Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 22 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 22 από 36]

---



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες


VII


Η μακρόστενη αίθουσα της τραπεζαρίας ήταν φωτισμένη από δεκάδες αναμμένα τρίκηρα επάνω σε επιτοίχια περβάζια και δεν υστερούσε σε πολυτέλεια. Τους τοίχους κοσμούσαν πίνακες ζωγραφικής τεραστίων διαστάσεων: θρησκευτικοί πίνακες του Nicolas Poussin, πορτρέτα βασιλιάδων και καρδινάλιων του Philippe de Champaigne, πίνακες μυθολογικών θεμάτων του Piero di Cosimo. Ανάμεσα στους πίνακες πόζαραν οι δώδεκα υφασμάτινες ταπετσαρίες των Les Chasses de Maximilien και η καθεμιά τους απεικόνιζε μία σκηνή κυνηγιού στο Δάσος του Σονιάν σε κάθε μήνα του έτους. Το μακρύ τραπέζι από ξύλο οξιάς έφθανε τα δεκαπέντε μέτρα, στρωμένο με ένα κατάλευκο τραπεζομάντιλο γαρνιρισμένο με δαντέλα, και επάνω του έλαμπαν τα σερβίτσια και τα κρυστάλλινα ποτήρια. Στα σκουρόχρωμα σκρίνια γύρω απ’ το τραπέζι έστεκαν ανθοδοχεία από μπιγκόνιες και ιβίσκους.


Η βαρόνη, ο Λόρδος και ο Χάμχαντιουκ κάθισαν στην μία άκρη του τραπεζιού, η βαρόνη στην κεφαλή και οι δυο άνδρες στα πλαϊνά της. Ο Χάμχαντιουκ πήρε την πετσέτα του σερβίτσιου του και την έδεσε γύρω απ’ τον λαιμό του σαν σαλιάρα. Η βαρόνη μόρφασε από απέχθεια. Ο Λόρδος ήταν συνηθισμένος από τέτοια χούγια του Χάμχαντιουκ και απλά ξεφύσηξε με συγκατάβαση. Χάμχαντιουκ και σαβουάρ βιβρ ήσαν δυο πράγματα που δεν συνταίριαζαν αναμεταξύ τους.



Ο μπάτλερ κατέφθασε με το τροχήλατο τραπέζι. Επάνω στο τραπέζι υπήρχαν διάφορα εδέσματα αλλά την προσοχή όλων τραβούσε ο ατσάλινος δίσκος με το καπάκι. Ο μπάτλερ σήκωσε το καπάκι του δίσκου αποκαλύπτοντας το ψητό αγριογούρουνο. Περιττό να ειπωθεί ότι, στην θέα του αγριογούρουνου, ο Χάμχαντιουκ έπλεε ξάφνου σε πελάγη ευτυχίας. Ο μπάτλερ έκοψε το αγριογούρουνο σε λεπτές φέτες με το μαχαίρι και το σέρβιρε στα πιάτα μαζί με σος από μαύρη τρούφα και πράσινα φασολάκια πασπαλισμένα με σκόνη πορτσίνι. Σαν τελείωσε το σερβίρισμα, ο μπάτλερ έκανε να φύγει με το τροχήλατο τραπέζι όμως ο Χάμχαντιουκ τον σταμάτησε. Πεινούσε τόσο πολύ που μια μερίδα δεν θα του ήταν αρκετή και για τον λόγο αυτόν ήθελε το τροχήλατο τραπέζι να παραμείνει δίπλα του. Ο μπάτλερ εισάκουσε την επιταγή του πεινασμένου βρυκόλακα και επέστρεψε στην κουζίνα.


Ο Χάμχαντιουκ ξεστόμισε ένα βιαστικό bon appétit και χίμηξε με βουλιμία στο αγριογούρουνο του πιάτου του. Και -ως ήταν φυσιολογικό και επόμενο- σαν άδειασε την μερίδα του, άρπαξε το υπόλοιπο αγριογούρουνο που έστεκε στον ατσάλινο δίσκο και το καταβρόχθισε ολάκερο μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Λόρδου Γκρέηγουντ και της βαρόνης φον Βάσερμπαουμ.



Έφθασε η ώρα του επιδόρπιου. Ο μπάτλερ επανήλθε στο τραπέζι σέρνοντας μαζί του ένα καρότσι. Πάνω στο καρότσι υπήρχαν ένα χαμηλό παχυκρύσταλλο καμινέτο λαδιού με ένα φυτίλι που έβγαινε από το στόμιο, ένα μικρό τηγάνι, μία μποτίλια ρούμι, αβγά, ζάχαρη και βούτυρο. Omelette au Rhum! αναφώνησε ο μπάτλερ με στόμφο. Γλυκιά ομελέτα α λα φλαμπέ. Τηγάνισε τα αβγά μαζί με την ζάχαρη πάνω απ’ το καμινέτο ώσπου να καραμελώσουν και έπειτα περίχυσε το ρούμι στο καυτό τηγάνι προκαλώντας ανάφλεξη. Ο Χάμχαντιουκ παρακολουθούσε την διαδικασία εκστασιασμένος, ειδικά την ψηλή φλόγα της καιγόμενης αλκοόλης που ξεπετάχτηκε απ’ το τηγάνι και σίμωσε απειλητική τον πολυέλαιο. Σαν σερβιρίστηκε το φλαμπέ στο πιάτο του, ο Χάμχαντιουκ το περίλαβε με ανυπομονησία. Ολοφάνερα, το επιδόρπιο ήταν τελικά της αρεσκείας του. Ίσως μάλιστα και κατιτί παραπάνω.


«Βλέπω ότι είστε άνθρωπος των λίγων λόγων, χερ Χάμχαντιουκ.» είπε η βαρόνη. Είχε εμφανώς ξεπεράσει την πρότερη σύγχυσή της για τον άδικο χαμό της Ελουάζ.


«Ακολουθώ πιστά το δόγμα της μακαρίτισσας της μάνας μου. ‘Η θα τρως ή θα μιλάς. Και τα δυο μαζί, δεν γίνεται. Άλλωστε σαν τι να πει κανείς όντας σε τραπέζι με φαγητό;» έκανε ο Χάμχαντιουκ αποδιώχνοντας τις πεταλούδες που περιτριγύριζαν το γλυκό του.


«Συμπαθώ τους λιγομίλητους άνδρες. Συνήθως είναι εξυπνότεροι από κείνους που μιλούν πολύ.» είπε η βαρόνη.


«Σας ευχαριστώ για το κομπλιμάν, βαρόνη, εάν όντως μου κάματε κάποιο. Για χάρην της συζήτησης όμως, οφείλω να πω ότι ο μπάτλερ σας είναι ένας εξαίρετος μάγειρας. Τα συγχαρητήριά μου.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Ο Φρίντριχ είναι πολλά περισσότερα από απλά ένας εξαίρετος μάγειρας, χερ Χάμχαντιουκ. Είναι άνθρωπος πολλών ταλέντων.» αποκρίθηκε η βαρόνη.


