Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 14 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 14 από 36]

---



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι


IX



«Υποθέτω ότι σου χρωστώ μία διευκρίνηση, Μπαγκς. Υποθέτω ότι πρέπει να σου δώκω τούτη την διευκρίνηση εφόσον είμαι εγώ ο υπεύθυνος για τον θάνατό σου. Θα ήταν άκομψο εκ μέρους μου εάν σε άφηνα να αναχωρήσεις για το νεκρικό κατευόδιο δίχως να γνωρίζεις την πλήρη αλήθεια για μένα. Θυμάσαι την διήγησή μου για εκείνη την επταήμερη παραμονή μου στο δάσος του Σεντέρντου, κοντά στα Καρπάθια Όρη; Θυμάσαι που σου είπα ότι κατέφυγα στο δάσος του Σεντέρντου επειδή μάλωσα με τον γέρο πατέρα μου για κάποιον λόγο τον οποίο δεν θυμάμαι; Τούτο δεν είναι απολύτως αληθές, Μπαγκς. Θυμάμαι τον λόγο για τον οποίο μάλωσα με τον γέρο πατέρα μου. Ο λόγος αφορούσε μία νεαρή κοπέλα. Το όνομά της ήταν Εουφροζίνε. Το θυμάμαι. Ναι, το όνομά της ήταν Εουφροζίνε. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία. Ω, η τραγική ειρωνία!... Έπρεπε να βρεθώ στον βυθό του Σηκουάνα για να θυμηθώ το όνομά της… Αλλά άφησέ με να να σου διηγηθώ την ιστορία από την αρχή της. Σε εκείνο το μικροσκοπικό χωριό που ονομαζόταν Βιράγκφαλου και στο οποίο έζησα για τα είκοσι επτά χρόνια της θνητής μου ζωής, ζούσε επίσης και μια όμορφη κόρη με το όνομα Εουφροζίνε. Ήταν η τρίτη και νεότερη θυγατέρα της οικογένειάς της, τα μάτια της πυρρόξανθα, το δέρμα της μαργαρώδες και λαμπερό. Θα ήταν δίκαιο να διατεθώ ότι ανάμεσα σε εμένα και στην Εουφροζίνε είχε αναπτυχθεί ένα ειδύλλιο, ειδύλλιο γλυκό σαν το γλυκό ανθόμελο των θερινών οίστρων. Ω ήταν ένα από εκείνα τα ειδύλλια που μεγάλωσαν ως ταπεινοί ανθοί με την πάροδο των χρόνων και παρέμειναν τρυφεροί μες στην ηλιοθαλπωρή της αθωότητας. Εσύ δεν θα καταλάβαινες ποτέ ένα τέτοιο ειδύλλιο, Μπαγκς. Ήρθε κάποτες εκείνη η ημέρα που έταξα όρκο αγάπης στην Εουφροζίνε και εκείνη δέχθηκε τον όρκο μου με αφειδώλευτη κατάφαση. Και αφού έκανα τούτο, της υποσχέθηκα ότι κάποτε θα την νυμφευόμουν και πως θα έκανα το σπιτικό μου μαζί της περνώντας το υπόλοιπο της ζωής μου με την συζυγική της αγάπη. Και εκείνη έπραξε το ίδιο διαβεβαιώνοντάς με πως σε εμένα είχε βρει το ισόβιο ταίρι της. Κι έκτοτε περνούσαμε τα γαλήνια εκείνα δειλινά μας στοχαζόμενοι το κοινό μας μέλλον ως νυμφευόμενο ζευγάρι. Αλίμονο, όμως, Μπαγκς… Όπως όλα τα υπέρμετρα συναισθήματα ευτυχίας, έτσι και αυτό έμελλε να δώσει τόπο στην απρόοπτη υπόσταση της ίδιας της ζωής. Και λέγω τούτο με τέτοιαν πρόδηλη πικρία επειδή ήρθε κάποτες στο χωριό ένας γιατρός από κάποιαν πόλη μακρινή. Κατέφθασε με μία άμαξα και, σαν πάτησε το πόδι του στην γη του Βιράγκφαλου, όλοι οι χωριανοί σκιάχτηκαν από την κατάμαυρη περιβολή που τον κάλυπτε ολόκληρο απ’ τον λαιμό ίσαμε τα υποδήματα των ποδιών. Κείνος ο γιατρός, Μπαγκς, είχε κληθεί από την οικογένεια της Εουφροζίνε και για τούτο κατευθύνθηκε ευθύς στο πατρικό της σπίτι συνοδευόμενος από τον πατέρα της, δίχως πολλές χαιρετούρες και συστάσεις. Ο λόγος για τον οποίον