Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 18 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 18 από 36]

---



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες


III


Κατά την αχώριστη συντροφία τους ως βρυκόλακες, ο Λόρδος και ο Χάμχαντιουκ επιδόθηκαν σε διάφορα ανδραγαθήματα τα οποία αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της φτωχότατης κοινωνικής τάξης των Παρισίων που ζούσε μες στους κόλπους της πείνας καθώς και στην πάταξη κάποιων αδικιών που μάστιζαν την γαλλική πρωτεύουσα. Αν και οι ενέργειές τους συνιστούσαν κατεξοχήν δύο σύγχρονους Ρομπέν των Δασών, ο Χάμχαντιουκ συστηνόταν πάντοτε ως Φτεροπόδαρος Τζακ αποδίδοντας στον εαυτό του και τον προσθετικό προσδιορισμό εγκληματική διάνοια.



Μια νύχτα, για παράδειγμα, οι δύο βρυκόλακες λήστεψαν μία χρηματαποστολή της Banque de France και μοίρασαν τα χρήματα στους έχοντες ανάγκη. Μια άλλη νύχτα, εξολόθρευσαν μία ολόκληρη σπείρα αδίστακτων εκβιαστών-τοκογλύφων που λυμαινόταν τις φτωχογειτονιές των ανατολικών προαστίων (δίνοντας ούτως και στον Χάμχαντιουκ την ευκαιρία να γευθεί ξανά ανθρώπινο αίμα). Μια άλλη νύχτα, κατόρθωσαν να επανακτήσουν την εννιάχρονη κόρη της οικογενείας du Courtemanche από μία συμμορία απαγωγέων που απαιτούσε ένα μυθώδες ποσό λύτρων για την απελευθέρωσή της και την επέστρεψαν στο σπίτι της σώα και αβλαβή (αν και, στην περίπτωση αυτή, οι απαγωγείς δεν τιμωρήθηκαν από τους δύο βρυκόλακες αλλά αποδεσμεύθηκαν με μία αυστηρότατη προειδοποίηση). Μια άλλη νύχτα, εντόπισαν έναν διεφθαρμένο σιτέμπορο και του όρισαν να δωρίσει το 20% των κερδών του ως αποζημίωση στους εργάτες του τους οποίους μέχρι πρότινος εκμεταλλευόταν με πενιχρότατες αμοιβές (στην περίπτωση αυτή, οι δύο βρυκόλακες εξαναγκάστηκαν να επιδείξουν τους κοφτερούς τους κυνόδοντες καθότι ο εν λόγω κύριος αρνούταν αρχικώς να συμμορφωθεί στις υποδείξεις τους).


Τέτοια ήσαν τα ανδραγαθήματα των δύο βρυκολάκων, και ο Λόρδος Γκρέηγουντ ήταν ικανοποιημένος που ο Χάμχαντιουκ εξιλεωνόταν σταδιακά όχι μόνο για τον θάνατο της Ζοζεφίν αλλά και όλων των υπολοίπων θυμάτων του. Έπειτα οι δύο βρυκόλακες πήραν την απόφαση να υιοθετήσουν μία πιο μετριοπαθή ρουτίνα στην καθημερινότητά τους και να αποστασιοποιηθούν για ένα διάστημα από τις ηρωικές τους δραστηριότητες καθότι είχαν ήδη επισύρει την προσοχή των παριζιάνικων αρχών επάνω τους. Για τον λόγο αυτόν, περνούσαν επί το πλείστον τον χρόνο τους κουβεντιάζοντας μες στο μικρό αβαείο της Μονμάρτρης ή πραγματοποιώντας χαμηλών τόνων νυχτερινές εξορμήσεις σε ήσυχα καπηλειά της πόλης.



Παρότι ο Χάμχαντιουκ έδειχνε ιδιαίτερο ενθουσιασμό κατά την τέλεση των διαφόρων αγαθοεργιών τους, ο Λόρδος Γκρέηγουντ ουδέποτε έθρεψε αυταπάτες ως προς την πραγματική φύση του βρυκόλακα φίλου του. Εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Χάμχαντιουκ κατά βάθος δεν χαιρόταν επειδή με τα κατορθώματά του βοηθούσε στο να ανακουφισθεί η τάξη των αδυνάμων αλλά αντιθέτως επειδή διασκέδαζε με την νέα πομπώδη ταυτότητα που είχε πλέον αποχτήσει για τον εαυτό του. Για να μην αναφερθεί φυσικά και η προοπτική της πόσης φρέσκου ανθρώπινου αίματος που καρτερούσε στην κάθε περίπτωση και που αποτελούσε από μόνη της ένα ισχυρότατο (αν όχι το μοναδικό) κίνητρο για τον Χάμχαντιουκ.


Ο Λόρδος πάραυτα δεν έπαυε να ελπίζει σε κάποια ευτυχή αναδιαμόρφωση του Χάμχαντιουκ εις το μέλλον. Για την αλήθεια του πράγματος, ο Λόρδος είχε βάλει σκοπό της ύπαρξής του να δημιουργήσει μες από τον Χάμχαντιουκ ένα υποδειγματικό ον ηθικής και διανόησης. Και –μα τους ουρανούς!- ήταν διατεθειμένος να κάμει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να το επιτύχει.


Τούτο το ιδιοσυγκρατικό χαρακτηριστικό της απάθειας ήταν πάντοτε εμφανές στην γενική διαγωγή του βρυκόλακα Χάμχαντιουκ, έκανε όμως την πλήρη του εκδήλωση εκείνη την μοιραία νύχτα της επίσκεψης των δύο συντρόφων στο Μουσείο του Λούβρου. Όλα ξεκίνησαν όταν ο Λόρδος, παρατηρώντας τον Χάμχαντιουκ να διαλογίζεται με τους οφθαλμούς γουρλωμένους μες στο αβαείο της Μονμάρτρης, έκαμε την πρόταση να επισκεφθούν οι δυο τους το περίφημο μουσείο.


«Μπαγκς, τι θα ‘λεγες να επισκεπτόμασταν το Μουσείο του Λούβρου γι’ απόψε; Θα δεις πολλά αξιόλογα πράγματα εκεί πέρα, πράγματα που ίσως σε βοηθήσουν στους ατέρμονους αυτούς διαλογισμούς σου. Συν τοις άλλοις, θα καλλιεργήσεις και μία πιο εκλεπτυσμένη άποψη ως προς τις τέχνες, γεγονός που θα σε βοηθήσει αναμφίβολα στο φλερτ με τις γαλλίδες κυρίες.»


«Χμ, ναι. Γιατί όχι. Γιατί όχι, πράγματι.»



Ενόσω οι δύο βρυκόλακες βάδιζαν την Οδό del’Echelle, ο Χάμχαντιουκ έδειχνε πεισματικά στοχαστικός, τόσο πεισματικά που ενίοτε ενέπνεε το δέος και τον φόβο. Ήταν ολοφάνερο ότι κάποιες έγνοιες τριβέλιζαν τον νου του, σκέψεις λαβυρινθώδεις που τον καταβύθιζαν σε αυτές τις ανήσυχες σιωπές. Ωστόσο ο Λόρδος θεωρούσε άκρως ενθαρρυντικό το γεγονός τούτο καθότι είχε την άσειστη πεποίθηση ότι προκειμένου να εξελιχθεί σε ένα ευφυές ον, ένας βρυκόλακας οφείλει να περάσει την (βασανιστική) δοκιμασία των αλλεπάλληλων προβληματισμών, να αποδεχθεί τις προκλήσεις της ανώτατης νοημοσύνης, να υποστεί την ταλαιπωρία των αδιάκοπων διερωτήσεων που οδηγούν σε ενοχλητικά αδιέξοδα και που δεν συνηγορούν σε κάποιο συμπαγές κι ομόφωνο συμπέρασμα. Κάποτε όμως, ο Χάμχαντιουκ θέλησε να σπάσει την σιωπή του και να εκτονώσει έτσι την δυσφορία κείνων των αναστοχασμών.


«Λόρδε, θέλω να μιλήσουμε για κάποια ζητήματα. Θέλω να σε ρωτήσω ορισμένα πράγματα για τα ζητήματα αυτά διότι οι εξηγήσεις σου δεν με κάλυψαν ολότελα και μου δημιουργούνται διαρκώς απορίες.»


«Βεβαίως, Μπαγκς. Μίλα ελεύθερα. Τι είναι αυτό που σε προβληματίζει;»


«Δεν καταλαβαίνω, Λόρδε. Προσπάθησα σκληρά αλλά δεν καταλαβαίνω. Θέλω να συζητήσουμε εκ νέου, Λόρδε, την σημασία της ηθικής αισθητικής. Και θέλω επίσης να μου εξηγήσεις με απτά παραδείγματα ποιος είναι ο συνδετικός κρίκος που ενώνει την ηθική με την αισθητική. Τούτα είναι τα ζητήματα που επιμένουν να στέκουν ακατανόητα για την δική μου γκλάβα.»


Ο Λόρδος αναλύθηκε σε δυνατά γέλια. Τα γέλια τούτα ήσαν αυθόρμητα και ο Λόρδος αδυνατούσε να τα καταπνίξει μέσα του. Ο Χάμχαντιουκ απόμεινε να τον κοιτάζει αμήχανος μέχρις που άρχισε να προσβάλλεται από την αλλοπρόσαλλη αυτή συμπεριφορά του βρυκόλακα συντρόφου του και συνοφρυώθηκε θυμωμένος θέλοντας να μάθει τον λόγο της αιφνίδιας τούτης ευθυμίας.


