σαν πλάγιαζε γαλήνιο πάνω στους αμφιβληστροειδείς της.


«Εξαρτάται μεσιέ. Είναι το ποίημα άσεμνο;»


«Όχι, δεν είναι άσεμνο. Είναι ειλικρινές, είναι παθιασμένο, θα μπορούσε ίσως να χαρακτηρισθεί και ως συνεπαρμένο. Αλλά σίγουρα δεν είναι άσεμνο.»


«Τότε ανυπομονώ να το ακούσω, μεσιέ.»


«Περπατάει μες την ομορφιά, όπως η νύχτα/

των ανέφελων κλιμάτων κι έναστρων ουρανών./ Κι ό,τι πιο υπέροχο σε σκότος κι ηλιοφάνεια/ συναπαντώνται στην όψη και στα μάτια./ Κι ούτως στέκει γαλήνια στο απαλό εκείνο φως/ π’ ο παράδεισος αρνείται στην αυθάδικη ημέρα.//

Μια περισσότερη σκιά, μια λιγότερη αχτίδα,/

την ανείπωτη χάρη της θα χαλούσαν/ εκείνη που κυματίζει σε κάθε της πλεξούδα/ ή που φωτίζει απαλά το πρόσωπο της./

Εκεί που οι σκέψεις της εκφράζουν με τόση γλυκύτητα/ πόσο αγνός, πόσο αγαπημένος είναι ο τόπος που κατοικούν.// Σε αυτό εδώ το μάγουλο, πάνω σε τούτο το φρύδι,/ τόσο ήρεμα, τόσο απαλά, αλλά και τόσο εκφραστικά,/ τα χαμόγελα που νικούν, οι αποχρώσεις που αστράφτουν,/ που εξιστορούν ημέρες δαπανημένες μες στην χάρη,/ έναν νου σε ειρήνη με τα εγκόσμια,/ μια καρδιά με τόσο αθώα αγάπη!»


Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της γυναίκας. Και στο χαμόγελό της, οι χοάνες των ροδοκόκκινων κεντημένων αζαλέων επιμηκύνθηκαν από τις ίνες του φορέματος και πλαισίωσαν το λαμπερό της πρόσωπο. Το αψέντι, η ομορφιά της γυναίκας και η ερωτική ποίηση είχαν μορφώσει ένα τρίπτυχο σύμπνοιας που ανήγε τα συναισθήματα του Λόρδου στον υπερθετικό τους βαθμό.


«Υπέροχο, μεσιέ. Και αν ισχυριστείτε ότι το συλλάβατε μόλις τώρα κοιτάζοντας το πρόσωπό μου, θα λιποθυμήσω από υψηλοφροσύνη.»


«Όχι, όχι. Δυστυχώς όχι. Δεν είναι δικό μου. Παρόλη την εντρύφησή μου με την ποίηση, δεν κατάφερα ποτέ να γίνω ο ίδιος ποιητής. Ως εκ τούτου είμαι καταδικασμένος να απαγγέλω στίχους αλλωνών. Το ποίημα είναι του Λόρδου Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον.»


«Μπάιρον… Ανήκει στους κλασικούς; Ή είναι σύγχρονος;»


«Είναι σύγχρονος.»


«Καταλαβαίνω… Είναι πράγματι ενθαρρυντικό να βγαίνουν τόσο μελωδικοί στίχοι από το στόμα ενός ατέρμονα μοναχικού άνδρα.»


Τούτη η τελευταία νύξη της γυναίκας ξάφνιασε τον Λόρδο. Ήταν αρκετή ώστε να τον κάνει να ανασυντάξει την στάση του σώματός του επάνω στο σκαμνί του μπαρ. Υπήρχε τίποτε το κραυγαλέο στην έκφρασή του ή στην ακριβή του περιβολή που να μαρτυρά μοναχικότητα;


«Ομολογώ ότι ο τελευταίος σας υπαινιγμός με εξέπληξε, μαντμαζέλ. Είχα την εντύπωση ότι εξέπεμπα την εικόνα μίας κοινωνικότατης προσωπικότητας. Φαίνεται ότι έσφαλα οικτρά.»


«Τα μάτια σας, μεσιέ, είναι επικαλυμμένα από μία παγερή χροιά κυανού. Είναι μια χροιά τόσο απόκοσμη στον ντελικάτο σχηματισμό της και τόσο θλιμμένη στην απρόσιτη εστία της που προδίδει με τρόπο απρόσκοπτο αποκάμωμα, απόγνωση, απογοήτευση. Οι σκέψεις σας είναι σκέψεις μοναχικές, συλλογισμοί που αγγίζουν προκλητικά τα όρια της ασυναρτησίας και για τον λόγο αυτόν σας κλείνουν ολοένα και περισσότερο στον εαυτό σας και σας καταβυθίζουν σε συναισθήματα ζοφερά. Ως και η επιδερμίδα του προσώπου σας έχει μολυνθεί από τα ζοφερά αυτά συναισθήματα και έχει παραδοθεί ολάκερο στην νεκρική του ωχρότητα. Για την ακρίβεια, μεσιέ, φαντάζετε ως ένας άνθρωπος πιότερο νεκρός παρά ζωντανός.»


