Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 20 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 20 από 36]

---



V


Το καμπαρέ Mouton Blanc επί της Οδού du Vieux-Colombier είχε ήδη αρχίσει να προκαλεί αρνητικώς την παριζιάνικη κοινή γνώμη. Όχι φυσικά επειδή εντός του λειτουργούσε κύκλωμα πορνείας. Στα μέρη αυτού του είδους όπου προσφέρονταν αφειδώς οι αποδράσεις της αμαρτωλής νύχτας, η πορνεία ήταν απλά ένα λογικό επακόλουθο του ρεπερτορίου. Το χαρακτηριστικό εκείνο του Mouton Blanc που γίνηκε έναυσμα δυσμενών σχολίων αφορούσε τον ιδιαίτερο χορό των μπαλαρίνων επί της σκηνής. Κατά την κινησιολογία του χορού τούτου, οι μπαλαρίνες –τοποθετημένες σε ζυγούς των τεσσάρων- εκτελούσαν με τα καλλίγραμμα πόδια τους υψηλά λακτίσματα στον αέρα (φέροντας ούτως σε κοινή θέα τα καλσόν και τα εσώρουχα κάτω από την φούστα) και τολμηρά υπαινικτικά σπαγκάτο (αδιανόητα για τα ήθη της εποχής). Καν-καν ήταν η ονομασία που δόθηκε στον εν λόγω χορό και θεωρείτο σκανδαλώδης σε τέτοιον βαθμό ώστε συστήνονταν συνεχώς προσπάθειες εκ μέρους της κοινωνίας των Παρισίων για την καταστολή του.



Το καν-καν ήταν και ο λόγος για τον οποίον ο Χάμχαντιουκ επέλεξε να επισκεφθεί το Mouton Blanc εκείνη την νύχτα για την διασκέδασή του. Για έναν σαρδανάπαλο βρυκόλακα μαστιζόμενο από διαρκείς ερωτικές εξάψεις σαν τον Χάμχαντιουκ, το καν-καν αποτελούσε από μόνο του ένα ισχυρότατο κίνητρο. Ενδεδυμένος την ακριβή αμφίεση του μεταξένιου φράκου με τον δαντελένιο φραμπαλά –με τηνυπογραφή του διάσημου μόδιστρου LeRoy- κίνησε λοιπόν για την περιβόητη ατραξιόν του καμπαρέ.



Η σάλα του Mouton Blanc ήταν ένα κραυγαλέο συνονθύλευμα επιτοίχιας ταπετσαρίας κόκκινων ρόμβων και χνουδωτής ροζ καρπέτας. Εισερχόμενος στην σάλα, το πρώτο πράγμα του οποίου ο Χάμχαντιουκ έκαμε την νοερή σημείωση ήταν τα βλέμματα των θαμώνων που τον περιεργάζονταν από την κορφή μέχρι τα νύχια. Τούτο βεβαίως ήταν φυσικό εφόσον οι εφημερίδες βοούσαν σε καθημερινή βάση για τον μανιακό δολοφόνο με το χοντροκαμωμένο σουλούπι, το περίφημο Κτήνος των δύο κυνοδόντων. Ο Χάμχαντιουκ δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για τις καχύποπτες αυτές ματιές των ανθρώπων: διέθετε πλέον τέτοια σωματική δύναμη ώστε μπορούσε να αφαιμάξει άπαντες τους θαμώνες εντός της σάλας -οι οποίοι μάλιστα υπερέβαιναν τους εβδομήντα σε αριθμό- εάν οι συνθήκες το απαιτούσαν.


Ο Χάμχαντιουκ εκνευριζόταν όμως με τις άλλες ματιές, εκείνες που προέρχονταν από τις μαρμάρινες προτομές που τύχαιναν ενίοτε στο διάβα του. Όποια και αν ήταν η φιγούρα που αναπαριστούσαν, οι προτομές έστρεφαν τα κεφάλια τους προς το μέρος του και τον κοιτούσαν επίμονα με μάτια που φάνταζαν ανέκφραστα και παγερά, σα να κατασκόπευαν τις κινήσεις του και έπειτα να έκαμαν την αναφορά τους σε κάποια άλλη ανώτερη υπόσταση. Το φαινόμενο αυτό των επίμονων κοιταγμάτων των προτομών είχε φέρει πια τον Χάμχαντιουκ στα όριά του. Συνεπώς, σαν αντίκρισε την προτομή εκείνη της Μούσας Ερατούς που έστεκε πάνω σε έναν δρύινο στύλο πλάι στην είσοδο να εστιάζει τα μάτια της επάνω του, τίναξε ευθύς το χέρι του και με την γροθιά του την έκανε θρύψαλα.


Ο maitre d’ του καμπαρέ έσπευσε στο σημείο για να τον επιπλήξει. Ήταν ένας αλλήθωρος κοντοστούπης με μαύρο παπιγιόν και ριγέ γιλέκο. Το μαλλί και το μουστάκι του ήσαν πασαλειμμένα με δυο οκάδες πομάδας.


«Η διοίκηση της επιχείρησης προσδοκά από τους πελάτες της να αφήνουν τους αγροίκους τρόπους τους έξω από τον χώρο, μεσιέ!» έκανε αυστηρά ο maitre d’.


«Ποιον αποκάλεσες αγροίκο, λεχρίτη!;» γρύλισε ο Χάμχαντιουκ και γράπωσε τον maitre d’ από το παπιγιόν.



