Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 16 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 16 από 36]

---



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

Βρυκόλακες




Ι


«Ακριβώς, Μπαγκς. Δεν είμαι ανθρώπινος. Είμαι ένας βρυκόλακας. Ή τουλάχιστον τούτη είναι η ονομασία που έχουν δώσει οι άνθρωποι στο είδος μου.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ με τα μάτια γλαρωμένα από αγαλλίαση. Το νεκροζώντανο στοιχείο του είχε αγγίξει πλέον μία κατάσταση απόλυτης μακαριότητας που –αλίμονο!- ήταν μόνον προσωρινή.



Ο Χάμχαντιουκ δεν είχε πεθάνει ακόμη παρά την τεράστια απώλεια αίματος. Αγκομαχούσε αιμόφυρτος ενίοτε χτυπώντας τις αποδυναμωμένες του γροθιές στο πάτωμα. Ευρισκόμενος σε πλήρη απόγνωση τώρα, έφερε το δεξί του χέρι στον λαιμό του για να σταματήσει την αιμορραγία των δύο οπών που προκλήθηκαν από τους κυνόδοντες του Λόρδου. Το σώμα του σπαρταρούσε με ξαφνικές σπασμωδικές κινήσεις κάθε φορά που η ιδέα του θανάτου κοντοσίμωνε τα λογικά του.


«Μην το πολεμάς, Μπαγκς. Άσε το να συμβεί. Άσε το να έρθει γλυκά και ήρεμα. Έχεις χάσει πολύ αίμα. Δεν ωφελεί να κοπιάζεις. Όσο αντιστέκεσαι σε τούτον τον θάνατο, τόσο πιο βασανιστικός γίνεται.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ παρατηρώντας με ένοχη ευθυμία τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Χάμχαντιουκ να κρατηθεί στην ζωή.



Ο Χάμχαντιουκ, παρακούοντας την συμβουλή του Λόρδου, ξεκίνησε να παίρνει συνεχείς κοφτές ανάσες προκειμένου να διατηρήσει τον αέρα στα πνευμόνια. Το μελανιασμένο του πρόσωπο ίδρωνε ολοένα και περισσότερο και τα μάτια του γούρλωναν ανταριασμένα σα να αντίκριζαν το δρεπάνι του Χάρου έτοιμο να του θερίσει την ψυχή. Καταφέρνοντας να στρέψει το σώμα του μπρούμυτα με μια άγαρμπη κίνηση, άρχισε να σέρνεται στο πάτωμα μουγκρίζοντας. Σκοπός του ήταν να καταφτάσει το κρεβάτι, και πιο συγκεκριμένα το πανωφόρι του που βρισκόταν κρεμασμένο στο κιγκλίδωμα του κρεβατιού.


Ο Λόρδος πλησίασε όλος περιέργεια το πανωφόρι του Χάμχαντιουκ και, χώνοντας το χέρι του στην εσωτερική τσέπη, έβγαλε από μέσα την πιστόλα. Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του. Ο ίδιος αδιόρθωτος Χάμχαντιουκ! Ακόμη και την ύστατη στιγμή του θανάτου, οι σκέψεις του αφορούσαν φόνο -έστω και για εκδίκηση.


«Θα το πάρω εγώ αυτό, Μπαγκς. Δεν θα σε εξυπηρετήσει ούτως ή άλλως. Είμαι βρυκόλακας. Ήτοι είμαι ήδη νεκρός. Αλλά και ζωντανός. Νεκροζώντανος. Και ως τέτοιος, τα βόλια δεν μπορούν να με βλάψουν. Το μόνο που θα καταφέρεις με την πιστόλα είναι να δημιουργήσεις περιττή φασαρία.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ και, παίρνοντας την πιστόλα, έκατσε στο σκαμνί του μπουντουάρ.


Ο Χάμχαντιουκ γύρισε πάλι αποκαμωμένος το σώμα του ανάσκελα. Τα βλέφαρα των ματιών του τρεμοπαίζαν καθώς ατένιζε το ταβάνι. Το δεξί του χέρι δεν άφηνε στιγμή τις οπές του λαιμού του. Αρνούνταν πεισματικά να παραδοθεί τόσο εύκολα στην αγκάλη του θανάτου. Καθώς τα δόντια του ήσαν σφιγμένα μεταξύ τους, ο Χάμχαντιουκ έπαιρνε γοργές διακεκομμένες ανάσες από τα ρουθούνια παράγοντας έναν αφόρητα ενοχλητικό θόρυβο. Όπως στην ζωή του ενέπνεε την αποστροφή, ο Χάμχαντιουκ γινόταν το ίδιο δυσάρεστος και στον θάνατο.


Μια ψυχή ήτο έτοιμη να εγκαταλείψει την πανσιόν Les Paons Fiers από στιγμή σε στιγμή. Και τί ψυχή αλήθεια!


Μελετώντας το μελανιασμένο πρόσωπο του ασθμαίνοντα Χάμχαντιουκ υπό το φως της λυχνίας, ο Λόρδος δεν είχε παρά να καταφύγει γι’ άλλη μια φορά στους στωικούς στοχασμούς του Μάρκου Αυρήλιου. Να ζητάς να μάθεις για κάθε πράγμα, τι είναι αυτό καθ’ εαυτό. Ποια είναι η ουσία του και ποια η μορφή του; Ποια η αιτία που το δημιούργησε, τι προσφέρει στον κόσμο; Πόσο χρόνο υπάρχει;


Ο Χάμχαντιουκ ήταν μοναχά το εξαγόμενο ενός περιβάλλοντος σαθρού. Η οντότητά του κλήθηκε εκ της γενέσεώς της να λειτουργήσει και να επιβιώσει μέσα στο ίδιο αυτό σύστημα που τον γαλούχησε. Εάν ο Χάμχαντιουκ επέλεγε μια ενάρετη ζωή, ενδεχομένως το ίδιο το σύστημα εντός του οποίου εξειλίχθη να ήθελε την εξόντωσή του. Ενδεχομένως –αν όχι βέβαια- ο Χάμχαντιουκ να είχε στερηθεί του δικαιώματος να γίνει ενάρετος παρά εξαναγκάσθηκε από τις καταβολές του να εναρμονισθεί με την φαυλότητα που τον περιέβαλλε.


Και εάν όντως ισχύει τούτο, θα μπορούσε κανείς τότε να υπαινιχθεί ότι ο Χάμχαντιουκ ίσως κατά βάθος να κρύβει μέσα του έναν άνθρωπο με αρετές στον οποίον απλά δεν δόθηκαν οι ευκαιρίες που δόθηκαν σε άλλους ανθρώπους; Και εάν ναι, τι είδους ευκαιρία θα μπορούσε να δοθεί στον Χάμχαντιουκ ώστε να αποδοθεί κάποια στοιχειώδης δικαιοσύνη;


Ο Λόρδος γι’ άλλη μια φορά ανέτρεξε στον Μάρκο Αυρήλιο. Η φύσις των πάντων τούτο έχει ως κύριο έργο της τα όντα που βρίσκονται εδώ να τα μεταθέτει εκεί, να τα μεταβάλλει, να τα σηκώνει από εδώ και να τα μεταφέρει εκεί. Τα πάντα είναι μεταβολές. Επομένως δεν υπάρχει φόβος μήπως γίνει κάτι καινούργιο˙ τα πάντα είναι γνωστά, αλλά και οι προσφορές της φύσεως είναι ίσες.



Μεταβολή… Τούτη ήταν η λέξη που τριβέλιζε το λογικό του Λόρδου ενόσω καθόταν στο σκαμνί του μπουντουάρ πάνω από τον γογγύζοντα Χάμχαντιουκ. Ίσως ο Χάμχαντιουκ τελικά να είχε κάποια ουσιώδη χρησιμότητα στην συμπαντική μηχανή αλλά να έπρεπε να υποστεί κάποια μεταβολή προκειμένου να λειτουργήσει κατά τρόπο ορθόν. Ίσως –και πάλι ίσως- ο Χάμχαντιουκ να αποτελούσε ένα γρανάζι ζωτικής σημασίας του οποίου η φορά κίνησης να έπρεπε πολύ απλά να αναστραφεί ώστε να εξυπηρετήσει τον σκοπό της αρχέγονου αιτίας. Αν όντως τούτο ήταν αληθές, ποιος θα ήταν εκείνος που θα επωμιζόταν την ευθύνη να προκαλέσει την μεταβολή του Χάμχαντιουκ;


«Τι διαολόκοσμος είναι τούτος μες στον οποίο βρεθήκαμε οι δυο μας…! Δεν συμφωνείς, Μπαγκς;» έκανε ο Λόρδος μα δεν έλαβε φυσικά απόκριση από τον Χάμχαντιουκ.


