Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 19 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 19 από 36]

---



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες


IV


Παρότι ο Λόρδος Γκρέηγουντ είχε ξυπνήσει και τα μάτια του ήσαν ορθάνοιχτα, το όνειρο αντιβούιζε ακόμη μες στα αυτιά του με εκείνα τα δυνατά γέλια. Τούτο ήταν βεβαίως φυσικό. Κοιμόταν πολύ βαθιά και το όνειρό του παραήταν φορτισμένο για να τον απελευθερώσει τόσο εύκολα από τον ιστό του. Και ποιος είπε αλήθεια ότι οι βρυκόλακες δεν ονειρεύονται σαν κοιμούνται; Τούτο θα το ισχυρίζονται –το δίχως άλλο- οι φαντασιόπληκτοι λογοτέχνες που ψάχνουν έμπνευση σε δοξασίες των λαών ή οι υπέργηροι παραμυθάδες που μεταδίδουν τους θρύλους του παρελθόντος στις επόμενες γενεές. Πώς είναι ποτέ δυνατόν να ισχυρίζεται κανείς ότι οι βρυκόλακες δεν ονειρεύονται κατά τον ύπνο όταν δεν έχει ιδίαν γνώση επί του θέματος; Ναι, ως και οι βρυκόλακες ονειρεύονται.



Κρεμασμένος ανάποδα υπό μορφήν νυχτερίδας μέσα στην μικρή εκείνη αποθήκη του αβαείου της Μονμάρτρης, ο Λόρδος ανίχνευσε τον χώρο τριγύρω με το βλέμμα του. Ο Χάμχαντιουκ κοιμόταν ακόμη μες στο φέρετρό του. Η νυχτερινή επίσκεψη των δύο ανδρών στο μουσείο του Λούβρου δεν ήταν παρά ένα όνειρο. Ήταν όμως ένα όνειρο τόσο έντονο στις αισθήσεις που δινόταν στον Λόρδο η εντύπωση ότι τούτο ήταν ένα όνειρο προφητικό. Ή μήπως όχι; Προμηνούσε τελικά τούτο το όνειρο το μέλλον όπως πρόκειται να συμβεί; Ή ήταν και αυτό ένα από τα συνήθη όνειρα των βρυκολάκων που παιχνιδίζουν φευγαλέους συνειρμούς με καταστάσεις του μέλλοντος δίχως να διαθέτουν κάποια λογική βάση; Ο Λόρδος δεν είχε παρά να το διαπιστώσει στην πράξη.



Κάποτε έδυσε και ο ήλιος και ο Χάμχαντιουκ ξύπνησε και βγήκε από το φέρετρό του. Και τότε οι δύο βρυκόλακες πέρασαν κάμποση ώρα σιωπηλοί μες στο αβαείο της Μονμάρτρης. Ο Λόρδος παρατηρούσε διαρκώς τον Χάμχαντιουκ που διαλογιζόταν με τους οφθαλμούς γουρλωμένους. Έκαμε τελικά την πρόταση κατά τις επιταγές του ονείρου.


«Μπαγκς, τι θα ‘λεγες να επισκεπτόμασταν το Μουσείο του Λούβρου γι’ απόψε; Θα δεις πολλά αξιόλογα πράγματα εκεί πέρα, πράγματα που ίσως σε βοηθήσουν στους ατέρμονους αυτούς διαλογισμούς σου. Συν τοις άλλοις, θα καλλιεργήσεις και μία πιο εκλεπτυσμένη άποψη ως προς τις τέχνες, γεγονός που θα σε βοηθήσει αναμφίβολα στο φλερτ με τις γαλλίδες κυρίες.»


«Χμ, ναι. Γιατί όχι. Γιατί όχι, πράγματι.»



Ενόσω οι δύο βρυκόλακες βάδιζαν την Οδό del’Echelle, ο Λόρδος δεν ξεκολλούσε το βλέμμα του από τον Χάμχαντιουκ που έδειχνε πεισματικά στοχαστικός, τόσο πεισματικά που ενίοτε ενέπνεε το δέος και τον φόβο. Μέχρι τώρα, οι καταστάσεις εξελίσσονταν κατά την αφηγηματική ροή του ονείρου. Από στιγμή σε στιγμή, ο Χάμχαντιουκ θα εξέφραζε τον προβληματισμό του. Ο Λόρδος περίμενε υπομονετικά για να εξακριβώσει εάν το όνειρο επρόκειτο όντως να επαληθευθεί.