«Έι Λόρδε! Πού ακριβώς βρίσκεις το αστείο; Φαντάζω λοιπόν τόσο γελοίος με τις απορίες μου;»


«Όχι… Όχι, Μπαγκς… Δεν γελάω μαζί σου. Μην ανησυχείς. Γελάω με τον εαυτό μου. Έκαμα με τον νου μου έναν αστείο συνειρμό. Γελάω αρκετές φορές με τον εαυτό μου, Μπαγκς. Τούτη είναι μια παραξενιά μου που πρέπει να συνηθίσεις σε μένα.»


«Θα μπορούσες, λοιπόν, να μοιραστείς εκείνον τον αστείο συνειρμό σου και μ’ εμένα ώστε να γελάσουμε μαζί;»


«Δεν υπάρχει απολύτως κανένα νόημα στο να σου εξομολογηθώ τον συνειρμό μου, Μπαγκς. Είναι συνειρμός που αφορά αποκλειστικά εμένα τον ίδιο. Εσύ δεν θα τον έβρισκες διόλου αστείο.»


«Ωραία, λοιπόν. Αφού γέλασες με τον αστείο συνειρμό σου, θα είχες τώρα την ευγένεια να με διαφωτίσεις ως προς τις απορίες μου;»



«Μα ναι, φυσικά, Μπαγκς… Σου είχα μιλήσει την άλλη φορά για την ηθική αισθητική και πώς αυτή απορρέει από την κοινή λογική. Θα σου παραθέσω, λοιπόν, ένα παράδειγμα. Ένα παράδειγμα τόσο σαφές και ξεκάθαρο που θα απαλείψει οποιεσδήποτε απορίες μες στο μυαλό σου. Φαντάσου έναν άνθρωπο ο οποίος έχει απολύτως σώας τα φρένας και ο οποίος δεν χρήζει κάποιας ψυχιατρικής παρακολούθησης εξ’ αιτίας –ας πούμε- ενός ανεπούλωτου ψυχικού τραύματος. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ο άνθρωπος αυτός κακοποιεί ή βλάπτει ή σκοτώνει μικρά κι αθώα παιδιά. Δεν έχει κάποιον άλλον συγκεκριμένο λόγο για τον οποίον κάμει τις επίβουλες αυτές ενέργειές του πέρα από την αστάθμητη βούλησή του να πράξει το κακό μοναχά για να περνάει ο χρόνος του λιγότερο ανιαρά απ’ ότι θα περνούσε εάν έκαμε κάτι άλλο ή εάν δεν έκαμε απολύτως τίποτε. Τώρα λοιπόν, σε ερωτώ: Δεν πρέπει να επιβληθεί σε αυτόν τον άνθρωπο μία τιμωρία; Εγώ πιστεύω πως ναι, και το ίδιο –είμαι βέβαιος- θα πιστεύει η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων. Εάν, λοιπόν, συμφωνείς μαζί μου ότι ο άνθρωπος αυτός αξίζει να τιμωρηθεί, τότε έχουμε πραγματοποιήσει οι δυο μας μία μορφή υποτυπώδους κοινής λογικής. Συμφωνούμε δηλαδή σε μία πάγια αλήθεια που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Έχεις κάποια απορία μέχρι τώρα;»


«Χμ, δεν νομίζω ότι συμφωνώ μαζί σου, Λόρδε.»


«Τι εννοείς;»


«Δεν συμφωνώ μαζί σου ως προς το ότι ο άνθρωπος αυτός αξίζει απαραίτητα να τιμωρηθεί.»


«Θα αστειεύεσαι ασφαλώς.»


«Όχι, δεν αστειεύομαι καθόλου. Τυγχάνει να έχω γνωρίσει έναν τέτοιον άνθρωπο όπως ακριβώς τον περιέγραψες. Γκίλφορντ Ντάβενπορτ, το όνομά του. Το παρατσούκλι του ήταν Lollipop Gil επειδή είχε την εμμονή να κακοποιεί και να σκοτώνει ανήλικα παιδιά. Και ήταν μια χαρά στα λογικά του, θέλω να πω ότι δεν είχε ανάγκη από κανέναν ψυχίατρο. Τα μικρά παιδιά ήσαν απλά μια παραξενιά του. Όλοι οι άνθρωποι έχουν παραξενιές. Σε πληροφορώ λοιπόν ότι ο Γκίλφορντ ενδεχομένως να φάνταζε ως ένα απεχθές κάθαρμα για τα δικά σου γούστα, είχε όμως ένα μυαλό ξουράφι με τρομακτική έφεση στα μαθηματικά. Και το λέγω αυτό με μία δόση εμπάθειας εφόσον τον ζήλευα, καθότι εγώ στα μαθηματικά ήμουν πάντοτες στουρνάρι και ποτές μου δεν τα σκάμπαζα. Όμως πίστεψέ με, Λόρδε, ο τύπος ήταν μεγάλη ιδιοφυία, τούτη ήταν και η γνώμη πολλών καθηγητάδων και γραμματιζούμενων που έτυχαν να τον γνωρίσουν από κοντά. Και ερωτώ: Πόσες πραγματικές ιδιοφυίες των θετικών επιστημών υπάρχουν στον κόσμο; Εν τέλει, ο Γκίλφορντ συνελήφθη από τις Αρχές και οδηγήθηκε στην κρεμάλα. Δεν παύω πάραυτα να πιστεύω ότι η κοινωνία απαλλάχθηκε μεν από ένα απόβρασμα, οι θετικές επιστήμες όμως έχασαν έναν σπουδαίο νου που θα είχε πολλά να προσφέρει στην ανθρωπότητα.»


«Μπαγκς, μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη;»


«Πες μου την χάρη και θα σου απαντήσω.»


«Θα μπορούσες, σε θερμοπαρακαλώ, όταν διαλογίζεσαι πάνω σε έννοιες όπως αυτή της ηθικής αισθητικής, να αποφεύγεις τις αναπολήσεις στις συναναστροφές του φαύλου παρελθόντος σου; Δεν θα βρεις ποτέ τις απαντήσεις που ψάχνεις εάν θέτεις τις πρότερες αισχρές γνωριμίες σου ως περιπτώσεις προς κοινωνιοανθρωπολογική μελέτη.»


«Χμ, θαρρώ πως θα μπορούσα να σου κάμω τούτη την χάρη, Λόρδε. Ωστόσο, έχε κατά νου ότι το παρελθόν μου αυτό -που με τόση ευκολία απορρίπτεις- είναι ό,τι έχω και δεν έχω σε τούτον τον κόσμο. Και αν οφείλω όντως να κάνω ένα βήμα προς τα μπρος όπως με παροτρύνεις, είμαι υποχρεωμένος να ανιχνεύω τις διδαχές που εμπεριέχει το δικό μου παρελθόν και όχι το παρελθόν κάποιου αλλουνού.»



«Κατανοώ τον ισχυρισμό σου, δεν είμαι δα και τόσο ανάλγητος στο πνεύμα. Απλά σου ζητώ να αναλογισθείς ότι μία έννοια όπως η ηθική αισθητική καθίσταται αρκετά περίπλοκη στην αντίληψη έπειτα από κοπιαστική διερεύνηση, και απαιτεί έναν εύστροφο νου ο οποίος θα δύναται να εκτιμήσει την φανταχτερή της αμφισημία. Το παρελθόν σου –όπως και οι κακόψυχοι άνθρωποι που το απαρτίζουν- δεν θα σε βοηθήσει σε τούτο το έργο.»


«Χμ, ναι.»


«Είσαι βρυκόλακας τώρα πια, Μπαγκς. Κοίταξε να συνηθίσεις στην ιδέα. Προσπάθησε να δεις τον κόσμο με άλλα μάτια, μάτια που θα ‘χουν λησμονήσει διαπαντός το βορβορώδες εκείνο παρελθόν.»


«Χμ, ναι.»


«Είσαι χριστιανός, Μπαγκς;»


«Παρντόν;»


«Είσαι χριστιανός;»


«Εεεε… χμ, ναι… Θέλω να πω, ήμουν χριστιανός… Θα ‘ταν ελαφρώς αντιφατικό να προσδιορίσω εαυτόν ως χριστιανό ενώ είμαι βρυκόλακας, έτσι δεν είναι;»


«Το ίδιο κάνει. Ως τέως χριστιανός, θα έχεις υπόψη σου την ρήση του Ιησού: Λοιπόν πάντα όσα αν θέλητε να κάμνωσιν εις εσάς οι άνθρωποι, ούτω και σεις κάμνετε εις αυτούς• διότι ούτος είναι ο νόμος και οι προφήται. Φαντάζομαι ότι ο χρυσός αυτός κανόνας σου είναι οικείος.»


«Δεν πρέπει να κάνουμε στους άλλους αυτά που δεν θέλουμε εμείς να κάνουν οι άλλοι σε εμάς. Έτσι δεν είναι;»


«Ακριβώς. Τι θα ‘λεγες λοιπόν να συμφωνούσαμε σε αυτόν τον χρυσό κανόνα και να εξήγαμε το πόρισμα από κοινού ότι όποιος δεν ασπάζεται αυτήν την αρχή είναι ένας κακός άνθρωπος και άρα χρήζει τιμωρίας. Και εάν ο άνθρωπος αυτός καταφέρνει να διαφεύγει την τιμωρία της εκτελεστικής εξουσίας των ανθρώπων, τότε αναλαμβάνουμε δράση εμείς οι βρυκόλακες και τιμωρούμε τον εν λόγω κύριο και παράλληλα γευόμαστε και ανθρώπινο αίμα που το έχουμε ενίοτε ανάγκη. Πώς σου ακούγεται τούτος ο συλλογισμός μου;»


«Χμ, ναι. Μου ακούγεται μια χαρά. Υποθέτω.»


«Ωραία.»