Ο Χάμχαντιουκ παραήταν απορροφημένος στις συνεχείς κοφτές του αναπνοές, εκείνες που τον συγκρατούσαν ακόμη στην ζωή παρά την καταλυτική απώλεια αίματος. Η αποφασιστικότητα του Χάμχαντιουκ ως και τις ύστατες τούτες στιγμές έχριζε πράγματι επαίνου. Ο Λόρδος δεν είχε βρεθεί ποτέ του αντιμέτωπος με κάποια παρόμοια περίπτωση.



Ένα πείραμα…! Να τι χρειαζόταν τούτος ο διαολόκοσμος για να κάμει ένα νέο αρχίνημα και να κινήσουν επιτέλους οι σιδηροτροχοί του επάνω στις ράγες τις σωστές. Ένα πείραμα -ένα δυνατό λάκτισμα στους σκουριασμένους ατμοκινητήρες τούτης της κοσμικής γεννήτριας που παράγει χωροχρόνο- ώστε να ξεμπλοκάρουν οι βουλωμένες υδραντλίες και να αντικατασταθεί η κούφια δόμηση με νέα και να ‘ρθει ολάκερη η ανθρωπότης εις σάρκαν μία με τον υπέρτατο εκείνον νου που λαμβάνει μοναχά γνώση δίχως να λογίζει δίκαιο και άδικο, ηθικό και ανήθικο. Ίσως έτσι τελικά θα ανατρέπονταν οι φαύλοι κανόνες τούτου του οικοδομήματος, του αξιοπερίεργου τούτου συμπτώματος που ονομάζουμε σύμπαν.


Ο Λόρδος βρισκόταν στα πρόθυρα μίας μεγάλης απόφασης, μίας απόφασης που ενδέχετο να κρίνει την πορεία ολάκερης της οικουμένης. Διότι ως και οι σοφοί και πράοι είχαν δικαίωμα στο να πειραματισθούν με την φύση ώστε να ερευνήσουν κατά πόσο κάμπτονται οι νόμοι που την διέπουν. Έστω και εάν στους πειραματισμούς ετούτους ελλοχεύουν κίνδυνοι ανυπολόγιστης ζημίας.


«Μπαγκς, είμαι έτοιμος να αποτολμήσω ένα εξόχως ριψοκίνδυνο εγχείρημα, ένα εγχείρημα που ‘ναι καθέτως αντίθετο προς τις αρχές μου και ενδεχομένως να το μετανιώσω πικρά. Πήρα όμως την απόφαση να το αποτολμήσω ώστε να δω in propria persona μέχρι πού εκτείνεται τούτος ο διαολόκοσμος και εάν βελτιώνεται σαν παραβιάσουμε τα όριά του. Γνέψε μου καταφατικά εάν ακούς τούτα τα λόγια και τα καταλαβαίνεις, Μπαγκς. Γνέψε μου γιατί –τ’ ορκίζομαι- δεν απέχω και πολύ απ’ το να αλλάξω γνώμη και να σου κλείσω τα ρουθούνια και το στόμα και να πετάξω το πτώμα σου στον Σηκουάνα.»


Μέσα στις επίμονες κοφτές αναπνοές του, το μελανιασμένο πρόσωπο του Χάμχαντιουκ στράφηκε προς τον Λόρδο. Με πολλή προσπάθεια το κεφάλι έγνεψε καταφατικά δυο φορές.


«Πρόκειται να σου χαρίσω μία νέα ζωή, Μπαγκς. Αν και θα ήμουν ειλικρινής εάν σε προειδοποιούσα ευθύς εξ’ αρχής ότι αυτό που σου χαρίζω δεν είναι ζωή στ’ αλήθεια αλλά μόνον ως θάνατος λογίζεται. Ένας κρετίνος σαν κι εσένα όμως ίσως εκτιμήσει τούτον τον θάνατο πιότερο από την ίδια την ζωή μιας κι εσύ την αξία της ζωής ουδέποτε την έκρινες θετικά. Γνέψε μου εάν ακούς τα λόγια μου.»


Τα βλέφαρα του Χάμχαντιουκ μετά βίας κατόρθωναν να παραμένουν ανοιχτά πια. Το κεφάλι έγνεψε καταφατικά δυο φορές.


«Ορκίζεσαι πίστη και υποταγή στο πρόσωπό μου, Μπαγκς;»


Ως και οι αναπνοές του Χάμχαντιουκ πραγματώνονταν πλέον με εξαιρετική δυσκολία καθότι οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει και το παχύσαρκο σώμα του εκτελούσε πια τις απαραίτητες λειτουργίες εξαιτίας της λιγοστής βούλησης που του είχε απομείνει. Το κεφάλι κατάφερε να γνέψει καταφατικά δυο φορές.


«Ορκίζεσαι να ακολουθείς κατά γράμμα τις εντολές μου, Μπαγκς, και να με τιμάς ως αφέντη και καθοδηγητή;»



Ήταν ολοφάνερο ότι ο θάνατος είχε κοντοζυγώσει για τα καλά τους ζωτικούς ιστούς του Χάμχαντιουκ και το οξυγόνο στα πνευμόνια του δεν προσέφερε πλέον κάποια αξιόλογη υπηρεσία παρά τελούνταν μηχανικά και επί ματαίω προκειμένου να περισώσει μία κατάσταση μη αναστρέψιμη. Ναι, ο Χάμχαντιουκ βρισκόταν μοναχά μερικά δεύτερα πριν το σαλπάρισμα για την αντίπερα όχθη του θανάτου. Κι όμως πάραυτα, το κεφάλι κατάφερε να γνέψει καταφατικά δυο φορές.


«Κατανοείς, Μπαγκς, ότι εάν παραβείς τον όρκο αφοσίωσης που μόλις μου ‘δωκες, η τιμωρία που θα σου επιβάλλω θα είναι τόσο φριχτή που θα ξεπερνά κάθε νοσηρή φαντασία του λειψού μυαλού σου; Αντιλαμβάνεσαι ότι από δω και στο εξής η ύπαρξή σου θα είναι αιωνίως αλληλένδετη με την δική μου και θα ‘χει ως κύριο σκοπό της να υπακούει τις επιταγές μου; Γνέψε μου, Μπαγκς. Γνέψε μου μοναχά εάν συνειδητοποιείς την βαρύτητα των λόγων μου.»


Το αφυδατωμένο εκείνο στόμα που έπαιρνε τις ισχνές του αναπνοές ορθάνοιχτο έκλεισε στιγμιαία τα χείλη ούτως ώστε να αρθρώσει κάποιες κουβέντες και έπειτα η φωνή του Χάμχαντιουκ βγήκε από μέσα υπό μορφή ψιθύρου: «Σε εκλιπαρώ… ελευθέρωσέ με… αφέντη…» Και το κεφάλι, γι’ άλλη μια φορά, κατάφερε να γνέψει καταφατικά δυο φορές.


Το βλέμμα του Λόρδου χαμήλωσε υπό την κρισιμότητα των νέων εξελίξεων. Και στο χαμήλωμα αυτό του βλέμματος, τα μάτια του γαλήνεψαν μες στις θάλασσες του φλογοκόκκινου. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο τώρα, δεν περίσσευε πλέον ώρα για μαιανδρικές περισυλλογές και για αναδιφήσεις στα διδάγματα των μεγάλων φιλοσόφων. Τώρα ήταν η ώρα της δράσης και οι απαιτούμενες ενέργειες όφειλαν να είναι γοργές και ακριβείς.


Ο Λόρδος πήρε την μαχαίρα (κείνη που ο Χάμχαντιουκ είχε αγοράσει την προηγουμένη) και, τείνοντας το αριστερό του χέρι, έκοψε με την μαχαίρα τις φλέβες του καρπού του πάνω από το μελανιασμένο πρόσωπο του Χάμχαντιουκ. Το αίμα ξεκίνησε να κυλάει από τις φλέβες και έσταζε σε παχυλές δόσεις στο στόμα του Χάμχαντιουκ ο οποίος κατέβαζε λαίμαργα την κόκκινη ουσία στο λαρύγγι του. Πολύ σύντομα τώρα, το στοιχειωμένο αίμα του Λόρδου θα δρούσε μέσα στο σώμα του Χάμχαντιουκ αφυπνίζοντας καθέναν από τους αδένες που είχαν υποκύψει στο ψυχορράγημα.



Σαν ο Λόρδος έχυσε αρκετό από το αίμα του στο στόμα του Χάμχαντιουκ, έφερε τον κομμένο του καρπό στα χείλη του και έγλυψε την πληγή. Και τότε η πληγή επουλώθηκε μονομιάς σαν από θαύμα. Έπειτα στάθηκε πάνω από τον Χάμχαντιουκ που ακόμα σιγοκατάπινε το αίμα στο στεγνωμένο του λαρύγγι. Ήρθαν κάποτε και οι πρώτες συσπάσεις του σώματος που ήσαν αναμενόμενες στις περιπτώσεις αυτές όπου ένας άνθρωπος μεταμορφώνεται σε βρυκόλακα, και ο Χάμχαντιουκ άρχισε να σπαρταρά σαν ψάρι στο πάτωμα καθώς ο οργανισμός του αποδεχόταν σταδιακά το νέο αίμα και η φύση του μετατρεπόταν από θνητή σε νεκροζώντανη.