«Αλήθεια;» έκανε αδιάφορα ο Χάμχαντιουκ.


«Φρίντριχ, φέρε τα παιχνίδια σου σου εδώ πέρα. Είμαι σίγουρη ότι ο χερ Χάμχαντιουκ θα ξετρελαθεί μαζί τους.» είπε η βαρόνη στον μπάτλερ.


«Μάλιστα, βαρόνη.» είπε ο μπάτλερ και εξήλθε της τραπεζαρίας.


«Παιχνίδια;» έκανε ο Χάμχαντιουκ με δυσφορία.


«Ο κύριος λόγος για τον οποίον διατηρώ τον Φρίντριχ στην εργοδοσία μου, χερ Χάμχαντιουκ, είναι διότι είναι ένας άνθρωπος με άσβεστο πάθος για μάθηση στον τομέα της εφευρετικότητας. Πιστέψτε με, εγώ προσωπικά δεν θα κρατούσα ποτέ έναν υπάλληλο για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μόνον και μόνον επειδή είναι καλός μάγειρας. Μία τέτοια ταχτική δεν θα ταίριαζε σε άτομο με την δική μου ιδιοσυστασία. Ο Φρίντριχ είναι μία σπάνια ιδιοφυία. Μία ιδιοφυία που δοκιμάζει διαρκώς τα όρια του ανθρώπινου νου. Προτιμά όμως να λειτουργεί στην αφάνεια, μακριά από τα απατηλά θέλγητρα της δημοσιότητας. Βλέπετε, η ματαιοδοξία δεν αποτέλεσε ποτέ στοιχείο του χαραχτήρος του. Γι’ αυτό και τον πήρα υπό την προστασία μου.» είπε η βαρόνη.


«Ενδιαφέρον ακούγεται. Και τι είναι ακριβώς αυτό που καταφέρνει ο Φρίντριχ και που τον κατατάσσει στην βαθμίδα της ανθρώπινης διάνοιας;» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


«Ω, αφήστε τα ίδια σας τα μάτια να κρίνουν από μόνα τους, χερ Χάμχαντιουκ. Ποίο το νόημα της δικής μου εισαγωγής όταν το θέαμα μπορεί και μιλά από μόνο του τόσο απρόσκοπτα;» είπε η βαρόνη.


Ο μπάτλερ εμφανίστηκε στην τραπεζαρία βαστώντας στα χέρια του τρεις ξύλινες μαριονέτες, ανθρώπινα ομοιώματα του ενός πήχη, έναν πρίγκιπα, μία πριγκίπισσα και έναν αξιωματικό της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα φορούσαν βελούδινες περιβολές με χρυσοκέντητους θυρεούς και διακοσμημένες κορόνες στα κεφάλια, ο αξιωματικός ήταν ενδεδυμένος την μπλε στολή των επωμίδων και το ψηλό κασκέτο από αρκουδοτόμαρο. Ο μπάτλερ απόθεσε τις τρεις μαριονέτες όρθιες πάνω στο μακρύ τραπέζι και έπειτα τις κούρδισε γυρνώντας το κλειδί που έστεκε στην ράχη της καθεμιάς. Με το γύρισμα των κλειδιών, εκκίνησε από τα σωθικά τους ο συνεχής οδοντωτός ήχος από γρανάζια.


Η βαρόνη, από την άλλη άκρη του τραπεζιού, χτύπησε τις παλάμες των χεριών της δυο φορές. Και τότε οι μαριονέτες αρχίνησαν να περπατούν επάνω στο τραπέζι προς το μέρος της βαρόνης και των δύο βρυκολάκων. Το άτριχο πρόσωπο του μπάτλερ αγαλλίασε πάνω απ’ το μαύρο παπιγιόν. Μαρτυρούσε την υπερηφάνεια του. Σαν τι άλλο πέρα από υπερηφάνεια να αισθανόταν άλλωστε; Τα δημιουργήματά του είχαν ζωή.


Σαν οι τρεις μαριονέτες κατέφθασαν την άκρη του τραπεζιού, ο Χάμχαντιουκ –μες στον υπέρμετρο ενθουσιασμό του- χτύπησε επίσης τα χέρια του δυο φορές. Οι μαριονέτες τότε στράφηκαν προς εκείνον και υποκλίθηκαν μπροστά του με τις σπασμωδικές κινήσεις των μεταλλικών τους αρθρώσεων, οι άνδρες φέροντας το δεξί τους πόδι εμπρός και σκύβοντας το κεφάλι, η πριγκίπισσα χαμηλώνοντας ελαφρά την φιγούρα της.


«Χαχαχαχα! Απίστευτο!» κραύγασε ο Χάμχαντιουκ από ντελίριο.


Πολλές οι απορίες του Χάμχαντιουκ ως προς τον τρόπο λειτουργίας των μαριονετών, όπως –ίσως- αρκετές θα είναι και οι απορίες του αναγνώστη τούτου του αφηγήματος, με όλον τον σεβασμό φυσικά. Ας επιτραπεί λοιπόν στον συντάκτη του αφηγήματος να κάμει μία γρήγορη αναδρομή στην ιστορία των Αυτομάτων (ή αλλιώς των –κοινώς γνωστών ως- ανδροειδών ρομπότ) και να δώσει έτσι μία στοιχειώδη περιγραφή ως προς τις βασικές αρχές λειτουργίας των μαριονετών. Θα αποτελούσε άλλωστε ασυνέπεια εκ μέρους του συντάκτη εάν δεν παρέδιδε τις απαιτούμενες πληροφορίες για τα δημιουργήματα του Φρίντριχ παρά εξακολουθούσε την ιστόρηση των γεγονότων δίχως την παραμικρή έγνοια για τους αναγνώστες κείνους που αξιώνουν κάποια ορθολογική εξήγηση για οτιδήποτε παράδοξο τυγχάνει επί της αφηγηματικής οδού.



Η ιστορία των Αυτομάτων έχει τις απαρχές της στους αρχαιοτάτους χρόνους, στις εποχές των αρχαιοελληνικών μύθων που αναφέρονταν στον μπρούντζινο τεχνητό γίγαντα Τάλω που κατασκεύασε ο θεός Ήφαιστος ή στα ζωντανά αγάλματα του Δαίδαλου που παρήγαν φωνή με την βοήθεια υδραργύρου ή στους χρυσούς φύλακες-σκύλους του βασιλιά Αλκίνοου των Φαιάκων. Θα ήταν εντούτοις δικαιότερο να παρατεθεί ότι η ενασχόληση του ανθρώπου με την τεχνολογία των Αυτομάτων αρχίνησε με την ανθρώπινη διανόηση καθαυτή που, σαν αναρωτήθηκε περί μιας κατασκευής από ανθρώπινα χέρια καθ’ εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου, πυροδότησε ευθύς με την φαντασία της μυριάδες εικασίες και ιδέες. Θα ήταν εφικτή άραγε μία τεχνητή νοήμων οντότητα η οποία θα λειτουργούσε δια της απλής συναρμόσεως στροφάλων, νημάτων, γραναζιών, τροχαλίων, πλήκτρων, ελασμάτων, κλειδιών και ελατηρίων; Κίνησε το λοιπόν ο άνθρωπος να βρει την απάντηση σε τούτο το ερώτημα βάζοντας τον εαυτό του στην θέση του Θεού-Δημιουργού.