«Λόρδε, θέλω να μιλήσουμε για κάποια ζητήματα. Θέλω να σε ρωτήσω ορισμένα πράγματα για τα ζητήματα αυτά διότι οι εξηγήσεις σου δεν με κάλυψαν ολότελα και μου δημιουργούνται διαρκώς απορίες.»


«Βεβαίως, Μπαγκς. Μίλα ελεύθερα. Τι είναι αυτό που σε προβληματίζει;»


«Δεν καταλαβαίνω, Λόρδε. Προσπάθησα σκληρά αλλά δεν καταλαβαίνω. Θέλω να συζητήσουμε εκ νέου, Λόρδε, την σημασία της ηθικής αισθητικής. Και θέλω επίσης να μου εξηγήσεις με απτά παραδείγματα ποιος είναι ο συνδετικός κρίκος που ενώνει την ηθική με την αισθητική. Τούτα είναι τα ζητήματα που επιμένουν να στέκουν ακατανόητα για την δική μου γκλάβα.»


Ο Λόρδος αναλύθηκε σε δυνατά γέλια. Πώς θα μπορούσε να κάμει αλλιώς άλλωστε; Το όνειρο –ως την στιγμή εκείνη- αποδειχνόταν προφητικό. Και ακριβές.


«Έι Λόρδε! Πού ακριβώς βρίσκεις το αστείο; Φαντάζω λοιπόν τόσο γελοίος με τις απορίες μου;»


«Όχι… Όχι, Μπαγκς… Δεν γελάω μαζί σου. Μην ανησυχείς. Γελάω με τον εαυτό μου. Έκαμα με τον νου μου έναν αστείο συνειρμό. Γελάω αρκετές φορές με τον εαυτό μου, Μπαγκς. Τούτη είναι μια παραξενιά μου που πρέπει να συνηθίσεις σε μένα.»


«Θα μπορούσες, λοιπόν, να μοιραστείς εκείνον τον αστείο συνειρμό σου και μ’ εμένα ώστε να γελάσουμε μαζί;»


«Δεν υπάρχει απολύτως κανένα νόημα στο να σου εξομολογηθώ τον συνειρμό μου, Μπαγκς. Είναι συνειρμός που αφορά αποκλειστικά εμένα τον ίδιο. Εσύ δεν θα τον έβρισκες διόλου αστείο.»


«Ωραία, λοιπόν. Αφού γέλασες με τον αστείο συνειρμό σου, θα είχες τώρα την ευγένεια να με διαφωτίσεις ως προς τις απορίες μου;»



Ο Λόρδος αποφάσισε λοιπόν να συμπλεύσει με τον ρου που όριζε το όνειρο. Και ακολούθως εξήγησε στον Χάμχαντιουκ την σημασία της ηθικής και πώς αυτή συνδέεται με την αισθητική. Και ο Χάμχαντιουκ αντιπαρέθεσε τις ενστάσεις του ως όριζε το όνειρο. Κατόπιν οι δύο βρυκόλακες έφθασαν στο Μουσείο του Λούβρου και μπήκαν μέσα. Και αφού πέρασαν κάμποση ώρα μαζί παρατηρώντας τα εκθέματα του μουσείου, ήρθε κάποτε και εκείνη η στιγμή όπου χωρίσθηκαν μεταξύ τους και ο καθείς πήρε την δική του κατεύθυνση.


Για την αλήθεια του πράγματος, κείνο που λαχταρούσε ο Λόρδος –πιότερο από καθετί- ήταν να λάβει την διαβεβαίωση με άσειστα στοιχεία ότι το όνειρο δεν ήταν τελικά παρά ένα αναξιόλογο παιχνίδισμα με συμβάντα του μέλλοντος, ότι αποτελούσε απλά μία υποσυνείδητη εκδήλωση των ανησυχιών του ως προς τον Χάμχαντιουκ. Ο Λόρδος είχε πλέον συνηθίσει την συντροφιά του Χάμχαντιουκ –παρά τα όποια της ψεγάδια- και ήλπιζε μετά πάθους να μην έβγαινε το όνειρο αληθινό στις προβλέψεις του. Αρνούνταν τόσο παθιασμένα να αποδεχθεί την εγκυρότητα του ονείρου ώστε δεν δίστασε να αφήσει τον Χάμχαντιουκ ελεύθερο μες στο μουσείο.