«Να θυμάσαι, Μπαγκς, ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίον πράττω τούτο είναι προκειμένου να σου δώσω την ευκαιρία να εξιλεωθείς για όλα τα αποτρόπαια εγκλήματα που διέπραξες ως άνθρωπος. Και αλίμονό σου εάν παρεκκλίνεις από τον σκοπό αυτόν που σου όρισα. Διότι τότε θα σου πάρω πίσω αυτήν την δύναμη με την ίδια ευκολία κατά την οποία στην χάρισα. Και έπειτα θα σε σκοτώσω. Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό, Μπαγκς.»



Ω σκοτεινή δύναμη…! Ας γενεί λοιπόν το θέλημά σου και ας παραδοθεί επιτέλους τούτο το αισχρό κορμί στις αμείλικτες ζυμώσεις σου. Καθότι η υπόσταση ενός βρυκόλακα είναι ακόλουθη με τα κελεύσματα της αντιύλης και ο ίδιος ο θάνατος ορίζει πλέον το βήμα τούτων των νεκροζώντανων όντων πάνω στον κόσμο. Και εάν τυχόν υπάρχουν ακόμη πτυχές του Χάμχαντιουκ που αντιστέκονται στο φονικό σου μένος, ας τους γίνει σαφές ότι επιλογή δεν τους δίδεται εν προκειμένω και ότι οφείλουν τώρα να εγκαταλείψουν τούτον τον άνθρωπο που ούτως ή άλλως διάβαινε την ζωή ως ένα πνευματικά νεκρό υποκείμενο. Ειδάλλως κινδυνεύουν να γίνουν κι εκείνες παρανάλωμα της δαιμονικής λαίλαπας.


Ω σκοτεινή δύναμη…! Κάψε, λεηλάτησε, μόλυνε, αφάνισε τούτα τα κύτταρα που μέχρι πρότινος υπηρετούσαν το φαύλο σύνολο. Μια δεύτερη ευκαιρία προσφέρεται σε τούτο το ανθρώπινο βδέλυγμα και καλά θα κάμει να την αδράξει με σύνεση. Διότι από δω και στο εξής, μοναδικός και απαρέγκλιτος σκοπός του θα είναι να παρέχει συντροφιά και υπηρεσία στον Λόρδο Γκρέηγουντ.


Ιδού! Ο βρυκόλακας Μπαγκς Χάμχαντιουκ!



Ο Χάμχαντιουκ ανακάθισε στο πάτωμα με την πλάτη ευθυτενή καθώς οι υπερφυσικές δυνάμεις του βρυκόλακα αναγεννούσαν με βία το μέχρι πρότινος ετοιμοθάνατο κορμί του. Και όντας ούτως πενιχρός στην αντίληψη, αδυνατούσε να κατανοήσει τούτες τις υπερφυσικές δυνάμεις παρά στεκόταν αποχαυνωμένος στο ζοφερό ντελίριο που εκτυλισσόταν ολόγυρα αλλά και εντός του.


Έστρεψε το πρόσωπό του προς τον Λόρδο και στο νεοσύστατο τούτο βλέμμα του άστραφταν οι πόθοι της πυρίτιδας μέσα σε σκληρά κελύφη από χυτοσίδηρο, πυρακτωμένοι όλμοι που εκλιπαρούσαν να εκραγούν στους θεμέλιους πυλώνες του κόσμου. Τα μάτια του Χάμχαντιουκ ήσαν αλλαγμένα τώρα και προσομοίαζαν εκείνα ενός σαρκοβόρου αιλουροειδούς: κάθετες μαύρες σχισμές ήσαν οι νέες κόρες και οι ίριδες φωσφόριζαν τώρα το χρώμα του λευκόχρυσου.


Η προσοχή του Χάμχαντιουκ εστιάστηκε στην φλόγα της ελαιολυχνίας που λικνιζόταν τρεμάμενη πάνω στο φιτίλι της. Στην νεότευκτη νόηση του Χάμχαντιουκ, η φλόγα σχημάτιζε ιριδίζουσες εκλάμψεις που απλώνονταν στην έκταση ολάκερου του δωματίου και φανέρωναν τα υποτιθέμενα μυστικά του σύμπαντος. Και ο όρος υποτιθέμενα χρησιμοποιείται τόσο ανεπιφύλακτα εκ μέρους του συντάκτη καθότι τέτοιου είδους πλαναισθησίες είναι φυσιολογικές στο σκεπτικό ενός ανθρώπου σαν μυείται στο στοίχειωμα των Strigoi Morti.


«Αφέντη! Είμαι παντοδύναμος…! Παντοδύναμος…!» είπε με έπαρση τέτοια που τον έκαμε να φουσκώσει ολάκερος ως παραγεμισμένη γαλοπούλα.


Ο Λόρδος όφειλε υπό την περίσταση να αποσπάσει την προσήλωση του Χάμχαντιουκ από την φλόγα της ελαιολυχνίας. Και τούτο επειδή εάν άφηνε τον Χάμχαντιουκ να συνεχίσει να την θωρεί γητεμένος, το πιθανότερο θα ήταν να περάσουν την υπόλοιπη νύχτα τους στο δωμάτιο της πανσιόν και επιπλέον ο Χάμχαντιουκ θα ενέδιδε ολοκληρωτικά στο αποβλάκωμα που ούτως ή άλλως αποτελούσε έμφυτο χαρακτηριστικό του.


«Τι θα έλεγες για έναν νυχτερινό περίπατο, Μπαγκς; Υπάρχουν τόσα πολλά που πρέπει να σε διδάξω τώρα που σου χάρισα τούτη την δύναμη.»


«Μετά χαράς, αφέντη!»


Πόσο εξόφθαλμη ήταν αλήθεια η διαφορά του βρυκόλακα Χάμχαντιουκ από τον Χάμχαντιουκ του παρελθόντος…! Ενόσω οι δυο άνδρες βάδιζαν την διάπλατη Οδό de Tuileries, ο Χάμχαντιουκ παρέμενε βουβός εντρυφώντας στις νεοαποκτηθείσες του αισθήσεις που του επέτρεπαν να μετασκευάζει με την φαντασία του τα εκάστοτε ερεθίσματα σε οράματα και ακούσματα αλλόκοτων εμπνεύσεων.



Το θρόισμα στις φυλλωσιές των ακακιών αναλυόταν πια σε μουσικές συγχορδίες εναρμονισμένες με την θέρμη της νύχτας, η σελήνη και τα αστέρια του σκοτεινού ουρανού φεγγοβολούσαν τώρα τάπητες από ασήμι που οδηγούσαν σε υπερκόσμιους διαύλους. Οι κακές συνήθειες του παρελθόντος –όπως το πιπίλισμα του αντίχειρα ή το επίμονο σκάλισμα της μύτης ή το πλατάγισμα των χειλιών σε στιγμές αφόρητης ανίας- είχαν παραχωρήσει πλέον την θέση τους σε έναν Χάμχαντιουκ που έμοιαζε με συνεσταλμένο πιτσιρίκι το οποίο προσπαθούσε εναγωνίως να μάθει τον κόσμο ολόγυρά του.


Κάποτε όμως τον Χάμχαντιουκ συνεπήρε η αβάσταγη μελαγχολία που ήταν αναμενόμενη σε τούτα τα αρχικά στάδια του βρυκόλακα και τότε απόμεινε περίλυπος στηρίζοντας το σώμα του πάνω στον κορμό μίας ακακίας. Ο Λόρδος γνώριζε τι ήταν εκείνο που βύθιζε τον Χάμχαντιουκ σε αυτήν την ασυνήθιστη περισυλλογή και για τον λόγο αυτόν έσπευσε να τον ενημερώσει σχετικά με την υπόσταση αυτής της μαύρης τρύπας που στέκει αγέρωχη και τρομαχτική στο συνειδητό του βρυκόλακα.


«Είναι η μαύρη τρύπα, έτσι δεν είναι Μπαγκς; Σαν ένα ολότελα σκιερό φεγγάρι. Είναι η μαύρη εκείνη τρύπα που ενίοτε απλώνεται σ’ ολάκερη την όρασή σου και τότε το σφίξιμο στο στέρνο γίνεται ασφυκτικό. Με τον χρόνο, θα μάθεις να την διαχειρίζεσαι αυτήν την μαύρη τρύπα εώς ότου την καθυποτάξεις προς τα δικά σου οφέλη. Προς το παρόν, το μόνο που έχεις να κάμεις είναι να την παρατηρείς ψυχρά όπως σε παρατηρεί κι εκείνη. Μελέτησέ την κιόλας εάν αυτό σου κάνει κέφι. Να είσαι έτοιμος όμως για το ενδεχόμενο να σε καταπιεί ολότελα.»