Κατά την ιστορία των Αυτομάτων, ο άνθρωπος παρουσίασε πάμπολλα δείγματα της ευρηματικότητάς του, κάποια από αυτά ίσως τίποτε παραπάνω από μυθεύματα πλασμένα από οξυμμένη ονειροπόληση, καταγραφές όπως εκείνη της υδροκίνητης κουκουβάγιας του Κτεσίβιου της Αλεξάνδρειας ή του μηχανικού αητού στον θρόνο του βασιλιά Σολομώντα ή εκείνη των τεχνητών ξύλινων πουλιών του Λου Μπαν -εφευρέτη της Δυναστείας των Ζάου κατά τον 5ο αιώνα π.Χ.- που μπορούσαν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, μέχρι και να πετάξουν. Όπως και να ‘χει, η ιστορία των Αυτομάτων συνυφαινόταν πάντοτε με την τεχνολογική πρόοδο του ανθρώπου. Συνεπώς, όσα περισσότερα αποκόμιζε ο άνθρωπος στην γνώση, τόσο θέριευε μέσα του η περιέργεια ως προς τις δυνατότητες των Αυτομάτων.



Ούτως, περί τα μέσα του 8ου αιώνα μ.Χ., δημιουργήθηκαν τα πρώτα Αυτόματα αιολικής ενέργειας. Κείνα ήσαν τα αγάλματα του παλατιού της Στρογγυλής Πόλης της Βαγδάτης που κινούνταν με την δύναμη του αγέρα. Έπειτα, κατά τον 12ο αιώνα μ.Χ., έκαναν την εμφάνισή τους προγραμματίσιμα ανδροειδή Αυτόματα, περιπλοκότερα στην κατασκευή τους, όπως οι τέσσερις τεχνητοί μουσικοί του μουσουλμάνου εφευρέτη Ισμαήλ Αλ-Τζαζάρι: κείνοι περιείχαν έναν προηγμένο υδροκίνητο μηχανισμό από άξονες και μοχλούς ο οποίος τους έθετε σε λειτουργία επάνω σε μία μικρή βάρκα που έπλεε σε μια λίμνη. Η μπάντα των τεσσάρων μουσικών βαρούσε τα κρουστά όργανα ανάλογα με την δεδομένη ρύθμιση και διασκέδαζε τους επισκέπτες των βασιλικών πάρτι στο Αρτούκλου Σαράι της Ανατολίας.


Η περίοδος της Αναγέννησης επέφερε μία έξαρση του ενδιαφέροντος για την επιστήμη των Αυτομάτων. Ήταν η περίοδος των καινοτόμων ιδεών που βασίζονταν επί της αρχής στις μελέτες των λαμπρών μυαλών του παρελθόντος –όπως αυτών του Αρχιμήδη του Συρακούσιου, του Ήρωνα του Αλεξανδρεύ και του Φίλωνα του Ιουδαίου- και ατένιζαν το μέλλον με στέρεη ματιά. Παραδείγματα τούτων των ιδεών ήσαν τα πυραυλοκίνητα αυτοματοποιημένα ζώα του Τζιοβάνι Φοντάνα, ο ρομποτικός ιππότης του Λεονάρντο Ντα Βίντσι και τα αγάλματα του Αθανάσιου Κίρχερ που εδύναντο να ακούν και να ομιλούν μέσω ενός φωνητικού σωλήνα.



Έπειτα, κατά τον 18ο αιώνα ήλθαν και τα πρώτα μηχανικά ρολόγια με τον κούκο από την περιοχή του Μέλανα Δρυμού της Βυρτεμβέργης. Οι βασικές αρχές λειτουργίας των ρολογιών αυτών αποτέλεσαν τα θεμέλια στην κατασκευή των Αυτομάτων της εποχής, ειδικά στην Γαλλία που γίνηκε η γενέτειρα των μηχανικών παιχνιδιών ήτοι των παιχνιδιών κείνων που εκτελούσαν ένα φάσμα κινήσεων δια της χρήσης ελαστικών λωρίδων, ελατηρίων και σφονδύλων. Κείνα τα παιχνίδια -εξαιρετικά δημοφιλή στην αριστοκρατική πιτσιρικαρία- ήσαν επί της ουσίας τα πρωτότυπα μοντέλα των μηχανών της επερχόμενης Βιομηχανικής Επανάστασης. Φυσικά, τούτου του είδους τα παιχνίδια δεν συνάρπαζαν μοναχά τους μικρούς μα τουναντίον έθιζαν και τους μεγάλους στην χαριτωμένη τεχνοτροπία τους. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η αδυναμία των Ιαπώνων αρχόντων του Σογκουνάτου Τοκουγκάβα της περιόδου Έντο για τις κουρδιστές μαριονέτες karakuri ningyō που σέρβιραν τσάι στους καλεσμένους; Ή η μνημειώδης εμμονή του Μέγα βασιλέα Φρειδερίκου Β’ της Πρωσίας ο οποίος έφθανε μάλιστα στο σημείο να συντάσσει τα στρατεύματά του ως έναν καλογρασαρισμένο ωρολογιακό μηχανισμό, προσομοιάζοντας έτσι τους στρατιώτες του με αυτόματα ανδροειδή;



Ήταν όμως το έτος 1737 όταν κατασκευάστηκε επιτυχώς το πρώτο εμβιομηχανικό ανδροειδές Αυτόματο, ο περίφημος Αυλητής του Γάλλου μηχανικού Ζακ ντε Βοκανσόν. Ο προσδιορισμός εμβιομηχανικό χρησιμοποιείται εδώ ώστε να επισημάνει την βασική αρχή λειτουργίας του συγκεκριμένου ανδροειδούς που δεν ήταν άλλη από την μίμηση της ανθρώπινης λειτουργίας της «αναπνοής»: στο στέρνο του Αυλητή ήσαν εγκατεστημένα φυσερά και σωλήνες που κατέληγαν σε μία τεχνητή τραχεία η οποία με την σειρά της φυσούσε αέρα στον αυλό. Ο Αυλητής άνοιξε τον δρόμο και για άλλα αξιόλογα ανδροειδή του 18ου αιώνα, πιότερο σύνθετα στην κατασκευή τους. Οι αυτόματες μαριονέτες του Ελβετών ωρολογοποιών Πιέρ Ζακέ-Ντροζ και Ανρί Μεϊγιάρντε που μπορούσαν να παίξουν πιάνο, να ζωγραφίσουν και να συγγράψουν κείμενα. Ο Ασημένιος Κύκνος του Γιόζεφ Μέρλιν που καλλώπιζε το φτέρωμά του με το ράμφος και άρπαζε τα μικρά ασημένια ψάρια που κολυμπούσαν σε ένα ρυάκι από γυάλινες ράβδους. Ο Τίγρης του Σουλτάνου Τίπου του Μαισόρε που αναπαριστούσε έναν τίγρη να κατασπαράσσει έναν Άγγλο στρατιώτη.


