Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 21 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 21 από 36]

---



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες


VI


Ο Χάμχαντιουκ βάδιζε σαν χαμένος την Οδό de l'Égout στηρίζοντας ενίοτε το σώμα του σε τοίχους και σε φανοστάτες ώστε να κατευνάσει τις ισχνές ζαλάδες –απόρροιες της ατυχούς συγκυρίας του Mouton Blanc. Ώσπου μία μαύρη άμαξα πέρασε από δίπλα του και ο αμαξάς την σταμάτησε απότομα τραβώντας τα χαλινάρια των αλόγων.



Ο Χάμχαντιουκ έστρεψε το βλέμμα του προς τον αμαξά. Ήταν φαλακρός, ούτε μία τρίχα στο γυμνό του κρανίο, με ρυτιδωμένη φυσιογνωμία κρυμμένη πίσω από τους πελώριους γιακάδες της καμπαρντίνας, και κοιτούσε τον Χάμχαντιουκ απλανώς με δύο μάτια που λαμπύριζαν σαν σκοτεινά ρουμπίνια. Προτού ο Χάμχαντιουκ προλάβει να εκστομίσει κάποιο από τα τυπικά του αισχρόλογα, το πορτόνι της άμαξας άνοιξε και από το εσωτερικό ξεπρόβαλε το πρόσωπο του Λόρδου Γκρέηγουντ κάτω απ’ το ημίψηλο καπέλο του.


«Γεια σου, Μπαγκς.» είπε.


«Βρε, βρε! Καλώς τον παλιόφιλο! Καιρό είχαμε να ιδωθούμε! Πώς είσαι, Λόρδε;» έκανε ο Χάμχαντιουκ με ένα πλατύ χαμόγελο.


«Εγώ είμαι μια χαρά, Μπαγκς. Εσύ δεν φαίνεσαι και τόσο καλά.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Είμαι περίφημα.» γρύλισε ο Χάμχαντιουκ.


«Έλα μαζί μου.» είπε κοφτά ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Γιατί να έρθω μαζί σου;» ρώτησε ο Χάμχαντιουκ.


«Έχεις μπλέξει σε φασαρίες. Έλα μαζί μου.» επέμεινε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


Ο Χάμχαντιουκ τον πλησίασε καχύποπτος. Τα μάτια του σκλήρυναν περιεργαζόμενα την υπούλως νηφάλια έκφραση του Λόρδου. Κάτι δεν πήγαινε καλά.


«Τι μαγειρεύεις, Λόρδε;»


«Τίποτε. Έλα μαζί μου.»


«Όχι.»


«Έλα μαζί μου. Θα διασκεδάσουμε.»


«Θα διασκεδάσουμε; Εμείς οι δυο;»


«Ναι. Έχε μου εμπιστοσύνη.»


«Να σ’ εμπιστευτώ;»


«Ναι.»


«Ωραία λοιπόν. Ας διασκεδάσουμε.»


Ο Χάμχαντιουκ μπήκε στο κουβούκλιο της άμαξας και κάθισε πλάι στον Λόρδο. Παρατηρώντας την επίσημη ενδυμασία του Λόρδου –το σταχτί φράκο από στιλπνή βισκόζη- συμπέρανε ευθύς ότι ο Λόρδος όδευε προς ένα πολύ ιδιαίτερο μέρος. Σε κάποια αριστοκρατική εκδήλωση της κλειστής ελίτ, το δίχως άλλο. Ο αμαξάς χτύπησε τα άλογα με το καμτσίκι του και η άμαξα ξεκίνησε.


«Περιττό να σου πω, Λόρδε, ότι εάν τυχόν μου ετοιμάζεις καμιά μπαγαποντιά, θα στραπατσάρω την μούρη σου τόσο άσχημα που δεν θα ξαναβρείς το θάρρος να φορέσεις φράκο.»


«Ηρέμησε, Μπαγκς. Απλά απόλαυσε την κούρσα.»