Δυστυχώς όμως για τον Λόρδο, το όνειρο επαληθεύθηκε. Και έφτασε κάποτε εκείνη η στιγμή όπου ο Λόρδος ανακάλυψε τον Χάμχαντιουκ να αφαιμάσσει την σινιόρα Ντι Καντόνε στο μικρό αρμό ενός τοίχου. Και του άστραψε εκείνο το χαστούκι στο πρόσωπο και έπειτα ο Χάμχαντιουκ ανταπάντησε με μία δυνατή γροθιά. Και ο Λόρδος απόμεινε καθισμένος στο πάτωμα με την πλάτη στηριγμένη στον τοίχο να αναλύεται σε υστερικά γέλια.


«Πες μου γιατί γελάς, κρετίνε!»


«Το ήξερα, Μπαγκς… Ήξερα ότι θα με πρόδιδες κάποτε. Ήταν γραφτό ολόμπροστά μου, με πηχυαία γράμματα, απ’ το χέρι της ίδιας της μοίρας. Κι όμως εγώ έστρεφα το βλέμμα μακριά απ’ την γραφή. Δεν καταδεχόμουν να το πιστέψω… Έκαμα λάθος μαζί σου, Μπαγκς… Ήσουν ένα τραγικό σφάλμα μου τελικά. Και έχω κάμει πολλά τραγικά σφάλματα στην πορεία μου… Έπρεπε απλά να σε εξολοθρεύσω και να τελειώνω μαζί σου μια και καλή. Πίστευα βλακωδώς ότι μπορούσα να αλλάξω την φύση σου… Έπρεπε να αποδεχτώ το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μεταβάλλονται παρά στέκουν ίδιοι κι απαράλλαχτοι ή απλά χειροτερεύουν εάν φερθείς ανόητα και τους δώκεις την δύναμη… Ήμουν ανόητος, Μπαγκς. Ασυγχώρητα ανόητος, γι’ ακόμη μια φορά.»


Ο Χάμχαντιουκ πλησίασε τον Λόρδο και στήθηκε από πάνω του με μια αλαζονεία που τον απέδιδε ως παραφουσκωμένη φραγκόκοτα. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν αποτελούσε πλέον για εκείνον παρά ένα αξιολύπητο ον που δαπάνησε τους αιώνες του εντός μιας μάταιης δυστυχίας στοιχειωμένης από αδιέξοδες αναρωτήσεις. Η ιδέα ότι θα ήταν από δω και στο εξής ελεύθερος να πράξει ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του –μακριά από τους ηθικούς περιορισμούς του Λόρδου- έκανε τα μάτια του να αστράφτουν από αιμοβόρικη λαγνεία.


«Έτρεφες ανέκαθεν μία ιδιαίτερη συμπάθεια για τον Μάρκο Αυρήλιο, Λόρδε. Δείχνεις πάντοτε εκστασιασμένος από τα διδάγματα της στωικής του φιλοσοφίας. Πώς ήταν εκείνο το απόφθεγμα… α, ναι… Να έχεις ακόμα υπ’ όψη σου και τούτο ότι μέσα σε πολύ λίγα βρίσκεται η ευτυχία της ζωής... Εξαιρετικά σοφή ρήση, το παραδέχομαι. Σου διαφεύγει όμως, Λόρδε, ότι τούτος ο εξυπνάκιας ήταν αυτοκράτορας και διέθετε άφθονη πολυτέλεια για να στηλιτεύσει τον υλισμό ή την δόξα. Ή μήπως ξεχνάς ότι ο μέγας αυτός διδάσκαλος παρέδωσε τον θρόνο του στον γιο του Κόμμοδο ο οποίος ήταν βλαμμένος και μεγαλομανής; Τούτες παραείναι ασήμαντες μικρολεπτομέρειες για σένα… Είσαι πραγματικά άξιος λύπησης, Λόρδε. Βλέπω περισσότερες τρύπες στην κοσμοθεωρία σου απ’ όσες θα διέκρινα σε ένα κεφάλι ελβετικό τυρί.»


Ο Λόρδος απόμεινε σκεφτικός να κοιτάζει το εκρού μωσαϊκό δάπεδο του μουσείου. Ένα δάκρυ πραγματώθηκε στην άκρη του ματιού του και έπειτα κύλησε στο μάγουλο διαγράφοντας την υγρή τροχιά του.



