Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 17 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 17 από 36]

---



ΙΙ


Κάποτε κύλησαν οι ώρες της ημέρας και ο ήλιος έδυσε παραχωρώντας τον ουρανό στο σκοτάδι της νύχτας. Σαν ξύπνησαν, οι δύο άνδρες πέρασαν κάμποσες ώρες στο αβαείο της Μονμάρτρης σιωπηλοί, ο καθένας με την δική του ενασχόληση. Ο Λόρδος είχε προμηθευθεί την εφημερίδα της La Gazette και την ξεφύλλιζε υπό το φως της ελαιολυχνίας. Ο Χάμχαντιουκ απ’ την άλλη είχε προσηλώσει το βλέμμα του στην φλόγα της λυχνίας και παρατηρούσε τις τρεμάμενες κινήσεις της που προσομοίαζαν το λίκνισμα μίας ευλύγιστης γυναίκας. Καθότι οι σκοτεινές δυνάμεις του βρυκόλακα επιδρούσαν ακόμη στο σώμα του μεταλλάσσοντας τα κύτταρα εκείνα που παρέμεναν ανεπίδεκτα στις ζυμώσεις τους, ο Χάμχαντιουκ μαστιζόταν από τέτοιου είδους οφθαλμαπάτες οι οποίες έτειναν να τον αποχαυνώσουν σε επικίνδυνο βαθμό.


«Μπαγκς, μπορείς να μου κάνεις την χάρη να αποσπάσεις το βλέμμα σου από την καταραμένη φλόγα της λυχνίας;»


«Γιατί Λόρδε; Ενοχλώ κανέναν;»


«Δεν ενοχλείς κανέναν άμεσα. Απλά τα μάτια σου έχουν γουρλώσει τόσο πολύ που ‘ναι έτοιμα να ξεκολλήσουν από το κεφάλι και να σου πέσουν στο πάτωμα. Εκτός αυτού, τούτο το αποχαύνωμα δεν σου κάνει καλό και θέλω το μυαλό σου καθαρό γι’ απόψε.»



Εισακούοντας την νουθεσία του Λόρδου, ο Χάμχαντιουκ έπραξε αναλόγως και έστρεψε το βλέμμα του μακριά από την λυχνία. Του ήταν όμως αδύνατον να κατευνάσει την περιέργειά του για τις ψευδαισθήσεις που παρήγαγε κείνη η φλόγα και για τον λόγο αυτόν τα μάτια του δεν έπαψαν να λοξοκοιτάζουν στα μουλωχτά το μαγευτικό της λίκνισμα. Τούτο φυσικά δεν διέφευγε της προσοχής του Λόρδου ο οποίος ωστόσο δεν μπήκε στον κόπο να κάμει νέα παραίνεση στον Χάμχαντιουκ. Είχε άλλωστε πιο ενδιαφέροντα ζητήματα για να ασχοληθεί, και πιο συγκεκριμένα με εκείνο το άρθρο του πρωτοσέλιδου της La Gazette το οποίο είχε προσπεράσει λόγω βιασύνης κατά την πρώτη ανάγνωση της εφημερίδας. Το άρθρο τιτλοφορούνταν ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΞΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΑΡΑΧΟΠΟΙΟΥΣ.


Ένοχοι εκρίθησαν οι έξι συλληφθέντες φοιτηταί της Σχολής των Γραμμάτων του Πανεπιστημίου των Παρισίων από το Δικαστήριον του Palais de la Cité διά το αδίκημα της συστάσεως ανατρεπτικής οργανώσεως και υποδαυλίσεως επαναστατικού κινήματος εναντίον του Βασιλέως. Οι έξι ταραχοποιοί φοιτηταί συνελήφθησαν την περασμένην Παρασκευήν από την Εθνικήν Φρουράν έχοντες διαπράξει παράνομην κατάληψιν εγκαταλελειμμένου κτιρίου επί της Οδού de Penthievre εις το οποίον πραγματοποιούσαν την εκτύπωσιν υποκινητικών προκηρύξεων διά την ανατροπήν του Βασιλέως. Κατά την προηγηθείσαν συμπλοκήν ετραυματίσθη σοβαρά εις το κεφάλι στρατιώτης της Εθνικής Φρουράς από τούβλον που έρριψε εις εκ των φοιτητών. Το Δικαστήριον, κατόπιν απορρίψεως παντός ελαφρυντικού διά τους κατηγορούμενους, κατεδίκασεν τους έξι φοιτητάς εις θάνατον δι’ αποκεφαλισμόν. Η εκτέλεσίς των θα τελεσθεί αύριον, ημέραν Δευτέραν, ώρα 12.30 μ.μ. εις την Πλατείαν της Place de la Concorde, όπου ήδη έχει γίνει η εγκατάστασις της γκιλοτίνας. Ο Υπουργός των Εσωτερικών κόμης ντε Κορμπιέρ εδήλωσε ικανοποιημένος από την απόφασιν του Δικαστηρίου τονίζοντας ότι τοιουτοειδείς άναρχοι ενέργειαι κατά της νομίμου Διοικήσεως της Γαλλίας θα πλήττωνται εις το μέλλον διά του αυστηροτέρου τρόπου. Ο Υπουργός υπογράμμισε επίσης ότι οιεσδήποτε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας από την φοιτητικήν κοινότηταν ως προς την απόφασιν του Δικαστηρίου θα παταχθούν ανηλεώς εν ονόματι του Βασιλέως. Οι καταδικασθέντες φοιτηταί θα μεταφερθούν απόψε την νύκτα από την φυλακήν του Château de Dourdan όπου κρατούνται προς την φυλακήν της Conciergerie των Παρισίων όπου και θα παραμείνουν έως την εκτέλεσιν της ποινής των. Η μεταφορά των θα πραγματοποιηθεί υπό την συνοδείαν δέκα ανδρών της Εθνικής Φρουράς.



Διαβάζοντας το άρθρο, ο Λόρδος θυμήθηκε την σύλληψη των έξι νεαρών φοιτητών της οποίας υπήρξε ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας. Και φυσικά, με δεδομένη την ευαισθησία του Λόρδου για θέματα που αφορούσαν τον νεανικό αυθορμητισμό (που με την σειρά του συναρτάτο της απερισκεψίας των νεανικών ορμονών), θα ήταν φαιδρό για κάποιον να εικάσει ότι ο Λόρδος θα άφηνε το ζήτημα να εξελιχθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο δίχως την δική του επέμβαση. Ο Λόρδος θεωρούσε την θανατική καταδίκη του δικαστηρίου ως μία άκομψη και σπασμωδική αντίδραση της ευγενείας κατά της λαϊκής μάζας και δεν προτίθετο βεβαίως να επιτρέψει την εκτέλεση των έξι φοιτητών. Όμως, για την επιχείρηση εκείνη που είχε καταστρώσει τώρα πρόχειρα με τον νου του, σκόπευε να επιστρατεύσει και την βοήθεια του Χάμχαντιουκ. Και για τον λόγο αυτόν έπρεπε να του παρουσιάσει κάποιο δέλεαρ προκειμένου να εγείρει τον ενθουσιασμό του.


«Μπαγκς, έχεις ακουστά τον Φτεροπόδαρο Τζακ;»


«Μα φυσικά και γνωρίζω για τον Φτεροπόδαρο Τζακ! Όλοι γνωρίζουν για τον Φτεροπόδαρο Τζακ!»



Ο αστικός θρύλος του Φτεροπόδαρου Τζακ (αγγλιστί, Spring-heeled Jack) είχε γεννηθεί κατά τις αρχές του 19ου αιώνα στην επικράτεια του Λόνδίνου. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που ισχυρίζονταν ότι είδαν τον Φτεροπόδαρο Τζακ αυτοπροσώπως περιέγραφαν έναν άνθρωπο ενδεδυμένο με μία μαύρη στολή από μουσαμαδιά, επενδυμένη με μαύρη κάσκα στο κεφάλι και με μία μακριά μαύρη μπέρτα. Ο άνθρωπος αυτός –κατά τις μαρτυρίες- ήταν ψηλός, με διαβολική φυσιογνωμία, είχε μάτια που έμοιαζαν με κόκκινες πυροβολίδες και μπορούσε να κάμει εντυπωσιακά άλματα από στέγη σε στέγη (ηχώντας συνήθως ένα οξύ υψίσυχνο χαχανητό). Άλλοι διατείνονταν επίσης ότι ο Φτεροπόδαρος Τζακ εξέπνεε μπλε και λευκές φλόγες από το στόμα και ότι φορούσε κοφτερούς μετάλλινους γαμψώνυχες στα δάχτυλα.


Έχοντας επίγνωση του θρύλου του Φτεροπόδαρου Τζακ, ο Λόρδος Γκρέηγουντ υπέθεσε αρχικά ότι ενδεχομένως και να επρόκειτο για κανέναν θερμόαιμο βρυκόλακα που ήθελε να γλεντήσει τρομοκρατώντας τον κόσμο και ποζάροντας τον εαυτό του ως μία εκδοχή μασκοφόρου εκδικητή. Αναλύοντας όμως τα καμώματα τούτης της θρυλικής φιγούρας –που δεν αποτελούνταν παρά από μικροδιαρρήξεις σπιτιών και αναξιόλογες ερωτικές επιθέσεις σε κοριτσόπουλα- ο Λόρδος Γκρέηγουντ συμπέρανε ότι ο Φτεροπόδαρος Τζακ ήταν μάλλον κάποιος κουτός άνθρωπος οι άθλοι του οποίου απέχτησαν γιγάντιες διαστάσεις κυρίως λόγω της εξημμένης φαντασίας της λονδρέζικης κοινής γνώμης.


«Μπαγκς, τι θα έλεγες εάν σου ζητούσα να φανταστείς τον εαυτό σου ως έναν Φτεροπόδαρο Τζακ γι’ απόψε; Ως έναν μασκοφόρο εκδικητή που μάχεται για την δικαιοσύνη. Έναν ήρωα με υπερφυσικές ιδιότητες που υπερασπίζεται τους αδυνάμους, που πολεμά ανελέητα την αδικία και που διατηρεί την ταυτότητά του πάντοτε μυστική.»


«Χμ, ενδιαφέρον ακούγεται… Και τι ακριβώς πρέπει να κάνω, Λόρδε;»


«Πρόκειται να σώσεις έξι νεαρούς φοιτητές από την εκτέλεση της γκιλοτίνας. Απόψε την νύχτα θα μεταφερθούν με κλούβα μέσα από το Δάσος της Βουλώνης προς την φυλακή της Conciergerie συνοδευόμενοι από δέκα άνδρες της Εθνικής Φρουράς. Κείνο που θα κάνεις λοιπόν –βοηθούμενος από εμένα που θα λειτουργώ ως δικός σου ακόλουθος- είναι να αφαρπάξεις την κατοχή της κλούβας και να τους ελευθερώσεις. Πώς σου φαίνεται η ιδέα;»


«Χμ, δεν ξέρω Λόρδε. Η αλήθεια είναι ότι πάντοτε ήθελα να δω μία εκτέλεση ανθρώπου σε γκιλοτίνα. Δεν έχω δει ποτέ μου αποκεφαλισμό ανθρώπου, και από μικρό παιδί είχα την περιέργεια να παρακολουθήσω κάποτε μία τέτοια θανάτωση. Ξέρεις, λένε ότι μετά τον αποκεφαλισμό, το κεφάλι συνεχίζει και ζει από μόνο του για κάμποσα λεπτά της ώρας. Ήθελα λοιπόν να διαπιστώσω εάν τούτο είναι αληθές.»


«Μπαγκς, θα μπορούσες να κλειδώσεις τις νοσηρές καταβολές σου σε ένα χρονοντούλαπο και να πετάξεις το κλειδί μακριά; Σου είναι τόσο δύσκολο να κοιτάξεις τα πράγματα ολόγυρά σου με ρομαντισμό και φαντασία; Σου προσφέρω την αφορμή να ξεφύγεις από τον εαυτό σου απόψε και να γίνεις κάποιος άλλος –ένας θρύλος! Δεν μπορείς να δεις την γλυκιά περιπέτεια σε μία τέτοια εξόρμηση; Μην ξεχνάς ότι ίσως –και λέω ίσως- σου δοθεί η ευκαιρία να γευτείς ανθρώπινο αίμα σε τούτη την περίσταση.»