Ο Λόρδος κλονίσθηκε από τον αντίκτυπο ενός τέτοιου διεξοδικού ψυχογραφήματος. Νόμιζε ότι τα μάτια του την στιγμή εκείνη –και μάλιστα εν μέσω της μέθης του αψεντιού- θα ήσαν χαρακτηρισμένα από την φλογοκόκκινη ανταύγεια που υποδήλωνε κοχλαστούς πόθους αντί της παγερής κυανής χροιάς που σήμαινε την παρουσία της κατά την βίωση μελαγχολίας. Ήταν ο Λόρδος μελαγχολικός; Ναι ήταν, όπως το διαπίστωνε και ο ίδιος. Γιατί όμως ήταν μελαγχολικός; Ίσως τελικά το αίμα του Χάμχαντιουκ δεν ήταν αρκετό. Ίσως είχε ανάγκη από περισσότερο αίμα. Μόλις θα έφευγε από το καπηλειό του La baleinière, θα έψαχνε το δίχως άλλο για κανέναν ζωντανό αρουραίο ώστε να τροφοδοτήσει εκ νέου τους αδένες του.


«Υποκλίνομαι, μαντμαζέλ, μπροστά σε μία τόσο αναλυτική ανάγνωση της φυσιογνωμίας μου και μάλιστα από μία γυναίκα τόσο ελκυστική όσο εσείς. Θα ήμουν πολύ τολμηρός εάν ζητούσα να μάθω το όνομα του πανέμορφου πλάσματος που βρέθηκε στο διάβα μου και μου χάρισε την λεπτομερειακή τούτη ανάλυση της ψυχοσύστασής μου;»


«Το όνομά μου, μεσιέ, είναι Αντελαϊς.»


«Αντελαϊς… Θα το θυμάμαι αυτό το όνομα… Οφείλω να σας ευχαριστήσω, Αντελαϊς. Και τούτο επειδή τα λόγια σας με αναπτέρωσαν και τώρα νιώθω λιγότερο επιβαρυμένος από την μελαγχολία που με κατέβαλλε. Σας χρωστώ ευγνωμοσύνη.»


«Ω τα λόγια τούτα δεν ήσαν παρά μόνον ένας μικρός πρόλογος, μεσιέ. Υπάρχουν τόσα πολλά που μπορεί να διαβάσει κανείς στο πρόσωπό σας και ειδικότερα στην ασυνήθιστη αυτή ωχρότητά του. Πέραν όμως όλων αυτών, είναι το βλέμμα σας εκείνο που προδίδει τις σκέψεις σας και συνεπώς εσάς τον ίδιο. Το βλέμμα σας, μεσιέ, αγκαλιάζει ορισμένα πράγματα με θέρμη και απορρίπτει άλλα. Και επιτρέψτε μου να πω ότι όχι μόνον τα απορρίπτει αλλά τα αποστρέφεται μισερά ως κατάρες.»


«Αντελαϊς, δεν παύετε ποτέ να μου κινείτε την περιέργεια και το ενδιαφέρον. Ποια είναι εκείνα τα πράγματα στα οποία αναφέρεστε και τα οποία το βλέμμα μου αποστρέφεται; Πείτε μου σας παρακαλώ.»


«Είναι πολλές φορές, μεσιέ, που σαν βρίσκομαι ανάμεσα σε άνδρες, οι συζητήσεις τους αλλάζουν θεματολογία και αποκτούν ξάφνου την ροπή να αφορούν όλες τους το στήθος μου, αμέσως και εμμέσως. Και λέγω τούτο δίχως την παραμικρή έπαρση καθότι θεωρώ ότι στην γυναίκα μετρούν άλλοι παράγοντες σημαντικότεροι του στήθους. Είναι όμως κοινό χούι των ανδρών να συναρπάζονται από ένα καλαίσθητο στήθος και να επικεντρώνουν την προσοχή τους σε αυτό ακριβώς το γνώρισμα μιας γυναίκας αδιαφορώντας παντελώς για τυχόν άλλες αρετές της. Εσείς αντιθέτως αποφεύγετε συστηματικά να εστιάσετε το βλέμμα σας στο στήθος μου. Μήπως τούτο είναι επειδή το φυσικό κάλλος κατά βάθος σας λυπεί; Κι αν ναι, μήπως τούτο οφείλεται σε κάποιον φόβο; Σε κάποια τραυματική εμπειρία ίσως;»


Τα βλέφαρα του Λόρδου τρεμοπαίξαν και ύστερα σφάλισαν τα μάτια σαν από δική τους βούληση. Ναι, η Αντελαϊς είχε δίκιο. Ο Λόρδος όντως απέφευγε να κοιτάξει το στήθος της. Τούτο όμως δεν ήταν επειδή το στήθος της ήταν εξόχως καλλίγραμμο.


«Αγαπητή Αντελαϊς… Έχετε απόλυτο δίκιο… Είναι αληθές ότι αποφεύγω να κοιτάζω το στήθος σας… Και τούτο επειδή είναι… είναι… πολύ… όμορφο…»


Τα γαλαζοπράσινα μάτια της Αντελαϊς σκλήρυναν καθώς δυσπιστούσαν στο τελευταίο αυτό κόμπιασμα του Λόρδου. Η έκφραση του προσώπου της ξάφνου αγρίεψε σαν την θάλασσα που αγριεύει μονομιάς με το φύσημα των ύπουλων αγέρηδων. Το βλέμμα της τώρα επιχειρούσε να διεισδύσει βίαια στην αινιγματική αυτή αποστροφή του Λόρδου και να ανακαλύψει τις βαθύτερες αιτίες της.


«Ψεύδεστε μεσιέ. Δεν είναι το στήθος μου που σας προκαλεί τούτη την καταφανή αμηχανία και που σας κάνει ολοένα ωχρότερο στην όψη. Είναι άλλο εκείνο που σας κάνει να δυσφορείτε ετούτη την στιγμή.»