Κάποτε οι δύο βρυκόλακες έφθασαν στο Παλάτι του Λούβρου όπου στεγαζόταν το μουσείο. Κοντοστάθηκαν μπροστά στην πρόσοψη του Pavillon Sully ατενίζοντας την κλασσική της αρχιτεκτονική που έθελγε το μάτι ως θεόσταλτη ηγερία. Η αμβλεία γωνία στην κορφή της πρόσοψης όριζε ένα τριγωνικό αέτωμα πλαισιωμένο από δύο θηλυκούς μαρμάρινους αγγέλους που ήσαν ξαπλωμένοι πάνω στις δύο πλευρές του. Τέσσερα ζευγάρια Καρυάτιδων από αλάβαστρο υποβάσταζαν ως κίονες το αμβλυγώνιο αυτό αέτωμα, κι ανάμεσα στα ζευγάρια έστεκαν τρία μακρόστενα παράθυρα με τοξωτά υπέρθυρα.



Οι δύο βρυκόλακες εισήλθαν στην εσωτερική αυλή Richelieu και θαύμασαν τα πελώρια αγάλματα των ποταμών-θεών Λίγηρα και Σηκουάνα καθώς κι εκείνα της Φήμης και του Μερκούριους που ίππευαν τον φτερωτό Πήγασο. Έπειτα οι δυο τους εισήλθαν στα ενδότερα του μουσείου. Στις τεράστιες αίθουσές του εκτίθεντο έργα τέχνης από μακρινές χώρες του κόσμου, πολιτισμούς αλλοτινούς, αντικείμενα όπως δικέφαλα ανθρωπόμορφα αγαλματίδια από την Ιορδανία, πήλινοι αμφορείς των Ετρούσκων, αβεστολιθικές μετόπες με ανάγλυφες παραστάσεις της θεότητας Σέντου από την Ασσυρία, σαρκοφάγους των Φαραώ από την Αίγυπτο, ασημένια ρυτά σε μορφή αίγαγρων από την Αρχαία Περσία, κεραμικά σκεύη ισλαμικής τέχνης από την Μεσοποταμία.


Οι δύο βρυκόλακες περιπλανήθηκαν για κάμποση ώρα μαζί στους χώρους των εκθετηρίων ώσπου κάποτε χωρίσθηκαν μεταξύ τους και ο καθείς πήρε την δική του κατεύθυνση καθότι τα εκθέματα ήσαν αναρίθμητα και απαιτούσαν την προσήλωση των επισκεπτών σε ατομικό επίπεδο. Το Λούβρο είχε αυτήν την ιδιορρυθμία στον πλουσιοπάροχο διάκοσμό του: Υποχρέωνε τον παρατηρητή να ακολουθεί πιστά τον δικό του ομφαλοσκοπικό ειρμό σκέψης προκειμένου να διεγείρει την ευφυία του κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.


Η προδιάθεση της γενικής αμφισβήτησης που είχε ο Χάμχαντιουκ εκείνη την νύχτα μετεξελίχθηκε σύντομα σε μία έντονη αποστροφή προς τα εκθέματα του μουσείου. Τα έργα τέχνης εκπροσωπούσαν για τον Χάμχαντιουκ έναν κόσμο που του προκαλούσε εχθροπάθεια, αποτελούσαν ένα ξεχωριστό σύμπαν απρόσιτων ιδεών που έστεκε περιφρονητικό προς εκείνον, σα να απαξίωνε την υπόσταση του ανδρός σε βαθμό ισοπέδωσης. Ο Χάμχαντιουκ, αρνούμενος να αποδεχθεί την αρνητική αυτή αύρα που εξέπεμπε αναιτίως το μέρος, εκκίνησε την αντίδρασή του με υποτιμητικά σχόλια τα οποία ψιθύριζε στον εαυτό του.



Το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου: «Είναι ατσούμπαλη, είναι νερόβραστη και τα χέρια της είναι ακρωτηριασμένα. Ο άνθρωπος που ονόμασε τούτη την γυναίκα Αφροδίτη ήταν σίγουρα ή ανέραστος ή γυναικωτός.»


Το άγαλμα του Θνήσκοντος Σκλάβου του Μιχαήλ Αγγέλου: «Αυτή πρέπει να είναι η μικρότερη ψωλή του κόσμου. Αυτή είναι σίγουρα η μικρότερη ψωλή του κόσμου.»


Ο πίνακας της Μόνα Λίζα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι: «Ώστε αυτή είναι λοιπόν η περιβόητη Μόνα Λίζα; Μοιάζει με πόρνη του Ηστ Εντ που σουλατσέρνει τους δρόμους για πέντε σελίνια και ευχαρίστως θα αφόδευα στα μούτρα της μετά το κουτούπωμα.»


Τούτη η στρυφνότητα του Χάμχαντιουκ δεν άργησε να γίνει αντιληπτή στους επίσημα ενδεδυμένους επισκέπτες του μουσείου οι οποίοι απομακρύνονταν ενοχλημένοι από την απροκάλυπτη παρουσία του. Τίποτε πλέον εντός του Λούβρου δεν κατάφερνε να σχηματίσει κάποιον συναισθηματικό σύνδεσμο με τον Χάμχαντιουκ, ούτε καν τα Κυκλαδικά αναθηματικά ειδώλια που με την έλλειψη φυσιογνωμίας στα πρόσωπά τους έμοιαζαν να επιχειρούν εις μάτην ένα είδος γλυκιάς συμπαράστασης προς τον κατσούφη θεατή τους. Μα ούτε και η μαρτυρική εκφραστικότητα στην ελαιοχρωμία των φιγούρων του Ελ Γκρέκο δεν κατόρθωνε να μετριάσει την χολή που αποβαλλόταν αμείλιχτη από το στόμα του επικριτικού βρυκόλακα.



Αφού σεργιάνισε αρκετά τους χώρους των εκθετηρίων και αφού μουρμούρισε ακατάπαυστα ώσπου κάποτε ξέμεινε από σάλιο και υβρεολόγιο, ο Χάμχαντιουκ πήρε την απόφαση να ξαποστάσει στο ανάκλινδρο ενός εκθετηρίου. Το ανάκλινδρο κείνο έστεκε μπροστά στο άγαλμα του Κοιμωμένου Ερμαφρόδιτου, καλλιτεχνημένο από κάποιον ανώνυμο γλύπτη της ρωμαϊκής αρχαιότητας. Το άγαλμα αναπαριστούσε την ανδρόγυνη μυθολογική φιγούρα του Ερμαφρόδιτου πλαγιασμένη σε ένα στρώμα.


Το στοιχείο που κίνησε εξ’ αρχής το ενδιαφέρον του Χάμχαντιουκ ήταν η καλλίγραμμη οπίσθια όψη του Ερμαφρόδιτου με τον σφριγηλό θηλυπρεπή πισινό και τα ασκημένα πόδια. Σαν έκανε όμως να εξετάσει και την εμπρόσθια άποψη του αγάλματος, κραύγασε ένα άγαρμπο επιφώνημα αηδίας στην θέα των ανδρικών γεννητικών οργάνων που πόζαραν στο σώμα αντί γυναικείου αιδοίου. Αποκαμωμένος από την συνολική εντύπωση που του είχε αφήσει το Λούβρο, ο Χάμχαντιουκ κάθισε στο βελούδινο μπορντό πάπλωμα του ανάκλινδρου δίχως να δώσει σημασία στην σινιόρα Ντι Καντόνε που καθόταν ήδη στο ίδιο ανάκλινδρο και περιεργαζόταν με ευλαβική αφοσίωση τις ανατομικές λεπτομέρειες του αγάλματος.


Η σινιόρα Ντι Καντόνε ήταν ιταλικής καταγωγής, τούτο άλλωστε υποδείκνυε και το οικογενειακό της όνομα. Ο πατέρας της ήταν Ιταλός που εγκαταστάθηκε στο Παρίσι πριν από πενήντα χρόνια, η μητέρα της ήταν Γαλλίδα από την Προβηγκία. Ο πατέρας της σινιόρας Ντι Καντόνε ήταν αδαμαντουργός στο επάγγελμα, ένας μάλιστα από τους καλύτερους στο είδος του, και το κατάστημά του στο κέντρο του Παρισιού –το Di Cantone bijouterie diamant- έγινε το διασημότερο σημείο αγοράς αδαμάντινων κοσμημάτων. Σινιόρ Ροντόλφο Ντι Καντόνε, ο βασιλιάς των διαμαντιών.


Σαν απεβίωσαν ο σινιόρ Ντι Καντόνε και η σύζυγός του, η αξιόλογη περιουσία τους μετήλθε στην κατοχή της μοναχοκόρης τους. Ούτως η σινιόρα Ντι Καντόνε ήταν μία ευκατάστατη κυρία των Παρισίων η οποία ωστόσο στα σαράντα εννέα της χρόνια παρέμενε ανύπαντρη, άτεκνη και απομονωμένη. Η αιτία για τούτο γινόταν εμφανής σαν κοίταζε κανείς το πρόσωπό της που συν τοις άλλοις μετέδιδε μία μόνιμη μελαγχολία.



Η σινιόρα Ντι Καντόνε γεννήθηκε με μία ορμονική ανωμαλία στην φύση της. Η ανωμαλία αυτή την έκανε να δείχνει ανδροπρεπής στην εμφάνιση, ιδιαίτερα στο πρόσωπό της το οποίο ταίριαζε πιότερο σε μεσόκοπο άνδρα, πρόσωπο στοιχειωμένο από χονδροκομμένες γωνίες και βαθιές γραμμώσεις και άκομψα χαρακτηριστικά. Η φυσιογνωμική της αυτή αρρενωπότητα της προσέδιδε ένα κωμικό ύφος αυταρχισμού στα όρια του γκροτέσκου: κοιτάζοντάς την, θαρρούσε κανείς πως επρόκειτο για κάποιον ευυπόληπτο κύριο της γερουσίας του Chambre des Pairs ο οποίος αποφάσισε από καθαρή τρέλα να κυκλοφορήσει τους δρόμους του Παρισιού μεταμφιεσμένος ως γυναίκα.