«Ανθρώπινο αίμα; Είπες ανθρώπινο αίμα


«Ναι, ανθρώπινο αίμα. Με την προϋπόθεση φυσικά ότι οι άνδρες της Εθνικής Φρουράς θα προβάλλουν σθεναρή αντίσταση στον σκοπό μας και θα αρνηθούν να μας παραχωρήσουν οικειοθελώς την κατοχή της κλούβας.»


«Εντάξει, Λόρδε. Με έπεισες τελικά. Η πρότασή σου ακούγεται άκρως συναρπαστική. Υπάρχουν όμως καναδυό πράγματα που με πιλατεύουν στην υπόθεση τούτη και που δεν μπορώ να κατανοήσω. Και θα ‘θελα εσύ να μου λύσεις τούτες τις απορίες μου.»


«Μίλα ελεύθερα, Μπαγκς. Ποια είναι τα πράγματα αυτά που δεν κατανοείς;»


«Κατά πρώτον, δεν καταλαβαίνω γιατί θέλεις να σώσεις αυτούς τους έξι φοιτητές. Γνωρίζω καλά ότι κίνητρό σου στην υπόθεση τούτη δεν αποτελεί το ανθρώπινο αίμα, είμαι αρκετά ξύπνιος για να το αντιληφθώ αυτό. Πες μου λοιπόν, Λόρδε. Γιατί θέλεις να σώσεις τους φοιτητές από την γκιλοτίνα;»


«Επειδή είναι νέοι και δεν έχουν ζήσει ακόμη την ζωή στην πληρότητά της. Η γκιλοτίνα παραείναι άδικη ως τιμωρία στην δική τους περίπτωση. Επιπλέον, έχω την υποψία ότι εάν οι εν λόγω φοιτητές προέρχονταν από την αριστοκρατική τάξη, δεν θα τύγχαναν τέτοιας καταδίκης.»


«Και τι μ’ αυτό; Θέλεις να τους σώσεις επειδή είναι φτωχοί; Σε ενοχλούν δηλαδή οι πλούσιοι; Μήπως έχεις αναλάβει καθήκοντα σταυροφόρου ενάντια στην πλουτοκρατία;»


«Όχι, Μπαγκς. Δεν υπάρχει κάποια ταξική χροιά σε αυτή μου την κίνηση. Απλά θέλω να τους σώσω επειδή είναι νέοι.»


«Ναι, αλλά γιατί; Τους γνωρίζεις αυτούς τους έξι φοιτητές;»


«Όχι, δεν τους γνωρίζω προσωπικά, εάν αυτό είναι που με ρωτάς.»


«Τότε γιατί να τους σώσεις, Λόρδε; Ποιο είναι το όφελος που θα αποκομίσεις από την πράξη σου αυτή; Θέλεις απλά να πράξεις το καλό;»


«Απλά είμαι δεσμευμένος από τον αναγκαίο, καθολικό και μη εμπειρικό νόμο της ελευθερίας της βούλησης. Και επειδή η καλοβουλία καθίσταται πάντοτε ως ένα από τα ύψιστα αγαθά της ελεύθερης βούλησης, επιδιώκω πάντοτε να πράττω κείνο που θεωρώ ηθικό ώστε να αποκομίσω τις σπουδαιότερες τέρψεις της ελευθερίας μου. Δεν απολαμβάνω τίποτε άλλο πέρα από την ευχαρίστηση του να παρατηρώ την όμορφη αυτοτέλεια μιας καλής πράξης που γίνεται μοναχά για να γίνεται. Το ηθικό πράττειν είναι καλό καθ’εαυτό. Έχεις ακουστά τον Γερμανό φιλόσοφο Ιμμάνουελ Καντ;»


«Όχι, δεν τον έχω ακουστά.»



«Κατά τον Ιμμάνουελ Καντ, το μόνο αυτοτελές καλό είναι η καλή βούληση, ανεξάρτητα από τα τελικά της αποτελέσματα. Ακόμη και αν, από κάποια ιδιαίτερη δυσμένεια της μοίρας, ή από τη φειδωλή, σαν μητριάς, προίκα της φύσης, αυτή η βούληση δεν έχει καμιά απολύτως δύναμη να εκπληρώσει τις προθέσεις της. Αν, παρά τη μέγιστη προσπάθειά της, εξακολουθεί να μην επιτυγχάνει τίποτα, και μένει μόνον η καλή βούληση... ακόμη και τότε θα έλαμπε παρ'όλα αυτά σαν κόσμημα, για το δικό της χατήρι, σαν κάτι που φέρει όλη του την αξία μέσα του. Βρίσκομαι επάνω σε τούτον κόσμο εδώ και έξι αιώνες, Μπαγκς. Και σε πληροφορώ –εάν δεν το γνωρίζεις ήδη- ότι η βούληση του να πράξω το καλό ήταν η τελευταία σκέψη που ‘χα κατά νου σαν έγινα βρυκόλακας. Η καλή βούληση είναι ο ανθός εκείνος που ξεφυτρώνει μέσα στην κοπριά των αδιέξοδων προβληματισμών και των αντικρουόμενων συμπερασμάτων. Και σαν ο ανθός εκείνος ανοίγει κάποτε τα πέταλά του και αποδείχνει την ομορφιά του ολόγυρα στην πλάση, ουδείς προβληματισμός και ουδέν συμπέρασμα έχει πλέον ιδιαίτερη σημασία εμπρός στην θωριά του. Πράττω κατά τις επιταγές της καλής μου βούλησης –κείνης που απορρέει από το απερίφραστο καθήκον μου προς την ηθική- ώστε να κάνω τον χρόνο μου πάνω στον κόσμο όσο πιο ευχάριστο γίνεται. Πέραν αυτού, παραείμαι φειδωλός στο πνεύμα ώστε να δώσω πιο εμπεριστατωμένη εξήγηση.»


«Ηθική, ε; Και γιατί πρέπει εσύ να έχεις το προνόμιο να κρίνεις τι είναι ηθικό και τι όχι, Λόρδε; Γιατί να πρέπει να ακολουθήσω την δική σου ηθική κρίση και όχι την ηθική κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τους έξι φοιτητές;»


«Τούτο είναι ένα πραγματικά εξαίρετο ερώτημα, Μπαγκς. Τα συγχαρητήριά μου. Όταν μία περίπτωση –όπως αυτή των έξι φοιτητών- φαντάζει στην δική μου νόηση ως ηθικά ανεπαρκής σε κραυγαλέο βαθμό, καταφεύγω στους κώδικες της κοινής λογικής προκειμένου να ανιχνεύσω τι είναι ακριβώς εκείνο που επιβαρύνει την αισθητική μου. Λέγοντας κοινή λογική εννοώ βεβαίως την δική μου αντίληψη της κοινής λογικής εφόσον η κοινή λογική γίνεται κτήμα του καθενός και ως εκ τούτου κάθε άλλο παρά κοινή καθίσταται. Η κοινή λογική δεν είναι και τόσο κοινή, όπως θα έλεγε και ο Βολταίρος. Σαν καταφύγω λοιπόν στην κοινή λογική και εντοπίσω το αίτιο διατάραξης της αισθητικής μου, επιτρέπω στο ένστικτό μου να εκδηλωθεί αναλόγως και να καλπάσει αχαλίνωτο προς την εκπλήρωση μίας γλυκιάς συμφωνίας με το κακοήθες αυτό αίτιο. Τούτο δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι θα αναλάβω δράση πάση θυσία. Δεν αποκλείεται καθόλου να παραμείνω κι άπραγος εάν κρίνω ότι τούτο εξυπηρετεί καλύτερα τις καταστάσεις. Όπως και να 'χει πάντως –σε διαβεβαιώ- τηρώ πάντοτε μία δίκαιη στάση στις υποθέσεις που προκύπτουν. Απάντησα στο ερώτημά σου;»


«Χμ, όχι ακριβώς Λόρδε. Αλλά -για να είμαι ειλικρινής- δεν περίμενα να μου δώκεις απάντηση που θα με ικανοποιούσε πλήρως.»


«Ενδεχομένως και να είσαι ολίγον προκατειλημμένος μαζί μου, Μπαγκς. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος για τον οποίον πιθανότατα δεν θα βρεις ποτέ καμία από τις απαντήσεις μου άκρως ικανοποιητική. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος για τον οποίον έχεις πάψει ήδη να με αποκαλείς αφέντη παρά με προσφωνείς ως Λόρδο όπως πρότερα.»


«Μα… Λόρδε… εγώ… δηλαδή… δεν…»


«Δεν πειράζει, Μπαγκς. Δεν σου κρατώ κακία. Ήμουν απόλυτα πεπεισμένος ότι θα με αμφισβητούσες εν μέρει κάποτε στην πορεία μας. Κατανοώ την φύση σου, Μπαγκς, και η φύση σου διέπεται από το εγγενές χαρακτηριστικό της αμφισβήτησης εναντίον της εξουσίας. Τούτο δεν είναι απαραιτήτως κακό, τούτο μπορούμε να το εκμεταλλευθούμε καταλλήλως ούτως ώστε να δρέψουμε τα κέρδη του. Πρόσεξε μοναχά μην τυχόν παρασυρθείς και καταντήσεις κι εσύ ένα κακοήθες αίτιο διατάραξης της αισθητικής μου, Μπαγκς. Διότι σ’ αυτήν την περίπτωση δεν πρόκειται να ανταποκριθώ με φιλοσοφίες περί ηθικής και καλοβουλίας.»


«Θα το έχω υπόψη μου, Λόρδε.»


«Αυτό να το κάνεις. Υπάρχει τίποτε άλλο που σε απασχολεί;»


«Ναι. Που θα βρούμε μάσκες για τα πρόσωπά μας;»


«Ω μην ανησυχείς, Μπαγκς. Έχω προνοήσει γι’ αυτό. Εσύ απλά κοίτα να μπεις στον ρόλο σου. Θα βοηθούσε εάν σε αποκαλούσα Φτεροπόδαρο Τζακ γι’ απόψε; Ή μήπως προτιμάς το σκέτο Τζακ



Δεν πέρασε πολλή ώρα μέχρις ότου οι δύο άνδρες να βρεθούν στο Odéon του Παρισιού που λειτουργούσε ως θέατρο εκτός από τις νύχτες των Κυριακών –όπως την αποψινή- όπου φιλοξενούσε τα περίφημα μπαλ μασκέ της εποχής. Φτάνοντας στο Odéon, οι δύο άνδρες διάβηκαν το επιβλητικό ιβουάρ προστώο των δέκα κιόνων και έπειτα την είσοδο με το ημικυκλικό υπέρθυρο. Εκεί τους ανέλαβε ο μυστακοφόρος υπάλληλος υποδοχής με το μπλε φράκο της μακριάς ουράς και το μπεζ περιλαίμιο γύρω από την κολαρίνα των δέκα πόντων. Ο υπάλληλος υποδοχής προμήθευσε τους δύο άνδρες με μαύρες μάσκες που κάλυπταν μοναχά το βλέμμα και οι οποίες έφεραν λεπτό κορδόνι που δενόταν γύρω από το κεφάλι ώστε να στέκονται στο πρόσωπο.


Σαν φόρεσαν τις μάσκες και πλήρωσαν το αντίτιμο εισόδου, οι δύο άνδρες εισχώρησαν στην μεγάλη σάλα όπου λάμβανε χώρα ο χορός των μεταμφιεσμένων. Στην υπερυψωμένη σκηνή έστεκε η ορχήστρα των βιολοντσέλων και απ’ το ταβάνι κρεμόταν ο επίχρυσος πολυέλαιος που λαμποκοπούσε ολάκερος από τα διακόσια αναμμένα σπαρματσέτα του. Οι τοίχοι της σάλας ήσαν κοσμημένοι με απλίκες τρίκηρων και το πάτωμα ήταν επενδυμένο με μία μπορντό καρπέτα που απορροφούσε τους ήχους των βημάτων. Μακρόστενα επιδαπέδια ανθοδοχεία με καταπράσινες φτέρες, τοποθετημένα εδώ κι εκεί.