«Απλά δεν είχα φανταστεί ποτές μου τέτοιο σκοτάδι, αφέντη. Δεν είχα διανοηθεί ποτές μου ότι η ζωή δύναται να κρύβει τέτοιον ζόφο μες στα σπλάχνα της.»


«Τί αισθάνεσαι σαν κοιτάζεις αυτήν την μαύρη τρύπα; Νιώθεις απογοήτευση; Απόγνωση; Τρόμο; Οργή; Σύγχυση; Ανεπούλωτη θλίψη ίσως; Ή μήπως είναι αγαλλίαση κείνο που νιώθεις; Σε ορκίζω, Μπαγκς, να είσαι ξεκάθαρος και ειλικρινής μαζί μου.»


«Απλά αισθάνομαι δέος. Ναι, ως δέος θα χαρακτήριζα κείνο που νιώθω. Δέος διότι πρόκειται για έναν ζόφο που δεν συναπάντησα ποτές μου έως τώρα. Αλλά εάν με ρωτάς αν είμαι ευτυχής ή δυστυχής στην θωριά τούτης της τρύπας τότες φοβούμαι, αφέντη, ότι δεν θα έχω δίκαιη απόκριση να σου δώκω.»



«Η μαύρη αυτή τρύπα είναι απόρροια της ανθρώπινης φύσης σου. Στοχάσου την ανθρώπινη φύση σου ως μία εξαιρετικά ζηλιάρα κι εκδικητική γυναίκα. Τώρα που την παράτησες για μία άλλη γυναίκα –ήτοι την νεκροζώντανη φύση- εκείνη προβαίνει σε αντίποινα. Εξ’ ου και η μαύρη τρύπα που είναι επί της ουσίας η λαβωματιά της ώστε να την θυμάσαι για πάντα. Κείνο που οφείλεις να κάμεις εσύ τώρα είναι να αψηφίσεις τον πόνο της λαβωματιάς, να υπερβείς την ανθρώπινη τούτη φύση σου χωρίς όμως να καταλήξεις παντελώς ουδέτερος από εκείνη. Για να το καταφέρεις τούτο θα χρειαστείς χρόνο αφιερωμένο σε αλλεπάλληλους αναστοχασμούς και στην καλλιέργεια του πνεύματος. Θα σου δείξω, Μπαγκς. Θα σου δείξω πώς μπορείς να κατανικήσεις την μαύρη τρύπα.»


Η ψυχρή αναισθησία του Χάμχαντιουκ –εκείνη που τον έφτιαξε έναν στυγνό εγκληματία κατά την θνητή του ζωή- αποδείχθηκε ένα ισχυρό πλεονέκτημα εν προκειμένω. Και τούτο επειδή οι περισσότεροι βρυκόλακες στα πρώτα τους βήματα παραπαίουν υπό το βάρος της μαύρης αυτής τρύπας που σαν θαλασσοδίνη ρουφάει αδυσώπητη όλη την γλυκύτητα των παραισθησιακών συλλήψεων και τους καταβυθίζει σε αδιέξοδες περισκέψεις. Ναι, η κράση του Χάμχαντιουκ ήταν γερή και αυτό εξυπηρετούσε τον Λόρδο.



Πολύ σύντομα όμως στην Οδό de Tuileries έκαμαν την εμφάνισή τους και οι πρώτοι περαστικοί, γυναίκες με καπέλα φανταχτερών φτερών και άντρες με φράκα υπερμεγέθων γιακάδων. Και τότε η νεκροζώντανη υπόσταση του Χάμχαντιουκ ξάναψε ολάκερη στέλνοντας την διάνοια σε τόπους ονειρώδεις. Στα μάτια του Χάμχαντιουκ, οι άνθρωποι δεν φάνταζαν τώρα παρά ως απλοί φορείς περιπεπλεγμένων αιμοφόρων αγγείων. Η παρόρμησή του για φρέσκο ανθρώπινο αίμα θέριεψε ξαφνικά στα σωθικά του και οι άνω κυνόδοντές του –για πρώτη φορά- αρχίνησαν να επιμηκύνονται σαν από δική τους βούληση. Τούτη η αντίδραση ήταν βεβαίως φυσιολογική, ο Λόρδος πάραυτα όφειλε να κατευνάσει τις εξάψεις του Χάμχαντιουκ ώστε να τον καθοδηγήσει στις πραγματικές αρετές ενός βρυκόλακα.


«Αφέντη, διψάω! Διψάω για φρέσκο ανθρώπινο αίμα!»


«Ηρέμησε, Μπαγκς. Καταλάγιασε μέσα σου προσωρινά τούτη την πύρινη επιθυμία για ανθρώπινο αίμα. Προσπάθησε να κοιτάξεις πέρα από το αίμα, επιχείρησε να επεκτείνεις το εύρος της διανόησής σου αντιστεκόμενος στον ακαταμάχητο αυτόν πόθο για ανθρώπινο αίμα. Μονάχα έτσι θα εμβαθύνεις στις υπερφυσικές δεξιότητες που σου δόθηκαν και μόνον τότε θα απολαύσεις τα τεράστια οφέλη ενός πανίσχυρου βρυκόλακα.»


«Μα, αφέντη, ολάκερο το σώμα μου φλέγεται από την ανάγκη για αίμα. Ως και τούτοι οι κυνόδοντες μου υπαγορεύουν ότι είναι χρέος μου να ξεδιψώ με αίμα. Και ειδικότερα, με αίμα ανθρώπινο.»


«Ηρέμησε, Μπαγκς. Ως χάρη στο ζητώ να αντιπαρέλθεις τούτον τον πειρασμό και να επικεντρώσεις την προσοχή σου στις αγαστές ικανότητες που τώρα διαθέτεις και που οφείλεις να εξευγενίσεις. Κάποτε θα με ευνωμονείς για τούτη την προτροπή μου, πίστεψέ με. Όμως τώρα στρέψε το βλέμμα μακριά από το αίμα. Θα έρθει και εκείνη η ώρα που θα μιλήσουμε για το ανθρώπινο αίμα. Αυτό θα γίνει εν καιρώ.»



Τούτο είναι πάντοτε το σφάλμα στο οποίο υποπίπτουν οι βρυκόλακες στα πρώτα τους βήματα: Αδυνατούν να αντισταθούν στην σαρωτική αυτή δίψα για φρέσκο ανθρώπινο αίμα. Και για τον λόγο αυτόν χιμούν με βουλιμία στο ανθρώπινο γένος προκειμένου να ικανοποιήσουν την δίψα τους, περιφερόμενοι ως ανεγκέφαλα άγρια θηρία αντί ως νοήμονες οντότητες, ανήμποροι και απρόθυμοι να διαχειριστούν την μαύρη τρύπα που ακολουθεί σαν κατάρα το σκεπτικό τους.


Συνεπώς, όχι μόνον δεν οξύνουν τις πνευματικές τους ικανότητες ως οφείλουν αλλά θέτουν και σε κίνδυνο την μυστικότητα των βρυκολάκων που αποτελεί απαράβατο κανόνα στο είδος τους. Όταν ένας βρυκόλακας επιδίδεται με εξαλλοσύνη στην θήρευση ανθρώπων τότε επισύρει αναπόφευκτα ανεπιθύμητη προσοχή (και δημοσιότητα) επάνω του. Και φυσικά, κάθε άλλο παρά προσφιλής είναι μία τέτοια τροπή στην Δίαιτα των Cluj η οποία και αποφασίζει (με συνοπτικές διαδικασίες) τον εξοστρακισμό ή την εξουδετέρωση του εν λόγω βρυκόλακα.


Αλλά, μια στιγμή! Μια στιγμή παρακαλώ! Ας επιτραπεί στον συντάκτη του αφηγήματος να κάμει την παραίνεση αυτή ούτως επιτακτικά ώστε να μην χαθεί ο ειρμός του νυχτερινού εκείνου περιπάτου των δύο ανδρών. Και τούτο επειδή ο Χάμχαντιουκ ξάφνου μόλις τώρα ανακάλυψε ότι οι νόμοι της βαρύτητας δεν λογίζονται στην νεκροζώντανη φύση και ότι οι βρυκόλακες έχουν την δυνατότητα να ίπτανται σε οποιαδήποτε απόσταση επιθυμούν πάνω από το έδαφος.


«Αφέντη, κοίτα! Πετάω! Χαχαχαχα! Μπορώ και πετάω!» αναφώνησε, και ο παχύσαρκος όγκος του άρχισε να αιωρείται στον αέρα ως αερόστατο παραφουσκωμένο από θερμό προπάνιο.



Οι περαστικοί που παρίσταντο εκείνη την στιγμή στο σημείο αποδύθηκαν σε ένα ενθουσιώδες χειροκρότημα νομίζοντας τους δυο άνδρες ως πλανόδιους θαυματοποιούς, από εκείνους που παρουσιάζουν μαγικά κόλπα στον δρόμο. Πού να γνώριζαν οι δύστυχοι ότι στην πραγματικότητα είχαν δυο βρυκόλακες εμπρός τους!