Το δέρμα της έπασχε από άγρια μελαχρινή τριχοφυία την οποία η σινιόρα Ντι Καντόνε φρόντιζε επιμελώς να αφαιρεί με μεθόδους που ενδεχομένως να τελούνταν ανά τακτά διαστήματα και που ενδεχομένως να της προκαλούσαν και σοβαρό πόνο. Η ορμονική αυτή ανωμαλία στιγμάτιζε την σινιόρα Ντι Καντόνε από την νεαρή της κιόλας ηλικία ξενίζοντας τον κοινωνικό της περίγυρο και ρίπτοντάς την εν τέλει σε μία εθελούσια μοναχικότητα από την οποία αρνούνταν πεισματικά να απαγκιστρωθεί. Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου η οπτική καλαισθησία συνιστούσε επιτακτική ανάγκη, η σινιόρα Ντι Καντόνε αποτελούσε συνάμα βληματοδοχή και άμπωτις.


Το μεσογειακό της ταμπεραμέντο σε συνδυασμό με την ατυχή αυτή ανωμαλία δημιούργησαν στον χαρακτήρα της μία δαιμονισμένη δυσανεξία απέναντι στους ανθρώπους μειωμένης νοημοσύνης όπως επίσης και στους λάτρες της υποκουλτούρας. Η γενική της απομόνωση ήταν ο λόγος για τον οποίον περνούσε τα δειλινά της κατεβαίνοντας από το αρχοντικό Di Cantone της συνοικίας Poissonniere ως το Μουσείο του Λούβρου προκειμένου να αφιερώσει τις δύο ήρεμες ώρες της στον αγαπημένο της Ερμαφρόδιτο.


Σαν κάθισε στο ανάκλινδρο, ο Χάμχαντιουκ δεν της έριξε παρά μια βιαστική ματιά προτού εστιάσει το βλέμμα του αφηρημένα προς το άγαλμα. Η βιαστική εκείνη ματιά πάραυτα ήταν από μόνη της αρκετή για να διαπιστωθεί εκ μέρους του Χάμχαντιουκ ότι είχε δίπλα του μία γυναίκα ιδιαίτερα δύσμορφη και πιθανότατα έχουσα κάποια ανίατη ασθένεια. Τούτο φυσικά δεν του φάνηκε και τόσο παράδοξο εφόσον θεώρησε ότι μόνο τέτοια άτομα άρμοζαν στο μουσείο: φρικιά με τρομακτικές όψεις που θα προτιμούσαν ευχαρίστως να περνούν ατελείωτες ώρες στις αίθουσες των εκθετηρίων αντί να γλεντοκοπούν με ανθρώπους σε καπηλειά.


Απόμειναν οι δυο τους για αρκετή ώρα αμίλητοι στο ανάκλινδρο. Ώσπου κάποτε η σινιόρα Ντι Καντόνε έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του και τον κοίταξε με μια παθητική αμηχανία σα να πάσχιζε να βρει έναν υποτυπώδη δίαυλο επικοινωνίας μαζί του. Το βλέμμα της φυσικά έγινε αντιληπτό απ’ τον Χάμχαντιουκ ευθύς αμέσως.


Θα ήταν δίκαιο να παρατεθεί εδώ εκ μέρους του συντάκτη ότι οι γενετήσιες ορμές του Χάμχαντιουκ είχαν ενταθεί σε υπερβολικό βαθμό από τότε που δέχθηκε το χρίσμα του βρυκόλακα. Ως εκ τούτου, η επιλεκτικότητά του ως προς το γυναικείο φύλο είχε πλέον εκμηδενισθεί και τώρα πια λιμπιζόταν οποιοδήποτε θηλυκό τύχαινε στην ρότα του. Στο κοίταγμα λοιπόν της σινιόρας Ντι Καντόνε, οι σεξουαλικές του αναλαμπές τον έκαμαν να υπομειδιά από χυδαία διασκέδαση και κατάφεραν εν τέλει να αφυπνίσουν τις ορμόνες του. Κατέληξε πολύ σύντομα στο συμπέρασμα ότι θα αποδεχόταν να θυσιάσει τον εαυτό του εάν του δινόταν η ευκαιρία και να ικανοποιήσει μία γυναίκα η οποία αναζητούσε –πιθανώς- απεγνωσμένα την σαρκική επαφή με έναν άνδρα.


Έστω όμως και με αυτήν την άβολη κίνηση εκ μέρους της σινιόρας Ντι Καντόνε, ο Χάμχαντιουκ επέμενε να μην αποσπά τα μάτια του από το άγαλμα. Περίμενε σαδιστικά να του εκκινήσει κάποια σαχλή συζήτηση που θα ‘χε το δίχως άλλο να κάμει με την τέχνη. Η σινιόρα Ντι Καντόνε χαμήλωσε το βλέμμα της από συστολή κι έπειτα αποφάσισε να του μιλήσει.


«Υπνωτικό… Έτσι δεν θα το χαρακτηρίζατε; Το άγαλμα του Ερμαφρόδιτου ασκεί μία υπνωτική δύναμη στον θεατή, τέτοια που τον εγκλωβίζει ανυπεράσπιστον στην μαρμάρινη θωριά του.» είπε. Η φωνή της ήταν ψιθυριστή με κοφτές οξυμμένες εντάσεις. Η άπταιστη προφορά των γαλλικών της δεν επικύρωνε σε καμιά περίπτωση τις ιταλικές της καταβολές.


Ο Χάμχαντιουκ γύρισε και την κοίταξε. Κείνη η αφροδίσια παρόρμηση που σελάγιζε παραπονούμενη στους αμφιβληστροειδείς της του προξένησε μία κακοϊσκιωτη ευδαιμονία. Ω ναι, ήταν άσχημη, πολύ άσχημη. Αλλά δεν θα τον πείραζε να της κάμει μία εξυπηρέτηση. Δεν θα του κόστιζε και τίποτα άλλωστε. Τουναντίον, τούτη θα ήταν για αυτόν μία εμπειρία άκρως ψυχαγωγική σαν θα αντίκριζε ιδίοις όμμασι το (αναμφίβολα) στερημένο της αιδοίο να επιζητεί με οργή τις ηδονές που δικαιούνταν. Ω ναι, ο Χάμχαντιουκ είχε ήδη αρχίσει να καταλαμβάνεται από ερωτικές φαντασιώσεις που αφορούσαν την σινιόρα Ντι Καντόνε έστω και αν δεν της είχε απευθύνει ακόμη ούτε μία λέξη.


«Είναι ό,τι πιο σιχαμερό και διεστραμμένο έχω δει ποτέ στην ζωή μου.» της αποκρίθηκε αναφερόμενος στο άγαλμα του Ερμαφρόδιτου.


Το πρόσωπο της σινιόρας Ντι Καντόνε υιοθέτησε μία απόκοσμη έκφραση πλήρους αδιαφορίας, τέτοια που εξέπληξε τον Χάμχαντιουκ. Κείνη ήταν μία αναπάντεχη έκφραση για το ανδροπρεπές πρόσωπό της και του μετέδωσε ευθύς μία παγερή αθυμία. Η τουρλωτή της μύτη έμοιαζε να ταλανίζεται από την εκδικητικότητα του θηλυκού φύλου κάτω από την αισχρή επιδερμίδα. Ο νους όμως της σινιόρας Ντι Καντόνε –βάσει της αναγνώσεως της απόκοσμης εκείνης έκφρασής της- έδειχνε να ξεγλιστρά κρυφά από τα δεσμά της άχαρης πραγματικότητας και να μετοικεί σε κάποιον άλλον πλανήτη, έναν πλανήτη ασύλληπτα μακρινό από την Γη. Ο πλανήτης κείνος –αβίωτος, ψυχρός, καυτός, πνιγηρός, υγρός, έρημος, γαλήνιος, πλανήτης πλασμένος μοναχά για έναν- φάνταζε ως το ύστατο καταφύγιό της, αδιόρατο από την ανθρωπότητα και τις κενές της συμβάσεις. Τούτα ήσαν τα πράγματα που διέγνωσε ο Χάμχαντιουκ στην απόκοσμη εκείνη έκφραση της σινιόρας Ντι Καντόνε.


«Έχω υπερβεί πλέον προσδιορισμούς όπως σιχαμερός και διεστραμμένος. Είμαι υπεράνω της σιχασιάς και της διαστροφής. Τόσο υπεράνω που τυφλώθηκα από ανυπέρβλητη ομορφιά. Τούτο αντιπροσωπεύει για εμένα ο Ερμαφρόδιτος: ανυπέρβλητη ομορφιά.» του είπε, και τα τριμαρισμένα της φρύδια επανήλθαν στην πρότερή τους αδράνεια.


«Αναρωτιέμαι πώς μπορεί κανείς να βρίσκει ανυπέρβλητη ομορφιά σ’ ένα εξάμβλωμα της φύσης.» αντιπαρατέθηκε ο Χάμχαντιουκ με εριστικότητα.


«Εξάμβλωμα της φύσης; Συγγνώμη, είπατε εξάμβλωμα της φύσης;» έκανε η σινιόρα Ντι Καντόνε.