«Δεν σας καταλαβαίνω, Αντελαϊς… Τι άλλο… θα… μπορούσε να με… κάνει… να δυσφορώ…;»


«Κείνο που αποστρέφεστε, μεσιέ, είναι ο μικρός χρυσός σταυρός που έχω περασμένον στο λαιμό μου. Είναι το κοίταγμα του σταυρού που σας κάνει να λιγοθυμείτε. Λοιπόν; Λέγω την αλήθεια;»


Η Αντελαϊς έλεγε την αλήθεια. Ο λόγος για τον οποίον ο Λόρδος διατηρούσε το βλέμμα του μακριά από εκείνο το αναντίρρητα όμορφο στήθος της ήταν επειδή φορούσε στο λαιμό της μία λεπτή χρυσή αλυσίδα και από την αλυσίδα έστεκε περασμένος ένας μικρός χρυσός σταυρός. Ανάμεσα στα πανέμορφα στήθη της, ο χρυσός εκείνος σταυρός λαμποκοπούσε στο σχήμα του απορροφώντας το φως των σπαρματσέτων και καταβυθίζοντας ολάκερη την σάλα του La baleinière σ’ ένα αλγεινό σκοτάδι. Τούτο τουλάχιστον ένιωθε ο Λόρδος σαν από κάποια ενδόμυχη παρόρμηση κάθε φορά που το βλέμμα του συναπαντούσε τον μικρό χρυσό σταυρό και στο κάθε συναπάντημα τα λογικά του υπέπιπταν σε μια εφιαλτική παραζάλη.


«Το θυμάμαι. Ναι, το όνομά της ήταν Εουφροζίνε.»


Προκειμένου να αποφύγει την θωριά του σταυρού που αμείλικτη επέμενε να απομυζεί όλες του τις υπερφυσικές δυνάμεις, ο Λόρδος έστρεψε αγενώς το βλέμμα μακριά από την Αντελαϊς και προς την σάλα του La baleinière επικεντρώνοντας την προσοχή του στις συζητήσεις των φαλαινοθήρων. Η σκοτοδίνη όμως στην οποία είχε περιέλθει εξ’ αιτίας του μικρού εκείνου χρυσού σταυρού είχε εξαπλώσει πλέον τα πλοκάμια της κατά τρόπο τέτοιον ώστε οι κουβέντες των ναυτικών αναλύονταν πλέον σε ξεφτισμένους μακρινούς απόηχους.


«Κι είπε ο καπετάνιος Τούρμακ…»


«Α-άι! Ο καπετάνιος Τούρμακ! Γεννημένος θαλασσόλυκος!»


«Βίρα τα πανιά!»


«Α-άι! Βίρα! Φυσήξτε ανέμοι!»


«Κι έπειτα έβγαλε απ’ το πουγκί τρία χρυσά δουκάτα.»


«Α-άι!»


«Ένα χρυσό δουκάτο σε κείνον που θα πρωταντικρίσει φάλαινα Μπελούγκα, είπε.»


«Α-άι! Μπελούγκα!»


«Ένα χρυσό δουκάτο σε κείνον που θα την καμακώσει πρώτος, είπε.»


«Α-άι! Έτοιμα τα καμάκια!»


«Κι ένα χρυσό δουκάτο σε κείνον που θα την θανατώσει, είπε.»


«Α-άι! Μπελούγκα! Κυνηγήστε την σκύλα μέχρι που να κουραστεί και να ψοφήσει! Τρία χρυσά δουκάτα είν’ αυτά!»


Ο ίλιγγος που στοίχειωνε το σκεπτικό του Λόρδου γινόταν τώρα πραγματικά αφόρητος. Δεν ήσαν μονάχα οι κοφτές κουβέντες των ναυτικών που τον παρέσυραν σε έναν στρόβιλο από σύγχυση και αλλοφροσύνη, ήταν και το διαπεραστικό βλέμμα της Αντελαϊς η οποία μηχανευόταν τις επόμενες ερωτήσεις της προκειμένου να τον κάνει να εξομολογηθεί το μυστικό του. Και ο μικρός εκείνος χρυσός σταυρός δεν έπαυε ούτε στιγμή να αχτιδοβολεί το φαρμακερό του θάμπος.


«Ω, η τραγική ειρωνία!… Έπρεπε να βρεθώ στον βυθό του Σηκουάνα για να θυμηθώ το όνομά της…»


Πιο ψηλά! Ο Λόρδος έπρεπε να υψώσει το βλέμμα του πιο ψηλά, ψηλότερα από την αιθαλομίχλη του ταμπάκο και τις συνομιλίες των ναυτικών, ψηλότερα κι από την εξεταστική διάθεση της Αντελαϊς. Σηκώνοντας με κόπο τα βλέφαρα που έπεφταν σαν βαριές αυλαίες στα μάτια του, ο Λόρδος απόμεινε να ατενίζει τον πίνακα που έστεκε μεγαλοπρεπής στον αντίκρυ τοίχο της σάλας και απεικόνιζε τον τεμαχισμό της φάλαινας. Ήταν τέτοια όμως η ναυτία του σαν συγκεντρώθηκε στα υπερμεγέθη δρέπανα των φαλαινοθήρων με τα οποία αφαιρούσαν τα τεράστια κομμάτια του κήτους ανεβασμένοι σε ξύλινες σκαλωσιές, που λίγο έλειψε να χάσει παντελώς τις αισθήσεις του και να σωριαστεί ευθύς στο δάπεδο. Έκανε άλλη μία απελπισμένη προσπάθεια να γραπωθεί στα συγκαλά του, τούτη την φορά προσηλώνοντας την προσοχή του στο άψυχο μάτι της νεκρής φάλαινας. Δυστυχώς δεν βοηθήθηκε από τούτο το εγχείρημα. Το μάτι της φάλαινας μαρτυρούσε βίαιο και αγωνιώδη θάνατο, και ο ζωγράφος είχε επιστρατεύσει όλη του την τεχνογνωσία στην αποσβολωμένη έκφραση του κήτους.