«Χαλάρωσε τα γκέμια σου, Μπαγκς. Φυσικά και μπορείς και πετάς. Είσαι βρυκόλακας τώρα πια. Προσπάθησε να συνηθίσεις στην ιδέα.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ και, με την λαβή του μπαστουνιού του, γράπωσε το πόδι του Χάμχαντιουκ και τον επανέφερε στο έδαφος. Ο Λόρδος κατανοούσε ότι θα του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διδάξει σε έναν εκ φύσεως χονδροειδή χαρακτήρα όπως τον Χάμχαντιουκ να είναι εγκρατής στις εκδηλώσεις των συναισθηματικών του εξάρσεων και να κρατά μυστική την ιδιότητα του βρυκόλακα από τον περίγυρο. Ωστόσο δεν ηδύνατο να τον κατηγορήσει εν προκειμένω. Η βαρύτητα αποτελεί όντως μια κατάρα για τον άνθρωπο. Η έλλειψη βαρύτητος -η ικανότητα της πλευστότητος στον κούφιο αιθέρα άνευ κάποιου φορτικού συνδετικού κρίκου με την γη- ισοδυναμεί το δίχως άλλο με θειότητα.


«Μα αφέντη, μπορώ να πετάω! Να πετάω! Στοιχηματίζω ότι εσύ δεν μπορείς να πετάς!» κοκορεύτηκε ο Χάμχαντιουκ με αφελή κορυβαντισμό.


«Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι εγώ είμαι ανήμπορος να πετάξω;» μειδίασε ειρωνικά ο Λόρδος.


«Λοιπόν; Μπορείς;» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


«Επέτρεψέ μου να αντιπαρατεθώ στο ερώτημά σου με άλλο ερώτημα. Εσύ, Μπαγκς, μπορείς να μεταμορφώνεσαι σε διάφορες οντότητες όπως εγώ;» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Όχι… Υποθέτω πως όχι… Εσύ; Μπορείς να μεταμορφώνεσαι; Δείξε μου λοιπόν!» είπε ο Χάμχαντιουκ.



Ο Λόρδος κοίταξε τριγύρω και, σαν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν άνθρωποι σε κοντινή απόσταση, μεταμορφώθηκε σε πράσινη ομίχλη μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Χάμχαντιουκ. Έπειτα πήρε την μορφή της νυχτερίδας και φτερούγισε γύρω από τον Χάμχαντιουκ που τώρα παρακολουθούσε μές σε μία έκσταση. Έπειτα πήρε την μορφή του πύθωνα και τύλιξε το κορμί του στο πόδι του Χάμχαντιουκ κάνοντάς τον να παγώσει έντρομος στην θέα του ερπετού. Και έπειτα ο Λόρδος επανήλθε στην αρχική του μορφή ενδεδυμένος το σατινένιο κοστούμι της Σαβίλ Ρόου.


«Απίστευτο! Πώς το καταφέρνεις; Πώς το καταφέρνεις αυτό, αφέντη;»


«Θα προσπαθήσω να στο εξηγήσω όσο πιο απλά μπορώ. Κείνο που πράττω κατ’ αρχήν είναι να αποκτώ μία θεώρηση του χρόνου ως μία αλληλουχία διαδοχικών στιγμιοτύπων. Έπειτα εντοπίζω τα μεταίχμια μεταξύ των διαδοχικών αυτών στιγμιοτύπων. Όντας βρυκόλακας, έχω την δυνατότητα να τρυπώνω σε ένα μεταίχμιο και τότε μου παρέχεται απεριόριστη ελευθερία να κατεργασθώ την ύλη εκ της οποίας είμαι μορφή και να της δώσω μία άλλη μορφή. Όλα αυτά γίνονται βεβαίως μέσα σε απειροελάχιστο χρονικό διάστημα.»


«Αφέντη, θέλω να μάθω να μεταμορφώνομαι κι εγώ! Δίδαξέ με, σε ικετεύω!»



«Τούτες είναι ικανότητες που ένας βρυκόλακας αναπτύσσει με την πάροδο του χρόνου, Μπαγκς. Θυμάσαι που σου τόνισα πρωτύτερα να κοιτάς πέρα από τον πόθο του ανθρώπινου αίματος; Το έκαμα αυτό ούτως ώστε να εστιάσεις την προσοχή σου στα κατάβαθα της νέας σου υπόστασης, να ανιχνεύσεις τούτην την τρομερή δύναμη με την οποία είσαι πια προικισμένος, να εξασκήσεις τις υπερφυσικές σου ιδιότητες. Γνώθι σαυτόν, Μπαγκς. Η αυτογνωσία είναι για τον βρυκόλακα το ισχυρότερο όπλο. Η αυτογνωσία στους ανθρώπους τελείται πολλές φορές υπό τον φόβο της θνητότητας, είναι το ακούσιο αποτέλεσμα μίας ενστικτώδους αντίδρασης προς την συνειδητοποίηση της προσωρινότητας και του θανάτου. Οι βρυκόλακες από την άλλη μεριά, εφόσον δεν διακατέχονται από τα μελήματα της θνητότητας, πράττουν το σύνηθες ατόπημα να πιστεύουν ότι η αυτογνωσία αποτελεί για εκείνους μία παντελώς ανώφελη διαδικασία. Τούτο είναι ένα τραγικό λάθος, Μπαγκς. Μοναχά όταν ένας βρυκόλακας εμπεδώσει πλήρως την φύση του, δύναται να διανύσει την πορεία του στον κόσμο ως ένα πεφωτισμένο ον. Και φυσικά, αποκτά και δεξιότητες όπως αυτή των μεταμορφώσεων που μόλις σου έδειξα.»


«Αυτογνωσία, ε; Χμ, θα το θυμάμαι αφέντη. Θα εξασκηθώ στην αυτογνωσία λοιπόν! Μα… πώς ακριβώς μπορώ να εξασκηθώ στην αυτογνωσία, αφέντη;»


«Μια πρακτική μέθοδος θα ήταν να αρχίζεις να συμπεριφέρεσαι στους ανθρώπους με ευγένεια. Η ευγένεια δεν υπήρξε ποτέ ένα προτέρημα της προσωπικότητάς σου ενόσω ήσουν θνητός, έτσι δεν είναι Μπαγκς; Άδραξε λοιπόν τώρα την ευκαιρία όντας βρυκόλακας και συμπεριφέρσου στον περίγυρό σου με την ίδια ευγένεια κατά την οποία θα ήθελες να σου συμπεριφέρονται. Όπως λέει και μια αγγλική παροιμία, η ευγένεια αξίζει πολλά και δεν κοστίζει τίποτε.»


«Ευγένεια… Και είναι, αφέντη, η ευγένεια αρκετή για να επιτύχω την ποθούμενη αυτογνωσία και να αποκτήσω τις υπερφυσικές δεξιότητες του βρυκόλακα;»


«Με την ευγένεια θα διαμορφώσεις τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να εισχωρήσεις στον εαυτό σου και να τον αναγνώσεις. Η καλαισθησία του χαρακτήρα είναι μία απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη της αυτογνωσίας. Και τούτο επειδή η διαδικασία της αυτογνωσίας αποδεικνύεται συνήθως επίπονη και ψυχοφθόρος και απαιτεί καθόδους σε τόπους δυσώδεις και ρυπαρούς. Αλλά όπως θα το έθετε και ο Μάρκος Αυρήλιος, σκάβε μέσα σου˙ μέσα σου είναι η πηγή του καλού και θα αναβλύζει πάντα εάν πάντα την αναζητείς.»


«Πολύ καλά λοιπόν. Θα εφαρμόσω την ευγένεια στον χαρακτήρα μου. Και ελπίζω –με βάση τα λεγόμενά σου- να μπορέσω κι εγώ κατ’ αυτόν τον τρόπο κάποτε να μεταμορφώνομαι σε διάφορες οντότητες όπως εσύ.»


«Πώς ακριβώς σκοπεύεις να εφαρμόσεις την ευγένεια στον χαρακτήρα σου, Μπαγκς; Σε παρακαλώ, δείξε μου. Τούτο είναι ένα θέαμα που πραγματικά θα πέθαινα για να αντικρίσω.»



Ο Χάμχαντιουκ κοίταξε τριγύρω και το μάτι του συνέλαβε μία μεσόκοπη κυρία με λιτή ενδυμασία και με μια ροζ σκούφια στο κεφάλι να καταφθάνει από το βάθος της Οδού de Tuileries. Κίνησε ευθύς προς μία ακακία και έκοψε από το χώμα της ρίζας της έναν ασφόδελο που είχε ξεφυτρώσει δειλός στο σημείο, τύπου Narcisus Poeticus, λευκός με πορφυρό άκρο της στεφάνης. Έτρεξε μελιστάλαχτος στην μεσόκοπη κυρία και της πρόσφερε τον ασφόδελο μιλώντας της παράλληλα σε άπταιστα γαλλικά. Το πρόσωπο της γυναίκας κοκκίνησε σαν παντζάρι από ευχαρίστηση.