Η σάλα ήταν κατάμεστη από την ευκατάστατη τάξη των Γάλλων, ευκατάστατη λεχθέντος εάν αναλογισθεί κανείς το ύψος του αντίτιμου εισόδου αλλά και την ποιότητα των ρούχων τους, φρακοφορεμένοι άνδρες με μαύρες μάσκες που κάλυπταν μονάχα το βλέμμα, γυναίκες με αποκαλυπτικές βραδινές τουαλέτες και με χρυσοπλούμιστα βενετσιάνικα προσωπεία της Commedia dell’arte. Ανάμεσά τους τριβέλιζαν και οι πληθωρικές σερβιτόρες, μεταμφιεσμένες σε πιερότους, προσφέροντας αφρώδη σαμπάνια στο κοινό.


Ως ήταν αναμενόμενο, το χαρακτηριστικό εκείνο της σάλας που έκανε πρώτιστη εντύπωση στους δύο άνδρες ήταν η ποικιλία των αρωμάτων που κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα και που χτυπούσε παρευθύς τα ρουθούνια με τις μεθυστικές οσμές της λεβάντας, της μυρτιάς, του γιασεμιού, του ρόδου, του ανθού πορτοκαλιάς και της άγριας μιμόζας. Κείνη ήταν αναμφίβολα η «εποχή των αρωμάτων» σε ότι αφορούσε το Παρίσι, η εποχή όπου οι αρωματοποιοί της επικράτειας του Γκρας στην Νότια Γαλλία –της παγκόσμιας πρωτεύουσας των αρωμάτων-βίωναν την άνθηση της τέχνης τους εφόσον οι Παριζιάνοι είχαν ενσωματώσει στην καθημερινότητά τους την χρήση της κολόνιας ως μία υποχρεωτική κι αναπόσπαστη συνήθεια.



Οι δύο άνδρες παρέμειναν στο Odéon για περίπου μία ώρα. Θα έμεναν πιθανότατα λιγότερο εάν ο Λόρδος δεν έπιανε την συζήτησή του περί τέχνης με εκείνον τον Γάλλο αριστοκράτη. Όλα ξεκίνησαν όταν, εν μέσω της ορχηστρικής μουσικής και των περιστασιακών βαλς και των άκρατων χαχανητών, ο Λόρδος διέκρινε τον προαναφερθέντα αριστοκράτη να συνομιλεί με τρεις ελκυστικότατες κυρίες. Καθότι το θέμα της συζήτησής τους αφορούσε το καλλιτεχνικό ρεύμα του Ρομαντισμού και με δεδομένη την επίμονη (και αρκούντως εκνευριστική) άρνηση του εν λόγω αριστοκράτη να αποδεχθεί τον Ρομαντισμό ως έναν έγκυρο τρόπο καλλιτεχνικής έκφρασης, ο Λόρδος παρενέβη στην συζήτηση της μασκοφορεμένης παρέας προκειμένου να καταθέσει την δική του (υπερασπιστική) άποψη.


«Ο Θεός ας μας φυλάει εις το μέλλον από τέτοιου είδους καλλιτεχνικά ρεύματα τα οποία δεν αποτελούν παρά πρόσκαιρες αποκλίσεις από τους κανόνες της κλασικής φόρμας. Μην γελιέστε αγαπητές μου. Ο Ρομαντισμός συνιστά μοναχά το αισχρό πρόσχημα ορισμένων απροσάρμοστων οι οποίοι απεκδύονται κάθε επίτευγμα της Βιομηχανικής Επανάστασης αλλά και της τεχνολογικής προόδου εν γένει. Ούτως, καταλήγουμε στην γνωστή και μη εξαιρετέα αρχή του l'art pour l'art… Η τέχνη για χάρη της τέχνης.» έλεγε ο αριστοκράτης απευθυνόμενος στις τρεις κυρίες.


«Και λοιπόν; Πού είναι το κακό σε τούτο;» μπήκε στην συζήτηση ο Λόρδος.


«Ω τίποτε, αγαπητέ. Απλά τυγχάνει να ανήκω σε εκείνους που ασπάζονται το δόγμα l'art pour le génie. Η τέχνη για χάρη της διάνοιας. Τούτος άλλωστε δεν είναι και ο απώτατος σκοπός ενός έργου τέχνης; Δεν οφείλει δηλαδή ένα έργο τέχνης να αγγίξει την απόλυτη διάνοια απαλλαγμένο πλήρως από τις ανθρώπινες ατέλειες του καλλιτέχνη;» αποκρίθηκε ο αριστοκράτης.


«Ναι, ίσως. Δεν βλέπω όμως που βασίζετε τούτη την απαξιωτική σας στάση ως προς τον Ρομαντισμό.» έκανε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Μα είναι πασιφανές ότι έχουμε να κάνουμε με ένα οπισθοδρομικό καλλιτεχνικό ρεύμα που δεν εκφράζει παρά την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς καθώς τούτο επιβάλλουν οι νόμοι της εξέλιξης. Πρόκειται δηλαδή για τον εκθειασμό των γνωστών καταθλιπτικών εξάρσεων των αποκαλούμενων αληθινών καλλιτεχνών, κείνων που βρίσκουν παρηγοριά στους παραδοσιακούς μύθους του παρελθόντος και που είναι ευτυχισμένοι όντας ολομόναχοι μέσα στην φύση, μακριά από την κοινωνικοποίηση των μεγαλουπόλεων. Με άλλα λόγια, ο καλλιτέχνης δεν είναι καλλιτέχνης εάν δεν είναι μονίμως μελαγχολικός. Δεν θα εκπλησσόμουν καθόλου εάν ο Ρομαντισμός εκκολάψει εις το μέλλον κάποιο άλλο ευτελές καλλιτεχνικό ρεύμα το οποίο θα αποποιείται παντελώς τα πρότυπα του Κλασικισμού και θα έχει ως μοναδικό του αυτοσκοπό την εκδήλωση δυσαρέσκειας εκ μέρους του καλλιτέχνη προς καθετί αντιπροσωπευτικό της σύγχρονης εποχής. Επ’ αυτής της θεωρητικής βάσης, μπορώ ήδη να φανταστώ έναν μελλοντικό πίνακα όπου θα απεικονίζεται κάποιο υποτυπώδες πρόσωπο εμπρός κάποιου αδιασαφήνιστου φόντου. Μπορώ επίσης να φανταστώ το πρόσωπο να έχει το στόμα του ορθάνοιχτο σα να μορφώνει κάποια κραυγή τρόμου. Ω περιμένετε, μπορώ να φανταστώ ως και τον τίτλο του πίνακα. Η Κραυγή!... Oh mon Dieu! Πώς ακούγεται σε εσάς; Ερωτώ διότι σε μένα ακούγεται ως η επιτομή του μπανάλ!» είπε ο αριστοκράτης.


«Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω μεσιέ –λαμβάνοντας υπόψη και τα λεγόμενά σας- ότι το σημείο διαφωνίας σας με τον Ρομαντισμό δεν αφορά την θεματολογία του την οποία πολύ επιγραμματικά συνήψατε με τους παραδοσιακούς μύθους και την φυσιολατρία. Δεν αφορά καν την βασική του αρχή, ήτοι την αρχή που ορίζει την έκφραση τον πιο έντονων και καθαρών συναισθημάτων δίχως την νομοτέλεια μιας ρασιοναλιστικής διάρθρωσης. Το στοιχείο του Ρομαντισμού ενάντια στο οποίο βάλλετε με τέτοιο μένος αφορά κυρίως την αισθητική που πρεσβεύει. Εάν σε τούτη την συντροφιά μας βρισκόταν ο μακαρίτης Ιμμάνουελ Καντ –και παρακαλώ μην προσβληθείτε από το χαριτολόγημα- θα κατενθουσιαζόταν από το μένος σας ενάντια στον μελαγχολικό Ρομαντισμό και θα σας κατέτασσε στην κατηγορία των ανθρώπων με χολερική προδιάθεση στην ψυχοσύστασή τους. Το μένος σας εν προκειμένω δεν περιορίζεται μονάχα στην απόλυτη άρνησή σας να αποδεχτείτε κάθε είδους υποκειμενική αντίληψη της ομορφιάς ή του μεγαλείου στην αισθητική του Ρομαντισμού, αλλά επεκτείνεται και στην αδυναμία σας να πείσετε τον περίγυρο να πάρει τα όπλα και να καταδιώξει οποιονδήποτε καλλιτέχνη δηλώνει ρομαντικός.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Επιτρέψτε μου κι εμένα να επισημάνω με την σειρά μου, μεσιέ, ότι εάν ο Ιμμάνουελ Καντ βρισκόταν στην συντροφιά μας απόψε, πιθανότατα θα επικροτούσε το μέγεθος της ισχυρογνωμοσύνης μου με ένα θερμό χειροφίλημα και θα μου ψιθύριζε στο αυτί την αγαπημένη του λατινική ρήση Sapere aude! (=τόλμησε να είσαι σοφός!) χαιρετίζοντας το θάρρος μου να χρησιμοποιώ την δική μου κριτική σκέψη ενάντια στις κελευστικές υποδείξεις των καιρών μου. Σε ότι αφορά το μένος μου τώρα, οφείλω να σας πληροφορήσω ότι δεν είμαι ο μόνος που ασκεί δριμεία κριτική στον Ρομαντισμό καθώς πρόσφατα η ίδια η Académie française εξέδωσε διάταγμα που καταδικάζει τον Ρομαντισμό στην λογοτεχνία. Αμφιβάλλω βεβαίως για το εάν το διάταγμα τούτο θα ληφθεί σοβαρά υπόψη, είναι εντούτοις ενδεικτικό του ότι ουδείς έγκριτος ακαδημαϊκός ή γνήσιος επαϊων των γραμμάτων θα δύνατο ποτέ να αναγνωρίσει στον Ρομαντισμό το κύρος που του αποδίδουν οι εκπρόσωποι της υποκουλτούρας.» είπε ο αριστοκράτης.


«Μένω έκθαμβος, μεσιέ, από τον αλαζονικό τρόπο κατά τον οποίο μου ζητείτε να απορρίψω με τόση ευκολία την πρόζα του Σατωμπριάν ή την ποίηση του Γουόρντσγουορθ και του Μπάιρον μόνο και μόνο επειδή μία χούφτα ακαδημαϊκών αρνείται να εντάξει τα έργα τους εις τους κόλπους της λογοτεχνίας. Δεδομένης της αυταπόδεικτης ενασχόλησής σας με τις τέχνες, θα περίμενα από μεριάς σας κάποιο επιχείρημα τουλάχιστον αποστομωτικό.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Ω μεσιέ, ποία η θέσις των επιχειρημάτων σε μία συζήτηση της οποίας το διακύβευμα είναι η διαφορά αισθητικού γούστου; Αλίμονο, είναι κατά πολύ ανώτερες ημών κείνες οι δυνάμεις που ορίζουν στην διανόησή μας τι είναι καλαίσθητο και τι όχι. Όπως θα έλεγε και ο Ουίλιαμ Γουόρντσγουορθ τον οποίον ευστόχως επικαλεσθήκατε, ούτε κρίνω λιγότερο ότι υπάρχουν δυνάμεις/ π’ από μονάχες τους τον νου εντυπωσιάζουν/ ότι τον νου μας αυτόν μπορούμε να θρέφουμε/ εντός μίας σοφής αμεριμνησίας. Ως εκ τούτου, η συζήτησή μας εν προκειμένω –παρά τον γλαφυρό της ρου- είναι καταδικασμένη να καταλήξει στην ίδια διαφωνία απ’ την οποία ξεκίνησε. Αλλά παρακαλώ μεσιέ, δώστε μου κάποιο όνομα με το οποίο μπορώ να σας απευθύνομαι διότι με τα πολλά μεσιέ η συζήτησή μας τείνει να αγγίξει πια τα όρια της παρωδίας.» είπε ο αριστοκράτης.