Ο maitre d’ λούφαξε στην θέα των φλογοκόκκινων ανταύγειων που ξεχύνονταν οργισμένες από τα μάτια του Χάμχαντιουκ. Πολύ σύντομα όμως ο Χάμχαντιουκ αναθεώρησε την στάση του και, μ’ ένα βεβιασμένο χαμόγελο που έφθανε μέχρι τ’ αυτιά, ίσιωσε το παπιγιόν του maitre d’ στην σωστή του θέση. Συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει στο μέρος για να απολαύσει το καν-καν των χυμώδων δεσποινίδων της σκηνής. Ένας καυγάς εν προκειμένω θα ήταν παντελώς άτοπος. Ραπίζοντας λοιπόν απαλά το μάγουλο του maitre d’ με το χέρι του, έβγαλε από την τσέπη ένα χρυσό λουδοβίκι. Το πέταξε ελαφρά στον αέρα και η χρυσή του λάμψη άστραψε στιγμιαία στο φως των αναμμένων απλικών που κοσμούσαν την σάλα. Και σαν το νόμισμα έπεσε στην παλάμη του, το έχωσε στην χούφτα του τρομοκρατημένου maitre d’.


«Ορίστε. Πάρε αυτό και κάνε μια ανακαίνιση στο μέρος. Ξεφορτώσου ευθύς αυτές τις διαολεμένες προτομές, τούτο να το βάλεις πρώτο στην λίστα σου.» έκανε ο Χάμχαντιουκ και έστειλε βίαια την γροθιά του στην προτομή του Απόλλωνα που έστεκε εκ δεξιών του κάνοντάς την κομμάτια.


«Μ-μ-μ-μάλιστα, μεσιέ.» τραύλισε ο maitre d’.


«Και τώρα γίνε καλό παιδί και ταχτοποίησέ με σ’ ένα τραπέζι.» πρόσταξε ο Χάμχαντιουκ.


Ο maitre d’ έτρεξε αμέσως να εξυπηρετήσει τον Χάμχαντιουκ οδηγώντας τον σ’ ένα τραπέζι που βρισκόταν κάμποσα μέτρα μακριά από την σκηνή. Εξαγριωμένος, ο Χάμχαντιουκ κοίταξε γι’ άλλη μια φορά τον δύσμοιρο maitre d’ με εκείνα τα φλογοκόκκινα μάτια που έσπερναν τον φόβο.


«Όχι, λεχρίτη! Δεν θα με ταχτοποιήσεις όπως-όπως σε αυτό το τραπέζι. Θέλω ένα τραπέζι ακριβώς μπροστά στην σκηνή.»


«Μ-μ-μ-μα μεσιέ… Τα τραπέζια μπροστά στην σκηνή είναι όλα ρεζερβέ.»


«Τότε υποθέτω ότι θα αναγκαστείς να διώξεις κάποιον από τους πελάτες των μπροστινών τραπεζιών. Ειδάλλως θα μπορούσες να τοποθετήσεις ένα τραπέζι επιπλέον ολόμπροστα στην σκηνή για την εξοχότητά μου. Η επιλογή είναι δική σου. Με κατάλαβες, λεχρίτη;»


«Μ-μ-μ-μάλιστα μεσιέ.»


«Τότε γιατί στέκεσαι έτσι και με κοιτάς σαν νυχτωμένη κουκουβάγια; Κούνα τον κώλο σου λοιπόν!»


«Μ-μ-μ-μάλιστα μεσιέ! Αμέσως μεσιέ!»



Παρά τις διαμαρτυρίες των πελατών των μπροστινών τραπεζιών, ο maitre d’ τοποθέτησε ένα τραπέζι ακριβώς μπροστά την σκηνή κατά την επιταγή του Χάμχαντιουκ. Ο Χάμχαντιουκ στήριξε την ρεντικότα και το μπαστούνι του σε μια καρέκλα και στρογγυλοκάθισε στο τραπέζι γεμάτος κέφι για το ερεθιστικό πρόγραμμα που επιφύλασσε η βραδιά. Σαν συνέλαβε με το αυτί του όμως τα παράπονα των πελατών που κάθονταν από πίσω του –εκείνων δηλαδή στους οποίους είχε στερήσει το προνόμιο της μπροστινής θέας στην σκηνή- βροντοφώναξε ένα «σκασμός!» και σύντομα τα παράπονα καταλάγιασαν σε αναξιόλογα μουρμουρητά.


Ο ψηλόλιγνος σερβιτόρος κατέφθασε με έναν δίσκο στο τραπέζι του Χάμχαντιουκ και άφησε ένα μπουκάλι Chateau Georges κι ένα αναμμένο κερί. Κι αφού έκαμε τούτο, αρχίνησε να παίζει νευρικά με τον δίσκο που βαστούσε στα χέρια του καρτερώντας ένα φιλοδώρημα. Ο Χάμχαντιουκ τον κοίταξε αναπεταρίζοντας κοροϊδευτικά τα ματόφυλλά του.


«Ψάχνεσαι για φιλοδώρημα, ε; Δίνε του, κρετίνε!»


Ο σερβιτόρος έφυγε ψιθυρίζοντας ένα πικρόχολο «σπαγκοραμμένε!», όμως για κακή του τύχη ο Χάμχαντιουκ τον άκουσε και άρπαξε ευθύς το μπαστούνι και τον χτύπησε με δύναμη στην ράχη. Κραυγάζοντας ένα επιφώνημα πόνου, ο σερβιτόρος ξέφυγε άρον-άρον τριβελίζοντας ανάμεσα στα τραπέζια.