«Λοιπόν μεσιέ; Θα επιβεβαιώσετε τούτη την εικασία μου; Είναι ο μικρός χρυσός σταυρός που σας κάνει να δυσφορείτε, έτσι δεν είναι;»


Ένας ανεπαίσθητος αναστεναγμός ξέφυγε από το στόμα του Λόρδου καθώς έστρεψε το πρόσωπό του πάλι στην Αντελαϊς. Ο Λόρδος προσπαθούσε επί ματαίω να αντισταθεί στην αχαλίνωτη καταρράκωση που υπέφερε εξ’ αιτίας του σταυρού. Οι δυνάμεις του είχαν πλέον εξασθενηθεί πλήρως και ο ίδιος μετά βίας έστεκε όρθιος υπό την παραλυτική επίδραση τούτου του μικρού μα άκρως οδυνηρού αντικειμένου. Οι λέξεις πια αρθρώνονταν ως ψιθυριστά ψελλίσματα από τα χείλη του. Και το αψέντι εξατμιζόταν άχαρα στα σωθικά του καταχωνιάζοντας την διάνοια στο ψυχορράγημα.


«Πείτε μου λοιπόν μεσιέ. Είναι ο μικρός χρυσός σταυρός που σας φέρνει τούτη την λιγοθυμιά. Έτσι δεν είναι;»


«Αγαπητή Αντελαϊς… Δεν έχω… την… παραμικρή ιδέα… για τι πράγμα μιλάτε… Γιατί να μου… φέρνει λιγοθυμιά… τούτος… ο… σταυρός;»


«Γνωρίζω το είδος σας, μεσιέ. Έχω απαντήσει κι άλλους κυρίους σαν κι εσάς στο παρελθόν. Και χαρακτηρίζονταν κι εκείνοι από την ίδια ωχρότητα στο πρόσωπο κι από την ίδια κυανή χροιά στο βλέμμα. Γι’ αυτό λοιπόν και θα σας ρωτήσω ευθέως, μεσιέ, και σας παρακαλώ αποκριθείτε μου με πάσα ειλικρίνεια. Είστε βάρκολακ


«Ορίστε;»


«Ερωτώ: Είστε βάρκολακ


«Βάρκολακ


«Μάλιστα, μεσιέ. Βάρκολακ. Είστε βάρκολακ. Λέγω την αλήθεια;»


«Ανάθεμά με, Αντελαϊς, κι αν γνωρίζω τι είναι τούτο. Τι είναι το βάρκολακ


«Οι βάρκολακ, μεσιέ, είναι τα πλάσματα της νύχτας. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που αποκήρυξαν τον Κύριο και έταξαν την ψυχή τους στον Διάβολο. Και για τούτο σεργιανίζουν τις υπάρξεις τους μοναχά κατά την διάρκεια της νύχτας και είναι καταδικασμένοι να θωρούν τον κόσμο από το φάσμα του θανάτου. Οι βάρκολακ, μεσιέ, είναι οι άνθρωποι που επέλεξαν να βαδίζουν αιωνίως το μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Και έκαναν αυτή την επιλογή διότι υπήρξαν δειλοί, διότι ελύγισαν σαν αντίκρισαν τα σκοτεινά φαράγγια του κόσμου. Και ακριβώς επειδή υπήρξαν δειλοί γίνηκαν όλοι τους εύκολα θηράματα για τον Διάβολο ο οποίος τους προσέγγισε και έπειτα συνέλεξε τις ψυχές τους ως λάφυρα. Αυτοί είναι οι βάρκολακ, μεσιέ. Και εσείς είστε ένας από δαύτους. Είστε ένας βάρκολακ. Έτσι δεν είναι;»


Ο Λόρδος μειδίασε ελαφρά. Δεν είχε και τίποτε άλλο να κάνει στην περίσταση. Ο σταυρός είχε απορροφήσει όλο του το σθένος εγκαταλείποντας το αδύναμο πλέον κορμί στο έλεος της Αντελαϊς και του La baleinière. Συγκεντρώνοντας λοιπόν κάμποσο από τον μολυσμένο αέρα του καπηλειού στα πνευμόνια του, ο Λόρδος κατάφερε μονάχα να πει:


«Βάρκολακ… Τούτη είναι πράγματι μια αστεία ονομασία…!»


Η Αντελαϊς αποτραβήχτηκε δυο βήματα πίσω γεμάτη βδελυγμία. Τα γαλαζοπράσινα μάτια της εκτόξευαν σπινθήρες έντονης απέχθειας σα να αισθανόταν απειλούμενη από το ον που είχε εμπρός της, το ιδιόμορφο αυτό πλάσμα με την περίεργη ονομασία –βάρκολακ!


«Βάρκολακ! Είστε ένας βάρκολακ! Βάρκολακ! Βάρκολακ! Βάρκολακ


Οι συζητήσεις των ναυτικών διακόπηκαν μονομιάς και στην σάλα του La baleinière επικράτησε απόλυτη σιγή. Πένθιμη σιγή. Τόσο πένθιμη που επιζητούσε –θαρρείς- απεγνωσμένα έναν τάφο. Οι φαλαινοθήρες έστρεψαν τα σκληροτράχηλα πρόσωπά τους προς τον Λόρδο και στα μάτια τους δεν διακρίνονταν παρά έκπληξη και μίσος. Ως και η αιθαλομίχλη του ταμπάκο έμοιαζε να είχε παγώσει στην ατμόσφαιρα ακινητοποιώντας πλήρως τις αδιάκοπες περιελίξεις της.


«Θ’ αστειεύεσαι, όμορφη κόρη! Τι δουλειά έχει ένας βάρκολακ εδώ ανάμεσά μας;» αποτόλμησε να ρωτήσει ένας εκ των φαλαινοθήρων, ο πιο γεροδεμένος και τερατώδης στο παράστημα.