Περιττό να ειπωθεί φυσικά ότι οι κινήσεις όλων αυτών των μηχανών ήσαν προκαθορισμένες, περιορισμένες σε ένα συγκεκριμένο φάσμα λειτουργιών. Παρά την αλματώδη πρόοδο στην τεχνολογία των Αυτομάτων, ο άνθρωπος δεν είχε καταφέρει να κατασκευάσει την τεχνητή νοήμων οντότητα που υπαγόρευε η καλπάζουσα φαντασία του. Μα ακόμη και στις ημέρες μας –σε τούτη την εποχή των ηλεκτρονικών συστημάτων και εξελιγμένων υπολογιστών- πώς θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι ο άνθρωπος κατασκεύασε μία νοήμων οντότητα ισοδύναμη του ανθρώπου; Τούτη βεβαίως είναι μία φιλοσοφική συζήτηση που απαιτεί ολόκληρες παραγράφους προς ανάπτυξη επιχειρημάτων και ευλόγως ο συντάκτης του αφηγήματος δεν θα επεκταθεί στο ζήτημα περαιτέρω. Αξίζει όμως να παρατεθεί εδώ, χάριν του ειρμού, το Θεώρημα του Τέσλερ: Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι οτιδήποτε δεν έχει επιτευχθεί ακόμη.


Οι κουρδιστές μαριονέτες του Φρίντριχ ήσαν μία επέκταση των πρωτοτύπων των ντε Βοκανσόν, Ζακέ-Ντροζ και Μεϊγιάρντε. Πέραν του ωρολογιακού μηχανισμού που διέθεταν για τις κινητικές τους λειτουργίες, οι μαριονέτες ήσαν εξοπλισμένες και με ένα δίπτυχο σύστημα ρότορα-ταλαντωτή, όχι πολύ διαφορετικό από τα συστήματα που εισήγαγαν οι ωρολογοποιοί Περελέ και Σαρτόν περί τα τέλη του 18ου αιώνα στην κατασκευή των αυτόματων ρολογιών που κουρδίζονταν δια της κινήσεως του χεριού. Ο ταλαντωτής ήταν ένα έλασμα υπερευαίσθητο στα ηχητικά κύματα, ο ρότορας ένα –επίσης υπερευαίσθητο- περιστρεφόμενο δισκίο. Το δίπτυχο αυτό σύστημα ρότορα-ταλαντωτή έθετε τις μαριονέτες σε δύο λειτουργίες κινήσεων, Α και Β, ανάλογα με τα ηχητικά κύματα ενός χειροκροτήματος.


Εάν η εστία του χειροκροτήματος ήταν μακρινή (όπως το πρώτο χειροκρότημα της βαρόνης), τα ηχητικά κύματα παρωθούσαν τον υπερευαίσθητο ταλαντωτή των μαριονετών σε μικρού μήκους ταλαντώσεις, θέτοντας σε εφαρμογή την λειτουργία Α: ο ρότορας έστρεφε τις μαριονέτες προς την εστία χειροκροτήματος και έπειτα εκείνες βάδιζαν προς το σημείο. Εάν η εστία του χειροκροτήματος ήταν κοντινή (όπως το δεύτερο χειροκρότημα του Χάμχαντιουκ), τα ηχητικά κύματα ήσαν ισχυρότερα και ακολούθως παρωθούσαν τον ταλαντωτή σε μεγαλύτερου μήκους ταλαντώσεις, θέτοντας σε εφαρμογή την λειτουργία Β: ο ρότορας έστρεφε τις μαριονέτες προς την εστία χειροκροτήματος και τότε εκείνες υποκλίνονταν.


Ο Χάμχαντιουκ ξετρελάθηκε με τις μαριονέτες του Φρίντριχ και πανηγύριζε σαν συνεπαρμένο πιτσιρίκι. Όμως η βαρόνη όφειλε εν προκειμένω να τον προετοιμάσει και για ένα άλλο δημιούργημα του Φρίντριχ, πιότερο φιλόδοξο και κλάσεις ανώτερο στην τεχνοτροπία του από τις τρεις κουρδιστές μαριονέτες.


«Μην βιάζεστε να υποκύψετε τόσο αδιάντροπα στον ενθουσιασμό σας, χερ Χάμχαντιουκ. Δεν έχετε δει ακόμη το τελευταίο αριστούργημα του Φρίντριχ. Κείνο θα ξεπεράσει κατά πολύ τις απαντοχές σας.» είπε.


«Τι!; Χαχαχαχα! Ώστε υπάρχει κι άλλο παιχνίδι; Εμπρός λοιπόν! Ανυπομονώ να το δω!» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


«Φρίντριχ, δείξε τον Τέομπαλντ στον χερ Χάμχαντιουκ.» είπε η βαρόνη στον μπάτλερ.


«Τέομπαλντ; Χαχαχαχα! Όνομα κι αυτό! Θέλω να δω τον Τέομπαλντ λοιπόν!» κάγχασε ο Χάμχαντιουκ.


Ο μπάτλερ τοποθέτησε επάνω στο τραπέζι μία άλλη μαριονέτα. Κείνη αναπαριστούσε ένα μικρό αγόρι, οι σωματικές της αναλογίες ίδιες με αυτές ενός αγοριού εκτός ίσως από το κεφάλι το οποίο ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο από το φυσιολογικό. Φορούσε ένα μπεζ βαμβακερό πουκάμισο με πατινέτα κορδονιών και κοντό παντελόνι με τιράντες. Κάτω από το μονίμως χαρωπό πρόσωπο πόζαρε ένας μεταξωτός φιόγκος από μαύρους και κόκκινους ρόμβους. Σε τούτη την μαριονέτα είχε καταβληθεί εμφανώς αρκετή προσπάθεια ώστε να προσομοιάζει –κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο- ένα ανθρώπινο ον. Το δέρμα της ήταν από χρωματισμένο καουτσούκ, ροδαλό σαν την ανθρώπινη επιδερμίδα. Στο κεφάλι της είχαν εμφυτευθεί καστανόξανθες αλογότριχες ενώ τα μάτια της ήσαν επικαλυμμένα με διάφανη ρητίνη. Ιδιαίτερη φροντίδα είχε αφιερωθεί στις ίριδες των ματιών που ήσαν καμωμένες από μικροσκοπικά κυανόχρωμα υαλοθραύσματα και έφεραν στο κέντρο τους την κυκλική οπή της κόρης.