Δίπλα από τον Χάμχαντιουκ καθόταν ένα ανδρόγυνο. Ο άνδρας φορούσε ένα ταπεινό πανωφόρι ραφής ψαροκόκκαλου, η γυναίκα έφερε στους ώμους της μία εσάρπα με κρόσσια. Ο άνδρας κοιτούσε επίμονα τον Χάμχαντιουκ, εμφανώς αγανακτισμένος από την χονδροειδή θρασύτητα του βρυκόλακα. Η γυναίκα στο πλάι του τον έπιανε σφιχτά απ’ τον αγκώνα προσπαθώντας να τον εμποδίσει απ’ το να ξεκινήσει κάποια φασαρία. Το επίμονο βλέμμα του ανδρός δεν άργησε να γίνει αντιληπτό από τον Χάμχαντιουκ.


«Τι διάολο με κοιτάζεις, σκυλομούρη;»


«Σου αρέσει να παριστάνεις τον νταή, ε;»


«Ίσως και να είμαι πραγματικός νταής.»


«Ώστε είσαι πραγματικός νταής, ε;»


«Ακριβώς. Τώρα, τι είναι αυτό που σε απασχολεί, σκυλομούρη;»


«Αναρωτιέμαι… Αναρωτιέμαι πόσο νταής θα ήσουν εάν σύστηνα την γροθιά μου στην μούρη σου.»


«Γιατί δεν δοκιμάζεις για να το διαπιστώσεις, σκυλομούρη;»


Ο άνδρας τινάχτηκε όρθιος απ’ το τραπέζι. Η γυναίκα όμως τον συγκράτησε.


«Άφησέ τον! Μην του δίνεις σημασία!» έκανε με την ψιλή της φωνή.


«Φέρσου έξυπνα και άκου την αδερφή σου, σκυλομούρη.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Δεν είν’ η αδερφή μου! Είναι η αρραβωνιαστικιά μου, γουρούνι!» αποκρίθηκε ο άνδρας.


«Το ίδιο κάνει. Είστε και οι δυο σκατόφατσες!» ανταπάντησε ο Χάμχαντιουκ χαχανίζοντας.


Ο άνδρας έχασε παντελώς την ψυχραιμία του και απελευθερώθηκε από τα χέρια της γυναίκας. Κινήθηκε απειλητικά προς τον Χάμχαντιουκ, όμως το αστραπιαίο χαστούκι που δέχθηκε στο πρόσωπο ήταν αρκετό για να τον ξανακαθίσει στην καρέκλα του ημιλιπόθυμο. Ο Χάμχαντιουκ στήθηκε από πάνω του έτοιμος να τον αποτελειώσει.


«Μην τον πειράξεις!» ούρλιαξε απελπισμένα η γυναίκα στον Χάμχαντιουκ και κάλυψε με το σώμα της τον ημιλιπόθυμο άνδρα της.


«Βούλωστο, βρώμα!» γκάρισε ο Χάμχαντιουκ.



Γι’ άλλη μια φορά, ο Χάμχαντιουκ κλήθηκε να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι είχε επισκεφθεί το μέρος για το καν-καν των μπαλαρίνων και ότι τέτοιου είδους έκτροπα δεν άρμοζαν στην περίσταση. Κατεύνασε λοιπόν την οργή εκείνη που υπαγόρευε η νεκροζώντανη φύση του και αναθεώρησε την συμπεριφορά του. Τα βλέμματα όμως των υπόλοιπων θαμώνων που ήσαν εστιασμένα καταπάνω του δεν του άφηναν και πολλά περιθώρια για να γαληνέψει τα νεύρα του. Θέλοντας και μη, είχε γίνει πια το επίκεντρο της προσοχής.


«Λοιπόν; Θέλει κανείς άλλος να δοκιμάσει την τύχη του μαζί μου;» έκανε στο κοινό.


Ουδείς από τους θαμώνες αποκρίθηκε. Κάποιοι χαμήλωναν σιωπηλοί τα μάτια τους, άλλοι γυρνούσαν τα κεφάλια τους αλλού πελαγωμένοι, άλλοι βαρυγκομούσαν από δυσφορία.


«Χεχε, Γάλλοι βατραχοφάγοι… Μια ζωή αποτυχημένοι…» χασκογέλασε υποτιμητικά ο Χάμχαντιουκ μ’ ένα ηχηρό ρουθούνισμα και κάθισε ξανά στο τραπέζι του. Κι αφού έκαμε τούτο, πήρε την μπουκάλα του Chateau Georges και έβγαλε το πώμα της με τα δόντια του και αρχίνησε να κατεβάζει γενναιόδωρες κρασογουλιές στο λαρύγγι του από το στόμιο.