«Θα ήταν ελαφρώς οξύμωρο να σας αποκαλύψω την ταυτότητά μου την στιγμή που φέρω μία μάσκα στο πρόσωπό μου.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ κάνοντας τις τρεις κυρίες της παρέας να γελάσουν με το σχόλιο. «Για χάρην της συζήτησής μας όμως, μπορείτε να με αποκαλείτε Τζούλιους.»


«Εφόσον εσείς μου συστήνεστε ως Τζούλιους, επιτρέψτε μου κι εμένα να συστηθώ ως Ωγκούστους. Δεν θα μπορούσα ποτέ να συνομιλώ περί τέχνης με έναν Καίσαρα κατέχοντας ο ίδιος χαμηλότερο αξίωμα.» είπε ο αριστοκράτης, και οι τρεις κυρίες γέλασαν γι’ άλλη μια φορά.



Ακούγοντας επί τόση ώρα την ιδιότυπη αυτή αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ανδρών, ο Χάμχαντιουκ συνήγαγε ότι δεν είχε καμία θέση ανάμεσά τους εφόσον μάλιστα το θέμα της συζήτησης ουδόλως τον ενδιέφερε. Έχοντας συλλάβει με το μάτι του εκείνη την χυμώδη σερβιτόρα που κουνιόταν ηδυπαθώς τριγύρω του προκειμένου να του τραβήξει την προσοχή, ο Χάμχαντιουκ άφησε τον Τζούλιους και τον Ωγκούστους να διασταυρώσουν τα ξίφη τους περί τέχνης με την ησυχία τους και αποχώρησε για να την φλερτάρει μιλώντας της σε άπταιστα γαλλικά. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ έκανε μία νοερή σημείωση του γεγονότος προτού επικεντρωθεί και πάλι στην συζήτησή του με τον αριστοκράτη. Πίσω από την μαύρη μάσκα του συνομιλητή του, ο Λόρδος διαπίστωνε έναν ευρυμαθή και ανήσυχο νου ο οποίος πάραυτα έστεκε τραγικά φυλακισμένος στις εδραιωμένες του προκαταλήψεις.


«Αγαπητέ Ωγκούστους, να υποθέσω ότι η υποτιμητική σας κρίση για τον Ρομαντισμό άπτεται και του τομέα της ζωγραφικής; Να εικάσω ότι πίνακες όπως η Βάρκα του Δάντη του Ντελακρουά ή η Σχεδία της Μέδουσας του Ζερικώ δεν σας προκάλεσαν κάποια συγκίνηση;»


«Αγαπητέ Τζούλιους, μόλις κάνατε μίαν ατυχέστατη αναφορά σε δύο πίνακες που στέκουν ως οι πλέον κατάδηλες αποδείξεις της Ρομαντικής υποκρισίας. Έργα άκρως επιτηδευμένα, που επενδύουν πρόστυχα στην αξία του επιδερμικού εντυπωσιασμού, και που έχουν ως μοναδικό λόγο ύπαρξης την πρόκληση διχοστασίας στο κοινό ούτως ώστε να υπεκφύγουν την αυτονόητη ταξινόμησή τους στην κλάση της μετριότητας.»


«Είχατε την τύχη να μελετήσετε τους εν λόγω πίνακες από κοντά;»


«Τους μελέτησα από τόσο κοντά όσο κοντά μου είστε εσείς τώρα.»


«Και δεν διακρίνατε το θυελλώδες τεμπεραμέντο στην τεχνοτροπία τους; Ούτε καν κάποιο ψήγμα πάθους;»


«Μα φυσικά και διέκρινα πάθος! Διέκρινα το πάθος του καλλιτέχνη να αποτυπώσει το πάθος του αυτό αυτούσιο πάνω στον καμβά δίχως την παραμικρή δόση μετριοπάθειας ή αυτοκριτικής. Διέκρινα τον ναρκισσιστικό πόθο του ζωγράφου να εξυμνήσει τον εαυτό του κατά τον πλέον επιδεικτικό τρόπο, έναν ναρκισσιστικό πόθο τόσο παγερό στην χροιά του που θαρρεί κανείς ότι θα σχηματισθούν σταλακτίτες στην έκταση του κάδρου.»


«Και ο Οδοιπόρος επάνω από την θάλασσα της ομίχλης του Φρίντριχ; Μην μου πείτε ότι δεν αισθανθήκατε κάποιο δέος αντικρίζοντας αυτόν τον πίνακα.»



«Πρόκειται για μία τραγικά αναχρονιστική απόπειρα εικαστικής ενδοσκόπησης από έναν άνθρωπο ο οποίος καταφανώς δεν έχει καμία διάθεση να κοιτάξει τον εαυτό του εις βάθος και για τον λόγο αυτόν επιλέγει να θωρεί τα πάντα από ψηλά. Πρόκειται για έναν πίνακα που αναντίρρητα ερεθίζει το μάτι εκ πρώτης όψεως, όμως παραδίδει τα όπλα του άνευ όρων σε μία δεύτερη ανάγνωση εφόσον στερείται συμπαγούς περιεχομένου. Η ομίχλη ως θεματικό μοτίβο, αγαπητέ Τζούλιους, υπήρξε πάντοτε από τις απαρχές της τέχνης ως η πιο βολική μέθοδος συγκάλυψης εννοιών που αφορούν τον ανθρώπινο ψυχισμό και που χρήζουν ενδελεχούς έρευνας εκ μέρους του καλλιτέχνη.»


«Αγαπητέ Ωγκούστους, προσδίδετε στο μοτίβο της ομίχλης μίαν ερμηνεία τόσο μονοδιάστατη που φαντάζει πια ως ξεκάθαρη ύβρις. Ούτε καν οι καλλιτέχνες του Διαφωτισμού –στους οποίους εμφανώς τρέφετε μία λατρεία- δεν θα αποτολμούσαν ένα τόσο καυστικό σχόλιο.»


«Δεκτή η μομφή σας. Όπως και να ‘χει, σε έναν πίνακα που βρίθει αοριστολογίας σαν και αυτόν του Φρίντριχ, την ομίχλη μοναχά ως ακούσιο αυτοσαρκασμό δύναμαι να την αποκωδικοποιήσω.»


«Είναι κακός ο αυτοσαρκασμός;»


«Όταν είναι ακούσιος, ναι.»


«Ας μιλήσουμε για Ρομαντική μουσική, αγαπητέ Ωγκούστους.»


«Πράγματι, ας μιλήσουμε για Ρομαντική μουσική, αγαπητέ Τζούλιους.»


«Τυγχάνει να αγαπώ την μουσική, Ωγκούστους.»


«Τυγχάνει να αγαπώ κι εγώ την μουσική, Τζούλιους.»


«Θα χρειαστεί να καταβάλετε υπεράνθρωπη προσπάθεια προκειμένου να με πείσετε ότι ο Ρομαντισμός δεν επέφερε μία καθ’ όλα αναγκαία ανατροπή σε στεγανά που διαμορφώθηκαν στην δομή της Κλασικής σύνθεσης. Οφείλετε να παραδεχθείτε ότι σε μία μορφή τέχνης όπως η μουσική -μία τέχνη που ανάγεται άμεσα στην σφαίρα των πιο απόκρυφων συναισθημάτων- ο Ρομαντισμός εισήγαγε νεωτερισμούς που μονάχα σωτήριοι μπορούν να χαρακτηρισθούν.»


«Νεωτερισμούς; Συγγνώμη, είπατε νεωτερισμούς; Μήπως εννοείτε το ευρύτερο φάσμα τονικής οξύτητας με τα πομπώδη fortississimo και τα καχεκτικά pianississimo που υποδηλώνουν διανοητική υστερία; Ή μήπως εννοείτε κείνες τις μακρόσυρτες μελωδίες που αντιπαραβάλλουν την ανέμπνευστη μονοτονία ενάντια στην διακριτική κομψότητα της Κλασικής σύνθεσης και που συνιστούν μίαν άχαρη επιστροφή στις μπαρόκ υπερβολές του παρελθόντος; Ή μήπως εννοείτε εκείνα τα βεβιασμένα αραμπέσκ και τα κατηφή νοτούρνο που είναι τώρα της μόδας ανάμεσα στην αμόρφωτη νεολαία;»


«Αγαπητέ Ωγκούστους, αδυνατώ πλέον να κατανοήσω τούτη την εριστικότητά σας εκτός και αν οφείλεται σε κάποιο γινάτι. Αφαιρείτε στον συνθέτη την ελευθερία να κάνει μία πιο εκτεταμένη χρήση των φθόγγων της μουσικής κλίμακας εάν τούτο υπαγορεύει η ένταση των συναισθημάτων του ή εάν τούτο επιτάσσουν οι δυναμικές της ακουστικής αρμονίας; Θέλετε αλήθεια να ισχυριστείτε ότι κομμάτια όπως Τα Εικοσιτέσσερα Καπρίτσια του Παγκανίνι ή το Κουαρτέτο Εγχόρδων Νο 11 του Σούμπερτ θα ακούγονταν πιο εύηχα εάν πειθαρχούσαν στις κλασικές νόρμες;»


«Αγαπητέ Τζούλιους, η μουσική ως μορφή τέχνης έχει πιστοποιήσει διά της ιστορίας της ότι δεν είναι συμβατή με πειραματισμούς που υπονομεύουν την δύναμη της μελωδικής απλότητας. Τούτο φανερώνει άλλωστε και η άσβεστη διαχρονικότητα των σπουδαίων κλασικών μουσουργών. Εκτός και αν επιθυμείτε να συγκρίνετε ευθαρσώς τον Παγκανίνι και τον Σούμπερτ με τις διάνοιες του Μότσαρτ και του Μπαχ. Αξιολογείτε ισότιμα τους εστέτ της επίπλαστης υποβλητικότητας με τους γνήσιους δημιουργούς που επιδιώκουν το τέλειο; Από πότε ο θόρυβος δύναται να υποκαταστήσει την εμμελή συνοχή;»



«Ω Ωγκούστους, πώς γίνεται άραγε ένας νους που έχει εντρυφήσει τόσο διεξοδικά στις τέχνες να εναντιώνεται με τέτοια αντιπαλότητα στην απρόσκοπτη έκφραση των συναισθημάτων αλλά και στην ίδια την πρόοδο της τέχνης εν γένει…! Συγχωρήστε μου τούτη την στιγμιαία κρίση δυσανασχέτησης. Η συζήτηση περί μουσικής με καθιστά λίγο ευαίσθητο καθότι η μουσική είναι η τέχνη εκείνη με την οποία αφήνω το πνεύμα μου παράφορο να ταξιδεύει σε τόπους που ειδάλλως θα θαρρούσα απρόσιτους. Είναι η τέχνη εκείνη που με φέρνει κοντύτερα με τους ανθρώπους, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη τέχνη.»