Ο Τέομπαλντ –σε αντίθεση με τις τρεις προηγούμενες μαριονέτες- δεν είχε υποδοχή για κλειδί κουρδίσματος στην ράχη του. Ο μπάτλερ πάτησε έναν διακόπτη που έστεκε κρυμμένος κάτω από το βαμβακερό πουκάμισο και τότε από τα σωθικά του Τέομπαλντ ήχησε ένα μακρόσυρτο βούισμα που καταλάγιασε έπειτα σε υπόκωφο συριγμό και έσβησε.


«Τέομπαλντ! Πλησίασε!» φώναξε η βαρόνη από την άλλη άκρη του τραπεζιού.



Ο Τέομπαλντ κούνησε άγαρμπα το κεφάλι του στρέφοντάς το στην βαρόνη κι έπειτα αρχίνησε να βαδίζει προς το μέρος της. Ο μηχανισμός του κάτω από την επιδερμίδα του καουτσούκ παρήγαγε πολυσύνθετους ήχους, διαφορετικών εντάσεων και υφών. Ροκανίσματα γραναζιών που εφάπτονταν αναμεταξύ τους, ντελικάτοι κροταλισμοί αρθρωτών ταινιών πάνω σε οδοντωτές στρόφιγγες, υπόκωφοι κτύποι εσωτερικών πλήκτρων, σκουξίματα άγκιστρων που τραβούσαν θηλιές από χαλκόσυρμα, αχνά κουδουνίσματα περιστροφικών καντράν σαν έκαμαν τον πλήρη τους κύκλο, κούφιοι γδούποι μπομπίνων που ενάλλασσαν θυρίδες, παρατεταμένοι λυγμοί από τανύσματα σπειροειδών ελασμάτων, γουργουρητά κατά την μετακίνηση δρομέων πάνω σε λεπτές σιδηροτροχιές, κλαγγές κοχλίων σαν γυρνούσαν τους διάστικτους κυλίνδρους, διαδοχικοί υποτριγμοί μικρομοχλών που σήμαιναν την έναρξη κάθε μεμονωμένης κίνησης του σώματος. Από την πλούσια αυτή ποικιλομορφία των ήχων, θα ήταν επόμενο να συμπεράνει κανείς ότι στον Τέομπαλντ επενδύθηκαν ατελείωτες ώρες λεπτοδουλειάς και ότι ο μηχανισμός του αποτελούνταν από χιλιάδες μικροκοπικά εξαρτήματα.


Ο Χάμχαντιουκ είχε πολλές απορίες ως προς την λειτουργία του Τέομπαλντ ενόσω τον παρατηρούσε να βαδίζει επάνω στο τραπέζι. Η μεγαλύτερη όμως απορία του εν προκειμένω -πριν και πάνω απ’ όλες- αφορούσε την έλλειψη υποδοχής κουρδίσματος στην ράχη του. Πώς διάολο κινούνταν ο Τέομπαλντ δίχως κούρδισμα; Η βαρόνη έσπευσε να απαντήσει τα ερωτήματά του.


«Ο Τέομπαλντ δεν χρειάζεται κούρδισμα, χερ Χάμχαντιουκ. Και τούτο επειδή χρησιμοποιεί ηλεκτρισμό για την λειτουργία του. Ο μηχανισμός του εμπεριέχει μία βολταϊκή στήλη από την οποία αποκομίζει ηλεκτρική ενέργεια και την μετατρέπει σε κινητική. Φαντάζομαι ότι γνωρίζετε τι εστί ηλεκτρισμός, έτσι δεν είναι;» είπε η βαρόνη.


«Ηλεκτρισμός;… Ακουστά τον έχω αλλά ουδέποτε μπήκα στον κόπο να μάθω περισσότερα για κείνον. Είναι κι αυτός ένα από τα καινούργια τερτίπια των επιστημόνων, σωστά;» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


«Ο ηλεκτρισμός, χερ Χάμχαντιουκ, είναι η τεχνολογία του μέλλοντος. Θα ‘ρθει κάποτε η ημέρα που ο ηλεκτρισμός θα είναι το απαραίτητο αγαθό κάθε νοικοκυριού. Κάποτε ο φωτισμός των σπιτιών ή το μαγείρεμα του φαγητού θα γίνεται μοναχά με τον ηλεκτρισμό.» αποκρίθηκε η βαρόνη.


«Κουραφέξαλα…! Υπάρχει στοιχείο της φύσης τέτοιο που να δύναται να αντικαταστήσει την φωτιά; Αδύνατον.» είπε ο Χάμχαντιουκ.



Η βολταϊκή στήλη, στην οποία αναφέρθηκε η βαρόνη, ήταν η πρώτη ηλεκτρική μπαταρία που μπορούσε να παρέχει συνεχώς ηλεκτρικό ρεύμα σε ένα κύκλωμα. Εφευρέθηκε από τον Ιταλό φυσικό Αλεσάντρο Βόλτα, ο οποίος δημοσίευσε τα πειράματά του το 1799. Η βολταϊκή στήλη απαρτιζόταν από ζευγάρια χαλκού και ψευδάργυρου στοιβαγμένα το ένα πάνω στ’ άλλο, χωρισμένα από ένα κομμάτι υφάσματος μουλιασμένο σε άλμη (η οποία λειτουργούσε ως ηλεκτρολύτης). Φυσικά, μελέτες ως προς τον ηλεκτρισμό είχαν διενεργηθεί προγενέστερα -όπως εκείνες του Γουίλιαμ Γκίλμπερτ και του Βενιαμίν Φραγκλίνου μεταξύ άλλων- ήταν όμως ο Αλεσάντρο Βόλτα που κατάφερε με την περίφημη «στήλη» του να προσφέρει στον επιστημονικό κόσμο μία αξιόπιστη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας. Προς τιμήν του, η μονάδα μέτρησης της ηλεκτρεγερτικής δύναμης μιας μπαταρίας (ηλεκτρεγερτική δύναμη = το πηλίκο του έργου ανά μονάδα ηλεκτρικού φορτίου κατά μήκος ενός κλειστού ηλεκτρικού κυκλώματος) ονομάστηκε βολτ.



Η βολταϊκή στήλη του Τέομπαλντ παρήχε στο κύκλωμα του μηχανισμού του ενέργεια τόση ώστε να του επιτρέπει να κινείται για μια χρονική διάρκεια της τάξεως της μισής ώρας, λίγο ως πολύ, αναλόγως φυσικά και των κινήσεων. Η στήλη φορτιζόταν σε καθημερινή βάση από το ρολόι με τον κούκο της ροτόντας. Το ρολόι αυτό ήταν ένα άλλο δημιούργημα της διάνοιας του Φρίντριχ, αλλά για κείνο θα γίνει εκτενής αναφορά κατωτέρω. Σαν ο Τέομπαλντ έφθασε κάποτε στην άκρη του τραπεζιού, ο Χάμχαντιουκ θαύμασε την εξελιγμένη τεχνοτροπία του τόσο βάσει των σωματικών του κινήσεων όσο και των πολύπλοκων ήχων που ακούγονταν ακατάπαυστα από την κατασκευή του. Οι εκπλήξεις όμως εκ μέρους του Τέομπαλντ δεν σταματούσαν εδώ.