ο γιατρός κλήθηκε από την οικογένειά της ήταν επειδή η Εουφροζίνε έπαυσε ξαφνικά να έχει τις μηνιαίες εμμηνόρροιές της, γεγονός το οποίο μου είχε εκμυστηρευτεί και η ίδια και το οποίο την έκανε να απορήσει. Κείνος ο γιατρός εξέτασε την Εουφροζίνε ενδελεχώς και αποφάνθηκε ότι η Εουφροζίνε ήταν στείρα ήτοι δεν θα ήταν ικανή εις το μέλλον να τεκνοποιήσει. Και εγώ φυσικά δεν είχα -και δεν έχω- κανέναν λόγο να αμφισβητήσω την διάγνωση τούτη καθότι γίνηκε σε όλους μας γνωστό μετέπειτα ότι ο γιατρός εκείνος ήταν άριστος επιστήμων και δίδασκε νέους γιατρούς σε κάποια μεγαλούπολη. Άλλωστε τα κάτασπρα μαλλιά της κεφαλής του μαρτυρούσαν στο δικό μου μυαλό αναντίρρητη εμπειρία ζωής. Με δεδομένη λοιπόν την κατάσταση αυτή, οι γονείς της Εουφροζίνε αποφάσισαν ότι η καλύτερη πορεία ζωής για την νεαρότερή τους θυγατέρα δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τον μοναχισμό εφόσον έκριναν ότι στο Βιράγκφαλου θα της τύχαινε η μοίρα μιας γυναίκας απόβλητης. Έκαναν ως εκ τούτου όλες εκείνες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να εισαχθεί η Εουφροζίνε στην Μονή της Σζεντ Άνυα που βρισκόταν βόρεια της Μπουκοβίνα και απαρτιζόταν αποκλειστικά από γυναίκες που είχαν επιλέξει τον μοναχισμό από αστασίαστη αφοσίωση στον Ιησού. Φυσικά, ουδείς στο χωριό εγνώριζε για το ειδύλλιο που βλάστησε ανάμεσα σε εμένα και στην Εουφροζίνε καθότι είχαμε φροντίσει αμφότεροι να το κρατήσουμε μυστικό. Και εγώ –όντας μικρός και άπειρος- δεν διέθετα το ηθικό για να ενημερώσω τους δικούς μου γονείς σχετικά με τις προθέσεις μου με την Εουφροζίνε. Την ημέρα προτού φύγει η Εουφροζίνε, της υποσχέθηκα ότι θα ερχόμουν εν καιρώ στην Μονή της Σζεντ Άνυα για να τηρήσω τον όρκο αγάπης που της έδωκα. Της υποσχέθηκα ότι θα την έπαιρνα από την Μονή και θα την νυμφευόμουν ως όριζε ο όρκος. Κείνη εφρόντισε να με καθησυχάσει λέγοντάς μου πως ουδεμία υποχρέωση υπήρχε από την δική μου μεριά υπό τις νέες εξελίξεις και πως θα ήταν άδικο να επωμισθώ μία ζωή νυμφευμένος με μία γυναίκα που δεν θα δυνόταν να μου χαρίσει παιδιά. Της αποκρίθηκα πως δεν λόγιζα τέτοιου είδους εμπόδια και πως μου ήταν παντελώς αδύνατον να διανοηθώ την ζωή μου με μιαν άλλη γυναίκα. Συνεπώς εκείνη δέχθηκε την υπόσχεση που της έδωκα, με μία δόση δυσπιστίας ομολογουμένως καθότι κατανοούσε ότι ήμουν ακόμη νέος –όπως κι εκείνη- και πως οι νέοι συνήθως ρέπουν προς τα λόγια τα βαρύδουπα και τα μεγάλα εφόσον δεν γνωρίζουν τι τους επιφυλάσσει το μεγαλείο της ζωής. Η Εουφροζίνε έφυγε και πέρασε κάμποσος καιρός αλλά εγώ δεν είχα λησμονήσει τον όρκο μου. Ήρθε κάποτες λοιπόν εκείνη η ημέρα που ο πατέρας μου όρισε να συζητήσει μαζί μου το ζήτημα της οικογενειακής μου αποκατάστασης. Και για τούτο είχε κανονίσει εκ των προτέρων –και φυσικά δίχως την δική μου έγκριση- τις προετοιμασίες του γάμου μου με μία κοπέλα από ένα κοντινό χωριό, το Σεντρουζμέζο. Η φαμίλια της κοπέλας ήσαν γεωργοί και χριστιανορθόδοξοι όπως και η δική μου φαμίλια. Εξαναγκάσθηκα τότες να εξομολογηθώ στον γέρο πατέρα μου την αγάπη μου για