«Σαν πώς αλλιώς θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω; Είναι φυσιολογικός τούτος ο άνθρωπος που αναπαριστά το άγαλμα;» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Όχι… Σίγουρα όχι… Όμως ο Ερμαφρόδιτος βρίσκεται υπεράνω ακόμη και του φυσιολογικού… Αναπαύεται νωχελικά στην απρόσβλητη ύπαρξή του, στην απόκρυφη κείνη κλίνη που στέκει πέρα από χαρακτηρισμούς και αναρωτήσεις. Η ανδρόγυνη ιδιοσυστασία του δεν είναι παρά ένα φτηνό έσχατο τέχνασμα προκειμένου να διαφύγει την ενδελεχή έρευνα των θεατών και να περιχαρακωθεί στην σιωπηλή μοναξιά του. Πολλοί πέφτουν σ’ αυτήν την παγίδα και αρνούνται να τον κοιτάξουν περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Ο Ερμαφρόδιτος, μεσιέ, απαιτεί έναν εύστροφο νου ο οποίος δύναται να εκτιμήσει την φανταχτερή του αμφισημία.» είπε η σινιόρα Ντι Καντόνε.


«Να υποθέσω δηλαδή ότι, εφόσον είναι άντρας και γυναίκα μαζί, ο Ερμαφρόδιτος επιτυγχάνει μία πληρότητα την οποία δεν προσεγγίζουμε εμείς οι κοινοί θνητοί;» έκανε ειρωνικά ο Χάμχαντιουκ.


«Ναι… Θα μπορούσατε κάλλιστα να το υποθέσετε αυτό… Μπροστά στον Ερμαφρόδιτο, είμαστε όλοι μας τραγικά ελλιπείς.» αποκρίθηκε κοφτά η σινιόρα Ντι Καντόνε και έστρεψε το βλέμμα της ξανά στο άγαλμα.


Ο Χάμχαντιουκ μούγκρισε υπόκωφα από τα ρουθούνια του. Η κίνηση αυτή της σινιόρας Ντι Καντόνε να αποτραβήξει το βλέμμα της από πάνω του φάνταζε στα δικά του λογικά ως μία επίδειξη κατάδηλης περιφρόνησης. Και ο Χάμχαντιουκ είχε δεχθεί αρκετή περιφρόνηση για ένα βράδυ, τόση που οι αντοχές του είχαν πλεόν ξεπερασθεί για τα καλά.


Έκανε έναν στιγμιαίο συλλογισμό με τον νου του, έναν συλλογισμό που αποδειχνόταν σωτήριος σε ό,τι αφορούσε τα πειραγμένα του νεύρα: υπέθεσε ότι η σινιόρα Ντι Καντόνε –παρά την οικτρή ασκήμια της- θα διέθετε αναντίρρητη εμπειρία στις νοοτροπίες των κουτοπόνηρων ανδρών οι οποίοι θα ήθελαν να εκμεταλλευθούν αυτήν ακριβώς την κακομοιρία της ώστε να ικανοποιήσουν τις υποχθόνιες ορέξεις τους. Σίγουρα η σινιόρα Ντι Καντόνε δεν θα ήταν αδαής σχετικά με τα εκάστοτε γλοιώδη τερτίπια του άρρενος συρφετού.


Έχοντας επεξεργασθεί κατά νου όλα αυτά τα δεδομένα, ο Χάμχαντιουκ στοιχημάτιζε ότι η σινιόρα Ντι Καντόνε θα ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να διακρίνει την πρόστυχη λάμψη στα μάτια του. Κείνο που όφειλε να επιτύχει τώρα ο Χάμχαντιουκ ήταν να την πείσει πως δεν ήταν κι εκείνος ένας από αυτούς τους κουτοπόνηρους μπαγαπόντηδες που επεδίωκαν απλά να ευχαριστήσουν τον φαλλό τους μαζί της δίχως να της απονείμουν τον δέοντα σεβασμό. Ή την προσήκουσα τρυφερότητα.


Η σινιόρα ντι Καντόνε αποτελούσε τώρα για τον Χάμχαντιουκ μια πρόκληση. Έπρεπε να επιστρατεύσει το πανούργο του ένστικτο για να την φέρει στα νερά του. Εξού λοιπόν και ανασκουμπώθηκε προετοιμάζοντας τις επόμενες κουβέντες του μαζί της. Συνήγαγε ότι η καλύτερη ταχτική ώστε να πραγματώσει τον σκοπό του εν προκειμένω ήταν να διατηρήσει την αποδοκιμαστική του στάση αμετάθετη.


«Αδυνατώ να εντοπίσω κάποιο νόημα σε τούτο το άγαλμα. Δεν βλέπω τον λόγο ύπαρξής του. Δεν είναι χρέος ενός έργου τέχνης να διαπαιδαγωγεί το κοινό και να του προσφέρει τροφή για σκέψη; Τι ακριβώς συμβολίζει τούτο το σερνικοθήλυκο τερατούργημα; Γιατί πρέπει να υπολήπτομαι μία δημιουργία που δεν μου προκαλεί παρά αποτροπιασμό και δυσαρέσκεια;» έκανε πρόχειρα ο Χάμχαντιουκ.


Η σινιόρα Ντι Καντόνε δεν αποκρίθηκε. Ατένιζε τον Ερμαφρόδιτο χαμένη στις σκέψεις της. Ο Χάμχαντιουκ ένιωσε προσβεβλημένος γι’ άλλη μια φορά από τα ύπουλα αυτά ξεμυτίσματα της υπεροψίας στην συμπεριφορά της. Κυριευμένος τώρα από λύσσα, άφησε τα μάτια του να εξετάσουν -μουλωχτά αλλά με εξονυχιστική λεπτομέρεια- τόσο την γλώσσα του σώματός της όσο και τον πνιγηρό ρουχισμό που την ενέδυε από την κορφή μέχρι τα πόδια.


Η σινιόρα ντι Καντόνε φορούσε ένα πανωφόρι από παχιά βαθυπράσινη βελβετίνα με ραβδώσεις που ξεκινούσε από την σφιχτή κωνική λαιμόκοψη και κατέληγε στους αστράγαλους. Ένας φραμπαλάς από μαύρη δαντέλα κάλυπτε τον λαιμό της ενώ στο κεφάλι φορούσε ένα πομπώδες βαθυπράσινο καπέλο με μικρό γείσο και διακοσμητικές απομιμήσεις λουλουδιών από ροζ βουάλ. Βαθυπράσινες ήσαν και οι μπότες της που έφταναν ως το μεσοκνήμιο και δένονταν με κορδόνια. Δύο αξεσουάρ συμπλήρωναν την ένδυση: μία ομπρέλα και μία βεντάλια, αμφότερες χρώματος μαύρου. Τα μόνα σημεία που φαίνονταν από την γυμνή σάρκα της σινιόρας Ντι καντόνε κάτω απ’ την (αναφανδόν αριστοκρατική αλλά και ασφυκτικά σεμνότυφη) αμφίεσή της ήσαν το πρόσωπό της και τα χέρια απ’ τον καρπό ως τα άκρα. Στον αριστερό της καρπό, ένα μπρασελέ από διαμάντια. Σινιόρα Λουίζα Ντι Καντόνε, η πριγκίπισσα των διαμαντιών.



Μελετώντας την διεξοδικά ενόσω έστεκε σιωπηρή, ο Χάμχαντιουκ υπέπεσε άθελά του σε μία γκάφα: επέτρεψε στην νεκροζώντανη διάστασή του να υπερισχύσει της ανθρώπινης. Τούτο συνέβη από μόνο του, δίχως να το βιάσει ο ίδιος. Συνεπώς, οι ερωτικές εκείνες φαντασιώσεις του που άπτονταν παθιασμένων αναστεναγμών και αστείων εξάψεων εκ μέρους της σινιόρας Ντι Καντόνε πολύ σύντομα αντικαταστάθηκαν από τους αιμοδιψείς πόθους του βρυκόλακα. Το γυναικείο κορμί με τις ανδροπρεπείς ατέλειες κάτω από την παχιά βελβετίνα έπαυε πλέον να εκλιπαρεί για σαρκικές απολαύσεις παρά ερμηνευόταν στυγνά κι αμετάκλητα ως φορέας φρέσκου ανθρώπινου αίματος. Ο Χάμχαντιουκ έστεκε τώρα αναποφάσιστος ως προς τις πραγματικές του προθέσεις μαζί της. Προτού όμως προλάβει να αποπειραθεί εκ νέου κάποιον λεκτικό ελιγμό, η σινιόρα Ντι Καντόνε επιδόθηκε σ’ έναν μονόλογο εξωτερικεύοντας τα εσώψυχά της:



«Απλά κάνετε έναν κοινότοπο συλλογισμό από κείνους που κάμει ο μέσος άνθρωπος. Δεν σας αδικώ, είναι δικαίωμά σας. Το αντικείμενο της κριτικής σας όμως αφορά την κακογουστιά του αγάλματος. Και δεν νομίζω ότι εγώ είμαι το καταλληλότερο άτομο για να συζητήσετε περί κακογουστιάς. Μια ματιά στο πρόσωπό μου, μεσιέ, αρκεί ώστε να σας πείσει ότι εγώ δεν είμαι από εκείνους τους ανθρώπους που θα κατηγορούσαν ποτέ τον Ερμαφρόδιτο για κακογουστιά. Το αντίθετο μάλιστα. Ο Ερμαφρόδιτος έχει γίνει πια ο αδερφικός μου φίλος, ένας συμπατριώτης μου με τον οποίον ορίζομαι από πολύ στενούς δεσμούς. Αναρωτιέστε μήπως γιατί τον αποκαλώ συμπατριώτη μου; Ο Ερμαφρόδιτος, μεσιέ, ανευρέθη κάτω από τα χώματα των Κήπων του Σαλλούστιου στην Ρώμη. Το σημείο απ’ το οποίο ξεθάφτηκε είναι πολύ κοντά στο σημείο όπου στέκει το σπίτι των προγόνων μου, η Casa Di Cantone. Ούτως, ο Ερμαφρόδιτος είναι για μένα ένας σύντροφος με τον οποίον μοιραζόμαστε την ίδια πατρίδα καθώς και την πικρία του αλλοδαπού μέσα σε μια ξένη πόλη. Μοιραζόμαστε όμως και ένα άλλο κοινό γνώρισμα: είμαστε και οι δυο μας πλασμένοι κατά τέτοιον τρόπο ώστε να επισύρουμε την απορία των ανθρώπων, την σαστιμένη αμηχανία τους, την αδυνατότητά τους να εντοπίσουν την ύψιστη λογική επάνω μας. Ξέρετε, οι άνθρωποι νομίζουν κι εμένα ως ερμαφρόδιτο ον. Τούτα είναι τα πράγματα που με ενώνουν με τον Ερμαφρόδιτο. Κείνο που με χωρίζει από εκείνον είναι το γεγονός ότι ο Ερμαφρόδιτος διαθέτει την πολυτέλεια της απάθειας απέναντι στην κρίση των ανθρώπων. Σαβανωμένος, καθώς είναι, στο ψυχρό του μάρμαρο δεν νιώθει κανέναν καημό από ανθρώπινο περίγυρο ενώ εγώ αντιθέτως οφείλω να τον υπομένω. Δεν έχω τίποτε εναντίον των ανθρώπων, έχουν και κείνοι το δικό τους μερτικό στις μίζερες στιγμές όπως κι εγώ. Απλά, χρειάζεται ενίοτε μπόλικο σθένος από μεριάς μου ώστε να τους καταφέρω να αποδεχθούν ότι δεν είμαι ένας άνδρας που γεννήθηκε κατά λάθος ως γυναίκα. Είναι φορές που πρέπει να ασκήσω ισχυρή πειθώ ώστε να με δουν ως μία γυναίκα που απλά υστερεί σε ομορφιά. Είμαι κάθε άλλο παρά μια καλλονή, μεσιέ, όπως άλλωστε μπορείτε να κρίνετε κι από μόνος σας. Βαρύνομαι με μια ορμονική ανωμαλία που μάστιζε την ζωή μου από τις απαρχές της. Η φύση με αδίκησε κατάφωρα. Ήταν όμως η ίδια η φύση που με δίδαξε ότι υπάρχει κάποια άλλη ανωμαλία στον άνθρωπο, κατά πολύ δεινότερη από την δική μου. Κείνη είναι η ανοησία, το υποβαθμισμένο πνεύμα. Γι’ αυτό και συμπεριφέρομαι πάντοτε με ανωτερότητα και καταφρόνηση στους ανόητους. Ας το παραδεχτούμε, ο κόσμος είναι γεμάτος από δαύτους. Έχουν κατακλύσει τον κόσμο για τα καλά, οι ανόητοι. Δεν είναι δύσκολο να τους ξεδιακρίνεις ανάμεσα στο πλήθος, τους ανόητους. Είναι εκείνοι που ευθύνονται για την φαύλη πορεία της ανθρωπότητας. Είναι συνήθως εκείνοι που αρέσκονται στο να φιλοσοφούν περί ηθικής ή αισθητικής. Είναι εκείνοι που με θαρρούν ως εκκεντρική και αλλόκοτη. Ή ακόμη και ως διανοητικώς ανάπηρη. Οι ανόητοι είναι ο λόγος για τον οποίον επισκέπτομαι το μουσείο σε καθημερινή βάση, ο λόγος για τον οποίον παρατηρώ επίμονα τον Ερμαφρόδιτο μήπως τυχόν και αποκομίσω λίγη από την παγερή του απάθεια.»


Ο Χάμχαντιουκ πήρε για λίγο τον χρόνο του ώστε να αναλύσει την κατάσταση εν προκειμένω. Ο νους του είχε πια αποκολληθεί παντελώς από ονειροπολήσεις κολασμένων οργασμών και διαχειριζόταν τώρα την θεριεμένη κείνα δίψα για το αίμα που κυλούσε αδιάκοπο στα αγγεία της σινιόρας Ντι Καντόνε. Έχοντας αισθανθεί κάποιο αδιασαφήνιστο κάλεσμα (το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να το χαρακτηρίσει και ως ερωτικό) δια του μύχιου της λόγου, ο Χάμχαντιουκ πήρε την απόφαση να επιτεθεί απευθυνόμενος στις ευαίσθητες χορδές της.


«Ουδέποτε νοιάστηκα για τις γνώμες ή τις πεποιθήσεις των ανθρώπων.» είπε προσλαμβάνοντας μία θρηνητική όψη στο πρόσωπό του. «Θα μπορούσα μάλιστα να ισχυρισθώ ότι μοιράζομαι μαζί σας τούτο το κοινό στοιχείο, μαντάμ: είμαι κι εγώ, όπως κι εσείς, ένας απόκληρος της κοινωνίας. Γι’ αυτό άλλωστε και σας κατανοώ εκ βαθέων ψυχής. Συνέβη ένα περιστατικό στην ζωή μου πρόσφατα, ένα περιστατικό για το οποίο δεν μου επιτρέπεται να πω πολλά αλλά το οποίο με άλλαξε ριζικά ως οντότητα. Σας διαβεβαιώ όμως, μαντάμ, ότι ανεξαρτήτως του περιστατικού αυτού, η αντιμετώπισή μου προς τους ανθρώπους παρέμεινε απαράλλαχτη και εξακολουθώ να στέκω αναίσθητος ως προς τον ανθρώπινο παράγοντα όπως και πρότερα, δίχως να κάμω διακρίσεις. Ουδέποτε θεώρησα ότι πρέπει να υποστώ κάποιον που μου προκαλεί την ζήλια επειδή είναι εξυπνότερος εμού ή κάποιον που με εκνευρίζει με την ανοησία του. Ηθική και αισθητική είναι για μένα έννοιες ανυπόστατες. Εάν δεν γούσταρω κάποιον, απλά τον εξολοθρεύω. Επιτόπου. Άνευ δεύτερης σκέψης. Δι’ αυτής της μεθοδολογίας, καταφέρνω πάντοτε να δρέπω τις ωραιότερες τέρψεις που προσφέρει η ζωή.»


«Τον εξολοθρεύετε; Πώς ακριβώς τον εξολοθρεύετε;» έκανε απορημένη η σινιόρα Ντι Καντόνε.


«Ω σας εκλιπαρώ, μην με πιέζετε να πω περισσότερα από όσα είναι αναγκαία. Ετόλμησα απλά να σας εκμυστηρευθώ κάποια από τα μυστικά μου, κείνα που φυλάττω επταφράγιστα απ’ τους ανθρώπους άπαντες. Και το έκαμα αυτό επειδή αναγνώρισα σε εσάς μία ψυχή που στέκει αλληλένδετη με την δική μου. Εάν έσφαλα σε τούτην την εκτίμησή μου, σας ζητώ ταπεινότατα να με συγχωρήσετε.» στέναξε ο Χάμχαντιουκ καταπνίγοντας μες στα σωθικά του το σαρδόνιο χάχανο που πάλευε διαρκώς να σημάνει την παρουσία του στους μύες του προσώπου.


Το βλέμμα της σινιόρας Ντι Καντόνε σκλήρυνε. Έπειτα γλάρωσε τα βλέφαρά της ηδυπαθώς εξετάζοντας την μυσαρή υποκρισία του Χάμχαντιουκ. Η ιδέα της πέρασε απ’ τον νου να τον αγνοήσει διαρρήδην διακόπτωντας κάθε κουβέντα μαζί του. Δεν ήταν όμως αυτό που επιθυμούσε πραγματικά. Ο Χάμχαντιουκ –καλώς ή κακώς- είχε εξιτάρει μέσα της το σαράκι της περιέργειας. Δεν σκόπευε λοιπόν να χάσει την ευκαιρία μιας παιχνιδιάρικης συζήτησης μαζί του. Και τούτο προκειμένου να διακρίνει το μέγεθος του θράσους του πίσω από το μελοδραματικό αυτό προσωπείο.


«Θα ‘πρεπε να ντρέπεστε, μεσιέ.»


«Να ντρέπομαι; Γιατί;»


«Είναι ολοφάνερο ότι διάθεσή σας είναι να με εμπαίξετε.»


«Να σας εμπαίξω; Πώς ακριβώς σας δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση, μαντάμ;»


«Δεν γνωριζόμαστε μεταξύ μας παρά μερικά ελάχιστα λεπτά της ώρας. Και η συζήτησή μας δεν ήταν παρά μια τετριμμένη ανταλλαγή απόψεων που αφορούν ένα έργο τέχνης. Σας έκανα μία αναξιόλογη εξομολόγηση των συναισθημάτων μου ούτως ώστε να σας αποδείξω το πόσο δύναται η τέχνη να λυτρώσει ή να εξυψώσει την ανθρώπινη ψυχή από τα άγχη της βάρβαρης καθημερινότητας. Ήταν μια εξομολόγηση άνευ ουσίας, το μόνο που έκανα ήταν να φέρω τον εαυτό μου ως παράδειγμα για να στηρίξω την επιχειρηματολογία μου. Κι όμως, εσείς αποπειράσθε να εκμεταλλευτείτε τούτη την εξομολόγηση ως σημάδι αδυναμίας και να εκκινήσετε μία ολόκληρη επιχείρηση εμπαιγμού εις βάρος μου.»


«Δεν μου εξηγήσατε ακόμη πού ακριβώς βασίζετε την κατηγορία σας περί εμπαιγμού, μαντάμ.»


«Μόλις τώρα δα –εμμέσως πλην σαφώς- μου συστηθήκατε ως πιθανός δολοφόνος, μεσιέ.»