Πριν ο Τέομπαλντ ζυγώσει την βαρόνη, κίνησε ανεπαίσθητα το κεφάλι του και το βλέμμα του συνέλαβε τον Χάμχαντιουκ. Έστρεψε τότε το χαρωπό του πρόσωπο προς εκείνον και τα ρητινώδη κείνα μάτια που λαμποκοπούσαν από τα αναμμένα σπαρματσέτα του πολυέλαιου εστιάσθηκαν στον παχύσαρκο βρυκόλακα, μάτια που φάνταζαν ολοζώντανα παρά την καταφανή τους πλαστότητα. Ηλεκτρικοί σπινθήρες και θροϊσματα των μοτέρ ακούσθηκαν από μέσα του σαν γύρισε όλο του το σώμα προς τον Χάμχαντιουκ για να συστηθεί.


«Χαίρε-τε. -Το ό-νομά μου –εί-ναι Τέο-μπαλντ. –Ποιο- είναι το- δι-κό σας ό-νομα;»


Η ομιλία του Τέομπαλντ οριζόταν μοναχά από τις ισχνές κινήσεις της κάτω σιαγόνας του. Η φωνή του Τέομπαλντ ηχούσε ξέπνοη, μαρτυρώντας τα αλλεπάλληλα πρεσαρίσματα εμβόλων σε φυσερά καθώς και τα στιγμιαία ανοιγοκλεισίματα της φαρυγγικής βαλβίδας που αντιστοιχούσαν στον εκάστοτε φθόγγο.



Δεν ήταν φωνή ασυνόδευτη: μαζί της έβγαιναν και οι υπόκωφοι κτύποι των εσωτερικών πλήκτρων. Ήσαν τα πλήκτρα εκείνα που μετέφεραν τις εντολές εντός του μηχανισμού και πιο συγκεκριμένα στην κονσόλα ελέγχου η οποία δεν διέφερε και πολύ στην σύστασή της από ένα γαλβανόμετρο: ήταν ένα χαλύβδινο κουτί -φολιδωτό στην μια εκείνη πλευρά του που ερχόταν σε επαφή με τα πλήκτρα- και περιείχε στο εσωτερικό της ένα σπειροειδές πηνίο στο κέντρο ενός μαγνητικού δακτύλιου.


Τα πλήκτρα έστελναν τις εντολές στην κονσόλα ελέγχου μεταδίδοντας το ηλεκτρικό φορτίο στο πηνίο. Σαν διαρρεόταν από ρεύμα, το πηνίο ανέπτυσσε στο εσωτερικό του ένα μαγνητικό πεδίο και ακολούθως δεχόταν μία ροπή η οποία το ανάγκαζε να περιστραφεί εντός του μαγνητικού δακτύλιου. Η ροπή αυτή ήταν ανάλογη με την ένταση του ρεύματος και, μαζί με το πηνίο, συμπαρέσυρε και έναν δείκτη ο οποίος καθόριζε την αμέσως επόμενη κίνηση του Τέομπαλντ.



Θα ήταν λογικό για κάποιον να υποθέσει ότι η κονσόλα ελέγχου, όντας ο κεντρικός «εγκέφαλος» του μηχανισμού, θα βρισκόταν πιθανότατα μέσα στο κεφάλι του Τέομπαλντ. Τουναντίον, η κονσόλα ελέγχου ήταν εγκατεστημένη στην ράχη του, λίγο χαμηλότερα από τον αυχένα. Δεδομένης της πολύπλοκης κατασκευής του, θα φάνταζε επομένως παράδοξο το γεγονός ότι το κεφάλι του Τέομπαλντ ήταν σχεδόν άδειο στο εσωτερικό του. Για τούτο φυσικά υπήρχε λόγος.





Το κεφάλι του Τέομπαλντ ακολουθούσε στην κατασκευή του τις αρχές της camera obscura όπως αυτές διατυπώθηκαν στο επιστημονικό εγχειρίδιο Magia Naturalis του Ιταλού ερευνητή Τζανμπαττίστα ντελα Πόρτα εν έτει 1558. Η camera obscura ήταν ο πρόδρομος της φωτογραφίας και της φωτογραφικής μηχανής: ένα φωτοστεγές κουτί με μία οπή στη μία πλευρά. Το φως από τα αντικείμενα του εξωτερικού περιβάλλοντος διερχόταν μέσα από την οπή και έπεφτε πάνω σε μία επιφάνεια στο εσωτερικό της, όπου και τα αναπαρήγαγε. Ο εγκέφαλος του Τέομπαλντ λοιπόν δεν ήταν παρά ένας σκοτεινός θάλαμος ο οποίος δεχόταν το εξωτερικό είδωλο δια της οπής του ενός (μονάχα) ματιού και το αναπαρήγαγε επάνω σε μία εσωτερική πλάκα. Η εσωτερική αυτή πλάκα ήταν καμωμένη από φωτοευαίσθητο χλωριούχο άργυρο.


Σαν αποκόμιζε την φωτεινότητα ενός προσώπου, ο χλωριούχος άργυρος της πλάκας μαύριζε από το φως κατά το εμβαδόν του προσώπου και εν συνεχεία αποσυντίθετο σε στοιχειακό χλώριο και μεταλλικό άργυρο. Η αποσύνθεση αυτή καθόριζε αναλόγως και την τιμή του ηλεκτρικού φορτίου που περνούσε από την πλάκα στα χάλκινα ηλεκτρόδια τα οποία ήσαν συνδεδεμένα στο πίσω μέρος της. Η αλλαγή της τιμής του ηλεκτρικού φορτίου έθετε σε εφαρμογή και την αντίστοιχη συμπεριφορική αντίδραση του Τέομπαλντ: όταν ο Τέομπαλντ «είδε» τον Χάμχαντιουκ, η κονσόλα ελέγχου (βάσει της τιμής του ηλεκτρικού φορτίου) έδωσε την αυτόματη εντολή στον μηχανισμό του να αυτοσυστηθεί χρησιμοποιώντας την στάνταρντ φράση «Χαίρετε. Το όνομά μου είναι Τέομπαλντ. Ποιο είναι το δικό σας όνομα;»


Η camera obscura στο εσωτερικό του κεφαλιού του Τέομπαλντ έκρυβε ένα χαριτωμένο μυστικό στην τεχνοτροπία της. Ήταν ρεγουλαρισμένη κατά τέτοιον τρόπο ώστε να «αναγνωρίζει» μονάχα έναν άνθρωπο, την βαρόνη φον Βάσερμπαουμ. Και το έκαμε τούτο βάσει του εμβαδού της φωτεινότητας του προσώπου της, πολύ χονδρικά βέβαια μιας και ο Τέομπαλντ βρισκόταν ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Σαν ο Τέομπαλντ «αντίκριζε» την βαρόνη και το ανάλογο ηλεκτρικό φορτίο έφθανε στην κονσόλα ελέγχου, γονάτιζε αυτόματα μπροστά της στο ένα του πόδι και της απήγγειλε ένα από τα δεκάδες ερωτικά ποιήματα που ήσαν καταγεγραμμένα στις μπομπίνες του.