Ήσαν πολλοί εκείνοι οι παράγοντες στην ιδιοσυστασία του Χάμχαντιουκ που τον έκαμαν τόσο ευερέθιστο στον χαρακτήρα, ο κυριότερος εξ’ αυτών η εγγενής τάση που είχε ανέκαθεν να ξεδιπλώνει τον εαυτό του εντός του περιβάλλοντός του και εν τέλει να κυριαρχεί σε αυτό. Ήταν μία τάση η οποία τώρα καταπιεζόταν οικτρά. Ο λόγος γι’ αυτό; Ο Χάμχαντιουκ πλέον εμπέδωνε βαθιά μες στην γκλάβα του πως το ηλιόφως ήταν πια ο ανίκητος εχθρός του και πως θα έπρεπε να κρύβεται αιωνίως απ’ εκείνο. Ως εκ τούτου, γινόταν ολοένα και πιο οξύθυμος. Δεν ήταν δυνατόν για κάποιον σαν τον Χάμχαντιουκ να ανεχθεί έναν τέτοιον περιορισμό. Δεν είχε όμως και άλλη επιλογή. Γνώριζε πολύ καλά ότι ο ήλιος θα τον κατέστρεφε επιτόπου εάν εκτίθετο στις αχτίδες του, τούτο άλλωστε απόδειχναν και οι λίγοι πειραματισμοί που διεξήγαγε για να το βεβαιώσει. Έβραζε λοιπόν τέτοιο το μένος που ένιωθε μέσα του σαν συναισθανόταν ότι ήταν πλέον καταδικασμένος να περιπλανιέται μοναχά ως πλάσμα της νύχτας ώστε έκαμε οτιδήποτε περνούσε απ’ το χέρι του για να εκτονώσει τα ερεθισμένα του ένστικτα. Και τούτο φυσικά σήμαινε μία άνευ όρων απόδυση στις επικράτειες της πλήρους ασυδοσίας.



Η μπορντό αυλαία της σκηνής άνοιξε φανερώνοντας τον maître des cérémonies -τον οικοδεσπότη της εκδήλωσης- ξαπλωμένον μέσα σε μια γύψινη απομίμηση λευκού σιντριβανιού και μια ξανθομαλλούσα καλλονή που καθόταν παραδίπλα συγκρατώντας μία άρπα ανάμεσα στα σκέλια της. Ολάκερη η αίθουσα παραδόθηκε σε δυνατά χαχανητά αλλά και σε σφυρίγματα θαυμασμού στοχευμένα στην καλλονή που φορούσε μοναχά ένα κομπινεζόν με κάποια μοβ τούλια γαζωμένα στα επίμαχα σημεία.


Ο οικοδεσπότης ήταν ένας πενηντάρης με πρησμένα προγούλια, φορούσε ένα φαντεζί σμόκιν ορισμένο από τα χρώματα του κόκκινου και κίτρινου και μπλε, τα μαλλιά του ήσαν ανάστατα μες στην φωσφορίζουσα πορτοκαλιά βαφή τους. Κάτω απ’ τα ρουθούνια του πόζαρε ένα ψεύτικο στριφογυριστό μουστάκι από μακριές αλογότριχες, κι απ’ το πιγούνι του κρεμόταν ένα τραγίσιο μούσι, δικό του, αυθεντικό.


«Καθώς περνούσα απ’ το καθάριο σιντριβάνι, έκρινα το νερό τόσο χαριτωμένο ώστε θεώρησα πως έπρεπε απαραιτήτως να κάνω ένα μπάνιο.» έκανε ο οικοδεσπότης προσποιούμενος ότι έτριβε το σώμα του με το σφουγγάρι, και η καλλονή παραδίπλα αρχίνησε να τσιμπολογάει τις χορδές της άρπας. Τα χαχανητά του κοινού ήσαν τόσο ηχηρά που θαρρούσε κανείς ότι από στιγμή σε στιγμή θα γκρεμιζόταν το ταβάνι.


«Σ’ αγάπησα για τόσον καιρό που μου ‘ναι αδύνατο να σε λησμονήσω. Κάτω από τις φυλλωσιές της γερο-βελανιδιάς, πλάγιασα για να στεγνώσω το κορμί μου. Στο ψηλότερο κλαδί, κελαηδούσε ένα αηδόνι. Κελάηδα, αηδόνι, κελάηδα, εσύ της εύθυμης καρδιάς. Η δική σου η καρδιά είναι φτιαγμένη για γέλιο… η δική μου δεν μπορεί παρά μοναχά να κλάψει. Έχασα την αγάπη μου δίχως να το αξίζω, εξ’ αιτίας ενός τριαντάφυλλου που της είχα κρατήσει μυστικό… Μακάρι το τριαντάφυλλο να ‘ταν ακόμη πάνω στην τριανταφυλλιά όπου βρισκόταν, και να μ’ αγαπούσε ακόμη η καλή μου.»


Ο οικοδεσπότης ανασηκώθηκε και, με αιθέρινες κινήσεις, βγήκε από το σιντριβάνι. Έφτασε με αργά βήματα στην άκρη της σκηνής ενόσω η ξανθομαλλούσα καλλονή ηχούσε ληθαργικές μελωδίες από την άρπα. Το φκιασιδωμένο του πρόσωπο –με τις κόκκινες βούλες στα μάγουλα και στην μύτη- διατηρούσε μία έκφραση επίπλαστης θλίψης, σα να συνέθετε μεθοδικά το πρελούδιο μιας καλοστημένης φάρσας.


«Ακριβώς, Mesdames et Messieurs.» είπε ο οικοδεσπότης κι έβγαλε ένα τριαντάφυλλο από την εσωτερική τσέπη του σμόκιν του. «Ένα τριαντάφυλλο στάθηκε η αιτία για μία μη αναστρέψιμη παρεξήγηση. Ένα απλό, ταπεινό, πανέμορφο τριαντάφυλλο. Τούτο δω το τριαντάφυλλο, Mesdames et Messieurs, το ανεκάλυψε η καλή μου σε τούτην την τσέπη και θεώρησε εσφαλμένως ότι προοριζόταν για κάποια άλλη γυναίκα. Ματαίως προσπάθησα να την πείσω ότι το τριαντάφυλλο αυτό το φυλούσα ως έκπληξη προς εκείνην. Έκλαψα γοερά, έπεσα στα πόδια της, την θερμοπαρακαλούσα να με πιστέψει. Κείνη όμως έστεκε ανένδοτη. Και μ’ εγκατέλειψε μες στην δυστυχία μου. Ίσως και να έψαχνε απλά για μια αφορμή ώστε να φύγει από κοντά μου, έχετε κάθε δικαίωμα να το υποθέσετε αυτό. Όπως και να ‘χει, η ουσία είναι μία: η καλή μου έφυγε για πάντα. Κι έκτοτε εγώ σεργιανίζω τον κόσμο μες στον αβάσταχτο πόνο μου.»