Τα άλογα κάλπαζαν χωρίς σταματημό. Η κούρσα της άμαξας προσέφερε πλουσιοπάροχα σκηνικά προς τέρψη των οφθαλμών, η προσοχή του Χάμχαντιουκ όμως ήταν πιότερο επικεντρωμένη στις κουρτίνες από σκούρο βελούδο που κρέμονταν στα παράθυρα του κουβούκλιου. Ήσαν παχιές, με πυκνή ραφή και διέθεταν πολλαπλά μεταλλικά κουμπώματα ώστε να σφαλίζονται μεταξύ τους κατ’ απόλυτη συναρμογή. Δεν χωρούσε αμφιβολία ότι σκοπός των κουρτινών αυτών ήταν να αποτρέπουν ως και την παραμικρή αχτίδα φωτός να εισβάλλει στο κουβούκλιο κατά την ηλιοφάνεια.



Κατά την μακρά πορεία της, η άμαξα διένυσε λεωφόρους ορισμένες από πανύψηλες λεύκες στα πλαϊνά τους. Έπειτα, λαγκάδια ανάμεσα από ασημόγκριζες λοφοπλαγιές που αντιφέγγιζαν το σεληνόφως της νύχτας, ανοιχτές πεδιάδες διάσπαρτες με καλύβια από πλινθιά και με στήλες καπνού που αναδύονταν απ’ τις μικροκαμινάδες, απέραντους πορτοκαλεώνες που ευωδίαζαν από τους τρυφερούς μίσχους των δέντρων, άγριους χωματόδρομους πλάι σε υδατορέματα αναλυμένα στα λυρικά τους κελαρύσματα.


«Τι σκαρώνεις, Λόρδε; Κάτι σκαρώνεις, αλλά τι;… Γιατί δεν το ομολογείς, βρώμικε σαπιοκρετίνε;»


«Ηρέμησε, Μπαγκς. Παραείσαι καχύποπτος μαζί μου. Ηρέμησε.»



Ώσπου κάποτε η άμαξα έφτασε στην περιοχή του Auvers-sur-Oise, έξω από το Παρίσι. Η περιοχή του Auvers-sur-Oise ήταν πυκνόφυτη με δασικές εκτάσεις και από μέσα της περνούσε ο ποταμός Oise. Μπαίνοντας στην περιοχή, η άμαξα κατευθύνθηκε στο Château des Papillons. Στην Έπαυλη των Πεταλούδων.



Σαν πέρασε την κύρια πύλη των κιγκλίδων του Château des Papillons, η άμαξα προχώρησε τον διάδρομο μέσα στους μεγαλόπρεπους κήπους της έπαυλης που αναλογούσαν σε δέκα εκτάρια γης. Οι κήποι του Château des Papillons ήσαν μορφοποιημένοι κατά τις τεχνοτροπικές αρχές του jardin à la française. Οβάλ ανθώνες από πολύχρωμη χλωρίδα, κυπαρίσσια στοιχισμένα σε ευθείες και κλαδεμένα ισοϋψώς, μικρολίμνες με κύκνους, κανάλια νερού που καθρέπτιζαν τους αστερισμούς της καθάριας νύχτας, περίτεχνα σιντριβάνια μυθολογικών φιγούρων, θάμνοι σμιλεμένοι σε φανταστικά και γεωμετρικά σχήματα, δαιδαλώδη μονοπάτια που σχημάτιζαν λαβύρινθους.



Δεν απαιτούνταν νους αυξημένης νοημοσύνης ώστε να αποσαφηνισθεί ο λόγος για τον οποίον η έπαυλη είχε προσλάβει την ονομασία Château des Papillons. Καθόλη την διαδρομή της ανάμεσα στους κήπους της έπαυλης, η άμαξα συναπαντούσε διαρκώς μυριάδες πεταλούδων να φτερουγίζουν στα λουλούδια, πεταλούδες όλων των ειδών και οικογενειών.






Στις τουλίπες σύχναζε η οικογένεια των Nymphalidae με τα φτερά των μπλε και κόκκινων ελλειπτικών πουά μέσα σε μαύρα πλαίσια. Στους νάρκισσους τριγυρνούσε η οικογένεια των Papilionidae με τα κερκοφόρα φτερά που ‘χαν το χρώμα είτε του γλαυκοπράσινου αμέθυστου είτε της βαθυκύανης ζαφειρόπετρας. Στα πέταλα των κυκλάμινων ξαπόσταινε η οικογένεια των Pieridae με φτερά κοσμημένα από μωσαϊκά του λευκού και του κίτρινου και του πορτοκαλί. Οι κρίνοι είχαν αποικηθεί από τις χαλκόχρωμες Riodinidae ενώ οι Lycaenidae των γυαλιστερών γαλάζιων φτερών παιχνίδιζαν στους στήμονες των υακίνθων. Όσο για τις μικροσκοπικές αργυρόλευκες Hesperiidae, δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στην ευρεία ποικιλία των ανθών, οι περισσότερες του σιναφιού τους όμως ελκύονταν από τις δροσοσταλίδες της πάχνης επάνω στα νούφαρα των μικρολιμνών.