«Ναι… Έχεις δίκιο, Μπαγκς… Δυστυχώς για μένα, έχεις δίκιο. Τίποτε απ’ όλον αυτόν τον ζόφο που σεργιανίζω δεν έχει λογική υπόσταση. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα στο να εξερευνείς την δυστυχία και να περνάς την ζωή σου μίζερος και μελαγχολικός. Το παν στην ζωή είναι να είσαι ευτυχισμένος, και εάν δεν σου αρέσει αυτή η ευτυχία που διαθέτεις τότε βρες κάποιαν άλλη που θα σε κάμει ευτυχέστερο. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να κοιτάζεις το σκοτάδι ώστε να ανιχνεύεις τις απόκρυφες λειτουργίες της οικουμένης. Δεν θα βρεις μυστικά στο σκοτάδι. Δεν θα βρεις απολύτως τίποτε, θα καταλήξεις αντιμέτωπος με το απόλυτο κενό. Και τότε θα συνειδητοποιήσεις ότι όλος σου ο χρόνος χάθηκε άσκοπα… Όλοι τους είναι ψεύτες, Μπαγκς. Οι φιλόσοφοι, οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες, όλοι εκείνοι που προσπαθούν να σε πείσουν για την σωτηρία της ψυχής. Όλοι τους λένε ψέματα. Και όλοι τους έχουν επίγνωση του ότι λένε ψέματα. Σαν φτηνοί ταχυδακτυλουργοί καταφεύγουν σε ελεεινά τεχνάσματα ώστε να παραπλανήσουν τους πάντες –ακόμη και τους ίδιους τους εαυτούς τους!- αποκρύπτοντας την αλήθεια ως προς την θλιβερή αδιαφορία του Σύμπαντος. Η τέχνη δεν είναι παρά μια πλανεμένη θαλασσομέδουσα που λικνίζει φευγαλέα την φανταχτερή της ομορφιά προτού τσακιστεί με βια καταπάνω στους σκοπέλους της αμείλιχτης πραγματικότητας απ’ την ορμή της τρικυμίας… Είμαστε όλοι μας έρμαια της αναίτιας τύχης, ατέρμονα μονάχοι εντός μιας κοσμικής μηχανής που απλά μας αλέθει σε άμορφη μάζα κι έπειτα μας φτύνει ως απορρίματα σε λησμονημένες χωματερές, δίχως να λογίζει δικαιοσύνη. Η ανθρώπινη οντότητα είναι οικτρά εγκλωβισμένη μες στην ατελή της κατασκευή και το Σύμπαν ολόγυρά της εξακολουθεί το φαιδρό παιχνίδι του παραλόγου διαβρώνοντάς την… Έχεις δίκιο, Μπαγκς. Τα πράγματα στον κόσμο είναι πασιφανή και η ηθική δεν είναι παρά το πρόσχημα των δειλών, εκείνων που δεν αποτολμούν να γίνουν ευτυχισμένοι, εκείνων που προτιμούν να αναστοχάζονται τον πόνο τους αντί να δράσουν καίρια για να τον απαλύνουν. Σε τούτον τον κόσμο, κάποιοι είναι οι σφαγείς και κάποιοι είναι οι θυσιαζόμενοι αμνοί. Τι να την κάμεις την ηθική αισθητική όταν βολοδέρνεις την γη βαθιά πληγωμένος; Σε τι σε ωφελεί η κοινή λογική όταν είσαι απομονωμένος από τις κοινωνίες των ανθρώπων; Ποιος ο λόγος να πασχίζεις να ξεγελάσεις τον εαυτό σου για το κομμάτι σου κείνο που ‘χασες κι είναι αναντικατάστατο;… Ω, Μπαγκς, πόσο δίκιο είχες που γίνηκες ένας δολοφόνος μέσα σε τούτη την ασυνάρτητη βαβυλωνία! Υπό τον εκκωφαντικό τούτον θόρυβο, ποιος θα νοιαστεί αλήθεια για το αν υπήρξες στην ζωή σου ένα κάθαρμα; Και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη να σε τιμωρήσει; Κάψε τούτον τον κόσμο, Μπαγκς. Στείλ’ τον στο παρανάλωμα. Κατάστρεψέ τον. Ούτως ή άλλως, ήταν ήδη μια στάχτη προτού κάμεις εσύ την παρουσία σου.»