«Τζούλιους, εν τη ρύμη του λόγου σας διαπράξατε ένα φραστικό ατόπημα, και θέλω να πιστεύω ότι αυτό δεν έγινε εκ προθέσεως. Δεν εναντιώνομαι στην πρόοδο της τέχνης εν γένει. Εναντιώνομαι μοναχά στον Ρομαντισμό, πολύ συγκεκριμένως. Στερούμενη ορθολογικού πλαισίου, τι είναι άλλωστε η τέχνη παρά μια ασυνάρτητη εκδήλωση άναρθρων κραυγών και φαιδρών εκρήξεων; Θα έπρεπε να καθυποβάλλω τούτον τον νου μου –τον οποίον με τόση θέρμη επαινέσατε- στις επιταγές του εκάστοτε καλλιτέχνη που νιώθει την ανάγκη να εκφράσει την βαθιά του μελαγχολία, μελαγχολία ασμίλευτη και ακατέργαστη, μελαγχολία δοσμένη δίχως το καλούπωμα και την κάθαρση μίας λογικής παρέμβασης;»


«Αποκλείετε το ενδεχόμενο να υπάρχει εκείνο το είδος μελαγχολίας της οποίας τα βάθη να είναι τόσο αβυσσαλέα ώστε η λογική να ωχριά μπροστά της; Δεν έχει δικαίωμα κείνη η μελαγχολία να απεικονισθεί στον καμβά ή να προσδιορισθεί στην μουσική κλίμακα όντας ακέραιη και ανόθευτη;»


«Τζούλιους, έχετε ομολογουμένως επαναστατικές –για να μην πω αλλόκοτες- ιδέες σχετικά με το τι είναι τέχνη. Τι θα λέγατε εάν φυσούσα αδιακρίτως την μύτη μου σε τούτο το μεταξωτό μαντίλι; Θα συνιστούσε τέχνη τούτη η κίνησή μου;»


«Μάλλον όχι. Ίσως και να έχετε κάποιο δίκιο για τον αφηρημένο προσδιορισμό που αποδίδω στην τέχνη. Ίσως ο ειρμός μου να παρεσύρθη κάπως από τον έντονα δηκτικό σας λόγο ως προς την μελαγχολία του καλλιτέχνη.»


«Ω δακτυλοδείξτε μου, σας εκλιπαρώ, εκείνον τον καλλιτέχνη που θα διαθέτει την δικαιολογημένη εκείνη έπαρση ή την ασύλληπτη σοφία των χρόνων ή την υπέρμετρη εμπειρία της ζωής ώστε να υποστηρίξει εδώ μπροστά μου ότι η δική του μελαγχολία είναι βαρύτερη ή σημαντικότερη από την δική μου! Ποιος δύναται αλήθεια να εκστομίσει μία τέτοια βλασφημία…!»


«Βάσει της τελευταίας σας αυτής νύξης, καλούμαι συνεπώς να συμπεράνω ότι απαγορεύετε παντελώς στον καλλιτέχνη το προνόμιο του να μελαγχολεί περισσότερο από εσάς.»


«Μέσα σε τούτα τα σπλάχνα μου φωλιάζει όλη η μελαγχολία αυτού του τυχάρπαστου κόσμου, αγαπητέ Τζούλιους. Γίνομαι τόσο μελαγχολικός στις ιδιαίτερες στιγμές μου που –οϊμέ!- η πλάση ολάκερη στέκει ανήμπορη να με ιάσει.»


«Είστε λοιπόν ένας τζέντλεμαν πολλών ταλέντων, Ωγκούστους. Η ευρυμάθειά σας δεν αφορά μονάχα τις τέχνες αλλά προσεγγίζει το ίδιο εξειδικευμένη και τους ανθρώπους.»


«Κείνο που με δίδαξε η ευρυμάθεια όσον αφορά τις τέχνες είναι ότι η τέχνη παραείναι αδιάλλακτη για να χωρέσει την ασυνέπεια. Όσον αφορά τους ανθρώπους, είμαι αρκετά ώριμος στην ηλικία ώστε να μπορώ να διατεθώ ότι τους έχω μάθει λίγο ως πολύ, Τζούλιους. Άλλωστε τι άλλο είναι ο άνθρωπος παρά ζώον δίπουν άπτερον κατά τον ορισμό του Πλάτωνα;»


«Γνωρίζετε τόσο καλά τους ανθρώπους ώστε να τους ομαδοποιείτε τόσο συνοπτικά μέσα σε τρεις λέξεις του Πλάτωνα; Αυτό είναι πράγματι εντυπωσιακό.»


«Γνωρίζω την μεσαία τάξη, Τζούλιους. Και ο Ρομαντισμός επήλθε σε συνάρτηση με την άνοδο και επέκταση της μεσαίας τάξης. Είναι η απόρροια ενός κοινωνικού φαινομένου, ένα σύμπτωμα των καιρών μας που μόνον του προορισμό έχει τον άδοξο αφανισμό του.»


«Είμαι εντυπωσιασμένος… Πράγματι, εντυπωσιασμένος… Και τώρα θα σας ζητήσω να με συγχωρήσετε γι’ άλλη μια φορά. Δυστυχώς έχω κάποια κοινωνική υποχρέωση γι’ απόψε και ο χρόνος με πιέζει. Ας ελπίσουμε ότι θα συνεχίσουμε την ευχάριστη αυτή έριδα κάποια άλλη βραδιά εις το μέλλον. Σας καληνυχτίζω.»


«Καληνύχτα σας, αγαπητέ Τζούλιους. Χάρηκα ιδιαιτέρως για την γνωριμία.»


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ άφησε την συντροφιά του Ωγκούστους και των τριών κυριών και κίνησε να ψάχνει τον Χάμχαντιουκ μέσα στην σάλα. Καθότι ο Χάμχαντιουκ ήταν άφαντος, ο Λόρδος κατευθύνθηκε προς το κυλικείο του Odéon. Εκεί βρήκε τον Χάμχαντιουκ να σαλιαρίζει με την σερβιτόρα ψιθυρίζοντάς της αγαπησιάρικα λόγια στα γαλλικά και ενίοτε φιλώντας τα χείλη και το μπούστο της. Το ανοιχτό μπουκάλι σαμπάνιας που έστεκε στον πάγκο παραδίπλα τους μαρτυρούσε ότι ήσαν αμφότεροι υπό την επήρεια της μέθης. Ήθελαν προφανώς να απαλείψουν κάθε ενδεχόμενη συστολή των προκαταρκτικών φάσεων.


«Μπαγκς, ώρα να φεύγουμε.» είπε επιτακτικά ο Λόρδος.


«Α! Μα ναι, φυσικά. Oh putain! Το ‘χα σχεδόν ξεχάσει.» έκανε ξαφνιασμένος ο Χάμχαντιουκ, και έπειτα στράφηκε στην σερβιτόρα: «Αγαπητή μου, θα συνεχίσουμε τούτη την συζήτηση εις το εγγύς μέλλον. Αναπόφευκτα, τολμώ να πω.»


«Αναπόφευκτα ας είναι λοιπόν, το εύχομαι. Καληνύχτα αγαπημένε μου μεσιέ.» είπε η σερβιτόρα και αποχωρίστηκε τον Χάμχαντιουκ δίνοντάς του ένα θερμό φιλί στα χείλη.


Βγαίνοντας από το κυλικείο, ο Λόρδος Γκρέηγουντ άρπαξε απαλά τον Χάμχαντιουκ από τον αγκώνα και τον οδήγησε σε μία απόμερη γωνία. Ένιωθε την ανάγκη να του κάνει μία τυπική ανάκριση στην περίσταση τούτη.



«Μπαγκς, ποιες ήσαν ακριβώς οι προθέσεις σου με εκείνη την γυναίκα;»


«Τι είδους ερώτηση είναι αυτή, Λόρδε; Τυγχάνει να είμαι άντρας, όπως βλέπεις. Εκτός κι αν δεν σου γεμίζω το μάτι.»


«Μπαγκς, έχεις υπόψη του τι μπορεί να συμβεί εάν ένας βρυκόλακας –που βρίσκεται ακόμη στα αρχικά του στάδια όπως εσύ- έλθει σε οργασμό με μία γυναίκα;»


«Χμ, δεν ξέρω. Εκσπερματώνει, υποθέτω.»


«Φυσικά και εκσπερματώνει. Το ζήτημα όμως εν προκειμένω είναι ότι, κατά την εκσπερμάτωση, ο βρυκόλακας θα αισθανθεί εκείνη την ακατανίκητη παρόρμηση για ανθρώπινο αίμα και το πιθανότερο –αν όχι το απολύτως βέβαιον- είναι ότι θα αφαιμάξει το ταίρι του στην στιγμή δίχως την παραμικρή αυτοσυγκράτηση. Το γνώριζες αυτό;»


«Όχι. Η αλήθεια είναι πως όχι.»


«Λοιπόν; Τι θα έκανες, Μπαγκς, εάν έφθανες σε οργασμό με εκείνη την γυναίκα και ξάφνου κυριευόσουν από την διάπυρη δίψα για αίμα;»


«Χμ, δεν ξέρω. Μάλλον θα φορούσα βιαστικά τα παντελόνια μου και θα ερχόμουν να σε βρω και να σου μιλήσω γι’ αυτό. Μάλλον αυτό θα έκανα. Υποθέτω.»


«Είσαι σίγουρος, Μπαγκς;»


«Ναι. Υποθέτω.»



«Χμ, θα χρειαστεί να αναστείλω κάθε μορφή δυσπιστίας εντός μου για να το χάψω αυτό. Όπως και να 'χει, τούτη θα ήταν η συνετή κίνηση που θα όφειλες να πράξεις. Έχε λοιπόν εν γνώσει σου από δω και στο εξής ότι ο οργασμός για έναν αρχάριο βρυκόλακα σαν εσένα είναι λίγο επικίνδυνος και μπορεί να φέρει ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Και, όπως κατάλαβες, λέγοντας ανεπιθύμητα αποτελέσματα δεν εννοώ την εγκυμοσύνη.»


«Τώρα που μου το είπες, θα το έχω εν γνώσει μου, Λόρδε.»


«Ωραία. Πάμε να φύγουμε.»


Οι δύο άντρες διέσχισαν την σάλα των μεταμφιεσμένων και εξήλθαν αυτής. Φθάνοντας στο φουαγιέ, απάντησαν τον μυστακοφόρο υπάλληλο υποδοχής ο οποίος προσφέρθηκε να παραλάβει τις μάσκες που φορούσαν στα πρόσωπά τους. Με ένα νεύμα του χεριού, ο Λόρδος του έδωσε να καταλάβει ότι οι δυο άντρες δεν επιθυμούσαν να αποχωριστούν τις μάσκες τους. Ο υπάλληλος παραξενεύτηκε αλλά δεν έκανε κάποια παρατήρηση. Σαν βγήκαν στο προστώο των δέκα κιόνων, ο Χάμχαντιουκ θέλησε να αναφερθεί σε εκείνον τον αριστοκράτη με τον οποίον ο Λόρδος διεξήγαγε την συζήτηση περί Ρομαντισμού.


«Είχες πιάσει πολύ εγκεφαλική συνομιλία με εκείνον τον τύπο, Λόρδε. Κείνον τον Ωγκούστους ή όπως διάολο τον λέγανε. Τι έγινε λοιπόν; Συμφωνήσατε στο τέλος;»


«Όχι, Μπαγκς. Δυστυχώς όχι.»


«Φαινόταν ξύπνιος τύπος, Λόρδε. Και πολυμαθής.»


«Ναι, ήταν… Εάν η διαγωγή μου δεν υπαγορευόταν τόσο απαρέγκλιτα από τους κώδικες της αυστηρής ηθικής, θα καταβύθιζα πολύ ευχαρίστως τους κυνόδοντές μου στον λαιμό του και θα έπινα ως και την τελευταία σταγόνα από το πείσμον αίμα του.»


«Η πολλή ηθική τρώει τον αφέντη, Λόρδε.»


«Ξέρεις, Μπαγκς, εάν ακολουθούσα τον δικό του τρόπο σκέψης –τον ορθολογικό τρόπο σκέψης που θέτει το παθιασμένο συναίσθημα σε δευτερεύουσα ιεράρχηση- δεν θα έχριζα ποτέ βρυκόλακα έναν άνθρωπο σαν κι εσένα. Τούτη θα ήταν μία παντελώς αδιανόητη κίνηση για την δεοντολογία μου. Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;»


«Ζήτω ο Ρομαντισμός!»