Η άμαξα σταμάτησε εμπρός στην είσοδο της έπαυλης. Το Château des Papillons ήταν οικοδόμημα που ταίριαζε πιότερο σε αυτοκράτορα. Η επιβλητική του πρόσοψη –με την υπογραφή του καταξιωμένου αρχιτέκτονα Jean Bullant- ήταν χαρακτηρισμένη από τον κολοσσιαίο ρυθμό των παραστάδων και τα πλατιά κατάλευκα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην πόρτα. Μαρμάρινοι γρύπες –μυθικά λιοντάρια με φτερά αετού- έστεκαν στα πέτρινα στηθαία των σκαλοπατιών αλλά και στα πλαϊνά του οικόσημου άνωθεν του υπερθύρου. Πολλαπλά μακρόστενα παράθυρα τριγωνικών κορφών πόζαραν στους πανύψηλους τοίχους των οποίων το μήκος εκτείνονταν στα εκατό μέτρα. Ευρισκόμενο σε απομονωμένη περιοχή αλλά και φέροντας μία ιστορία τριών αιώνων, το Château des Papillons ήταν ένα από τα ελάχιστα ανάκτορα αυτού του είδους που γλίτωσαν την ολοσχερή καταστροφή κατά την Γαλλική Επανάσταση.


Το Château des Papillons ανήκε στην βαρόνη Χίλντε φον Βάσερμπαουμ, κόρη του Βαυαρού ιατρού Κλάους φον Βάσερμπαουμ και της Μαρί ντ’ Αντζεβίν, μακρινής εξαδέλφης του Λουδοβίκου Ερρίκου Β’, πρίγκιπα του Κοντέ. Η σαραντάχρονη βαρόνη φον Βάσερμπαουμ ήταν περιβόητη στο Auvers-sur-Oise τόσο για τον εκκεντρικό της χαρακτήρα που την ήθελε αποστασιοποιημένη από τον αριστοκρατικό περίγυρο της περιοχής όσο και για την εμμονική της τάση προς τις (ελάχιστες) συναναστροφές με ανθρώπους αποκλειστικά βαυαρικής καταγωγής. Οργίαζαν οι φήμες για την προσωπική της ζωή, η κυριότερη εξ’ αυτών εκείνη η φήμη που αφορούσε τον ματαιωμένο γάμο της με κάποιον ανώνυμο Γάλλο ευγενή, αιτία της ματαίωσης ένας κρυφός δεσμός που διατηρούσε ο εν λόγω ευγενής με μία καμαριέρα. Άλλες πάλι φήμες παρενέφαιναν μία ατυχή εγκυμοσύνη της βαρόνης που κατέληξε σε αποβολή. Άγνωστο το τι ήταν αλήθεια και τι ψέμα, οι φήμες για την βαρόνη ήσαν τόσες πολλές που της απέδιδαν πια την ιδιότητα ενός μυστηριώδη θρύλου στην συνείδηση των κοσμικών κύκλων.


Ο αμαξάς κατέβηκε από την άμαξα και άνοιξε το πορτόνι του κουβούκλιου για να βγουν ο Λόρδος με τον Χάμχαντιουκ. Κι αφού έκαμε τούτο, ο αμαξάς ανέβηκε με τους δύο άνδρες τα πλατιά σκαλοπάτια και τους συνόδευσε στην είσοδο. Μπαίνοντας στον θαμβωτικό προθάλαμο των κρυστάλλινων πολυελαίων και των περίχρυσων πινάκων της Αναγέννησης, ο αμαξάς έβγαλε από πάνω του την καμπαρντίνα αποκαλύπτοντας το επίσημο σμόκιν του μπάτλερ και πήρε τις ρεντικότες των δύο ανδρών ώστε να τις κρεμάσει στην γκαρνταρόμπα.