«Είναι βάρκολακ! Κοιτάξτε τον! Δεν μπορεί καν να αντικρίσει τον σταυρό! Έχει τάξει την ψυχή του στον Διάβολο! Είναι βάρκολακ!» τσίριξε η Αντελαϊς.


«Όχι… Όχι… Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα…» έκανε ο Λόρδος αγκομαχώντας μα η έκφραση της αβάσταχτης πνιγμονής στο πρόσωπό του σαν η Αντελαϊς ζύγωνε το χρυσό σταυρό μαρτυρούσε την πικρή αλήθεια.


«Κάθαρμα!» γρύλισε ο γεροδεμένος φαλαινοθήρας και, αφού σηκώθηκε από την καρέκλα, πλησίασε τον Λόρδο και του έριξε μια γερή γροθιά στο σαγόνι.


Ο Λόρδος σωριάστηκε στο πάτωμα. Αν και οι αισθήσεις του είχαν ατονήσει από τον μικρό σταυρό της Αντελαϊς, τα ρουθούνια του πρόλαβαν να δρέψουν τις οσμές του χεριού του γεροδεμένου φαλαινοθήρα. Ήσαν οι οσμές της βαθιάς θάλασσας, του αίματος των φαλαινών και του καμμένου κητέλαιου. Μισολιπόθυμος καθώς ήταν από το χτύπημα, περιστοιχίστηκε από τους εξαγριωμένους φαλαινοθήρες των οποίων οι ευαίσθητες χορδές πειράχτηκαν αρκούντως στο άκουσμα της λέξης βάρκολακ. Τούτο δεν φάνταζε ιδιαίτερα παράδοξο εάν αναλογιζόταν κανείς ότι όλοι τους φορούσαν στους λαιμούς τους μικρές αλυσίδες με σταυρούς. Ήταν φανερό ότι ο τρόμος της άγριας θάλασσας τους είχε μετατρέψει όλους σε θρησκόληπτα κτήνη έτοιμα να κατασπαράξουν οτιδήποτε πόζαρε στην αντίληψή τους ως ιερόσυλο. Άλλος ένας φαλαινοθήρας έριξε μια κλωτσιά στα πλευρά του Λόρδου ενώ ένας τρίτος ξεκίνησε να ψάχνει τις εσωτερικές τσέπες της ρεντικότας του ανακαλύπτοντας το πουγκί με τα χρυσά λουδοβίκια.


«Το πουγκί του έχει μέσα τριάντα λουδοβίκια!»


«Α-άι! Να του τα πάρουμε! Να του πάρουμε τα νομίσματα και να τον πετάξουμε στον Σηκουάνα!»


«Όχι! Τούτα είναι καταραμένα χρήματα! Είναι χρήματα του Διαβόλου! Θα μας φέρουν συμφορά!»


«Όχι! Δεν θα μας φέρουν συμφορά! Θα τα πάρουμε από τον Διάβολο ώστε να ενισχύσουμε με αυτά το έργο του Κυρίου!»


«Ανόητοι! Τούτα είναι χρήματα που αποκτήθηκαν από το αίμα αθώων ανθρώπων! Θα μας μαστίζουν ως πανώλη εάν έρθουν στα δικά μας πουγκιά! Τα πνεύματα των αδικοχαμένων ψυχών θα κυνηγούν ως λυσσασμένες ερινύες τις συνειδήσεις μας!»


«Σιωπή! Μονάχα ο Φουλμπέρ, ο ταβερνιάρης, μπορεί να εξάγει μια δίκαιη απόφαση επί του ζητήματος! Ο βάρκολακ επέλεξε να επισκεφθεί το δικό του καπηλειό και ως εκ τούτου ο Φουλμπέρ καθίσταται ο θιγόμενος της υπόθεσης! Ας αφήσουμε λοιπόν εκείνον να ορίσει τι πρέπει να γίνει!»


Ο όχλος των φαλαινοθήρων άνοιξε μπροστά στον Λόρδο όπως η Ερυθρά Θάλασσα χωρίστηκε στα δύο για να διαβεί ο Μωυσής. Και τότε φανερώθηκε στο βάθος του περάσματος ο Φουλμπέρ, ο ταβερνιάρης, με τους αγκώνες του ακουμπισμένους πάνω στον πάγκο του μπαρ, εμφανώς συνταραγμένος από τα διατρέξαντα. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον περίγυρο των ναυτικών που τον κάρφωναν με τα βλέμματά τους προσμονώντας μία απόφαση για το ζήτημα που ανέκυψε και έπειτα στράφηκε προς τον Λόρδο.


«Είναι αλήθεια, μεσιέ; Είστε βάρκολακ; Έχετε όντως τάξει την ψυχή σας στον Διάβολο;» ρώτησε.


«Όχι… Όχι… Τα πράγματα δεν έχουν ακριβώς έτσι… Δεν είμαι αυτό που νομίζετε…» κατάφερε να ψελλίσει ο Λόρδος με το κάτω χείλος του ματωμένο από την γροθιά και ανήμπορος να αντενεργήσει υπό την θωριά των μικρών σταυρών που κρέμονταν στους λαιμούς των φαλαινοθήρων.


«Μονάχα ένας τρόπος υπάρχει για να μάθουμε την αλήθεια.» έκανε ο ταβερνιάρης και, σκύβοντας κάτω από το μπαρ, παρουσίασε έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό στολισμένο με μια αρμαθιά από σκόρδα και τον τοποθέτησε πάνω στον πάγκο. «Κάντε μου την χάρη, μεσιέ, και κοιτάξτε τούτον τον σταυρό. Και πείτε μου χωρίς φόβο και χωρίς πάθος ότι θα θυσιάζατε ως και την ίδια σας την ζωή για τον Ιησού.»