Δύο βοηθοί ήρθαν τότε κι έσυραν το σιντριβάνι πάνω στις ρόδες του μακριά από την σκηνή. Αποχώρησε και η ξανθομαλλούσα καλλονή με την άρπα. Ο οικοδεσπότης απόμεινε μονάχος μερικά δεύτερα. Μέχρις ότου εμφανίστηκε από τα δεξιά της σκηνής μία πληθωρική μελαχρινή γυναίκα ενδεδυμένη ως βοσκοπούλα, φορώντας ένα χιτώνιο από προβιά ζώου και βαστώντας στο χέρι της μία ποιμενική ράβδο. Κάποιος συντελεστής από τα παρασκήνια μιμούταν βελάσματα προβάτων. Το χιτώνιο της γυναίκας ήταν αρκετά κοντό ώστε να επιδεικνύει ολάκερες τις ζαρτιέρες των ποδιών της. Στην εμφάνισή της, το κοινό αναλύθηκε σε ξέφρενα σφυρίγματα θαυμασμού. Ο οικοδεσπότης την πλησίασε και συνέχισε τον μονόλογό του.


«Ώσπου κάποτε, μια μέρα… συνάντησα μια βοσκοπούλα… Ήταν κοπέλα αγνή και ευγενική… Με μια καρδιά γιομάτη καλοσύνη…»


Κάποια υπόκωφα χαχανητά απ’ το κοινό, εδώ κι εκεί.


«Και με πόδια αισθησιακά και λάγνα…»


Κάποια ηχηρά χαχανητά και σφυρίγματα θαυμασμού απ’ το κοινό, εδώ κι εκεί.


«Και μ’ έναν πισινό χάρμα οφθαλμών, ζουμερόν και αφράτον…»


Περισσότερα χαχανητά απ’ το κοινό, εδώ κι εκεί.


«Και με στήθη χυμώδη και ηδονιστικά…»


Ακομη περισσότερα χαχανητά απ’ το κοινό, εδώ κι εκεί.


«Και τότες θυμήθηκα την καλή μου… Την μοναδική μου αγάπη… Κείνη που δεν λησμόνησα ποτές μου… Και θωρώντας τούτο το κατακόκκινο τριαντάφυλλο του έρωτα, σκέφθηκα με την φωνή της ψυχής: Στον διάολο καλή μου, κι εσύ και το τριαντάφυλλο!!!... Χαχαχαχα!»



Ολάκερη η σάλα καταβυθίστηκε σε ένα πανδαιμόνιο από εκκωφαντικά χαχανητά. Η βοή του άκρατου γέλωτα δεν πρόλαβε καν να κοπάσει κι εμφανίστηκαν επί σκηνής οι τρεις μουσικοί της μπάντας: ο κιθαρίστας, ο ακορντεονίστας και ο τρομπετίστας. Σαν η μπάντα ξεκίνησε την μουσική, ήρθαν εμπρός και τρεις χορεύτριες με κρινολίνα, και τότε η βοσκοπούλα πέταξε από πάνω της την προβιά (αποκαλύπτοντας το κομπινεζόν του πληθωρικού της κορμιού) και ενώθηκε μαζί τους. Και αρχίνησαν οι τέσσερις χορεύτριες το καν-καν υπό τους ρυθμούς της μουσικής εκτελώντας με τα καλλίγραμμα πόδια τους υψηλά λακτίσματα στον αέρα. Και ο οικοδεσπότης τραγουδούσε όλος μπρίο το Il Était une bergère (= Ήταν κάποτε μια βοσκοπούλα) αγκομαχώντας να επιτύχει τα υψηλά λακτίσματα των χορευτριών με το πλαδαρό του σουλούπι.


Il était un' bergère,

Et ron, ron, ron, petit patapon;

Il était un' bergère,

Qui gardait ses moutons,

Ron, ron,

Qui gardait ses moutons.



Έχοντας κατεβάσει ολάκερη την μπουκάλα του Chateau Georges στο λαρύγγι του, ο Χάμχαντιουκ είχε ξανάψει πλέον για τα καλά από ενθουσιασμό και ο παχύσαρκος όγκος του λικνιζόταν επιδεικτικά πάνω στην καρέκλα ακολουθώντας τις κινήσεις των πληθωρικών χορευτριών. Και σαν κατάφερνε να αρπάζει γρήγορες ματιές από τα εσώρουχά τους κατά ταανοίγματα των ποδιών τους και να διακρίνει και λίγες από τις τρίχες των γλυκών τους αιδοίων, υπέκυπτε σε ανεξέλεγκτους καγχασμούς οι οποίοι υπερκάλυπταν σε ισχύ τον γέλωτα των υπολοίπων θαμώνων της σάλας.