Ο Χάμχαντιουκ βάδισε τον προθάλαμο αποσβολωμένος από την υπερβολική χλιδή του. Αναλογιζόταν διαρκώς το μέγεθος της περιουσίας του ιδιοκτήτη ενός τέτοιου παλατιού. Χρήμα, πολύ χρήμα, σκεφτόταν ενόσω έκαμε γρήγορους υπολογισμούς για το κόστος οποιουδήποτε αντικειμένου επάνω στο οποίο έπεφτε η ματιά του.



Τα σεκρετέρ που έστεκαν εξ’ αριστερών ήσαν καμωμένα από καστανοκόκκινο μαόνι και τα ενσωματωμένα τους ωρολόγια όπως και οι χειρολαβές των συρταριών ήσαν από ατόφιο χρυσάφι. Εκ δεξιών έστεκαν παραταγμένα κομοδίνα με βάζα της Δυναστείας των Μινγκ από πορσελάνη Ζουάντ, κοσμημένα με αναπαραστάσεις δράκων και χρυσόψαρων από κλουαζονέ σμάλτο και πολύτιμα σμαράγδια. Το δάπεδο ήταν από μασίφ δρυ και έλαμπε από το πανάκριβο ελαιοβερνίκι.


Ω ναι, από το εσωτερικό του Château des Papillons δεν έλειπαν και οι ξέμπαρκες πεταλούδες που φτερούγιζαν ανέμελες εδώ κι εκεί. Όπως δεν έλειπαν και οι διαολεμένες μαρμάρινες προτομές σε διάφορα σημεία, σαν εκείνη του αρπιχορδιστή μουσουργού Jean-Henri d' Anglebert που πόζαρε πλάι στην διπλή θύρα της σάλας επάνω σε μια ξύλινη βάση.


Σαν συνέλαβε τον Χάμχαντιουκ να περιεργάζεται τα πολυτελή έπιπλα του προθαλάμου, η προτομή του d' Anglebert με την περούκα των μακριών βοστρύχων (κατά τις επιταγές της μόδας του 17ου αιώνα) έστρεψε το βλέμμα της ευθύς προς το μέρος του παρατηρώντας τον επίμονα ως έπρατταν άλλωστε με τον βρυκόλακα όλες οι προτομές. Ο Χάμχαντιουκ φυσικά αντιλήφθηκε το κοίταγμα του μαρμάρινου d' Anglebert, προτού όμως διανοηθεί να του ρίξει μια γερή γροθιά και να τον κάμει κομμάτια, ζύγωσε τ’ αυτιά του ο υποβλητικός κείνος ήχος που έμοιαζε με λειτουργική ψαλμωδία από πνευστά.


Διάολε. Μουσική. Ερχόταν από την σάλα.



Ο Χάμχαντιουκ μπήκε στην σάλα και κυριεύθηκε από δέος σαν αντίκρισε το εκκλησιαστικό όργανο με τις συστοιχίες των γιγάντιων αυλών που έμοιαζαν να φθάνουν ως τα ουράνια. Η σάλα ήταν ειδικά διαμορφωμένη ώστε να χωρεί το τεραστίων διαστάσεων όργανο και για τον λόγο αυτόν το ταβάνι των πομπώδων αγγέλων και των χρυσοποίκιλτων διακοσμήσεων είχε αναβαθμισθεί κατά τρεις με τέσσερις ορόφους υψηλότερα. Μπροστά στο θηριώδες τούτο κατασκεύασμα των χιλίων μεταλλικών αυλών και της βαριάς καρυδένιας επένδυσης, καθόταν η λιλιπούτεια παρουσία της βαρόνης φον Βάσερμπαουμ εκτελώντας στο κλαβιέ του οργάνου την Τοκκάτα και Φούγκα σε ρε ελάσσονα του Μπαχ και οι οκτάβες απελευθερώνονταν με τον αγέρα του ποδοκίνητου φυσητήρα, βαρύγδουπες, σκυθρωπές, πένθιμες.