Μία διαπεραστική κραυγή πόνου και αγωνίας ξέφυγε από τον φάρυγγα του Λόρδου στην όψη του σταυρού, τόσο ισχυρή που κλόνισε τα τύμπανα των αυτιών. Και στην απελπισμένη αυτή αντίδρασή του, η οργή ξάναψε το αίμα των φαλαινοθήρων που αρχίνησαν να τον ξυλοκοπούν αλύπητα. Οι πονεμένες εκκλήσεις του Λόρδου να σταματήσουν δεν κατόρθωναν να ηχήσουν μέσα στην άναρχη οχλοβοή. Κάποτε όμως οι φαλαινοθήρες ήρθαν στα συγκαλά τους και, σταματώντας την βία, στράφηκαν πάλι προς τον ταβερνιάρη για να ακούσουν την απόφασή του.


«Εμπρός λοιπόν, Φουλμπέρ! Δώσε μας μια απόφαση! Τι να κάνουμε με τούτο το απόβρασμα; Και τι θα κάνουμε με τα χρήματα που έχει στο πουγκί;»


Ο ταβερνιάρης μελέτησε τις μανιασμένες εκφράσεις στα πρόσωπα των φαλαινοθήρων και έπειτα έπεσε σε περισυλλογή στρίβοντας το παχύ του μουστάκι με τα ακροδάχτυλά του. Ήταν αρκετά ξύπνιος για να καταλάβει ότι οι ναυτικοί όχι μόνον περίμεναν μία αφορμή από το στόμα του για να λιντσάρουν τον Λόρδο αλλά προσδοκούσαν και μία βολική ετυμηγορία σε ότι αφορούσε τα τριάντα χρυσά λουδοβίκια. Αν μη τι άλλο, ο ταβερνιάρης όφειλε στην δεδομένη περίσταση να ικανοποιήσει την πελατεία του. Και για τούτο απευθύνθηκε στον Λόρδο έχοντας υπόψη του τις απαντοχές της ομήγυρης.