Ο Μπαγκς αναστέναξε. Τα χείλη του μειδίασαν. Θεώρησε πως όφειλε κάποια τελευταία κουβέντα στον Λόρδο. Έναν αποχαιρετισμό, μία ακροτελεύτια κατακλείδα προτού εξορμήσει στον κόσμο ως ελεύθερος βρυκόλακας.



«Τραγική ειρωνία, Λόρδε… Ο μαθητής διδάσκει τελικά τον διδάσκαλο. Ελπίζω να έμαθες μαζί μου τις βασικές αρχές του κόσμου, Λόρδε. Θα μπορούσες κάλλιστα να ισχυρισθείς ότι σε δίδαξα το νόημα της ζωής. Μου χρωστάς ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Όπως κι εγώ πρέπει να σ’ ευγνωμονώ που μ’ έκαμες βρυκόλακα. Γιατί το χρίσμα του βρυκόλακα είναι σπουδαίο χάρισμα, Λόρδε. Όντας βρυκόλακας, κατανόησα εν τέλει τον ρόλο μου επάνω σε τούτον κόσμο. Είμαι ένας θεός. Ίσως ακόμη να είμαι ο ένας και μοναδικός θεός. Ήμουν πάντοτε ο θεός. Τώρα πια αντιλαμβάνομαι ότι γίνηκα δολοφόνος εν ζωή προκειμένου να εμβαθύνω στην θεϊκή μου υπόσταση, να την εμπεδώσω μες στο συνειδητό μου. Προσπαθούσα να βρω τον εαυτό μου, τον πραγματικό μου εαυτό, πολύ απλά. Ώσπου έτυχα σε εσένα και μ’ έκανες βρυκόλακα. Και τότε αποκαλύφθηκε εμπρός μου η αλήθεια κείνη που έστεκε κρυμμένη από το θώρι μου. Σε ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Όμως τώρα ήλθε η ώρα να σε εγκαταλείψω. Δεν προτίθεμαι να αρκεστώ στο αίμα των αρουραίων. Σε αντίθεση με σένα, εγώ επιμένω να εισακούω τα ένστικτά μου. Δυστυχώς, επιμένω να προτιμώ το ανθρώπινο αίμα. Γιατί το ανθρώπινο αίμα, Λόρδε, είναι η επιφοίτηση για τον βρυκόλακα, η ουσία εκείνη που με φέρνει κοντύτερα στην Δημιουργό αιτία των πάντων… Πρέπει να φύγω. Ο κόσμος με προσμένει. Πρέπει να του δείξω τι είμαι ικανός να πράξω. Και αφού κάμω τούτο, θα γίνω ο αφέντης του.»


Ο Χάμχαντιουκ κίνησε να φύγει. Έκανε κάμποσα βήματα και κοντοστάθηκε. Ένα στυφό αναφύσημα ξέφυγε από το στόμα του.


«Θα σου ευχόμουν καλή τύχη, Λόρδε. Αλλά δεν θα είχες ιδέα τι να την κάμεις ακόμη κι αν την ελάμβανες με τα τσουβάλια.»



Αυτά είπε ο Χάμχαντιουκ. Κι έπειτα κοίταξε το επίσημα ενδεδυμένο πλήθος των επισκεπτών που είχε συγκεντρωθεί στο σημείο αναστατωμένο από τον καυγά τους.


«Μπου!» έκανε ο Χάμχαντιουκ απότομα και το πλήθος απομακρύνθηκε απ’ εμπρός του αλαφιασμένο ηχώντας ουρλιαχτά υστερίας.


Βγήκε από το Μουσείο του Λούβρου και το πρώτο πράγμα που τα μάτια του αδημονούσαν να κοιτάξουν ήταν το λειψό φεγγάρι της νύχτας. Βρισκόταν σε φάση μηνίσκου και το δρεπανοειδές του σχήμα εξέπεμπε αρκετό φως ώστε να υπερκαλύψει τις λάμψεις των άστρων ολόγυρά του.