Ο Χάμχαντιουκ κίνησε να κάμει ένα σχόλιο προς τον μπάτλερ, όμως εκείνος του ένευσε με το δάχτυλο στα χείλη να παραμείνει σιωπηλός ενόσω η βαρόνη έπαιζε μουσική. Ο Χάμχαντιουκ τότε στράφηκε προς τον Λόρδο μα πριν προλάβει να αρθρώσει κάποια κουβέντα, ο Λόρδος τον σιώπησε επίσης με ένα αυστηρό «σουτ!». Κατσουφιασμένος, ο Χάμχαντιουκ κάθισε σε μία αραχνοκέντητη πολυθρόνα από μαλακό μετάξι και ατένισε τον χώρο της σάλας τριγύρω του. Του πήρε κάμποση ώρα μέχρι να αντιληφθεί ότι καθόταν κάτω από ένα βαλσαμωμένο κεφάλι ελαφιού με τεράστια κέρατα, στερεωμένο σε λακαρισμένη ξύλινη πλάκα στον τοίχο.


Οι νεοτροπικές πεταλούδες τύπου Chorinea με τα ημιδιάφανα φτερά των αζούρ αποχρώσεων και των ασημένιων κηλίδων έμοιαζαν να κανονίζουν το φτερούγισμά τους εντός της σάλας κατά τις νότες που αντηχούσε το εκκλησιαστικό όργανο. Πεταλούδες, πολλές πεταλούδες, σκέφτηκε ο Χάμχαντιουκ καθώς παρατηρούσε το κοπάδι τους να περιφέρεται στην ατμόσφαιρα.



Οι τοίχοι της σάλας –από το δάπεδο ως το ταβάνι- ήσαν πακτωμένοι με βιβλιοθήκες και πάνω στα ράφια των βιβλιοθηκών αυτών έστεκαν αναρίθμητοι σκληρόδετοι τόμοι, όλων των κλάδων και επιστημών. Βιβλία, πολλά βιβλία, σκέφτηκε ο Χάμχαντιουκ σαν το μάτι του ζαλίστηκε επιθεωρώντας τις θεόρατες βιβλιοθήκες ως τις κορφές τους.


Έπειτα το βλέμμα του έπεσε στο χαμηλό τραπέζι πλάι στην πολυθρόνα. Επάνω στο τραπέζι έστεκαν δύο αγαλματίδια: το ένα αναπαριστούσε ένα ανδρόγυνο αριστοκρατών με δαντελένιες περιβολές του 18ου αιώνα που ξεφύλλιζε από κοινού ένα βιβλίο και το άλλο αναπαριστούσε έναν αγροτοπιτσιρικά με ψάθινο καπέλο που έτρωγε μία φέτα καρπούζι. Ανάμεσα στα δυο αγαλματίδια, μια υδρόγειος σφαίρα, μεγάλη, λαμπερή από την λάκα στην επιφάνειά της. Άπλωσε το παχύδερμο χέρι του επάνω της και της έδωσε μια γερή ώθηση. Η υδρόγειος άρχισε να περιστρέφεται και τότε εκείνος την σταμάτησε με την άκρη του δείκτη του κι έπειτα κίνησε να δει σε ποιο σημείο είχε σταθεί το δάχτυλό του. Ήταν επάνω στο σημείο της Ελλάδας.


«Χμ.» ψιθύρισε κοφτά.


Ο Χάμχαντιουκ ένιωθε μεν κάποιον παραδεχτό θαυμασμό για το αυτοκρατορικό παλάτι της βαρόνης, όμως αυτού του είδους οι αισθήσεις (ήτοι εκείνες του δέους και της κατάπληξης) δεν ήσαν αισθήσεις που διαρκούσαν μέσα του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και τούτο επειδή, όντας βρυκόλακας Strigoi Morti με υπερφυσικές δυνάμεις, ο Χάμχαντιουκ διέθετε ανεξάντλητη ευχέρεια πρόσβασης σε χρήματα εάν και όταν το επιθυμούσε, και άρα ο πλούτος δεν αποτελούσε πλέον έγνοια του. Ως εκ τούτου, η εκτίμησή του για τα υλικά αγαθά σταδιακά ελαττωνόταν και τώρα πια ο νους του ειδωλοποιούσε την αυθεντική πεμπτουσία των πραγμάτων που τον έκαμε πραγματικά ευτυχισμένο. Κείνη φυσικά δεν ήταν άλλη από το φρέσκο ανθρώπινο αίμα.