«Επιτρέψτε μου, μεσιέ, να σας διηγηθώ μια ιστορία. Και μαζί με εσάς, την ιστορία θα ακούσουν αναπόφευκτα και οι παριστάμενοι.» είπε με μια δόση κατεσταλμένης συμπόνιας στην φωνή του και συνέχισε: «Κάποτε, μεσιέ, ζούσε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Ιώβ. Ο Ιώβ ήταν άνθρωπος ενάρετος και πανάγαθος, και για τον λόγο αυτόν ο Κύριος ευλόγησε εκείνον και την οικογένειά του με πλούτη και ευημερία. Κάθε Κυριακή ο Κύριος έστελνε στον Ιώβ έναν άγγελο. Και ο άγγελος ρωτούσε τον Ιώβ: «Για πες μου, Ιώβ. Είναι η ζωή όμορφη ή άσχημη;» Και ο Ιώβ έδινε πάντοτες την ίδια απόκριση: «Η ζωή, Κύριε, είναι πανέμορφη και υμνώ τον Κύριο για την σοφία με την οποία εποίησε τον κόσμο.» Και ο Κύριος αισθανόταν πανευτυχής που είχε έναν τόσο πιστό και αφοσιωμένο υπήκοο στην βασιλεία του. Κάποτε πήγε ο Διάβολος και επισκέφθηκε τον Κύριο. Και είπε ο Διάβολος στον Κύριο δείχνοντας τον Ιώβ: «Θαρρείς, Παντοδύναμε, ότι ο Ιώβ θα Σε υμνούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεν τον αντάμοιβες με τέτοια ευτυχισμένη ζωή;» Ο Κύριος εγνώριζε ότι ο Διάβολος ήταν επιδέξιος μπαγαπόντης και ότι τα τεχνάσματά του αποσκοπούσαν μοναχά στο να εδραιώσουν την κυριαρχία του στον κόσμο. Για τούτο και η απόκρισή του ήταν ευθεία και κοφτή: «Ο Ιώβ είναι άνθρωπος πιστός, ενάρετος και πανάγαθος.» Ο Διάβολος τότες αντεπιτέθηκε λέγοντας στον Κύριο: «Στοιχηματίζω, Παντοδύναμε, ότι εάν έδινες στον Ιώβ μίαν ζωή γεμάτη μιζέρια και δυστυχιά τότε δεν θα ήταν πια πιστός σε Σένα παρά θα Σε καταριόταν ολημερίς και ολονυχτίς.» Στην κουβέντα τούτη του Διαβόλου, ο Κύριος προσβλήθηκε. Και, αν και εγνώριζε την ύπουλη φύση του Διαβόλου, ο Κύριος αποφάσισε να αποδεχθεί το στοίχημα ώστε να αποδείξει στον κατεργάρη ανταγωνιστή του ότι η πίστη των υπηκόων του ήτο ακλόνητη και ειλικρινής. Έστειλε λοιπόν ευθύς αμέσως χίλια δυο δεινοπαθήματα και τραγωδίες στον Ιώβ, κακοτυχιές κατακρεούργησαν τις δουλειές του, τα πλούτη του χάθηκαν για πάντα, δυστυχήματα συνέβησαν στην οικογένειά του η οποία ξεκληρίσθηκε ολόκληρη. Και ο Ιώβ απόμεινε ολομόναχος και με το κορμί του θερισμένο από αρρώστειες. Κατατρεγμένος από τα μαρτύρια και τις ασθένειες, εξοστρακισμένος από τις κοινωνίες των ανθρώπων λόγω της φοβερής κατάρας που τον μάστιζε, λησμονημένος από φίλους που τον αποστράφηκαν διά παντός, ο Ιώβ βρήκε καταφύγιο στην έρημο, κρυμμένος μέσα σε ένα πυθάρι, περιμένοντας καρτερικά τον θάνατο που αργούσε να έρθει. Και τότες ο Κύριος έστειλε τον άγγελο στον Ιώβ. Και ο άγγελος ρώτησε τον Ιώβ: «Για πες μου, Ιώβ. Είναι η ζωή όμορφη ή άσχημη;» Και ο Ιώβ σήκωσε τα μάτια που ήσαν κατακόκκινα και δακρυσμένα από σύγχυση και θυμό και κοίταξε τον άγγελο. Και μέσα από τα σφιγμένα του δόντια που προμηνούσαν ανίερους αφορισμούς, κατάφερε να αποκριθεί με βαρύ πόνο ψυχής: «Η ζωή, Κύριε… είναι πανέμορφη… και υμνώ τον Κύριο… για την σοφία με την οποία εποίησε τον κόσμο.» Και τότες ο Κύριος αγαλλίασε από αγάπη σαν συναισθάνθηκε πως είχε κερδίσει το στοίχημα του Διαβόλου. Και έδωκε πίσω στον Ιώβ όλα όσα του πήρε για να τον δοκιμάσει. Όμως, μεσιέ, ο Διάβολος δεν το έβαζε εύκολα κάτω. Και το ‘χε βάλει γινάτι να νικήσει τον Κύριο σε ένα παρόμοιο στοίχημα καθότι εγνώριζε ότι η φύση των ανθρώπων είναι κατά βάθος αδύναμη και ότι ο Ιώβ δεν αποτελούσε παρά μια σπάνια εξαίρεση στον κανόνα. Έκτοτε λοιπόν ο Διάβολος συναντά τον Κύριο και του προτείνει το ίδιο στοίχημα έχοντας προηγουμένως διακρίνει κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο ανάμεσα στο πλήθος. Και ο Κύριος δέχεται πάντοτες το στοίχημα του Διαβόλου με μια δόση πικρίας καθότι γνωρίζει ότι ο Διάβολος διακρίνει αδύναμους ανθρώπους που ‘ναι έτοιμοι να αλλαξοπιστήσουν με την παραμικρή δυσκολία. Κι όταν, μεσιέ, οι άνθρωποι επιμένουν να υμνούν τον Κύριο όπως έπραξε ο Ιώβ, τότες ο Κύριος χαίρεται διότι κερδίζει το στοίχημα του Διαβόλου. Και φυσικά επιβραβεύει εκείνους τους ανθρώπους για το σθένος που επιδεικνύουν. Υπάρχουν όμως, μεσιέ, και εκείνοι οι άνθρωποι που λιγοψυχούν με τις δοκιμασίες που τους επιβάλλονται. Κείνοι είναι άνθρωποι αδύναμοι, εγωιστές και μαλθακοί. Εκείνοι οι άνθρωποι, μεσιέ, όχι μόνον απαρνούνται τον Κύριο και τα θαυμαστά Του έργα μετά την δοκιμασία αλλά και προθυμοποιούνται μεμιάς να συνταχθούν με τον Διάβολο τάζοντάς του τις ψυχές τους για μια ζωή αστείρευτης ευδαιμονίας δίχως να δίνουν δεκάρα τσακιστή για το καλό και το δίκαιο στον κόσμο. Και τότες ο Κύριος λυπάται, μεσιέ. Και λυπάται διότι οι άνθρωποι εκείνοι είναι οι βάρκολακ. Και υπήρξαν βάρκολακ όλη τους την ζωή χωρίς να το γνωρίζουν, απλώς η δοκιμασία την οποία υπέστησαν τους έδωκε την πολυπόθητη ευκαιρία να τάξουν την ψυχή τους στον Διάβολο προκειμένου να ζήσουν μια ζωή γεμάτη με ανέσεις. Οι βάρκολακ, μεσιέ, είναι η χειρότερη φάρα ανθρώπων. Και τούτο επειδή μολύνουν σαν λέπρα την ανθρωπότητα μεταδίδοντας το αισχρό δόγμα που ακολούθησαν οι ίδιοι. Εξ’ ου και δεν υπάρχει καλύτερη λύση στην δική τους περίπτωση από την πλήρη αφάνισή τους. Οφείλουμε να απαλλάξουμε τον κόσμο από τους βάρκολακ, μεσιέ. Και για τούτο οφείλουμε να μεριμνήσουμε εμείς, οι άνθρωποι του Κυρίου.»


«Εμπρός λοιπόν, Φουλμπέρ! Πες μας τι θα κάνουμε με τούτο το απόβρασμα!» φώναξε ο όχλος.


«Εκεί πέρα είναι το καραβόσκοινο με την άγκυρα δεμένη.» είπε ο ταβερνιάρης δείχνοντας το παχύ καραβόσκοινο με την βαριά μεταλλική άγκυρα που κοσμούσαν τον έναν τοίχο της σάλας. «Με το καραβόσκοινο και την άγκυρα θα περιδέσουμε το κορμί του βάρκολακ. Και έπειτα θα τον πετάξουμε στον Σηκουάνα για να πνιγεί. Δεν έχει κανένα νόημα να θανατώσουμε έναν βάρκολακ εμείς οι ίδιοι καθότι η ψυχή του θα σταλεί στον Διάβολο ούτως ή άλλως. Ας ορίσει λοιπόν ο Σηκουάνας την μοίρα τούτου του επαίσχυντου πλάσματος.»


«Και με τα χρήματα, Φουλμπερ; Τι θα κάνουμε με τα τριάντα λουδοβίκια που έχει στο πουγκί του;» φώναξε ο όχλος.