την Εουφροζίνε και να του ειπώ με τρόπον θρασύ και απόλυτον ότι δεν σκόπευα να παραβώ τον όρκο που της είχα δώκει. «Μα η γυναίκα κείνη είναι στείρα! Ο γάμος με μιαν γυναίκα που δεν θα σου δώκει τέκνα δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό. Πώς θα συντελέσετε στην συνέχιση τούτου του κόσμου; Ο καρπός σου θα πάει χαμένος και τον καρπό σου τον έδωκε ο Θεός για να πολλαπλασιαστεί και να πληθύνει. Ποιος είσαι εσύ που θα αντιταχθείς στην βούληση του Κυρίου; Υπάρχει μεγαλύτερο αμάρτημα από το να απαρνηθείς στον Κύριο τον σκοπό για τον οποίον σε δημιούργησε;» είπε. Του αποκρίθηκα τότες πως δεν έδινα δεκάρα τσακιστή για την συνέχιση τούτου του κόσμου. Του αποκρίθηκα επίσης ότι δεν μπορούσα να φανταστώ τίποτε θλιβερότερο στον κόσμο ετούτον από το να διαβώ μια ζωή έχοντας καταπατήσει τον όρκο μου. Του αποκρίθηκα ότι η αγάπη της Εουφροζίνε ήταν αρκετή ώστε να με κάμει να εκτιμήσω όλα εκείνα που θα έφερνε ο χρόνος και ότι δεν επιζητούσα τίποτε περισσότερο. Τούτες οι κουβέντες ήσαν αρκετές για να εξοργίσουν τον γέρο πατέρα μου. Έτσι λοιπόν μαλώσαμε και έφυγα από το σπίτι. Και πήγα και έμεινα στο δάσος του Σεντέρντου εκείνες τις επτά ημέρες που έμελλαν να καθορίσουν και την μετέπειτα πορεία μου πάνω στην γη. Αλίμονο, Μπαγκς. Ήμουν τόσο τυφλωμένος από μίσος για τον Μπατού Χαν ώστε η δίψα για εκδίκηση μ’ έκανε να λησμονήσω παντελώς την δόλια Εουφροζίνε. Με καρτερούσε άραγε με πικρία στην Μονή της Σζεντ Άνυα; Τούτη είναι μια απορία που –θαρρώ- θα με στοιχειώνει εις τον αιώνα τον άπαντα τώρα που είμαι βρυκόλακας. Κάποτε την θυμήθηκα, Μπαγκς. Σαν είχα περάσει πενήντα χρόνια στο σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ του Μεξικό για να γαληνεύσω το τυραγνισμένο μου πνεύμα, εξύπνησα μια νύχτα έντρομος από την νάρκη μου κατατρεγμένος από όλες εκείνες τις αναμνήσεις των δειλινών μου με την Εουφροζίνε και του όρκου αγάπης που της είχα δώκει. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω ευθύς για την Μονή της Σζεντ Άνυα για να εκπληρώσω τον όρκο μου. Και τότες ήταν που αποκαμώθηκα περίλυπος σαν συλλογίσθηκα ότι είχαν περάσει πενήντα ολόκληρα χρόνια για τις γενιές των θνητών ανθρώπων. Η Εουφροζίνε θα ήταν πια ηλικιωμένη αν όχι νεκρή. Και –συν τοις άλλοις- μου διέφυγε από τον νου λόγω της σύγχυσης ότι ήμουν πια βρυκόλακας. Πώς θα πατούσα το πόδι μου μες στην Μονή; Και τι είδους ζωή είχα να προσφέρω εγώ στην Εουφροζίνε; Σίγουρα δεν θα μπορούσα ποτέ να της προτείνω μια πορεία σαν και την δική μου, τούτη την περιπλάνηση στις ζοφερές κοιλάδες του θανάτου. Θα λόγιζα ετούτο ένα λάθος ολέθριο, ένα λάθος που θα βάρυνε την συνείδησή μου σε αβάσταγο βαθμό. Είμαι βρυκόλακας, Μπαγκς. Κι όμως –σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση- έχουν και οι βρυκόλακες αισθήματα. Εουφροζίνε. Ναι, το όνομά της ήταν Εουφροζίνε.»



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 15 Απριλίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Εκδίδει τα έργα του στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769