Η βαρόνη φον Βάσερμπαουμ ήταν γυναίκα αριστοκρατικής ομορφιάς με πληθωρικές καμπύλες στο σώμα της και με ενυδατωμένη επιδερμίδα που απέπνεε έναν ασύστολο ηδονισμό. Το πρόσωπό της οριζόταν από τέλειες αναλογίες: μελίχρυσα μάτια πάνω από τα ροδαλά ζυγωματικά, λεπτή περιφρονητική μύτη, χείλη σαρκώδη, πιγούνι αρκούντως προεξέχον ώστε να υποδηλώνει την ανωτερότητα του γονιδίου. Φορούσε μία γοτθική μοβ τουαλέτα από πτυχωτή μουσελίνα, με ανασηκωμένο γιακά και με λαιμόκοψη που σχημάτιζε ένα V αναδεικνύοντας το πλούσιο μπούστο της. Τα πυρόξανθα μαλλιά της ήσαν μαζεμένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της σε σχήμα σφαίρας με έναν μαύρο τούλινο φιόγκο και γύρω απ’ τον λαιμό της είχε περασμένη μία διακριτική κορδέλα από δαμασκηνί σατέν. Κάμποσες ανταύγειες της πλατίνας ξεμύτιζαν από το σύμπλεγμα των μαλλιών της, που ήσαν είτε λόγω της ηλικίας είτε λόγω κάποιου υποβόσκοντος καημού.


Σαν τελείωσε την Τοκκάτα και Φούγκα στο όργανο, ανασηκώθηκε ελαφρά από το χαμηλό κάθισμα και έστρεψε το σώμα της προς τους τρεις παριστάμενους άνδρες. Ο μπάτλερ και ο Λόρδος επιδόθηκαν σε ένα ενθουσιώδες χειροκρότημα. Ο Χάμχαντιουκ, από την άλλη, έδειχνε πιότερο συγκεντρωμένος στην πεταλούδα που φτερούγιζε εμπρός του διαγράφοντας μεθυσμένα οχτάρια στον αέρα. Τίναξε απότομα το χέρι του και την άρπαξε στην χούφτα του. Ύστερα την έφερε κοντά στο πρόσωπό του και μελέτησε τα φανταχτερά χρώματα των φτερών της: κομπάλτ-μπλε των νήνεμων ωκεανών μπολιασμένο με κατακόκκινες κουκίδες και μεταλιζέ ανταύγειες. Ξαποσταμένη στην παλάμη του Χάμχαντιουκ, η πεταλούδα ύψωσε το κεφάλι της και τρεμόπαιξε τις κεραίες της σαν σε μια απόπειρα επικοινωνίας μαζί του.


Ήταν μια πολύ χαριτωμένη πεταλούδα, πράγματι. Δεν είχε σημασία. Ο Χάμχαντιουκ την έκανε μια χαψιά. Ο μπάτλερ και ο Λόρδος τον παρακολουθούσαν εμβρόντητοι ενόσω εκείνος μασουλούσε αδιάφορα. Τα μάτια της βαρόνης άστραψαν από οργή.


«Διάολε…! Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι οι πεταλούδες αποτελούν έναν τόσο νόστιμο μεζέ.» έκανε ο Χάμχαντιουκ καταπίνοντας το ζωύφιο.


«Ποιο είναι αυτό το σίχαμα!;» ρώτησε σε αυστηρό τόνο η βαρόνη δακτυλοδείχνοντας τον Χάμχαντιουκ.


«Ο κύριος από δω είναι ο Μπαγκς Χάμχαντιουκ.» αποκρίθηκε ο Λόρδος Γκρέηγουντ. «Σου έχω μιλήσει για κείνον. Και όπως διαπιστώνεις κι εσύ η ίδια, αγαπητή μου Χίλντε, παρότι έγινε βρυκόλακας, διατηρεί τους αγροίκους τρόπους του απαράλλαχτους.»


Ο Χάμχαντιουκ κοίταξε παραξενεμένος τον Λόρδο και τον μπάτλερ. Επισημαίνοντας την θυμωμένη έκφραση της βαρόνης, συνειδητοποίησε την γκάφα του.


«Συγγνώμην… Μήπως έκαμα τίποτες κακό;» ρώτησε μουλωχτά.


«Μόλις εφονεύσατε την Ελουάζ.» είπε η βαρόνη ενώ το βλέμμα της εκτόξευε ακόμη σπινθήρες οργής. «Η Ελουάζ ήταν χαρακτήρας ντροπαλός και εσωστρεφής. Προτιμούσε γενικώς την μοναξιά της και δεν θα εκκινούσε ποτέ της οικειότητες με κάποιον ξένο. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίον προσέγγισε εσάς ήταν προκειμένου να βοηθήσει εμένα να κοινωνικοποιηθώ με μεγαλύτερη άνεση.»