Έξω από το Odéon έστεκαν σταθμευμένες οι τετράτροχες άμαξες που είχαν μισθωθεί από την πλουτοκρατία του Odéon. Οι αμαξοδηγοί τους ήσαν απόντες καθότι είχαν μαζευτεί όλοι τους σε μία απόμακρη αλάνα και μοιράζονταν μεταξύ τους μία νταμιτζάνα κρασί μέχρις ότου να τελειώσει το μπαλ μασκέ της βραδιάς, γεγονός που εξυπηρετούσε απόλυτα τους δύο μασκοφορεμένους βρυκόλακες. Και τούτο επειδή είχαν την ευκαιρία να πλησιάσουν ανενόχλητοι μία άμαξα και να αποζεύσουν δύο μαύρα άλογα από τον ρυμό της. Και σαν έκαμαν τούτο, τα καβαλίκευσαν και έφυγαν καλπάζοντας για το Δάσος της Βουλώνης.



Φθάνοντας κάποτε στο Δάσος της Βουλώνης, οι δύο βρυκόλακες ίππευσαν τα άλογά τους σε ένα πέρασμα που χαρακτηριζόταν από πανύψηλα έλατα και φουντωμένες αμυγδαλιές στα πλαϊνά του ενώ το έδαφος ήταν στρωμένο ολάκερο από τα κιτρινισμένα ξερόφυλλα των δέντρων κι απ' την αγριωπή πόα. Το πέρασμα αυτό ήταν ένα από τα ελάχιστα σημεία του δάσους που διέθεταν τόσο ζωηρή χλωρίδα στο σκηνικό τους καθώς εκείνη την εποχή το Δάσος της Βουλώνης ήταν κατά κύριο λόγο ένα άδειο τοπίο με ζοφερά λιβάδια και με κομμένους κορμούς δέντρων και με αναξιόλογες μικρολίμνες στην έκτασή του.


Ο λόγος για τούτο ήταν βεβαίως το γεγονός ότι εν έτει 1814, μετά την ήττα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στον Πόλεμο του Έκτου Συνασπισμού, είχαν στρατοπεδεύσει στο μέρος περίπου σαράντα χιλιάδες οπλοφόροι των κατοχικών στρατών της Αγγλίας και της Ρωσίας οι οποίοι λεηλάτησαν το δάσος κόβοντας χιλιάδες δέντρα προς χρήση καυσόξυλων αλλά και για την κατασκευή καταφυγίων. Οι στρατιώτες αποσύρθηκαν τελικά από το μέρος έπειτα από την Συνθήκη των Παρισίων το ίδιο έτος, όμως το Δάσος της Βουλώνης παρέμεινε εκεί που ήταν, φαντάζοντας πλέον ως θλιβερό απομεινάρι της ανθρώπινης βαναυσότητας, μην θυμίζοντας σε τίποτε τις παλαιότερες ένδοξες εποχές όπου λειτουργούσε ως βασιλικός τόπος θήρευσης και εορταστικών εκδηλώσεων. Χρόνια αργότερα, το 1852 επί αυτοκρατορίας του Ναπολέων Γ’, το Δάσος της Βουλώνης έμελλε να ανασυσταθεί ριζικά -με δρυμούς και λόφους και ρέματα- και να εγκαινιασθεί ως δημόσιο πάρκο, διαθέτον την φημισμένη μορφή που έχει ως και στις ημέρες μας.



Διανύοντας το πέρασμα, τα δύο μαύρα άλογα αναλύονταν σε περιστασιακά χλιμιντρίσματα αμηχανίας καθώς δεν ήσαν ακόμη εξοικειωμένα με τους αναβάτες τους. Όχι ότι αυτό ενοχλούσε ιδιαίτερα τους δύο βρυκόλακες. Τουναντίον, ο Λόρδος Γκρέηγουντ ήταν απορροφημένος στις σιωπηλές του αναπολήσεις που αφορούσαν το ένδοξο παρελθόν του Δάσους της Βουλώνης ενώ ο Χάμχαντιουκ σιγοτραγουδούσε το αγαπημένο του ουαλέζικο τραγούδι Ar Lan y Môr περιεργαζόμενος το μισοφέγγαρο του σκοτεινού ουρανού που καταδίωκε επίμονο την πορεία τους μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές και τις κρεμάμενες κληματσίδες της αψίδας των δενδρόκλαδων κατά μήκος του περάσματος.


Ar lan y môr mae rhosys cochion

Ar lan y môr mae lilis gwynion

Ar lan y môr mae 'nghariad inne

Yn cysgu'r nos a chodi'r bore.



Μέσα από την ασημόγκριζη πάχνη της νύχτας, εμφανίστηκε κάποτε στο βάθος του περάσματος η διμοιρία της Εθνικής Φρουράς μαζί με την τροχήλατη κλούβα. Ο καλπασμός των αλόγων της Φρουράς και της κλούβας γινόταν τόσο έντονος στις αισθήσεις που θαρρούσε κανείς ότι το έδαφος θα υποχωρήσει κάτω από τον ρυθμικό βηματισμό τους. Σαν ο επικεφαλής της διμοιρίας αντίκρισε τους δύο μασκοφόρους βρυκόλακες να έρχονται από την αντίθετη μεριά, διέταξε τους δέκα στρατιώτες του να σταματήσουν με ένα ηχηρό «Αλτ!». Ο Λόρδος και ο Χάμχαντιουκ προσέγγισαν με τα άλογά τους την διμοιρία ώσπου στήθηκαν εμπρός της σε μία απόσταση δεκαπέντε μέτρων.


«Αγαπητοί κύριοι, λαμβάνω την τιμή να αναφέρω ότι ονομάζομαι Ανρί Σωβάζ, βαθμός capitaine, επικεφαλής της 4ης διμοιρίας ιππικού της Εθνικής Φρουράς. Εν ονόματι του Βασιλέως, σας καλώ να δηλώσετε τα ονόματά σας καθώς και τον σκοπόν σας.» έκανε με στεντόρεια φωνή ο επικεφαλής. Καθότι η τριχοφυία του προσώπου του ήταν ξανθή και ανάρια, το μουστάκι που πόζαρε στην κορφή του άνω χείλους του έμοιαζε μάλλον αξιοθρήνητο, σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια του ανδρός να συμμετάσχει στην μόδα της εποχής που επιθυμούσε μουστάκια πληθωρικά και κατά προτίμηση με στριφογυριστές άκρες. Το πηλήκιο των διπλωμένων γείσων που φορούσε στο κεφάλι ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο απ’ ό,τι έπρεπε.


«Αγαπητέ capitaine Σωβάζ, λαμβάνω την τιμή να αναφέρω ότι ο άνδρας που στέκει εκ δεξιών μου είναι ο περίφημος Φτεροπόδαρος Τζακ και εγώ είμαι ο ακόλουθός του ο Τζούλιους. Σκοπός μας είναι η αρπαγή της κλούβας που βρίσκεται υπό την συνοδείαν της διμοιρίας σας καθώς και η απελευθέρωσις των έξι φοιτητών που τελούν υπό κράτησιν εντός αυτής.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ, και ο Χάμχαντιουκ από δίπλα του κορδώθηκε σύγκορμος από την επαινετική αυτή παρουσίαση που αφορούσε την νέα του ταυτότητα.



Μία άβολη σιωπή επικράτησε για κάμποσα δεύτερα. Σιωπή που δεν διακοπτόταν παρά μόνον από το χουχούτισμα μιας κουκουβάγιας που έστεκε πάνω στο κλαδί ενός δέντρου. Προτού απευθυνθεί και πάλι στους δύο βρυκόλακες, ο επικεφαλής έριξε σαστισμένος μια κλεφτή ματιά στους στρατιώτες του που στέκονταν ευθυτενείς πάνω στ’ άλογα μέσα στις σκούρες μπλε στολές τους.


«Αγαπητοί κύριοι, μήπως είστε μεθυσμένοι;» ρώτησε φωναχτά.


«Αγαπητέ μου capitaine, η αλήθεια είναι ότι ήπιαμε καναδυό ποτήρια σαμπάνιας ο καθείς μας προηγουμένως. Επιτρέψτε μου όμως να διατεθώ ότι τούτο μετά βίας συνιστά μέθη στην δική μας περίπτωση.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Αγαπητοί κύριοι, κουβαλάτε οποιοδήποτε είδος όπλου επάνω σας;» ρώτησε φωναχτά ο επικεφαλής.


«Αγαπητέ μου capitaine, και οι δυο φέρουμε πάνω μας από μία πιστόλα ο καθένας. Και, σας διαβεβαιώ, θα κάναμε ήδη χρήση τούτων των όπλων εναντίον σας εάν δεν είχαμε στην διάθεσή μας προτιμότερες μεθόδους δια την εξόντωσήν σας.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Αγαπητοί κύριοι, θα σας ρωτήσω γι’ άλλη μια φορά και παρακαλώ να μου δώσετε μίαν απολύτως ειλικρινή απάντηση σε αυτό ακριβώς που σας ρωτώ. Μήπως είστε μεθυσμένοι;» ρώτησε ο επικεφαλής.


«Αγαπητέ capitaine, σας απαντώ με ένα κατηγορηματικότατο όχι. Είμαστε απολύτως νηφάλιοι.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Αγαπητοί κύριοι, σας καλώ να μου γνωστοποιήσετε αμέσως εάν στην συνεργία σας συμμετέχουν κι άλλα πρόσωπα, και –εάν ναι- να μου υποδείξετε πού ακριβώς βρίσκονται ετούτη την στιγμή.» έκανε ο επικεφαλής.


«Αγαπητέ capitaine, σας δίνω τον λόγο της ανδρικής μου τιμής ότι η συνεργία μας απαρτίζεται αποκλειστικά από τους δύο υποφαινόμενους και ότι ουδείς έτερος επικουρεί την αποστολή μας ή συνδράμει σ’ αυτήν καθ’ οιονδήποτε τρόπον. Θα διαπιστώσετε όμως στην πορεία των διαπραγματεύσεών μας ότι εγώ και ο Φτεροπόδαρος Τζακ είμαστε υπερεπαρκείς για την περίσταση.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


Ο επικεφαλής δάγκωσε ανεπαίσθητα το άνω του χείλος και έπειτα εστίασε το συνοφρυωμένο του βλέμμα στον Λόρδο και στον Χάμχαντιουκ. Το γεγονός ότι οι δύο άντρες εμπρός του έστεκαν ατάραχοι πάνω στ’ άλογά τους άρχισε να του προκαλεί ένα προοδευτικό συναίσθημα δυσφορίας και για τον λόγο αυτόν ανασύνταξε την στάση του σώματός του και υιοθέτησε στην φωνή του μία επιτακτική χροιά προκειμένου να επιβληθεί της κατάστασης.


«Κύριοι! Εν ονόματι του νόμου και του Βασιλέως της Γαλλίας, συλλαμβάνεστε αμφότεροι! Πετάξτε εμπρός σας τα όπλα που έχετε στην κατοχή σας, ξεπεζεύστε τα άλογά σας και παραδοθείτε με τα χέρια ψηλά!» φώναξε.


«Πολύ φοβούμαι ότι για την ώρα αυτό είναι αδύνατον, capitaine. Θα χρειαστεί να επιμείνουμε ως προς τον σκοπό μας. Και επαναλαμβάνω σε ξεκάθαρο τόνο ότι σκοπός μας είναι η αρπαγή της κλούβας που βρίσκεται υπό την συνοδείαν της διμοιρίας σας καθώς και η απελευθέρωσις των έξι φοιτητών που τελούν υπό κράτησιν εντός αυτής.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Θεέ και Κύριε…! Θα παρασημοφορηθώ απόψε…!» ψιθύρισε ο επικεφαλής προς τον εαυτό του σε μία στιγμή γλυκιάς ευδαιμονίας, και έπειτα απευθύνθηκε προς τους δύο βρυκόλακες με κυνικό ύφος: «Πολύ καλά λοιπόν, κύριοι! Προτείνω να παρακάμψουμε όλες εκείνες τις ανιαρές τυπικότητες που θα μας εμπλέξουν μοιραίως στα γρανάζια της χρονοβόρας γραφειοκρατίας αλλά και που θα ταλαιπωρήσουν και εσάς τους ίδιους στην υγρασία κάποιου κακόβολου κελιού. Προτείνω να λύσουμε το ζήτημα εν προκειμένω διά της μεγίστης γοργότητος δίχως χρονοτριβές. Προτίθεμαι να διατάξω τους στρατιώτες μου να ανοίξουν πυρ καταπάνω σας. Θα είχατε κάποια ένσταση σε αυτή μου την κίνηση;»


«Απολύτως καμία ένσταση, capitaine. Αν και θεωρώ την διαδικασία τούτη παντελώς περιττή στην περίσταση. Αλλά είστε ελεύθερος να πράξετε όπως νομίζετε εσείς καλύτερα.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Merci, moncieur.» αποκρίθηκε ο επικεφαλής κι έπειτα στράφηκε προς τους στρατιώτες της διμοιρίας: «Άνδρες! Οπλίσατε!»