«Une fleur d'une beauté humble pour la plus belle femme du monde.»


«Merci beaucoup monsieur! C'est un gentil geste de la part d'un gentilhomme de classe inimitable!»


«Oh c'est juste une réaction désespérée à ma crainte pour votre présence magnifique!»


«Oh mon cher monsieur! Vous êtes si doux! Si je n'étais pas marié avec mon mari, je tomberais dans tes bras aimables et je voyagerais avec toi jusqu'au bout de la lune!»


«Vous êtes marié? Oh quel dommage pour moi! Votre mari est un homme très chanceux en effet. Mais peu importe. Je te verrai dans mes rêves ce soir et je ferai le voyage vers la lune avec toi.»


«Bonne nuit mon cher monsieur. Fais de beaux rêves. Je n'oublierai jamais la lune de ce soir. Je prierai pour toi.»


«Bonne nuit ma belle dame.»



Η γυναίκα συνέχισε τον δρόμο της οσφραίνοντας τον ασφόδελο μέσα σε μια κατάσταση απόλυτης ευδαιμονίας. Ο Χάμχαντιουκ επέστρεψε στον Λόρδο Γκρέηγουντ που παρακολουθούσε έκθαμβος την σύντομη αυτή συνομιλία. Ίσως τελικά ο Χάμχαντιουκ να βρήκε την φύση που του έπρεπε. Ίσως τελικά κάποιοι άνθρωποι να πρέπει να γίνουν βρυκόλακες ώστε να είναι καλύτεροι.


«Λοιπόν, αφέντη; Πώς τα πήγα;»


«Η λέξη θαυμάσια δεν θα ήταν αρκετή για να αξιολογήσει το πώς τα πήγες, Μπαγκς. Ομολογώ ότι τούτο ήταν πραγματικά αναπάντεχο. Έχεις τα πιο ειλικρινή μου συγχαρητήρια.»


«Αφέντη, πώς διάολο μπόρεσα και μίλησα σε άπταιστα γαλλικά στην γυναίκα; Εγώ δεν γνώριζα λέξη από γαλλικά. Μαθαίνει κανείς τα γαλλικά σαν γίνεται βρυκόλακας;»


«Τώρα που είσαι βρυκόλακας, Μπαγκς, ο νους σου τρέχει δέκα φορές ταχύτερα από το κανονικό. Τούτο οφείλεται στο ένστικτο της αυτοσυντήρησής σου, το οποίο ενεργοποιείται στην μέγιστη δυνητικότητά του. Επιπλέον, το αισθητήριό σου λαβαίνει ακόμη και τις παραμικρές πληροφορίες και τις αναλύει ακατάπαυστα. Ούτως, είσαι σε θέση να επεξεργάζεσαι τις γαλλικές κουβέντες που ακούς φευγαλέα στον δρόμο από τους περαστικούς και να συλλαμβάνεις την γαλλική γλώσσα με ρυθμούς αλματώδεις.»


«Χμ, τούτο σημαίνει πως τώρα πια είμαι έξυπνος. Έτσι δεν είναι, αφέντη;»


«Σαφέστατα είσαι πιο εύστροφος από πριν, Μπαγκς. Αλλά, κατά τον Ηράκλειτο, η πολυγνωσία δεν φέρνει την εξυπνάδα. Σου συνιστώ λοιπόν να μην επαναπαυθείς στην άποψη ότι είσαι έξυπνος αλλά να επιμένεις να διατηρείς τις αμφιβολίες σου για το ποιόν του μυαλού σου. Αυτοαμφισβήτηση, Μπαγκς. Την αυτοαμφισβήτηση πολλοί την τρέμουν αλλά ουδείς σοφός άντρας πικραίνεται από τους καρπούς της.»


Ο περίπατος των δύο ανδρών τους έφερε κάποτε στην πλατεία της Place du Carrousel. Σαν έφθασαν στην πλατεία, ο Χάμχαντιουκ προσηλώθηκε στην Αψίδα του Θριάμβου της Καρουζέλ που έστεκε μεγαλόπρεπη μπροστά στο Ανάκτορο του Κεραμεικού. Το 1836 έμελλε να ανεγερθεί σε κοντινή απόσταση η άλλη αψίδα, η Αψίδα του Θριάμβου του Αστέρα (Arc de Triomphe de l'Étoile), που είναι διπλάσια σε μέγεθος και παραμένει έως και στις ημέρες μας ένα από τα διασημότερα μνημεία του Παρισιού.


Η Αψίδα του Θριάμβου της Καρουζέλ ήταν η μεγαλόπνοη έκφραση της έπαρσης του Ναπολέοντα –προτού απαντήσει την συντριβή του από τον Δούκα Ουέλινγκτον στην Μάχη του Βατερλώ το 1815- ομολογουμένως επιβλητική στην όψη των δεκαεννέα μέτρων ύψους και εικοσιτριών μέτρων πλάτους, με τους οκτώ κίονες Κορινθιακού ρυθμού να υποστηρίζουν το αέτωμα με τα περίτεχνα ανάγλυφα των ναπολεόντειων νικών. Το υπέρμετρο ενδιαφέρον όμως του Χάμχαντιουκ για την Αψίδα δεν αφορούσε φυσικά τις ιστορικές της αναπαραστάσεις ή την καλλιτεχνική της αισθητική εφόσον ο Χάμχαντιουκ μηδαμινό σεβασμό έτρεφε για την ιστορία ή την τέχνη. Ο λόγος για τον οποίον ο Χάμχαντιουκ έστεκε ούτως αποσβολωμένος ήταν επειδή τα αγάλματα της Αψίδας –το γλυπτό της Ειρήνης επάνω στο τέθριππο άρμα πλαισιωμένο από δυο επίχρυσους αγγέλους που βρισκόταν στην κορφή του αετώματος όπως και τα αγάλματα των οκτώ στρατιωτών της Αυτοκρατορίας που έστεκαν στα κιονόκρανα- απέκτησαν ξάφνου ζωή δική τους και τα σώματά τους τώρα κινούνταν σαν από θαύμα.



Οι μαρμάρινοι στρατιώτες κατέβηκαν από την αψίδα και σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω από τον Χάμχαντιουκ με πειθαρχημένο βηματισμό. Κι αφού έκαναν τούτο, ξεκίνησαν να χορεύουν με κινήσεις απολύτως συγχρονισμένες μεταξύ τους υποκλίνοντας παράλληλα τα μαρμάρινα σώματά τους στον Χάμχαντιουκ. Έπειτα κατέβηκε από την αψίδα και το άγαλμα της Ειρήνης συνοδευόμενο από τους δύο επίχρυσους αγγέλους ενώ τα τέσσερα μαρμάρινα άλογα του άρματος συμπλήρωσαν τον χορό των στρατιωτών στεκόμενα στα δυο τους πισινά πόδια.


Οι στρατιώτες χοροπηδώντας πήραν τον Χάμχαντιουκ από το χέρι και τον οδήγησαν στην Ειρήνη η οποία αφαιρούσε λικνιζόμενη τον μανδύα της αποκαλύπτοντας το καλλίγραμμο κορμί της. Οι δύο επίχρυσοι άγγελοι φτερούγισαν γύρω από τον Χάμχαντιουκ και με απαλά ραπίσματα στην πλάτη τον παρότρυναν να χορέψει με την Ειρήνη που ήταν τώρα ολόγυμνη. Γεμάτος ενθουσιασμό αλλά και ανήμπορος να πιστέψει το αλλόκοτο υπερθέαμα που λάμβανε χώρα ολόγυρά του, ο Χάμχαντιουκ έπιασε την Ειρήνη από τους γοφούς και βάλθηκε μαζί της σε ένα πριγκιπικό βαλς με τους στρατιώτες και τα άλογα και τους αγγέλους να πλαισιώνουν το ζευγάρι ταλαντεύοντας τις μαρμάρινες μορφές τους. Και οι ακακίες επένδυαν μουσικά το σύνολο με το χαρμόσυνο θρόισμά τους.