Υπήρχαν τόσα πολλά που ήθελε να κάνει. Τόσα που δεν μπορούσε να αποφασίσει την σειρά τους. Έπρεπε να σκεφτεί την αμέσως επόμενη κίνησή του. Κάποια ιδέα θα ερχόταν αργά ή γρήγορα στον νου του. Όπως και αν έμελλε να πράξει, ήταν απολύτως ειλικρινής στον Λόρδο. Του είπε την αλήθεια. Επιθυμία του ήταν να δείξει στον κόσμο τι ήταν ικανός να πράξει και έπειτα να γίνει ο αφέντης του. Κείνο που επιζητούσε όμως –πριν και πάνω απ’ όλα- ήταν το ανθρώπινο αίμα. Φρέσκο ανθρώπινο αίμα.



Ήταν ελεύθερος! Τούτη η απροσδόκητη ελευθερία που απόχτησε ξαφνικά δίχως να την προγραμματίσει εκ των προτέρων του προκάλεσε ένα άκρατο συναίσθημα ευφορίας, τέτοιο που τον παρώθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα από την δροσερή νύχτα μες στα πνευμόνια του.



Έφθασε αγεροδρομώντας στα οικοδομικά τετράγωνα της πόλης και σκαρφάλωσε σαν γάτα ως τις κεραμιδοστέγες των κτιρίων. Και αφού έκαμε τούτο, αρχίνησε να δρασκελά από κεραμιδοστέγη σε κεραμιδοστέγη με τεράστια άλματα, παραδίδοντας τον εαυτό του στο βάπτισμα του χλωμού σεληνόφωτος. Υπήρχε άραγε καταλληλότερη στιγμή από κείνη για να αποδώσει φωναχτά το αγαπημένο του τραγούδι από την γενέτειρά του Ουαλία;


Ar lan y môr mae rhosys cochion

Ar lan y môr mae lilis gwynion

Ar lan y môr mae 'nghariad inne

Yn cysgu'r nos a chodi'r bore.



Δεύτερον κτηνώδες έγκλημα εντός της εβδομάδος εις την πόλιν των Παρισίων! Νεκρά ευρέθη εχθές τα ξημερώματα της Πέμπτης η τετραμελής οικογένεια Langlois εις την οικίαν της επί της Οδού des Barres. Τα θύματα είναι ο κύριος και κυρία Langlois καθώς και τα δύο ανήλικα τέκνα τους, έξι και οκτώ ετών αντιστοίχως. Η Αστυνομία και ο ιατροδικαστής Dr Voclain ηρνήθησαν να παραθήσουσιν εις τον Τύπον τας σχετικάς λεπτομερείας δια το ειδεχθές έγκλημα. Αυτόπται μάρτυραι αναφέρουσι εντούτοις ότι τα τέσσερα μέλη ανεκαλύφθησαν φέροντα δύο οπάς επί των λαιμών των. Εάν τούτο αληθεύει, το έγκλημα διαθέτει ανησυχητικώς κοινά χαρακτηριστικά με την δολοφονίαν του περιωνύμου συμβολαιογράφου Travert και της συζύγου του την νύκταν της περασμένης Δευτέρος εις την οικίαν των επί της Οδού de l'Abreuvoir και δια την οποίαν αι Αρχαί ηρνήθησαν ομοίως να διαρρεύσουν πληροφορίας. Εάν τα θύματα απέθανον εξ’ αιμορραγίας δια των προαναφερθέντων οπών, το μυστήριον των στυγερών τούτων εγκλημάτων παραμένει αδιαλεύκαντον: Τι ήτο εκείνο που εφόνευσεν δι’ αφαιμάξεως τους άμοιρους συμπολίτας μας; Άνθρωπος ή κτήνος; Η La Quotidienne –η πλέον έγκριτος εφημερίς της Γαλλίας- θα ευρίσκεται πάντοτε κοντά στας εξελίξεις ίνα ενημερώνει πρώτη τους αναγνώστας της σχετικώς με τα αποτρόπαια τούτα εγκλήματα.


Ar lan y môr mae carreg wastad

Lle bûm yn siarad gair â'm cariad

O amgylch hon fe dyf y lili

Ac ambell gangen o rosmari.