Πολύ σύντομα άπαντες εντός της σάλας αρχίνησαν να νιώθουν δυσφορία στο θέαμα του Χάμχαντιουκ και των υπερβολικών του κουνημάτων. Και η δυσφορία κείνη αντικαταστάθηκε από σάστισμα σαν έβλεπαν πια ότι ήταν αδύνατον για τον Χάμχαντιουκ να παλουκωθεί στην καρέκλα του όντας τόσο στουπί και τόσο εξημμένος. Σηκώθηκε λοιπόν κάποια στιγμή ο Χάμχαντιουκ απ’ το τραπέζι του και, με άγαρμπες κινήσεις, χόρευε το δικό του καν-καν κάτω από την σκηνή τινάσσοντας τα τριγύρω τραπέζια με τα λακτίσματά του. Μέχρις που αποφάσισε κάποτε να ανέβει επάνω στην σκηνή και να συμμετάσχει κι ο ίδιος –με τον δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο- στην μουσικοχορευτική παράσταση του καμπαρέ.



Ο οικοδεσπότης έκανε να απομακρύνει τον Χάμχαντιουκ χτυπώντας τον ευγενικά στην πλάτη. Ο Χάμχαντιουκ τότε τον γράπωσε σφιχτά από την μύτη με τα δυο του δάχτυλα και τον οδήγησε εκτός σκηνής. Ο οικοδεσπότης αναλύθηκε σε βογγητά από την πονεμένη του μύτη. Ο Χάμχαντιουκ επέστρεψε στις τέσσερις χορεύτριες και, χουφτώνοντας δυνατά τα οπίσθιά τους με τις ανοιχτές του παλάμες, εκκίνησε τα υψηλά λακτίσματα των ποδιών μαζί τους. Εκείνες παραήσαν αμήχανες για να σταματήσουν τον χορό, όπως αμήχανη ήταν και η μπάντα που εξακολουθούσε την μουσική.


Κάποτε όμως το κοινό εξεγέρθηκε σε αποδοκιμασίες και γιουχαρίσματα, ουρλιάζοντας στον Χάμχαντιουκ να κατέβει από την σκηνή. Μάταιες οι εκκλήσεις τους. Ο Χάμχαντιουκ συνέχιζε απτόητος τον τρελό του χορό δίχως την παραμικρή έγνοια. Και τα χέρια του πασπάτευαν τις καμπύλες των γυναικών κατά τρόπο τόσο άγριον που ενίοτε τους προκαλούσε μέχρι και πόνο.


Και χόρευε ο Χάμχαντιουκ, χόρευε με όλο του το είναι, χόρευε ο παχύσαρκος όγκος του μες στο θέριεμα του ξεφαντώματος. Ώσπου η μπάντα αναγκάσθηκε να διακόψει την μουσική καθότι το κοινό της σάλας είχε πλέον μανιάσει και ζητούσε με μια φωνή από τον Χάμχαντιουκ να κατέβει κάτω. Ο Χάμχαντιουκ έστειλε τρία λακτίσματα στον αέρα προτού αντιληφθεί την απουσία της μουσικής. Στράφηκε τότε προς την μπάντα βαστώντας γερά δυο χορεύτριες από τους γοφούς τους.


«Έι! Τι διάολο συμβαίνει μ’ εσάς; Παίξτε λοιπόν!»


Οι μουσικοί συνοφρυώθηκαν και, με τα μάτια καρφωμένα στο δάπεδο, έγνεψαν τα κεφάλια τους αρνητικά. Οι φωνές του θυμωμένου κοινού αυξάνονταν στην ένταση. Ο Χάμχαντιουκ γύρισε και κοίταξε τους θαμώνες της σάλας με βλέμμα που στραφτάλιζε τις φονικές του βουλήσεις.


«Βγάλτε τον σκασμό όλοι σας! Βρωμογάλλοι!»


Οι χορεύτριες που είχε δεσμευμένες στα πλαϊνά του πάσχιζαν να απαλλαχθούν από τα στιβαρά του χέρια. Αφού κάγχασε σαδιστικά με τις ανέλπιδες προσπάθειές τους, ο Χάμχαντιουκ πέταξε την μία χορεύτρια προς το κοινό και έπειτα παράχωσε την άλλη μες στον σφιχτοδεμένο του κόρφο και έμπηξε τους επιμηκυσμένους του κυνόδοντες στον λαιμό της.


Το κοινό απόμεινε για κάμποσα δεύτερα σιωπηλό και ασάλευτο. Ουδείς μπορούσε να ψυλλιασθεί τι ακριβώς ήταν εκείνο που σκάρωνε ο Χάμχαντιουκ επί σκηνής και ήταν λογικό για όλους να υποθέσουν ότι απλά έδινε στην άμοιρη χορεύτρια ένα παθιασμένο φιλί στον λαιμό. Δεν είχαν ιδέα για το πώς έπρεπε να αντιδράσουν παρά παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι το αλλόκοτο θέαμα που εκτυλισσόταν εμπρός τους. Μα σαν ο Χάμχαντιουκ αποτραβήχτηκε από την γυναίκα γεμάτος αίματα γύρω απ’ το στόμα του και πέταξε το άψυχο κορμί της εκτός σκηνής, αναλύθηκαν οι πάντες σε ξεφωνητά τρόμου και υστερίας.


«Το Κτήνος! Είναι το Κτήνος των δύο κυνοδόντων! Γράφουν για εκείνον οι εφημερίδες!»