«Αφέντη! Τούτο είναι πράγματι καταπληκτικό! Χαχαχαχα! Είναι αλήθεια όλο τούτο που συμβαίνει ή απλά ονειρεύομαι;»


«Αυτό είναι ένα εξαίρετο ερώτημα από το οποίο μπορείς να εκκινήσεις τους συλλογισμούς σου, Μπαγκς. Έχε υπόψη σου τον Μπαρούχ Σπινόζα, τον φιλόσοφο: Αυτός που θέλει να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα πρέπει να γνωρίζει αρκετά καλά τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα. Στοχάσου λοιπόν και βγάλε μονάχος σου μίαν κρίση. Είναι αλήθεια ή είναι ψέμα τούτο που συμβαίνει;»


«Μα τι άλλο μπορεί να είναι εκτός από ψέμα, αφέντη; Έχουν ζωή τα αγάλματα; Υπάρχει ψυχή στο μάρμαρο;»


«Μπορείς να ισχυρίζεσαι με τέτοια βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει ζωή στ’ αγάλματα την στιγμή που τα ίδια τα αγάλματα στήνουν χορό μαζί σου; Είσαι άραγε πλέον τόσο οξυδερκής ώστε να διακρίνεις την αλήθεια από το ψέμα με τόσην ευκολία; Και τι θα αποκρινόσουν στον Μιχαήλ Άγγελο εάν σου έλεγε ότι είδα τον άγγελο μέσα στο μάρμαρο και το σμίλεψα μέχρι που τον απελευθέρωσα; Θα είχες την αυθάδεια να του πεις κατά πρόσωπο ότι απλά ονειρεύεται;»


«Μα, αφέντη, αλίμονό μου εάν περίμενα την εξήγηση της πραγματικότητας από κάποιον καλλιτέχνη! Κείνοι είναι αλλοπαρμένοι και ο νους τους ρεμβάζει μακριά, συντροφιά με τις νεράιδες! Ίσως να είμαι αμόρφωτος αλλά δεν είμαι τόσο αδαής ώστε να μην διακρίνω την διαφορά μεταξύ της πραγματικότητας και της παραίσθησης. Τυγχάνει να έχω περάσει κάμποσα βαριά μεθύσια στην ζωή μου και τυγχάνει επίσης να γνωρίζω τι είναι παραίσθηση από το μπόλικο πιοτό. Και δεν χωρεί αμφιβολία στο μυαλό μου ότι όλα τούτα τα αγάλματα που χορεύουν είναι απλά μία παραίσθηση και τίποτε άλλο.»


«Κείνο που σου συνιστώ να κάνεις, Μπαγκς, είναι να κοιτάξεις πέρα από το παράδοξο ξεφάντωμα που συμβαίνει τούτη την στιγμή ολόγυρά σου. Αναρωτήσου γιατί τούτη η δύναμη που κατέχεις τώρα σου φανερώνει όλα αυτά τα αλλοπρόσαλλα οράματα, ανίχνευσε την πεμπτουσία όλων αυτών των θεαμάτων, ανακάλυψε την βαθύτερη αιτία τους, μην παραμείνεις στην επιφανειακή τους διάσταση. Και σαν το κάμεις τούτο, έπειτα στοχάσου: Εάν δια ενός έργου τέχνης ο καλλιτέχνης φιλοδοξεί να επιτύχει μία καίρια παρέμβαση στην πραγματικότητα και να την μεταλλάξει ή να την διαστρεβλώσει ή να την κατευθύνει ή ακόμη και να δημιουργήσει πραγματικότητα εξ' αρχής, τότε κατά πόσο παράξενος είναι τούτος ο χορός των μαρμάρινων αγαλμάτων; Εφόσον το έργο τέχνης αποτελεί την προβολή μίας ιδέας του καλλιτέχνη εις τα εγκόσμια, μήπως τελικά όλη τούτη η παραφροσύνη ολόγυρά σου είναι η απόλυτη αλήθεια –η αλήθεια της τέχνης- την οποία έχουν το μοναδικό προνόμιο να βιώνουν οι βρυκόλακες και όχι οι κοινοί θνητοί; Ίσως τελικά η τέχνη μιλάει πραγματικά σε εκείνους που έχουν αφομοιώσει το πλήρες σκοτάδι μέσα τους.»


«Τούτοι παραείναι βαθυστόχαστοι προβληματισμοί για την δική μου γκλάβα, αφέντη. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος ωστόσο: Όσα αποφθέγματα φιλοσόφων κι αν μου αραδιάσεις, δεν θα καταφέρεις ποτέ να με πείσεις ότι όλος τούτος ο παροξυσμός είναι πραγματικότητα και όχι κάποιο αποκύημα της παραληρηματικής μου φαντασίας. Γνωρίζω τι είναι πραγματικότητα, αφέντη. Και τα αγάλματα που χορεύουν σίγουρα δεν είναι πραγματικότητα.»


«Δεν πειράζει, Μπαγκς. Δεν θα επιμείνω άλλο. Δεν επιθυμώ να προκαλέσω την νοημοσύνη σου περαιτέρω. Απλά απόλαυσε την παράσταση ετούτη.»


Ο Χάμχαντιουκ συνέχισε το βαλς με την γυμνή Ειρήνη και με τους αγγέλους να φτερουγίζουν ολόγυρα και με τους στρατιώτες να χοροπηδούν συντονισμένοι σε έναν τέλειο κύκλο. Ώσπου κάποτε οι ακακίες έπαψαν την μουσική των θροϊσμάτων τους, και τότε τα αγάλματα δρασκέλισαν σιωπηλά πάνω στην Αψίδα παίρνοντας τις αρχικές τους πόζες. Και τότε, εμφανίστηκε στο κέντρο της πλατείας ένα μικρό ξανθό κορίτσι με κόκκινο πανωφόρι που πουλούσε σπίρτα.


«Θα αγοράσετε ένα κουτί σπίρτα, μεσιέ;» έκανε το κορίτσι στον Χάμχαντιουκ.


Αντικρίζοντας το κορίτσι, ο Χάμχαντιουκ ξεδιάκρινε -κάτω από το κόκκινο πανωφόρι και μέσα από τους πόρους του τρυφερού δέρματος- εκείνη την καρδιά που αντλώντας το αίμα ηχούσε εκκωφαντικές τυμπανοκρουσίες. Η πολυπόθητη κόκκινη ουσία κυλούσε σ’ ολάκερο το κορμί του κοριτσιού και στην ακατάπαυστη αυτή ροή της προσκαλούσε αμείλικτη τον Χάμχαντιουκ να ικανοποιήσει την δίψα του βρυκόλακα. Ούτε καν το αθώο εκείνο κοριτσίστικο βλέμμα δύνατο να καταπραϋνει την οργιαστική τούτη παρόρμηση.


«Εμπρός λοιπόν, Μπαγκς. Δώσε μερικά νομίσματα σε τούτο το φτωχό κορίτσι. Θα ήταν αμαρτία να την αφήσεις νηστική γι’ απόψε. Ή μήπως θέλεις αλήθεια να μου πεις ότι ορέγεσαι κείνο το αίμα που κυλά στις φλέβες της;» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.



«Μα αφέντη, νιώθω τούτη την ορμή… Τούτη την ακατανίκητη ορμή να κυριεύει το σκεπτικό μου και να διαδηλώνει με τόσο πάθος ότι οφείλω να ξεδιψάσω τις αισθήσεις μου με ανθρώπινο αίμα. Πώς μπορώ να ταχθώ με τόση αφέλεια ενάντια στην ίδια μου την φύση; Έχω το δικαίωμα να αντιπαρέλθω με τέτοια ασέβεια το φυσικό μου ένστικτο;» γρύλισε ο Χάμχαντιουκ αποσβολωμένος στην θέα του αίματος που έκανε τους κύκλους του μέσα στο κοριτσίστικο κορμί.


«Μπαγκς, είσαι αλήθεια τόσο αδύναμος στην κρίση ώστε να λαχταράς το αίμα ενός νεαρού κι αθώου ανθρώπινου πλάσματος; Είσαι έτοιμος λοιπόν να υποκύψεις σε τούτον τον φλόγινο πειρασμό αδιαφορώντας παντελώς για το γεγονός ότι το κορίτσι αυτό δεν πείραξε κανέναν σε τούτον τον κόσμο και δεν έχει προλάβει να μάθει ακόμη την ζωή; Εμπρός λοιπόν, Μπαγκς. Πάρε μιαν απόφαση. Προτιμάς να εξυπηρετήσεις τούτη την δίψα για αίμα σκοτώνοντας το κορίτσι ή θα πασχίσεις να εντυπωσιάσεις εμένα –τον αφέντη και καθοδηγητή σου- με την ορθή σου βούληση; Είσαι ελεύθερος να επιλέξεις. Κάμε την κίνησή σου, Μπαγκς.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


Ο Χάμχαντιουκ έστρεψε το βλέμμα στο κορίτσι που του πρόσφερε το κουτί με τα σπίρτα. Έτεινε αργά το χέρι του προς εκείνη δείχνοντας έτοιμος να την γραπώσει και να χώσει τους επιμηκυσμένους του κυνόδοντες στον ντελικάτο λαιμό της.