Το κτήνος των δύο κυνοδόντων εκτύπησεν ξανά! Νεκραί ευρέθησαν εχθές την βραδυνήν ώραν του Σαββάτου αι δύο χορεύτριαι του νυκτερινού κέντρου διασκεδάσεως Croix de Lorraine επί της Οδού de Bourtibourg, ονόματι Dorothee S. και Pascaline J. Το έγκλημα διεπράχθη μόλις ολίγα λεπτά προτού τα πτώματα των δύο άτυχων γυναικών ανακαλυφθούν από τον ιδιοκτήτην του κέντρου, τον γνωστόν επιχειρηματίαν κ. Le Vigneron. Ερωτηθείς μετά πιέσεως από εκπροσώπους του Τύπου, ο αστυνομικός ιατροδικαστής Dr Voclain επεσήμανεν ότι ο δράστης είναι άνθρωπος (και όχι θηρίον όπως φημολογείται από μίαν μερίδαν της κοινής γνώμης) και ότι αι οπαί επί των λαιμών των προήλθον από τους κυνόδοντας του δολοφόνου και όχι από κάποιον αιχμηρόν αντικείμενον. Αι Αρχαί ανεκοίνωσαν ότι ευρίσκονται επί ποδός εις το κυνήγι του δράστου και εφισθούν την προσοχήν των πολιτών. Οι συντάκται της Le Courrier français, εις την έρευναν που διεξάγουσιν δια την ψυχογράφησιν του αδιστάκτου εγκληματίου, υπέβαλον σχετικόν ερωτηματολόγιον προς τον Διευθυντήν της Ψυχιατρικής Κλινικής του Hôpital universitaire Pitié-Salpêtrière, Dr Philippe Pinel, ο οποίος εδήλωσεν κατηγορηματικώς ότι ο δράστης διακατέχεται από οξύτατον εκδικητικόν πνεύμα συνοδευόμενον από αποστροφήν προς τας πολιτισμένας ανθρωπίνας κοινωνίας και ότι χρήζει αμέσου ψυχιατρικής παρακολουθήσεως. Η εφημερίς Le Courrier français, ούσα ταγμένη εις την έγκαιρον καταγραφήν της επικαιρότητος, θα σας παραδίδει πάντοτε πρώτη τας νεωτέρας ειδήσεις διά την δραστηριότηταν του αιμοσταγούς δολοφόνου.


Ar lan y môr mae cerrig gleision

Ar lan y môr mae blodau'r meibion

Ar lan y môr mae pob rinweddau

Ar lan y môr mae nghariad innau.


Αποκλειστικόν! Ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς της φρικώδους δολοφονίας των πέντε θυγατέρων της οικογενείας des Coqueles που έλαβεν χώραν προχθές ξημερώματα της Τρίτης εις τον Βοτανικόν Κήπον των Παρισίων λύει την σιωπήν του και ομιλεί αποκλειστικώς στους αστυνομικούς συντάκτας της εφημερίδος Le Globe. Ο μάρτυς, κος Poinçot, ετών 68, συνταξιούχος λιανέμπορος, αναφέρει –όπως και εις την κατάθεσίν του προς τας Αρχάς- ότι ο δράστης που έχει γίνει ευρέως γνωστός ως «το κτήνος των δύο κυνοδόντων» εσυστήθη αρχικώς στας νεανίδας ως «Φτεροπόδαρος Τζακ» και μετέπειτα προσεφέρθη να τας συνοδεύσει εις τον Κήπον. Όταν αι πέντε νεαραί γυναίκες ηρνήθησαν, ο δολοφόνος ώρμησεν καταπάνω των καταφέρων οπάς επί των λαιμών των δια των επιμηκυσμένων του κυνοδόντων και απομυζών εν συνεχεία το αίμα των. Ο κος Poinçot πρόλαβε να διαφύγει εκ της καταστάσεως υπό ισχυροτάτου νευρικού κλονισμού. Ο μάρτυς αναφέρει επίσης ότι ο δολοφόνος δείχνει αλλοδαπής καταγωγής, είναι ευτραφής εις το παράστημα, με κοκκινοειδήν επιδερμίδαν, με χαλκοκόκκινα μαλλιά επί της κεφαλής, και ομιλεί άπταιστα γαλλικά. Ερωτηθείς μετά τρομεράς πιέσεως από εκπροσώπους του Τύπου, ο αστυνομικός ιατροδικαστής Dr Voclain ηναγκάσθη να πιστοποιήσει τους ισχυρισμούς του κου Poinçot λέγων ότι ο δράστης όντως πίνει το αίμα των θυμάτων του και τονίζοντας επίσης πως εις την τριακονταετήν καριέραν του δεν υπήρξεν ποτέ ενώπιον παρομοίου περιπτώσεως. Οι δυναμικοί δημοσιογράφοι της Le Globe ευρίσκονται πάντοτε εις την πρώτην γραμμήν της ενημερώσεως προκειμένου να ειδοποιούν τους αναγνώστας της εφημερίδος σχετικώς με οτιδήποτε έκτακτον προκύπτει δια την υπόθεσιν που μαστίζει την γαλλικήν πρωτεύουσαν τελευταίως.