Αξίζει να σημειωθεί εδώ πάραυτα ότι η camera obscura του Τέομπαλντ δυστυχώς δεν είχε διάρκεια λειτουργίας μεγαλύτερη από τα επτά με οκτώ λεπτά της ώρας. Μετά το χρονικό αυτό διάστημα, η camera obscura αχρηστευόταν παντελώς εφόσον η πλάκα του χλωριούχου αργύρου μαύριζε σε όλη της την έκταση καθιστώντας έτσι τον δύσμοιρο Τέομπαλντ πιο τυφλό κι από τυφλοπόντικα. Ως εκ τούτου, για την μετέπειτα επικοινωνία του με τους ανθρώπους, ο Τέομπαλντ βασιζόταν μοναχά στα ερεθίσματα που δέχονταν οι υπερευαίσθητοι αισθητήρες ακοής που διέθετε και οι οποίοι λειτουργούσαν κανονικά μέχρι την πλήρη αποφόρτιση της βολταϊκής στήλης.


Στην αυτοσύσταση του Τέομπαλντ, ο Χάμχαντιουκ απόμεινε αποσβολωμένος με το στόμα ορθάνοιχτο. Του ήταν αδύνατο να πιστέψει αυτό που συνέβαινε, ότι μία μηχανή σαν τον Τέομπαλντ ήταν εφικτή. Η βαρόνη πλάι του τον παρότρυνε να συστηθεί κι εκείνος στον Τέομπαλντ μιλώντας αργά και καθαρά. Και αυτό ακριβώς έπραξε.


«Καλησπέρα Τέομπαλντ. Το όνομά μου είναι Μπαγκς Χάμχαντιουκ.»


Ο Τέομπαλντ στήθηκε για λίγο ακίνητος καθώς έβγαιναν απ’ το στέρνο του κείνοι οι σύντομοι οξείς ήχοι από τις μετατοπίσεις χαλκοσυρμάτων και δρομέων. Σαν το κατάλληλο ηλεκτρικό φορτίο πέρασε στην κονσόλα ελέγχου δια των εσωτερικών πλήκτρων, ήταν πλεόν έτοιμος να δώσει την απόκρισή του με την βοήθεια του φυσερού και της φαρυγγικής βαλβίδας.


«Χά-ρηκα για- την- γνωριμί-α, Μπαγκ- Χά-χα-ντοκ.» [Το επίθετο Χάμχαντιουκ παραήταν ζόρικο στην απόδοσή του για την άρθρωση του Τέομπαλντ.]


Ο μηχανισμός του Τέομπαλντ χαρακτηριζόταν κι από μία επιπλέον αλλόκοτη ιδιομορφία στην κατασκευή του πέραν της θέσης της κονσόλας ελέγχου. Θα περίμενε ίσως κανείς ότι οι αισθητήρες ακοής του Τέομπαλντ θα βρίσκονταν ενδεχομένως στα αυτιά του. Τούτο όμως δεν ίσχυε. Οι αισθητήρες ακοής του ήσαν εγκατεστημένοι στο στέρνο του, κρυμμένοι κάτω από το μπεζ βαμβακερό πουκάμισο. Για την ακρίβεια, ολάκερος ο θώρακας του Τέομπαλντ ήταν επικαλυμμένος όχι με το ροδόχρωμο καουτσούκ της επιδερμίδας αλλά με ένα πολύ λεπτό ηχοπερατό ύφασμα. Πίσω από το ηχοπερατό ύφασμα έστεκε το σύστημα ακοής.


Το σύστημα ακοής του Τέομπαλντ, επί της αρχής του, δεν ήταν και τόσο διαφορετικό από το δίπτυχο σύστημα ρότορα-ταλαντωτή των τριών προηγούμενων μαριονετών. Ήταν όμως σαφέστατα μεγαλύτερο, πολυπλοκότερο και κλάσεις συνθετότερο στην υφή του. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο το ότι καταλάμβανε ολόκληρο τον θώρακα και το στομάχι του Τέομπαλντ.



Το σύστημα εφάρμοζε μία μέθοδο συλλαβικής αναγνώρισης βάσει κυρίως της ακμής (nucleus) της εκάστοτε συλλαβής, δηλαδή του φωνήεντος. Οι αισθητήρες του συστήματος ακοής ήσαν υπερευαίσθητα ελάσματατα πάνω σ’ έναν πίνακα, τριάντα στον αριθμό: τούτο σήμαινε ότι χονδρικά το σύστημα δύνατο να αναγνωρίσει τριάντα συλλαβές με απόκλιση. Η απόκλιση με την σειρά της συνεπαγόταν ότι το σύστημα μπορούσε να «μαντέψει» τυχαία κείνες τις συλλαβές που δεν κατάφερνε να αναγνωρίσει με ακρίβεια εκ της ακροάσεως.


Ο κάθε αισθητήρας-έλασμα είχε διαφορετικό φάσμα ταλαντώσεων προσαρμοσμένο στην ανάλογη ακμή της εκάστοτε συλλαβής, και ο καθένας τους συνδεόταν με έναν στροφέα. Στο άκουσμα μιας λέξης, όλοι οι αισθητήρες ταλαντώνονταν προκαλώντας την περιστροφική κίνηση των στροφέων τους. Η κάθε συλλαβή προκαλούσε στον αντίστοιχο αισθητήρα της μεγαλύτερες ταλαντώσεις από εκείνες των υπολοίπων αισθητήρων. Ως εκ τούτου, ο στροφέας κείνου του αισθητήρα περιστρεφόταν με μεγαλύτερη ταχύτητα από τους υπόλοιπους στροφείς. Ακολούθως, κείνος ο στροφέας ενεργοποιούσε γρηγορότερα το ηλεκτρικό κύκλωμα του μεταγωγέα, και τότε η ανάλογη εντολή μεταφερόταν απ’ τον μεταγωγέα στον προσδιοριστή ο οποίος δεν ήταν παρά ένα μικρό κουτί γεμάτο με εκατοντάδες λεπτές ίνες χαλκού. Ο προσδιοριστής με την σειρά του, αναλύοντας την ακολουθία των συλλαβών, συνήγαγε την παράγωγη λέξη και την γνωστοποιούσε στο πληκτρολόγιο της κονσόλας ελέγχου και από κει καθοριζόταν η ανάλογη απόκριση (ή αντίδραση) του Τέομπαλντ.