«Έι Λόρδε. Είσαι σίγουρος ότι τα βόλια δεν μπορούν να μας βλάψουν;» έκανε στα μουλωχτά ο Χάμχαντιουκ προς τον Λόρδο Γκρέηγουντ ενόσω οι στρατιώτες γέμιζαν τις κάννες των καραμπίνων τους με μπαρούτι και βόλια.


«Είμαι απόλυτα βέβαιος, Μπαγκς. Είσαι βρυκόλακας τώρα πια. Προσπάθησε να συνηθίσεις στην ιδέα.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Άνδρες! Σκοπεύσατε!» διέταξε ο επικεφαλής τους στρατιώτες, και τότε εκείνοι παρατάχθηκαν σε μια σειρά με τ’ άλογά τους κι έστρεψαν όλοι τους τις κάννες των καραμπίνων προς τον Λόρδο και τον Χάμχαντιουκ.


«Υπάρχει όμως ένα άλλο πρόβλημα…» έκανε με πικρία ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Τι πρόβλημα!;» ρώτησε ο Χάμχαντιουκ πανικόβλητος.


«Άνδρες! Πυρ!» φώναξε ο επικεφαλής, και οι καραμπίνες της Εθνικής Φρουράς εξαπέλυσαν με βρόντους τα πυρά τους προς τον Λόρδο και τον Χάμχαντιουκ.


Κάποια τρομαγμένα χλιμιντρίσματα αλόγων, εδώ κι εκεί. Ο καπνός που ξεχύθηκε από την ανάφλεξη της μπαρούτης μετέτρεψε το μέρος σε ομιχλώδες τοπίο. Και σαν καταλάγιασε κάποτε η αιθάλη στην ατμόσφαιρα, οι στρατιώτες της διμοιρίας απόμειναν εμβρόντητοι στο θέαμα των δύο μασκοφορεμένων ανδρών που κάθονταν σώοι και αβλαβείς πάνω στα άλογά τους. Ο Χάμχαντιουκ ήταν κατενθουσιασμένος εφόσον επιβεβαίωσε ότι ήταν όντως άτρωτος στα βόλια, όμως ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν ήταν και τόσο ευτυχής με την εξέλιξη αυτή.


«Τα βόλια κάνουν ζημιά στο ύφασμα…» έκανε ο Λόρδος αποκρινόμενος στην προηγηθείσα απορία του Χάμχαντιουκ και κοιτάζοντας συντετριμμένος τις καπνισμένες τρύπες που προξένησαν τα βόλια στο (τελευταίο του) εφεδρικό φράκο της Σαβίλ Ρόου.


Η οσμή του καμμένου κασμίρ αναδυόταν από το φράκο χτυπώντας τα ρουθούνια του Λόρδου Γκρέηγουντ. Η σκέψη του Λόρδου βρισκόταν τώρα με τον ράφτη της Σαβίλ Ρόου ο οποίος με ιδιαίτερη σχολαστικότητα είχε επιτύχει την τέλεια εφαρμογή του φράκου πάνω στο σώμα. Τούτες ήσαν σκέψεις που εξόργιζαν τον Λόρδο, όμως όφειλε στην περίσταση να επιδείξει ψυχραιμία και για τον λόγο αυτόν στράφηκε πάλι προς τον επικεφαλής προκειμένου να αποσπάσει τον νου του από την ανεπανόρθωτη ζημία που υπέστησαν τα ρούχα.


«Λοιπόν, αγαπητέ capitaine, θεωρώ ότι αμφότερες οι δύο πλευρές κατέθεσαν τα διαπιστευτήριά τους στο ζήτημα που ανέκυψε.» είπε ο Λόρδος. «Επιτρέψτε μου να συνάγω το πόρισμα ότι εγώ και ο Φτεροπόδαρος Τζακ διαθέτουμε αναμφισβήτητη υπεροχή δυνάμεων στην περίσταση, πόρισμα το οποίο θα επιθυμούσα να συνομολογήσετε κι εσείς ο ίδιος ανεπιφύλακτα. Προτείνω λοιπόν να επιλύσουμε την διαφορά μας κατά τον πλέον ταχύ τρόπο δίχως περαιτέρω προστριβές. Θα μας παραχωρήσετε την κατοχή της κλούβας και θα αποχωρήσετε ήσυχα και αθόρυβα από εδώ, και εγώ σας δίνω τον λόγο της ανδρικής μου τιμής ότι δεν θα υπάρξουν αντίποινα από πλευράς μας εάν πράξετε όπως ακριβώς σας ορίζω. Εάν δεν πράξετε αναλόγως, σας ενημερώνω ότι εγώ και ο συνέταιρός μου θα αναγκαστούμε να επιληφθούμε του ζητήματος ασκώντας διαφορετικές μεθόδους πειθούς. Τούτη θα αποτελούσε βεβαίως μία έκβαση την οποία δεν θα ευχόμουν επ’ ουδενί.»



Ο επικεφαλής μελετούσε πελαγωμένος την κατάσταση που εκτυλισσόταν εμπρός του. Τα δεδομένα εν προκειμένω αψηφούσαν κάθε ίχνος έλλογης εξήγησης. Αναστοχάστηκε τα συμβάντα για κάμποσα δεύτερα, δεύτερα που έμοιαζαν με αιώνες, προτού στραφεί και πάλι προς τους στρατιώτες της διμοιρίας του και τους απευθύνει εκ νέου παράγγελμα.


«Άνδρες! Οπλίσατε!» φώναξε δυνατά, και οι στρατιώτες μέσα στην σύγχυσή τους αρχίνησαν να γεμίζουν τις καραμπίνες τους με βόλια και μπαρούτι.


«Εις το όνομα της λογικής, άνθρωπε! Επικαλούμαι την στρατιωτική σου συνείδηση!» έκανε απηυδισμένος ο Λόρδος Γκρέηγουντ προς τον επικεφαλής.


«Άνδρες! Σκοπεύσατε!» διέταξε ο επικεφαλής, και οι στρατιώτες στόχευσαν τις κάννες των καραμπίνων τους προς τον Λόρδο και τον Χάμχαντιουκ.


«Αγαπητέ μου capitaine, θέλεις στ’ αλήθεια να δεις τους άνδρες σου να βρίσκουν φριχτό κι άδικο θάνατο μοναχά για ένα καπρίτσιο;» έκανε ο Λόρδος αποκαρδιωμένος στην προοπτική του να αντικρίσει γι’ άλλη μια φορά το κασμίρ της Σαβίλ Ρόου να καταστρέφεται από τις ριπές των όπλων.


«Άνδρες! Πυρ!» κραύγασε ο επικεφαλής, και οι καραμπίνες της διμοιρίας εξαπέλυσαν τα βόλια τους με καπνούς και βρόντους προς τους δύο μασκοφορεμένους βρυκόλακες.


Κάποια τρομαγμένα χλιμιντρίσματα αλόγων, εδώ κι εκεί. Καταλαγιάζοντας ξανά στην ατμόσφαιρα, η αιθάλη της μπαρούτης αποκάλυψε τους δύο μασκοφορεμένους βρυκόλακες σώους και αβλαβείς πάνω στα άλογά τους όπως πρότερα. Ο Χάμχαντιουκ κάγχαζε δαιμονισμένα και ο όγκος του τρανταζόταν ολάκερος από τον γέλωτα. Το ίδιο βεβαίως δεν συνέβαινε και με τον Λόρδο Γκρέηγουντ που τώρα πια είχε εξαγριωθεί με τον αναίσχυντο τρόπο κατά τον οποίον βεβηλώθηκε γι’ άλλη μια φορά η αμφίεση της Σαβίλ Ρόου. Ο θυμός είχε συνεπάρει το βλέμμα του προσδίδοντας στις ίριδες των ματιών την χαρακτηριστική εκείνη φλογοκόκκινη χροιά που σήμαινε την παρουσία της σε στιγμές έξαψης. Τα αποθέματα ευγένειας είχαν πλέον στερέψει μέσα του.


«Λοιπόν, Μπαγκς, ας μην χαθεί άσκοπα κι άλλος χρόνος. Ανθρώπινο αίμα δεν επιζητούσες προκειμένου να ξεδιψάσεις; Ιδού η ευκαιρία! Είσαι ελεύθερος να πράξεις κατά το δοκούν. Κάνε μου όμως την χάρη και ξεκίνα από τον αγαπητό μας capitaine εκεί πέρα.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ εν μέσω των καπνών που αναδύονταν από το κατεστραμμένο του φράκο.


«Μετά χαράς, Λόρδε! Χαχαχαχα!» αναφώνησε ο Χάμχαντιουκ, και μ’ ένα σάλτο χίμηξε πάνω στον επικεφαλής και καταβύθισε τους επιμηκυσμένους του κυνόδοντες στον λαιμό του.



Μέσα στην αναστάτωση που επικράτησε, οι στρατιώτες της διμοιρίας προσπαθούσαν να τιθασεύσουν τα μανιασμένα τους άλογα ώστε να αποδράσουν από το σημείο. Οι βουλιμικές διαθέσεις του Χάμχαντιουκ όμως ήσαν τέτοιες που δεν τους έδιναν και μεγάλο χρονικό περιθώριο καθότι τον έκαμαν ταχύτατο στις κινήσεις και για τον λόγο αυτόν η αφαίμαξη του επικεφαλής τελέσθηκε εντός κάμποσων δευτερολέπτων. Κι αφού πέταξε το λείψανο του επικεφαλής στο έδαφος, ο Χάμχαντιουκ επιτέθηκε με μακρινά δρασκελίσματα στους στρατιώτες της διμοιρίας –εκείνους που δεν είχαν ακόμη καταφέρει να πειθαρχήσουν τα άλογά τους ώστε να ξεφύγουν- και έχωνε με λύσσα τους κυνόδοντές του στους λαιμούς τους. Αγεροδρομώντας τριγύρω σαν τον αρπακτικό αετό, ο Χάμχαντιουκ γράπωσε διαδοχικά τέσσερεις στρατιώτες και τους αφαίμαξε έναν προς έναν ενώ οι υπόλοιποι έξι της διμοιρίας διέφυγαν καλπάζοντας από το μέρος, έντρομοι και ανήμποροι να πιστέψουν όλα όσα συνέβησαν.


Ενόσω ο Χάμχαντιουκ ήταν απασχολημένος με την αποκόμιση ανθρώπινου αίματος από τους δύστυχους στρατιώτες της Εθνικής Φρουράς, ο Λόρδος Γκρέηγουντ είχε την ευχέρεια να ξεπεζεύσει το άλογό του ανενόχλητος και να κινηθεί προς την τροχήλατη κλούβα. Η πόρτα της κλούβας ήταν σφαλισμένη με μία σιδερένια κλειδωνιά τα κλειδιά της οποίας ήταν επί του παρόντος άφαντα. Όχι ότι τούτο είχε κάποια σημασία. Ο Λόρδος απέσπασε την κλειδωνιά από την πόρτα με το χέρι, δίχως να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια. Οι κλειδωνιές τούτου του κόσμου παραήταν λειψές για να αντισταθούν στην δύναμη των Strigoi Morti.