«Αυτό έκανα;»


«Ναι, αυτό κάνατε. Πώς αλλιώς θα μπορούσα να ερμηνεύσω τις νύξεις σας περί εξολοθρεύσεων ανθρώπων;»


«Πολύ φοβούμαι ότι με παρεξηγήσατε, μαντάμ. Ομιλώ πάντοτε επί φιλοσοφικής βάσεως. Παρερμηνεύσατε τον λόγο μου ως ομολογία ενοχής ενώ στην πραγματικότητα σας αντιπαρέβαλα μονάχα κάποια βασικά στοιχεία ως προς την στάση ζωής που ακολουθώ πιστά ως ανθρώπινο ον.»


«Ώστε διατείνεστε ευθαρσώς ότι έχετε ανακαλύψει το νόημα της ζωής λοιπόν; Αντικρίσατε κατάματα την λύση του κοσμογονικού αινίγματος και ζείτε μια ζωή απαλλαγμένη πλήρως από στεναχώριες και σκοτούρες;»


«Αγαπητή μου μαντάμ, δεν γνωρίζω εάν όντως έχω ανακαλύψει το νόημα της ζωής. Ενδεχομένως και να το έχω ανακαλύψει αλλά να μην το πήρα χαμπάρι. Για ένα πράγμα όμως σας διαβεβαιώ: η ζωή μου δεν είναι παρά μια διαρκής πλεύση σε πελάγη ευτυχίας. Πίστευα πάντοτες ότι η ζωή δίδεται για ψυχαγωγία και όχι για θλίψη. Έπραξα λοιπόν κατά το δόγμα αυτό, όπως και συνεχίζω να πράττω. Υπάρχουν άνθρωποι που αγκομαχούν και παλεύουν και δεινοπαθούν προκειμένου να ανακαλύψουν το νόημα της ζωής. Εγώ δεν ανήκω σε εκείνους. Εγώ είμαι πάντα ευτυχισμένος ως ορίζει το δόγμα που υπηρετώ. Και εάν υπάρχει οτιδήποτε που στέκει εμπόδιο στην δική μου ευτυχία, απλά το βγάζω από την μέση και γίνομαι ξανά ευτυχής όπως πριν. Χαράσσω την δική μου αυτόνομη πορεία επάνω σε τούτον κόσμο, μαντάμ, και κατακτώ τα βασίλεια κείνα που μου αναλογούν. Δεν λογίζω αντιστάσεις στο διάβα μου, τις αντιστάσεις τις πατάσσω και προχωρώ ακάθεκτος. Δεν φοβούμαι ούτε μετανιώνω, συμμάχους μου σε τούτη την μοναχική εκστρατεία έχω τα δέντρα των δασών και τις πέτρες της γης και τα πουλιά του ουρανού. Πείτε μου τώρα, πού χωρούν ο φόβος και το μετάνιωμα όταν ηγούμαι ενός τέτοιου στρατεύματος;»


Η σινιόρα Ντι Καντόνε θεώρησε την απόκριση του Χάμχαντιουκ αρκούντως αφοπλιστική και ένιωσε μία δόλια αναπτέρωση στα σωθικά της. Η αναπτέρωση όμως εκείνη δεν ήταν τίποτε εμπρός στον γλυκό τρόμο που την συνεπήρε σαν τα μάτια του Χάμχαντιουκ εστιάστηκαν στα δικά της μάτια. Παραδόθηκε υπνωτισμένη στην φλογοκόκκινη χροιά που ξεχυνόταν τώρα από τις ίριδες των ματιών του και διαχεόταν πυρακτωμένη στην ατμόσφαιρα κατακαίγοντας και αφανίζοντας έννοιες τόσο φαιδρές όπως αυτές του χώρου και του χρόνου. Η φονική εκείνη λάμψη στα μάτια του ερμηνευόταν στα δικά της λογικά ως ανεξιχνίαστη ευτυχία οχυρωμένη στο απόρθητο φρούριό της. Ήταν αδύνατον πλέον για την σινιόρα Ντι Καντόνε να κατευνάσει την ασυγκράτητη ορμή που την προέτρεπε να μάθει τα επτασφράγιστα μυστικά του άνδρα και γι’ αυτό αναθάρρησε υπερσκελίζοντας κάθε δισταγμό.


«Φαίνεστε όντως ένας ιδιαίτερος άντρας, μεσιέ. Ένας άνδρας με ιδιαίτερα ταλέντα…»


«Ίσως και να είμαι, μαντάμ. Ίσως και να είμαι, πράγματι.»


«Θα ‘θελα να μάθω, μεσιέ… Θα ‘θελα να με εκπαιδεύσετε… Θέλω να μου υποδείξετε τον τρόπο με τον οποίον κατορθώνετε να παραμένετε τόσο ευτυχής στην ζωή σας…»


«Είστε βέβαιη, μαντάμ;… Μήπως εμφορείσθε από την πρόσκαιρη εκείνη περιέργεια που δεν εμπεριέχει κανέναν ουσιαστικό σκοπό και απλά υπάρχει μοναχά για να υπάρχει; Επιτρέψτε μου να σας παραθέσω την ρήση του Αγίου Βερνάρδου του Κλερβό: το να θέλεις να μάθεις μοναχά για να γνωρίζεις δεν αποτελεί παρά σκανδαλώδη περιέργεια


Τούτη η ρήση του Αγίου Βερνάρδου ήταν ένα από τα διάφορα μικροπράγματα που ο Χάμχαντιουκ υπέκλεπτε από τον Λόρδο Γκρέηγουντ κατά τις συνομιλίες τους. Το ‘χε πια συνήθειο ο Χάμχαντιουκ, αποστήθιζε γνωμικά που εκστόμιζε ο Λόρδος εδώ κι εκεί και έπειτα έκανε χρήση αυτών όποτε το απαιτούσαν οι συνθήκες. Φυσικά, η σινιόρα Ντι Καντόνε δεν το εγνώριζε αυτό και -νομίζοντας ότι ο Χάμχαντιουκ διέθετε εκλεπτυσμένες κλίσεις από φυσικού του- υπέκυπτε ολοένα και περισσότερο στο μαγικό του ξόρκι.


«Σκοπός μου είναι η ευτυχία, μεσιέ. Αν η ευτυχία είναι αντίστοιχη της ευτέλειας, τότε ας κατηγορηθώ για πνευματική πενία και ας τιμωρηθώ. Είμαι έτοιμη για μια τέτοια τιμωρία... Και εφόσον είχατε την ευγενή καλοσύνη να μνημονεύσετε τον Άγιο Βερνάρδο του Κλερβό για χάρη μου, επιτρέψτε μου να αντιπαραθέσω μια άλλη ρήση του: το αληθινό μέτρο της αγάπης προς τον Θεό είναι να Τον αγαπάς δίχως μέτρο… Εάν λοιπόν πρόκειται να αντικρίσω από κοντά τον Θεό διά της δικής σας μεσιτείας, μεσιέ, θέλω τούτο να συμβεί σε όλη του την αίγλη. Διότι τούτη είναι μία ευτυχία που επιζητώ στην ολοκληρία της.»


«Είστε βέβαιη, μαντάμ;… Θέλω να πω, είστε βέβαιη ότι θέλετε τόση ευτυχία; Ίσως και να μην την βαστάξετε.»


«Ναι… Είμαι βεβαιότερη από ποτέ… Είμαι βεβαιότερη γι’ αυτό παρά για οτιδήποτε άλλο σε τούτον τον κόσμο…»


«Πολύ καλά, λοιπόν… Αφεθείτε στις βουλήσεις μου, μαντάμ… Αφεθείτε στις βουλήσεις μου και εγώ θα σας αποκαλύψω το νόημα της ζωής… Εγώ θα σας φανερώσω την τρομερή λύση στο αίνιγμα της κοσμογονικής Σφίγγας…»


Αυτά είπε ο Χάμχαντιουκ και έπιασε απαλά το χέρι της σινιόρας Ντι Καντόνε. Και εκείνη ενέδωσε αδιαμαρτύρητα στο άγγιγμά του απαγγέλοντας τα λόγια του Αγίου Βερνάρδου του Κλερβό:



Ω αγνή και ιερή αγάπη! Ω γλυκιά και σπλαχνική στοργή! Ω άσπιλο και εξαγνισμένο ιδεώδες, απόλυτα καθάριο και εξιλεωμένο από κάθε ανάμειγμα εγωπάθειας, και μελιχρό από την επαφή της θείας βούλησης! Το να φθάσει κανείς σε τούτο το στάδιο είναι το να θεοποιηθεί. Όπως μια ρανίδα από ύδωρ χύνεται μες στον οίνο και αφανίζεται, και προσλαμβάνει το χρώμα και την γεύση του οίνου˙ ή όπως μία ράβδος σιδήρου, πυρακτωμένη και καυτή, γίνεται σαν την πυρά καθεαυτή, λησμονώντας την ίδια της την φύση˙ ή όπως ο αιθέρας, λαμπερός από ηλιαχτίδες, φαντάζει ως να μην καταυγάζεται παρά ως να είναι φως από μόνος του˙ ούτως και στους αγίους όλα τα ανθρώπινα πάθη εξανεμίζονται από κάποια ανείπωτη μετάλλαξη μέσα στην βούληση του Θεού. Διότι πώς θα μπορούσε ο Θεός να βρεθεί πλήρως μες στην ανθρώπινη ολότητα, εάν οτιδήποτε μόνον ανθρώπινο απέμενε μες στον άνθρωπο; Η ουσία θα αντέξει, αλλά σε άλλη ομορφιά, σε μια ανώτερη δύναμη, σε ένα τρανότερο μεγαλείο.