Σαν την camera obscura στο εσωτερικό του κεφαλιού του, το σύστημα ακοής του Τέομπαλντ ήταν ρεγουλαρισμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αναγνωρίζει μοναχά την φωνή της βαρόνης. Τούτο το επιτύγχανε με την βοήθεια ενός υπερευαίσθητου κώνου από ψευδάργυρο που ήταν εγκατεστημένος στο σημείο της καρδιάς και ο οποίος δονούνταν αναλόγως σαν ελάμβανε τις ιδιαίτερες εκείνες τονικές οξύτητες της τραχιάς βαυαρικής προφοράς της βαρόνης. Οι δονήσεις αυτές προκαλούσαν σύντομες διακοπές στο ηλεκτρικό κύκλωμα του μεταγωγέα, «ειδοποιώντας» έτσι την κονσόλα ελέγχου για την παρουσία της βαρόνης.


Ο Χάμχαντιουκ χοροπηδούσε στην καρέκλα του από ντελίριο. Ο Τέομπαλντ ήταν πράγματι κάτι που δεν περίμενε να απαντήσει ποτέ του. Η βαρόνη τον παρότρυνε να πει άλλη μια κουβέντα στον Τέομπαλντ. Ο Χάμχαντιουκ σκέφτηκε για λίγο. Δεν μπορούσε να βρει τίποτε άλλο να πει πέρα από:


«Αυτό είναι ένα πολύ μικρό τσουτσούνι που έχεις εκεί πέρα, Τέομπαλντ.»


Η βαρόνη και ο Λόρδος κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους και κούνησαν αποδοκιμαστικά τα κεφάλια τους. Ο Τέομπαλντ ήχησε τα χαρακτηριστικά «κλικ» και «κλακ» και «χρουτς» του μηχανισμού του αναλύοντας το σχόλιο του Χάμχαντιουκ. Μία ήταν η απόκριση που ορίσθηκε από την κονσόλα ελέγχου εν προκειμένω.


«Σας ευ-χαρι-στώ πο-λύ.»


Η βαρόνη είχε ανάγκη λίγη από την αγάπη του Τέομπαλντ. Και για τούτο έπρεπε να τον αποσπάσει από τον Χάμχαντιουκ όσο ακόμη η πλάκα του χλωριούχου άργυρου στο κεφάλι του ήταν λειτουργήσιμη.


«Τεό, έλα μίλησέ μου κι εμένα.» είπε, και τότε ο Τέομπαλντ έστρεψε το σώμα του προς εκείνη ηχώντας τις κλαγγές των αρθρώσεων και τους ρόγχους της κονσόλας ελέγχου. Η εντολή δόθηκε μέσα του να εστιάσει τα μάτια του στο πρόσωπο της βαρόνης και, σαν έκαμε τούτο και πήρε μια καλή αντίληψη της φωτεινότητάς της, γονάτισε ευθύς στο ένα του πόδι εκκινώντας τυχαία μία από τις μπομπίνες των ερωτικών ποιημάτων. Επιλογή του, η πρώτη στροφή του ποιήματος «Ένα κόκκινο, κατακόκκινο ρόδο» του Ρόμπερτ Μπερνς.


«Ω, η α-γαπημέ-νη μου εί-ναι σαν έ-να κόκκι-νο, κατά-κόκκι-νο ρόδο/ Που εί-ναι φρε-σκοα-νθισμένο τον- Ιούνη./

Ω, η αγα-πημέ-νη μου εί-ναι σαν- μια μελω-δία,/-Που ‘ναι- παιγμέ-νη σε- τόνο γλυ-κό.»


Ο Λόρδος και η βαρόνη χειροκρότησαν δυνατά. Ο Τέομπαλντ στήθηκε πάλι όρθιος και με σπασμωδικές κινήσεις υποκλίθηκε μπροστά τους.


«Απίθανο! Απίθανο, απίθανο, απίθανο! Μα πώς; Πώς είναι δύνατόν…!;» κραύγασε ο Χάμχαντιουκ πηδώντας πάνω-κάτω σα να ‘χε ελατήρια στον πισινό του.


«Ο Τέομπαλντ είναι προγραμματισμένος ώστε να είναι ερωτευμένος μαζί μου, χερ Χάμχαντιουκ. Μου προσφέρει πάντοτε την πιστή του αγάπη.» χαμογέλασε η βαρόνη.


«Φρίντριχ, είναι ο Τέομπαλντ εξοπλισμένος με μνήμη;» ρώτησε ο Λόρδος Γκρέηγουντ τον μπάτλερ.


«Ω, όχι Λόρδε.» αποκρίθηκε ο μπάτλερ με μπάσα φωνή. «Προκειμένου να ενσωματώσω μία λειτουργία μνήμης στον μηχανισμό του Τέομπαλντ, θα έπρεπε να του εφαρμόσω ένα σύστημα χαρακτικής πάνω σε λιθογραφικές πλάκες. Θα χρειαζόμουν όμως τόνους ολόκληρους από λιθογραφικές πλάκες, και δεν θα ήταν φυσικά δυνατόν να τις στοιβάξω μες στον Τέομπαλντ. Οι πλάκες θα ήσαν τόσες πολλές που θα καταλάμβαναν σε έκταση όλο το Château.»


«Καταλαβαίνω.» έκανε στοχαστικός ο Λόρδος.


«Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος για τον οποίον ρωτάς περί μνήμης;» ρώτησε η βαρόνη τον Λόρδο.


«Εάν στον Τέομπαλντ είχε ενσωματωθεί ένα σύστημα μνήμης, τότε θα μπορούσα ίσως να παραδεχθώ ότι ο Τέομπαλντ μπορεί όντως να νιώθει το συναίσθημα της αγάπης. Ή τέλος πάντων ότι προσεγγίζει αξιοθαύμαστα το αυθεντικό συναίσθημα.» είπε ο Λόρδος.


«Ω, Τζουλς! Μην είσαι τόσο αφελής. Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι μία μηχανή δύναται να φθάσει την συναισθηματική βαθύτητα ενός ανθρώπου;» έκανε η βαρόνη.


«Θα σου απαντούσα με ένα κατηγορηματικότατο όχι μέχρις που ο Ρενέ Ντεκάρτ ισχυρίσθηκε ότι τα σώματα των ζώων δεν είναι τίποτα περισσότερο από πολύπλοκα μηχανήματα - τα οστά, οι μύες και τα όργανα θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με γρανάζια, έμβολα και άξονες. Ο ισχυρισμός του αυτός με έκαμε να αναθεωρήσω τις έννοιες των συναισθημάτων. Τι άλλο είναι άλλωστε τα συναισθήματα παρά βιοχημικές διαδικασίες δράσεων και αντιδράσεων;» είπε ο Λόρδος.



«Εάν ο άνθρωπος φτάσει ποτέ στο σημείο να μπορεί να δημιουργήσει μία μηχανή καθ’ εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου, τότε αυτό θα σημάνει και το τέλος του κόσμου. Θυμήσου τα λόγια μου, Τζουλς.» είπε η βαρόνη.







---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.


©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769