«Συμμερίζομαι απόλυτα την άποψη ότι τούτα είναι χρήματα που αποκτήθηκαν από το αίμα αθώων ανθρώπων.» είπε ο ταβερνιάρης. «Όμως το χρήμα είναι χρήμα και οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Και το χρήμα εφευρέθηκε μοναχά για να εξυπηρετεί τις συναλλαγές μεταξύ των ανθρώπων και να διαχωρίζει εκ των πραγμάτων τους ανθρώπους στις διάφορες κοινωνικές τάξεις. Το χρήμα από μόνο του δεν σημαίνει τίποτε. Το χρήμα αποκτά μονάχα την σημασία του σαν βρίσκεται σ’ ανθρώπου την κατοχή. Και μόνον τότε φέρει τον προσδιορισμό που του αρμόζει. Εάν ο άνθρωπος είναι καλός τότε είναι και το χρήμα καλό και υπηρετεί τον σκοπό του Κυρίου. Εάν ο άνθρωπος είναι κακός τότε είναι και το χρήμα κακό και υπηρετεί τον Διάβολο. Ορίζω λοιπόν να μοιραστούν τα τριάντα λουδοβίκια ανάμεσα σε εμάς, τους ανθρώπους του Κυρίου, ώστε να γίνει χρήσις αυτών με τρόπον ορθό και να δικαιωθούν έτσι και οι ψυχές κείνων των δύστυχων αθώων ανθρώπων. Και η μοιρασιά ανάμεσά μας θα γίνει δίκαια και ισότιμα εφόσον όλοι μας λατρεύουμε τον Κύριο με την ίδια ευλάβεια.»


«Α-άι! Είμαστε δεκατέσσερεις, Φουλμπέρ, και τα νομίσματα είναι τριάντα! Τούτο ορίζει δυο νομίσματα στον καθέναν μας και δυο νομίσματα περισσεύουν! Τι θα κάνουμε με τα δυο νομίσματα που περισσεύουν;» φώναξε ο όχλος.


«Τα δυο νομίσματα που περισσεύουν θα πάνε στο καπηλειό.» αποκρίθηκε ο ταβερνιάρης. «Και όρκο σας κάνω ετούτη την στιγμή ότι τα δυο αυτά νομίσματα θα επενδυθούν για να κατασκευασθεί ένα άγαλμα του Εσταυρωμένου από κατάλευκο αλάβαστρο. Και το άγαλμα αυτό θα στηθεί πλάι στην είσοδο του καπηλειού ώστε να αποδιώχνει τυχόν περαστικούς βάρκολακ εις το μέλλον και να τους δίδει να κατανοούν πως τούτο είναι μέρος του Κυρίου και συχνάζεται από ανθρώπους που τιμούν το καλό και το δίκαιο. Και είθε φωτιά να πέσει απ’ τον ουρανό και να με κάψει εάν παραβώ τον όρκο τούτον.»


«Εύγε Φουλμπέρ! Είσαι στ’ αλήθεια άξιος κριτής με σοφία που θα ζήλευε ως κι ο ίδιος ο Σολομώντας! Είθε ο Κύριος να ευλογεί εσένα και την κλήρα σου εις τον αιώνα τον άπαντα!» επευφήμησε ο όχλος τον ταβερνιάρη.


«Ω, αφήστε την δόλια την σοφία ήσυχη και μην την πολύ-επαινείτε.» έκανε ο ταβερνιάρης. «Καθότι με τους πολλούς επαίνους η σοφία δεν καταντά παρά ένα χούι. Και είναι γνωστό ότι τα χούγια στους ανθρώπους είναι άφθονα, το χούι της σοφίας όμως είναι δυστυχώς δυσεύρετο. Κι αφήστε και την κλήρα μου μονάχη της, μακριά από τους βάρκολακ τούτου του κόσμου. Καθότι σαν γονιός κι εγώ ονειρεύτηκα για την κλήρα μου μίαν ζωή στην υπηρεσία του Κυρίου, απαλλαγμένη από κακοτοπιές σαν και την δική μας εν προκειμένω. Θέλει δουλειά τούτος ο κόσμος για να γενεί σωστός και –δεν σας το κρύβω, σύντροφοι- ντρέπομαι πολλές φορές που θα παραδώσω στα τέκνα μου έναν κόσμο ούτως λειψό και αμαρτημένο. Αλλά ας αφήσουμε τα λόγια τώρα. Τούτη δεν είναι η ώρα των λόγων. Τούτη είναι η ώρα των έργων. Εμπρός λοιπόν να ξεφορτωθούμε τούτο το κατακάθι στον Σηκουάνα για να ξεβρωμίσει ο τόπος!»


Και ούτως έπραξαν λοιπόν οι θρησκόληπτοι διάβολοι του La baleinière. Κι αφού ξυλοκόπησαν ανελέητα τον Λόρδο, τον περιέδεσαν με το καραβόσκοινο και την άγκυρα και τον πέταξαν στον Σηκουάνα. Και ήταν η άγκυρα βαριά και έσυρε τον δύστυχο τον Λόρδο ίσαμε τον βυθό του ποταμού. Και πλάγιασε κάποτε το κορμί του επάνω στον αμμώδη βυθό του Σηκουάνα δίπλα σε μία σκουριασμένη τσιμινιέρα και σε τρία καβούρια που τσακώνονταν για το ποιο θα πρωτοφάει την ζωντανή λεπτοκαμωμένη γαρίδα που τραβούσαν αναμεταξύ τους. Κι απόμεινε ο Λόρδος εκεί, στον υδάτινο τάφο του, και τα γλιστερά χέλια τον προσπερνούσαν λικνίζοντας τα φιδίσια σώματά τους και του έριχναν κλεφτές ματιές.


---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Εκδίδει τα έργα του στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769