«Θα αγοράσετε ένα κουτί σπίρτα, μεσιέ;»


Κάποια υποσυνείδητη προτροπή όμως τον έκανε να αλλάξει γνώμη την τελευταία στιγμή. Ίσως και να ήταν ο φόβος που ένιωθε για τον μέντορά του, τον Λόρδο Γκρέηγουντ, που έστεκε πλάι με το αυστηρό του βλέμμα να επεξεργάζεται τους σκοπούς της κάθε κίνησης. Ο Χάμχαντιουκ τράβηξε πίσω το χέρι του και το έχωσε στην τσέπη του σακακιού του βγάζοντας από μέσα κάμποσα νομίσματα. Έτεινε ξανά το χέρι του ώστε να εναποθετήσει τα νομίσματα στην χούφτα του κοριτσιού. Σαν την άγγιξε όμως, το κορίτσι αφανίστηκε μεμιάς από μπροστά του ως οπτασία.


«Τι ήταν λοιπόν; Φάντασμα;»


«Όχι Μπαγκς, δεν ήταν φάντασμα. Απλά έκανα μία παρεμβολή στις παραισθήσεις σου, ίδια με τις παρεμβολές που καταφέρνουν οι καλλιτέχνες στην πραγματικότητα. Μην με ρωτήσεις μονάχα πώς το έκανα. Πρόκειται για μία εναλλακτική μέθοδο υπνωτισμού αλλά κατά πολύ περιπλοκότερη. Παραείσαι αρχάριος για να την κατανοήσεις. Θα ταλαιπωρηθούμε αδίκως.»


«Γιατί το έκαμες αυτό, αφέντη; Ήθελες μήπως να με δοκιμάσεις για να δεις εάν θα υποκύψω στον πειρασμό;»


«Ακριβώς, Μπαγκς. Ήταν μια δοκιμασία. Όφειλα να σε υποβάλλω σε τούτο το δίλημμα ώστε να αποσαφηνίσω τα όρια των αντοχών σου.»


«Και λοιπόν; Πώς τα πήγα;»


«Τα πήγες περίφημα, Μπαγκς. Εκτέλεσες το καθήκον σου ως νεογενής βρυκόλακας. Προτίμησες να περιφρονήσεις την παρορμητική δίψα για ανθρώπινο αίμα από το να απογοητεύσεις τον μέντορά σου. Κράτησες εκείνον τον όρκο αφοσίωσης που μου έδωκες. Επέλεξες σοφά, Μπαγκς.»


«Μα αφέντη… Κείνη η δίψα… Ως πότε θα καταφέρνω να την περιφρονώ;»


Ένας αρουραίος πέρασε τρέχοντας δίπλα από τους δύο άνδρες. Με μία αστραπιαία κίνηση την οποία δεν θα προλάβαινε να συλλάβει ανθρώπου μάτι, ο Λόρδος Γκρέηγουντ άρπαξε τον αρουραίο και τον κράτησε ζωντανό στην χούφτα του μπροστά στον εμβρόντητο Χάμχαντιουκ. Οι κυνόδοντες του Λόρδου επιμηκύνθηκαν και, σαν γίνηκαν μακριοί και κοφτεροί, χώθηκαν με βία στο στομάχι του αρουραίου καταφέρνοντας δύο οπές. Ο Λόρδος τότε πρόσφερε στον Χάμχαντιουκ τον αιμορραγούντα αρουραίο που χαροπάλευε κουνώντας νευρικά τα πόδια του πέρα-δώθε.



«Πιες το αίμα του αρουραίου, Μπαγκς. Το αίμα των αρουραίων θα καταλαγιάζει μέσα σου κείνη την φονική δίψα του βρυκόλακα. Το αίμα των αρουραίων είναι επαρκώς αναζωογονητικό για τους βρυκόλακες, Μπαγκς –τούτο θα το αντιληφθείς και στην σκέψη- και η γεύση του αφήνει χνάρια στους αδένες που δεν διαφέρουν και πολύ από τα χνάρια που αφήνει το ανθρώπινο αίμα. Μάθε το αίμα των αρουραίων, Μπαγκς. Μάθε το και συνήθισέ το. Και θα έρθει κι εκείνη η ώρα που θα μιλήσουμε και για το ανθρώπινο αίμα. Τούτο θα γίνει εν καιρώ. Έχε μου εμπιστοσύνη. Τρέφεις εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου, Μπαγκς;»


«Ναι αφέντη.»


«Ωραία. Τώρα πιες.»


Ο Χάμχαντιουκ πήρε τον αρουραίο στα χέρια του και τον έφερε στο στόμα του. Κι αφού έκανε τούτο, ξεκίνησε να ρουφάει με βουλιμία το αίμα του ζώου ώσπου το αφαίμαξε εντελώς κι έπειτα πέταξε μακριά το ψοφίμι του.


«Ααααα…! Ξεδίψασα! Τώρα αισθάνομαι καλύτερα. Πολύ καλύτερα.»


«Ωραία. Και τώρα ήρθε η ώρα της ανάπαυσης, Μπαγκς. Ο ήλιος θα ανατείλει από στιγμή σε στιγμή. Γνωρίζεις ασφαλώς ότι ο ήλιος σκοτώνει τους βρυκόλακες, έτσι δεν είναι;»


«Θέλεις να πεις ότι δεν θα ξαναδώ ποτέ το ηλιόφως, αφέντη;»


«Ακριβώς, Μπαγκς. Το ηλιόφως έχει τελειώσει πλέον για σένα. Από δω και στο εξής, θα σεργιανίζεις μονάχα κατά τις νύχτες. Είναι, δυστυχώς, ένα από τα τιμήματα που καλείται να πληρώσει ένας βρυκόλακας. Μην ανησυχείς όμως. Θα το συνηθίσεις, θα το δεις.»


«Και πού θα αναπαυθούμε, αφέντη;»


«Έλα. Θα σου δείξω.»


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ οδήγησε τον Χάμχαντιουκ στο νεκροταφείο du Calvaire όπου έστεκε το αβαείο της Μονμάρτρης, το μέρος στο οποίο ο Λόρδος συνήθιζε να κοιμάται υπό την μορφή νυχτερίδας σε μια μικρή αποθήκη κατά τις ώρες του ηλιόφωτος. Το νεκροταφείο du Calvaire ήταν το παλαιότερο (και μικρότερο) νεκροταφείο του Παρισιού, απαλλαγμένο από επισκέψεις ανθρώπων, με μαυσωλεία ευυπόληπτων οικογενειών και με μαρμάρινους αγγέλους που κοσμούσαν τις ταφόπλακες.



Ο Λόρδος θα μεταμορφωνόταν σε νυχτερίδα. Ο Χάμχαντιουκ όμως; Εφόσον εκείνος δεν ήταν πεπειραμένος στις μεταμορφώσεις, ο Λόρδος έπρεπε να του βρει ένα φέρετρο. Σήκωσε λοιπόν μία από τις ταφόπλακες του νεκροταφείου και, ανασύροντας το φέρετρο που βρισκόταν μέσα, το άδειασε από τα κόκαλα του νεκρού. Κι αφού έκανε όλα αυτά, έσυρε το φέρετρο ως το αβαείο και το παρέδωσε στον Χάμχαντιουκ.


Ο Χάμχαντιουκ μόρφασε στην ιδέα ότι θα πραγματοποιούσε τον ύπνο του μέσα σε ένα φέρετρο. Σαν ξάπλωσε όμως μέσα του, ενστερνίστηκε εν τέλει το νέο του κρεβάτι και αποκοιμήθηκε. Και τότε ο Λόρδος έκλεισε το καπάκι του φέρετρου και χώθηκε στην μικρή αποθήκη του αβαείου υπό την μορφή νυχτερίδας μέχρις ότου να περάσουν οι ώρες του ηλιόφωτος.


Οι πρώτες ενδείξεις του αλλόκοτου αυτού πειράματος του Λόρδου Γκρέηγουντ ήσαν μάλλον θετικές. Ο Χάμχαντιουκ αποδείχθηκε εξαιρετικά δεκτικός στην κατήχηση του Λόρδου, επέδειξε έναν πρωτόγνωρο ζήλο για μάθηση ως προς τις νέες του υπερφυσικές ιδιότητες, διέθετε το κατάλληλο σθένος χαρακτήρα ώστε να αντεπεξέλθει τις συνήθεις κακοτοπιές της μύησης των βρυκολάκων και αποκάλυψε γνωρίσματα της ψυχοσύστασής του που ήσαν μέχρι πρότινος παντελώς άγνωστα. Και εάν ο ενθουσιασμός του ενίοτε στερούνταν εγκράτειας και ο στόμφος του δύνονταν περιστασιακά να αποχτήσει κυκλώπειες διαστάσεις, η αφοπλιστική του παιδικότητα αντιστάθμιζε όλες τούτες τις αρνητικές παραμέτρους και φανέρωνε έναν Χάμχαντιουκ συμπαθή και χαριτωμένο –ουδεμία σχέση δηλαδή με τον Χάμχαντιουκ του παρελθόντος. Ναι, ίσως τελικά κάποιοι άνθρωποι να πρέπει να γίνουν βρυκόλακες ώστε να είναι καλύτεροι.



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Εκδίδει τα έργα του στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769