Τα μάτια του Χάμχαντιουκ είχαν γλαρώσει από την έκσταση. Στράφηκαν ψηλά σαν να έψαχναν να αποσαφηνίσουν την θεία εκείνη ενέργεια που συσσωρεύθηκε ξαφνικά στο στοιχειωμένο κορμί, να την προσδιορίσουν ως μία μάζα έχουσα σχήμα και χρώμα. Το ανθρώπινο αίμα –σαν θρέφει τους αδένες της νεκροζώντανης υπόστασης- δεν σβήνει μοναχά την δίψα του βρυκόλακα αλλά του χαρίζει επίσης και την ύλη που μοιάζει να έχει απολέσει από την στέρηση τούτης της ασύγκριτης ηδονής. Εκπληρώνει την οντότητα του βρυκόλακα και του δίνει επιτέλους όλες εκείνες τις παραμέτρους που στοιχειοθετούν την ύπαρξή του. Δίχως ανθρώπινο αίμα, βρυκόλακας δεν λογίζεται. Πόσο αξιοθρήνητος ήταν πραγματικά ο Λόρδος Γκρέηγουντ! Τούτο σκεφτόταν ο Χάμχαντιουκ. Πώς μπορεί ένας βρυκόλακας να αρνείται την θεσπέσια αυτή ικανοποίηση των αιμοβόρων πόθων; Έχει καν το δικαίωμα να την αρνείται;


Μα τώρα δεν είναι η ώρα των συλλογισμών. Τώρα είναι η ώρα των πράξεων. Και τούτο επειδή το ανθρώπινο αίμα δεν είναι ποτέ αρκετό. Όχι για έναν βρυκόλακα σαν τον Χάμχαντιουκ. Μονάχα ένα πράγμα στέκει ως υψηλότερο ιδανικό από το ανθρώπινο αίμα: περισσότερο ανθρώπινο αίμα! Και –δόξα στους ουρανούς!- υπήρχε μπόλικο από δαύτο μες στην σάλα του Mouton Blanc.


«Il Était une bergère, αγαπητέ μου μετρ! Χαχαχαχα!» αναφώνησε ο Χάμχαντιουκ, και μ’ ένα σάλτο χίμηξε πάνω στον οικοδεσπότη καταφέρνοντας τις δύο απαιτούμενες οπές στην καρωτίδα με τους τρομερούς κείνους κυνόδοντες.



Μέσα στην αναστάτωση που επικράτησε, οι θαμώνες του Mouton Blanc έτρεχαν αλαφιασμένοι να βρουν κάποια διέξοδο ώστε να αποδράσουν από το σημείο. Οι βουλιμικές διαθέσεις του Χάμχαντιουκ όμως ήσαν τέτοιες που δεν τους έδιναν και μεγάλο χρονικό περιθώριο καθότι τον έκαμαν ταχύτατο στιςκινήσεις και για τον λόγο αυτόν η αφαίμαξη του οικοδεσπότη τελέσθηκε εντός κάμποσων δευτερολέπτων. Κι αφού πέταξε το λείψανο του οικοδεσπότη στο δάπεδο, ο Χάμχαντιουκ επιτέθηκε με μακρινά δρασκελίσματα στους θαμώνες του Mouton Blanc και έχωνε με λύσσα τους κυνόδοντές του στους λαιμούς τους. Αγεροδρομώντας τριγύρω σαν τον αρπακτικό αετό, ο Χάμχαντιουκ γράπωνε διαδοχικά τους θαμώνες και τους αφαίμασσε έναν προς έναν ώσπου κάποτε η σάλα βάφτηκε ολάκερη με αίμα και καταβυθίστηκε σε σπαρακτικούς οδυρμούς.



Ενόσω ο Χάμχαντιουκ επιδιδόταν στην αιμοβόρικη κραιπάλη του, χόρευε παράλληλα και το λατρεμένο του καν-καν τραγουδώντας το Il Était une bergère. Δεν το ‘κανε μόνον για να απαλλαχθεί από την δυσκαμψία των κλειδώσεων στο σώμα του. Το ‘κανε και επειδή θεωρούσε το τέλος εκείνης της μουσικοχορευτικής βραδιάς κάπως άδοξο. Ήταν κρίμα, πράγματι. Πάνω που ‘χε αρχίσει να γλεντάει, όλα σταμάτησαν. Ας είναι. Il Était une bergère. Ήταν κάποτε μια βοσκοπούλα.


Il était un' bergère,

Et ron, ron, ron, petit patapon;

Il était un' bergère,

Qui gardait ses moutons,

Ron, ron,

Qui gardait ses moutons.



Και ούτως εξακολουθούσε ο Χάμχαντιουκ. Ώσπου κάποτε έτυχε σε εκείνον τον μικροκαμωμένο γέρο με την γαμψή μύτη και τα ματογυάλια των παχέων φακών. Και σαν έκανε να του επιτεθεί με τα διάπλατα σαγόνια του, ο γέρος έβγαλε από την τσέπη του φράκου του έναν μικρό σταυρό από κατάλευκο αλάβαστρο που ‘φερε και την φιγούρα του Εσταυρωμένου σκαλισμένη επάνω του. Στην θωριά του σταυρού, ο Χάμχαντιουκ τσίριξε σαν πανικόβλητη παιδούλα και μούλωσε σε μια γωνιά. Τούτη ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν αντιμέτωπος με την όψη ενός σταυρού και ένιωσε ευθύς το τσούξιμο στους αμφιβληστροειδείς των ματιών όπως επίσης και το ανακάτωμα στα γαστρικά του υγρά. Ο γέρος στήθηκε πάνω απ’ τον διπλιασμένο Χάμχαντιουκ με τον σταυρό κρατημένον σφιχτά στο χέρι. Πολύ σύντομα, οι παρευρισκόμενοι θαμώνες συναθροίστηκαν τριγύρω του.