«Συγχωρήστε με. Εάν εγνώριζα ότι δίδατε ονόματα στις πεταλούδες, ενδεχομένως να ήμουν πιο εγκρατής.» αποκρίθηκε ο Χάμχαντιουκ χαμηλώνοντας ταπεινά το βλέμμα.


«Η συγγνώμη σας δεν πρόκειται να φέρει την Ελουάζ πίσω στην ζωή. Ούτε πρόκειται να αναιρέσει τον βάναυσο χαμό της.» ανταπάντησε η βαρόνη.


«Λυπάμαι ειλικρινά. Δεν έχω τίποτες άλλο να πω. Εάν υπάρχει κάτι που μπορώ να κάμω ώστε να επανορθώσω το σφάλμα μου, είμαι πρόθυμος να το ακούσω.» είπε ο Χάμχαντιουκ με ύφος επιτηδευμένης μεταμέλειας.


«Νομίζω ότι τούτο μπορεί να διευθετηθεί, έτσι δεν είναι;» έκανε ο Λόρδος Γκρέηγουντ προς την βαρόνη. «Νομίζω ότι μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο εξιλέωσης για τον χερ Χάμχαντιουκ. Δεν συμφωνείς, Χίλντε;»


«Ναι… Ίσως έχεις δίκιο, Τζουλς.» είπε η βαρόνη εξετάζοντας τον Χάμχαντιουκ με μάτια που ηρέμησαν σελαγίζοντας ύπουλα. «Ίσως τελικά ο χερ Χάμχαντιουκ μας αποδειχθεί χρήσιμος εν προκειμένω.»


Ο Χάμχαντιουκ κοίταξε τους δυο με γνήσια απορία αδυνατώντας να ανιχνεύσει τι είχαν αμφότεροι κατά νου. Δεν είχε όμως καμία διάθεση να τους ρωτήσει ή έστω να συζητήσει μαζί τους. Και τούτο επειδή το στομάχι του γουργούριζε από την πείνα. Η Ελουάζ δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο κολατσιό.


Ο Λόρδος έκανε ένα νευρικό νεύμα στον Χάμχαντιουκ παρακινώντας τον να συστηθεί με ευπρέπεια στην βαρόνη. Ο Χάμχαντιουκ εισάκουσε την νουθεσία του Λόρδου με την ελπίδα ότι η οικοδέσποινα θα τον φίλευε τίποτε φαγώσιμο. Πλησίασε λοιπόν όλος νάζι την βαρόνη με ελαφρά βήματα.


«Είμαι πανευτυχής που κάνω την γνωριμία σας, αγαπητή βαρόνη μαντάμ.» είπε και της φίλησε το χέρι υποκλινόμενος.


«Τα αισθήματα δυστυχώς δεν είναι αμοιβαία επί του παρόντος, χερ Χάμχαντιουκ.» αποκρίθηκε παγερά η βαρόνη. «Ας ελπίσουμε ότι θα μου αλλάξετε την γνώμη κατά την διάρκεια του δείπνου.»


«Δείπνο!; Ω, υπέροχα! Πάνω στην ώρα, αγαπητή μου βαρόνη! Πεινάω σαν λύκος.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Χμ, ναι… Τούτο το διαπίστωσα δεόντως μόλις τώρα, χερ Χάμχαντιουκ.» είπε η βαρόνη και στράφηκε προς τον μπάτλερ.


«Είναι έτοιμο το δείπνο, Φρίντριχ;»


«Το δείπνο είναι έτοιμο, βαρόνη.» αποκρίθηκε ο μπάτλερ.


«Ωραία λοιπόν. Ας δειπνήσουμε.» είπε η βαρόνη και σηκώθηκε από το κάθισμα του οργάνου.



Ο Χάμχαντιουκ ακολούθησε συνεσταλμένα την βαρόνη προς την τραπεζαρία υπό τα επικριτικά βλέμματα του Λόρδου και του μπάτλερ. Η γνωριμία του με την βαρόνη δεν ξεκίνησε καλά.






---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα. Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher) Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο. Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ. Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ. Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769