Εν τω μεταξύ, ο Λόρδος Γκρέηγουντ βρισκόταν κάμποσα εκθετήρια μακριά από τον Χάμχαντιουκ και την σινιόρα Ντι Καντόνε, μπροστά στο μαρμάρινο γλυπτό Έρως και Ψυχή του Αντόνιο Κανόβα που είχε προσφάτως εισαχθεί στο μουσείο. Το γλυπτό αναπαριστούσε μία σκηνή από το αφήγημα Asinus Aureus (= Ο Χρυσός Γάιδαρος) του Λούκιου Απουλήιου κατά την οποία ο Έρως ξαναζωντανεύει την Ψυχή με το φιλί του. Ο Λόρδος μελετούσε τον αιθέριο τρόπο με τον οποίον οι μυθολογικές φιγούρες του Έρωτα και της Ψυχής έσμιγαν μεταξύ τους ώστε να μοιρασθούν το πολυπόθητο φιλί στα χείλη. Έπειτα το βλέμμα του επεξεργαζόταν τα φτερά του Έρωτα που ήσαν τεντωμένα ψηλά σαν από φλεγόμενη ηδονή.


Φέρνοντας στην μνήμη του το αφήγημα του Απουλήιου, ο Λόρδος κίνησε να εξερευνήσει το νόημα του σταμνιού που έστεκε πίσω από τα σώματα των δύο εραστών. Και τότε θυμήθηκε ότι κείνο ήταν το σταμνί το οποίο η θεά του Κάτω Κόσμου Προσερπίνα είχε δήθεν γεμίσει με ομορφιά. Ήταν το σταμνί για το οποίο η Αφροδίτη είχε προειδοποιήσει την Ψυχή να μην το ανοίξει και να μην κρυφοκοιτάξει το περιεχόμενό του, και να καταπνίξει μέσα της όλη την περιέργεια που αφορούσε τον ‘Φυλακισμένο Θησαυρό της Θείας Ομορφιάς’. Η Ψυχή παράκουσε την προειδοποίηση της Αφροδίτης και κοίταξε εν τέλει μες στο σταμνί για να πάρει λίγη ομορφιά για τον εαυτό της. Η θεά Προσερπίνα όμως δεν είχε γεμίσει το σταμνί με ομορφιά αλλά με τον Ύπνο του Εσώτατου Ερέβους, την νύχτα της Στύγας, που σαν απελευθερώθηκε από το κελί του χίμηξε καταπάνω στην Ψυχή και διαπέρασε ολάκερο το κορμί της με ένα βαρύ νέφος αναισθησίας αφήνοντάς την ναρκωμένη.


Τούτη ήταν η πρώτη φορά που ο Λόρδος Γκρέηγουντ αντίκριζε από κοντά το γλυπτό του Αντόνιο Κανόβα. Είχε εν τούτοις υπόψη του την κατάκριση που το εν λόγω έργο είχε επισύρει από τον διακεκριμένο Γερμανό κριτικό τέχνης Καρλ Λούντβιχ Φέρνοου ο οποίος πριν το θάνατό του εξέφρασε το παράπονο ότι δεν υπάρχει κάποια μοναδική θέση από την οποία το γλυπτό μπορεί να παρατηρηθεί, πρέπει να τρεχοκοπείς συνεχώς τριγύρω του, να το κοιτάζεις από ψηλά και από χαμηλά, πάνω και κάτω, να το κοιτάζεις ξανά και θα εξακολουθείς να χάνεσαι˙ όμως ο θεατής προσπαθεί επί ματαίω ώστε να βρει μία οπτική γωνία από την οποία να μπορεί να δει και τα δύο πρόσωπα μαζί, και στην οποία να περιορίσει κάθε ίχνος στοργικής έκφρασης σε ένα κεντρικό σημείο σύγκλισης.


Θέλοντας να δοκιμάσει αυτοπροσώπως την θεωρία του Φέρνοου, ο Λόρδος αρχίνησε να κάμει αργούς κύκλους γύρω από το γλυπτό εξετάζοντας τις λεπτομέρειές του αλλά και συγκρίνοντας τις συμμετρίες του από την κάθε οπτική γωνία. Και ήταν τότε, ενόσω έκαμε τους νωχελικούς εκείνους κύκλους, όταν δέχθηκε στο συνειδητό του ένα σουβλερό κέντρισμα, μία προαίσθηση που τον πάγωσε σύγκορμο και τον έκαμε να σταματήσει το βήμα του.


Όχι, το αισθητήριό του δεν έσφαλλε. Κάτι κακό ήταν στα σκαριά να συμβεί ή είχε ήδη ξεκινήσει να συμβαίνει.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ εγκατέλειψε τον Έρωτα και την Ψυχή στο σιωπηλό τους ειδύλλιο και κίνησε να εντοπίσει τον Χάμχαντιουκ εντός του μουσείου. Χρησιμοποιούσε την ανεπτυγμένη όσφρηση του λύκου που του επέτρεπε να ξεδιακρίνει ευθύς αμέσως την ιδρωμένη οσμή του παχύσαρκου Χάμχαντιουκ από τα υπόλοιπα μεθυστικά αρώματα της παριζιάνικης αριστοκρατίας. Έφτασε κάποτε στο άγαλμα του Ερμαφρόδιτου. Το ανάκλινδρο που έστεκε εμπρός στο άγαλμα ήταν αδειανό. Ο Λόρδος κοίταξε τριγύρω και πρόσεξε την ουρά από το φράκο του Χάμχαντιουκ να ξεπροβάλλει πίσω από την γωνία ενός τοίχου. Ο Χάμχαντιουκ βρισκόταν κρυμμένος σε έναν μικρό τετραγωνικό αρμό που σχηματιζόταν απόμερα στον τοίχο και ήταν προφανέστατα απασχολημένος με κάποιον ή με κάτι.



Ο Λόρδος Γκρέηγουντ κατευθύνθηκε φουριόζος στον μικρό εκείνον αρμό. Εκεί αντίκρισε με φρίκη τον Χάμχαντιουκ να έχει μπήξει τους αιχμηρούς του κυνόδοντες στον λαιμό της σινιόρας Ντι Καντόνε και να την αφαιμάσσει αδυσώπητα. Η σινιόρα Ντι Καντόνε έστεκε ασάλευτη μες στην αγκαλιά του Χάμχαντιουκ. Το πρόσωπό της είχε ζαρώσει από την εξαιρετική απώλεια αίματος. Τα μάτια της ήσαν εστιασμένα ψηλά μες στην παγερή τους απάθεια, σα να μαρτυρούσαν την οριστική αναχώρηση της γυναίκας για τον πλανήτη κείνον που είχε πλάσει με την φαντασία της και που αποτελούσε πάντοτε το ύστατο καταφύγιό της.


Ο Λόρδος γράπωσε τον Χάμχαντιουκ από τον ώμο. Ο Χάμχαντιουκ γύρισε απότομα και τον κοίταξε έντρομος. Η σινιόρα Ντι Καντόνε σωριάστηκε νεκρή στο πάτωμα.


«Βλάκα!» γρύλισε μες απ’ τα δόντια του ο Λόρδος Γκρέηγουντ και άστραψε ένα γερό χαστούκι στον Χάμχαντιουκ, τέτοιο που τον έστειλε κάμποσα μέτρα μακριά.


Ο Χάμχαντιουκ ανακάθισε στο πάτωμα και κούνησε το κεφάλι του πέρα-δώθε για να συνέλθει από το χτύπημα. Θέριεψε από θυμό. Ένας άγριος βρυχηθμός ήχησε από τα σπλάχνα του. Σηκώθηκε όρθιος και προχώρησε προς τον Λόρδο κοιτάζοντάς τον απειλητικά. Με μια γρήγορη κίνηση που δεν θα την συλλάμβανε ανθρώπου μάτι έστειλε την γροθιά του στο πρόσωπο του Λόρδου. Ο Λόρδος δεν κατάφερε να αποφύγει την γροθιά. Ο Χάμχαντιουκ είχε μυηθεί πλέον για τα καλά στις υπερφυσικές ιδιότητες των Strigoi Morti που τον έκαναν τώρα ταχύτατο στην δράση. Η γροθιά ήταν ισχυρή και έριξε τον Λόρδο στον τοίχο, σχεδόν αναίσθητο. Μία ρωγμή σχηματίσθηκε στον τοίχο από την φόρα του Λόρδου.


«Αρκετά σε ανέχθηκα, Λόρδε. Ως εδώ. Δεν θέλω να ξανακούσω αηδίες για ηθικές αισθητικές και συναφείς μπούρδες. Σου συνιστώ να συγκεντρώσεις όλες σου τις ψωροφιλοσοφίες περί καλής βούλησης και να τις χώσεις στον πισινό σου. Η συνεργασία μας τελειώνει εδώ. Και τελειώνει οριστικά. Θα ακολουθήσω τον δικό μου δρόμο πια. Δεν σε χρειάζομαι άλλο. Είμαι παντοδύναμος. Το ακούς; Παντοδύναμος!» είπε ο Χάμχαντιουκ στεκόμενος πάνω από τον Λόρδο.



Ο Λόρδος δεν αποκρίθηκε παρά καταβλήθηκε γι’ άλλη μια φορά από δυνατά γέλια. Ο Χάμχαντιουκ τον κοιτούσε παραξενεμένος αδυνατώντας να κατανοήσει την αιτία αυτών των γέλιων. Τέτοια ήσαν τα γέλια του Λόρδου που τον έριξαν σε μία σκοτοδίνη ενόσω είχε την πλάτη στηριγμένη στον τοίχο. Και τα γέλια συνεχίστηκαν ώσπου η όραση του Λόρδου βυθίστηκε ολάκερη σε σκοτάδι κατάμαυρο. Πιο μαύρο κι από την πίσσα.


Γιατί διάολο γελάς, Λόρδε;


Χαχαχαχα.


Πού είναι το αστείο;


Χαχαχαχα.


Πες μου γιατί γελάς, κρετίνε!


Ξύπνησε.



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 13 Μαϊου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769