Σαν άνοιξε η πόρτα της κλούβας, οι έξι φοιτητές βγήκαν δειλά-δειλά ο ένας μετά τον άλλον. Ήσαν όλοι τους ατροφικοί και θερισμένοι από τις κακουχίες. Παρότι όμως φάνταζαν εξαιρετικά αδύναμοι ώστε να μορφώσουν κάποια έκφραση στα ασθενικά τους πρόσωπα, η έκπληξη που ένιωσαν αντικρίζοντας τους δύο μασκοφορεμένους βρυκόλακες ήταν τέτοια που τους έκαμε να γουρλώσουν τους οφθαλμούς τους διάπλατα. Πώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν διαφορετικά άλλωστε; Από την μια είχαν εμπρός τους τον μασκοφορεμένο Λόρδο Γκρέηγουντ ενδεδυμένο το φράκο με τις τρύπες από τα βόλια της Εθνικής Φρουράς, και από την άλλη έπρεπε να διαχειρισθούν στα λογικά τους το θέαμα του Χάμχαντιουκ που είχε καθίσει οκλαδόν στο έδαφος και ρουφούσε το υπολειπόμενο αίμα του επικεφαλής και των τεσσάρων στρατιωτών αλλά και δύο δύσμοιρων αλόγων που δεν γλίτωσαν τα αιμοδιψή του ένστικτα.


«Κύριοι, είστε ελεύθεροι. Πάρτε τα άλογα και φύγετε από εδώ. Θα σας συμβούλευα να φύγετε μακριά από το Παρίσι και να παραμείνετε μακριά για κάμποσο καιρό μέχρις ότου να ξεχαστεί η υπόθεσή σας.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ στους φοιτητές.


«Θα θέλαμε να μας συστηθείτε, μεσιέ, ώστε να γνωρίζουμε σε ποιον χρωστούμε την ευγνωμοσύνη μας.» έκανε ένας εκ των φοιτητών.


«Το όνομά μου δεν έχει καμία σημασία. Κείνο που θα πρέπει να ‘χετε κατά νου είναι ότι η τύχη δεν θα στέκει πάντοτε με το μέρος σας όπως απόψε. Για τούτο λοιπόν οι κινήσεις σας από δω και στο εξής οφείλουν να είναι πιο προσεκτικές και να διέπονται από σύνεση. Θα χρειαστεί να θέσετε το πάθος της ηλικίας σας σε κάποια λογικά πλαίσια. Μόνον τότε θα επιτύχετε εκείνο που επιδιώκετε. Οι επαναστάσεις θέλουν χρόνο και στρατηγική, όχι σπασμωδικούς και άναρχους χειρισμούς. Μην ξεχνάτε ότι είστε ακόμη νέοι και υπάρχουν πράγματα σε τούτον τον κόσμο τα οποία δεν γνωρίζετε, έστω κι αν καμώνεστε ότι καταλαβαίνετε τα πάντα.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Απλά παλεύουμε για τα ιδανικά μας, μεσιέ. Και σε κάθε αγώνα, όπως και στον δικό μας, υπάρχουν και απώλειες όπως υπάρχουν και γνώσεις. Όπως και να ‘χει, δεν παύουμε την προσπάθεια.» είπε ένας εκ των φοιτητών.


«Και πολύ καλά κάμετε. Απλά μην επιτρέψετε στον εαυτό σας να παρασυρθεί από τον υπέρμετρο ρομαντισμό. Ο ορθολογισμός είναι αναγκαίος, ειδικά όταν στοχεύετε τόσο ψηλά. Τούτη, τέλος πάντων, είναι η άποψή μου εάν έχει κάποιο βάρος. Αλλά τώρα πηγαίνετε.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Όποιος κι αν είστε, σας ευχαριστούμε μεσιέ.» είπαν οι φοιτητές, κι έπειτα καβαλίκευσαν τα άλογα και έφυγαν καλπάζοντας από το σημείο.


Μην επιτρέψετε στον εαυτό σας να παρασυρθεί από τον υπέρμετρο ρομαντισμό. Ατενίζοντας τους φοιτητές που απομακρύνονταν με τα άλογά τους, ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν μπορούσε παρά να κάνει τον συνειρμό με την μακρά συζήτηση που είχε διεξάγει με τον Ωγκούστους πρωτύτερα. Ο Ωγκούστους το δίχως άλλο θα έβαζε τα γέλια εάν άκουγε τις προτροπές του Λόρδου στους νεαρούς φοιτητές και ενδεχομένως να πείραζε τον Λόρδο για τις αντιφατικές του πεποιθήσεις. Ίσως τελικά να επετεύχθη κάποια συμφωνία στην χαριτωμένη αυτή αντιδικία των δύο κυρίων περί τέχνης. Το τραγικόν της υπόθεσης εν προκειμένω είναι βεβαίως ότι η συμφωνία επετεύχθη ενώ ο διάλογος είχε ήδη παρέλθει.


Κάθε άλλο παρά μάταιο ήταν το νυχτερινό εκείνο ανδραγάθημα του Λόρδου και του Χάμχαντιουκ. Οι έξι φοιτητές που απελευθέρωσαν εκείνη την νύχτα έμελλαν να διαμορφώσουν μίαν ισχυρότατη ομάδα αντίστασης κατά του Βασιλέως Καρόλου Ι’ έξι χρόνια αργότερα, το 1830, και να συμβάλουν έτσι σε σημαντικό βαθμό στην εκκίνηση της Ιουλιανής Επανάστασης και στην ανατροπή της Μοναρχίας των Βουρβόνων. Τούτου λεχθέντος, αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η Ιουλιανή Επανάσταση του 1830 δεν επέφερε παρά την μετάβαση της μοναρχίας από τον Οίκο των Βουρβόνων σε ένα παρακλάδι του, τον Οίκο της Ορλεάνης, με νέο βασιλέα τον Λουδοβίκο-Φίλιππο, Δούκα της Ορλεάνης. Επί δεκαοχτώ επισφαλή έτη διατήρησε τον θρόνο του ο Λουδοβίκος-Φίλιππος εν μέσω εξεγέρσεων εκπορευόμενων κυρίως από την φοιτητική νεολαία για να ανατραπεί τελικά κατά την Επανάσταση του 1848, έτος που σηματοδότησε και την αρχή της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας (η οποία με την σειρά της διήρκησε μόλις τέσσερα χρόνια, αλλά ας μην χαθεί περαιτέρω ο ειρμός του αφηγήματος).



Ο Λόρδος Γκρέηγουντ πλησίασε τον Χάμχαντιουκ ο οποίος βρισκόταν ακόμη στρογγυλοκαθισμένος στο έδαφος και ρουφούσε το αίμα των θηραμάτων του ηχώντας οξείς και μακρόσυρτους συριγμούς. Καθότι είχε στραγγίσει παντελώς τον capitaine και τους τέσσερεις στρατιώτες, η ανηλεής δίψα του στράφηκε πλέον στα δύο δύσμοιρα άλογα που κείτονταν σωριασμένα και που αναλύονταν σε σοκαρισμένα χλιμιντρίσματα καθώς οι φονικοί κυνόδοντες χώνονταν με βία στα σφριγηλά τους κορμιά. Τούτο ήταν ένα λουκούλλειο συμπόσιο για τον Χάμχαντιουκ που ήταν μέχρι πρότινος αμάθητος στις γευστικές απολαύσεις του ανθρώπινου αίματος, όμως κάποιος έπρεπε να συγυρίσει την ακαταστασία που δημιουργήθηκε. Και αυτός φυσικά δεν θα ήταν άλλος από τον ίδιον τον Χάμχαντιουκ.


«Δεν ήταν ανάγκη να βλάψεις τα κακόμοιρα τα άλογα, Μπαγκς.»


«Μμμμ;… Συγγνώμη.»


«Ώρα να φεύγουμε, Μπαγκς. Γνωρίζεις ασφαλώς ότι πρέπει να τακτοποιήσεις όλο αυτό το χάλι, έτσι δεν είναι; Θα χρειαστεί να εξαφανίσεις τα πτώματα των στρατιωτών και των αλόγων.»


«Τι!; Και πώς διάολο θα το κάνω αυτό, Λόρδε!;»


«Υπάρχουν διάφοροι τρόποι. Αλλά ο τρόπος εκείνος που θα σου συνιστούσα εγώ είναι να κουβαλήσεις τα πτώματα και να τα παραχώσεις μέσα στην κλούβα. Κι έπειτα θα τα μεταφέρουμε με την κλούβα σε κάποια όχθη του Σηκουάνα και θα τα βουλιάξουμε στο ποτάμι.»


«Μα πώς; Πώς διάολο θα στοιβάξω όλα αυτά τα πτώματα μές στην κλούβα;»


«Ω έλα τώρα, Μπαγκς. Ξεχνάς τις υπερφυσικές δυνάμεις που έχεις πια ως βρυκόλακας; Τούτη είναι μία αγγαρεία που δεν θα σου κοστίσει πάνω από πέντε λεπτά της ώρας.»


«Μα γιατί πρέπει να το κάνω αυτό, Λόρδε; Γιατί πρέπει να εξαφανίσω τα πτώματα; Γιατί να μην τα παρατήσουμε εδώ όπως είναι; Ποιος θα μας τιμωρήσει εάν αφήσουμε το μέρος ακατάστατο;»


«Η Δίαιτα των Cluj, Μπαγκς. Θυμάσαι την Δίαιτα των Cluj; Σου έχω μιλήσει γι’ αυτήν.»


«Ναι, θυμάμαι εκείνη την διάλεξη που μου έδωσες.»


«Εφόσον θυμάσαι την διάλεξη που σου έδωσα, θα γνωρίζεις ότι η Δίαιτα των Cluj θέτει πάντοτε ως απαράβατο κανόνα την μυστικότητα της φύσης των βρυκολάκων. Και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον είσαι υποχρεωμένος να συμμαζέψεις το μέρος, όπως άλλωστε πρέπει να μην αφήνεις ποτέ πίσω σου ίχνη και στοιχεία που θα αποδεικνύουν την νεκροζώντανη ιδιότητά σου. Τούτο είναι δυστυχώς ένα από τα επιβεβλημένα σου καθήκοντα ως βρυκόλακας, θα χρειαστεί δηλαδή να μεριμνείς πάντοτε ώστε οι άνθρωποι να συνεχίσουν να ζουν μέσα στην πλάνη που ορίζει τους βρυκόλακες ως αποκυήματα της φαντασίας και όχι ως αληθινές οντότητες. Εάν δεν πράξεις τοιουτοτρόπως, η Δίαιτα των Cluj θα φροντίσει ώστε να σου επιβληθούν τα ανάλογα αντίποινα. Και, πίστεψέ με Μπαγκς, δεν θέλεις την προσοχή της Δίαιτας των Cluj στραμμένη καταπάνω σου. Η Δίαιτα τείνει να εξαντλεί όλη της την αυστηρότητα όσον αφορά τους απείθαρχους βρυκόλακες, τούτη είναι μια ιδιαιτέρως προσφιλής σ’ αυτήν τακτική της. Γι’ αυτό λοιπόν κοίτα να είσαι συνεπής.»



Ο Χάμχαντιουκ έβγαλε έναν πικρόχολο αναστεναγμό. Το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε να κάμει εκείνη την στιγμή έπειτα από μία τέτοια κραιπάλη ήταν να βαλθεί στο καθάρισμα του μέρους. Κάποτε όμως πήρε την απόφαση να ξεπεράσει την αφόρητη ανία και κουβάλησε εν τέλει τα ψοφίμια στην κλούβα. Και σαν έκαμε τούτο, οδήγησε την κλούβα μαζί με τον Λόρδο Γκρέηγουντ μέσα στην νύχτα ίσαμε την όχθη του Σηκουάνα. Και εκεί εξαφάνισαν τα πτώματα βουλιάζοντάς τα μες στο ποτάμι. Και έπειτα, κατευθύνθηκαν οι δυο τους στο αβαείο της Μονμάρτρης καθότι ο ήλιος έμελλε πια να ανατείλει από στιγμή σε στιγμή. Άλλη μια νύχτα είχε φτάσει στο τέλος της.



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 6 Μαϊου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.


©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769