Llawn yw'r môr o swnd a chegryn

Llawn yw'r wy o wyn a melyn

Llawn yw'r coed o ddail a blode

Llawn o gariad merch wyf inne.


Μην το λησμονήσετε ποτέ, αγαπητοί αναγνώσται: Το εμάθατε πρώτοι από την La Minerve française, την πρωτοπόρον εφημερίδα που πηγάζει εκ των γεγονότων, εντός των γεγονότων, διά τα γεγονότα. Το Κτήνος εφόνευσεν ξανά! Άλλοι τρεις άμοιροι συμπολίται μας έχασαν την ζωήν των από την μανίαν του αιμοβόρου εγκληματίου. Τα θύματα είναι ο κος Quignon, ιδιοκτήτης χαμαιτυπείου, και δύο ιερόδουλοι που ηργάζοντο εις την επιχείρησιν, Salome R. και Yolande C. Την περασμένην νύκταν, ο αθεόφοβος τούτος φονεύς επεσκέφθη το εν λόγω χαμαιτυπείον επί της Οδού des Rosiers δια την ακατανόμαστον ψυχαγωγίαν του. «Ποιος είσθε, κύριε, και τι θέλητε;» φέρεται να ηρώτησεν ο κος Quignon τον διαβόητον δολοφόνον, καχύποπτος από την στοιχειωτικήν του εμφάνισιν. «Ειμί ο Διάβολος και ήλθον ινα επιτελέσω το καταστρεπτικόν μου έργον.» φέρεται να απεκρίθη ο δράστης και προεχώρησεν εις την βάναυσον αφαίμαξιν των τριών παρισταμένων ατόμων. Οι συντάκται της La Minerve française, αγωνιζόμενοι στρατιώται εις την μάχην της αμερολήπτου ενημερώσεως, υπέβαλον σχετικόν ερωτηματολόγιον προς τον διακεκριμένον ερευνητήν δαιμονολογίας κον Alexis-Vincent-Charles Berbiguier, συγγραφέα του βιβλίου «Οι Διάβολοι˙ ή, Όλοι οι δαίμονες δεν είναι από τον άλλον κόσμον». Ο κος Berbiguier ετόνισεν μεταξύ άλλων ότι οι μύσται του Σατανισμού (ήτοι της λατρείας προς τον Διάβολον) εξασκούνται εις την Μαύρην Μαγείαν και ότι ελάχιστοι εξ’ αυτών έχουσιν το χάρισμα να κάμουν χρήσιν αυτής μετά υπερφυσικών αποτελεσμάτων όπως ο δολοφόνος των δύο κυνοδόντων. Ο κος Berbiguier υπογράμμισεν δε ότι ο αστυνομικός ιατροδικαστής Dr Voclain οφείλει να παραιτηθεί από την συγκεκριμένην έρευναν των Αρχών εφόσον δεν διαθέτει τας καταλλήλους επιστημονικάς γνώσεις ως προς τον μυστικισμόν. Μην το λησμονήσετε ποτέ, αγαπητοί αναγνώσται: Το εμάθατε πρώτοι από την La Minerve française, την πρωτοπόρον εφημερίδα που πηγάζει εκ των γεγονότων, εντός των γεγονότων, διά τα γεγονότα.


Mor hardd yw'r haul yn codi'r bore

Mor hardd yw'r enfys aml ei liwie

Mor hardd yw natur ym Mehefin

Ond harddach fyth yw wyneb Elin



Και ούτως εξακολούθησε το ξεφάντωμά του ο Χάμχαντιουκ στην πόλη των Παρισίων καταβυθίζοντας την πρωτεύουσα σε πένθιμους οδυρμούς. Και ξεφάντωνε η νεκροζώντανη φύση του ως τις μακρινότερες παρυφές της με πιοτό και με σάρκα και με αίμα και με θάνατο.









---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 20 Μαΐου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.


©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769