«Voilà, αγαπητοί κύριοι. Ο άνθρωπος αυτός είναι βάρκολακ. Νοσφεράτου. Πλάσμα της νύχτας.» έκανε ο γέρος στους θαμώνες, κι έπειτα στράφηκε προς τον Χάμχαντιουκ: «Ύπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων


Αρνούμενος να κοιτάξει τον σταυρό, ο Χάμχαντιουκ έβγαλε μία απεγνωσμένη κραυγή. Συρρίκνωσε ακόμη περισσότερο τον όγκο του στην γωνία καλύπτοντας με τα χέρια το κεφάλι του.


«Πρέπει να τον θανατώσουμε! Τώρα που έχουμε την ευκαιρία!» αναφώνησε ο όχλος.


«Ψυχραιμία, κύριοι. Τα νοσφεράτου δεν πεθαίνουν τόσο εύκολα. Υπάρχουν συγκεκριμένες μέθοδοι για την εξόντωσή τους.» αποκρίθηκε ο γέρος.


«Πες μας λοιπόν! Πώς θα τον θανατώσουμε τούτον τον διάβολο! Με σχοινί; Με χαντζάρι; Με πιστόλα;» αναφώνησε ο όχλος.


«Και το σχοινί και το χαντζάρι και η πιστόλα είναι παντελώς άχρηστα εν προκειμένω, κύριοι. Τα νοσφεράτου δεν βλάπτονται από στραγγαλισμό ή από σφάξιμο ή από βόλια. Κείνο που πρέπει να κάμουμε είναι να καρφώσουμε ένα παλούκι κατευθείαν στην καρδιά του νοσφεράτου. Είναι η πλέον εγκεκριμένη μέθοδος σ’ αυτήν την περίπτωση, πιστέψτε με.» εξήγησε ο γέρος.


«Γρήγορα! Να βρούμε ένα παλούκι! Ένα μυτερό παλούκι!» αναφώνησε ο όχλος.


«Κι ένα σφυρί. Θα χρειαστεί να καρφώσουμε το παλούκι με δύναμη στην καρδιά του νοσφεράτου.» επισήμανε ο γέρος.



Βάλθηκε λοιπόν ο όχλος των θαμώνων να βρει παλούκι και σφυρί. Και ο Χάμχαντιουκ επωφελήθηκε της ευκαιρίας ενόσω οι κύριοι ήσαν απασχολημένοι και περιμάζεψε τις δυνάμεις του. Και αφού έκαμε τούτο, σηκώθηκε βίαια από το δάπεδο και έσπρωξε με φούρια απ’ εμπρός του τον γέρο και τον αλαβάστρινο σταυρό του. Κίνησε προς τα παρασκήνια στέλνοντας τις γροθιές του εδώ κι εκεί σε οποιονδήποτε έστεκε στην πορεία του. Και φτάνοντας στον χώρο των παρασκηνίων, ανακάλυψε αλαφιασμένος την πίσω πόρτα εξόδου και την άνοιξε με μια γερή κλωτσιά και βγήκε έξω στην μικρή μάντρα. Οι θαμώνες έτρεξαν ξοπίσω του.


Βγαίνοντας στην μάντρα, ο Χάμχαντιουκ πήρε μια βαθιά ανάσα από την κρύα νύχτα μες στα πνευμόνια του ώστε να μετριάσει τις φαρμακερές επιδράσεις του σταυρού. Οι θαμώνες όμως τον περικύκλωσαν γι’ άλλη μια φορά, μαζί τους κι ο γέρος που πρότασσε διαρκώς τον αλαβάστρινο σταυρό του προς τον τυραγνισμένο βρυκόλακα.


«Κάτσε ακίνητος, Αντίχριστε!» αναφώνησε ο όχλος.


Γι’ άλλη μια φορά, ο Χάμχαντιουκ κουλουριάστηκε στο έδαφος για να περιμαζέψει τις δυνάμεις του. Και σαν κατάφερε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του μακριά από το λιντσάρισμα που δεχόταν από τους θαμώνες, έδωσε ορμή στα πόδια και απέδρασε μ’ ένα σάλτο πάνω από τον μαντρότοιχο.


Βάδισε τρικλίζοντας το στενό σοκάκι κι έπειτα έστριψε σε μία γωνία του και κρύφτηκε στ’ αποσκότεινα, σε έναν μικρό περίβολο γεμάτον σκουπιδοτενεκέδες. Ακούμπησε το κεφάλι του πάνω στον τοίχο ενός ετοιμόρροπου κτίσματος προσπαθώντας να αποκομίσει λίγη από την δρόσο των υγρών οπτόπλινθων στο μέτωπό του και να συνεφέρει έτσι τον εαυτό του από τις ημικρανίες.



Ο δύσμοιρος Χάμχαντιουκ! Είχε την εντύπωση ότι μονάχα ο ήλιος μπορούσε να βλάψει έναν βρυκόλακα. Δεν είχε ιδέα ότι και η θωριά του σταυρού ήταν το ίδιο ολέθρια. Τούτη ήταν μία πραγματική ψυχρολουσία για κείνον. Τα δόντια του σφίχτηκαν μεταξύ τους από μίσος. Θα επέστρεφε κάποτε στο Mouton Blanc. Ναι, θα επέστρεφε. Και τότε θα έπαιρνε μία μεγαλειώδη εκδίκηση, τέτοια που θα ‘χαν να γράφουν οι εφημερίδες ολόκληρα κατεβατά για πολύ καιρό εις το μέλλον.



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769