Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 23 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 23 από 36]

---



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες


VIII


Ήταν η βαρόνη μία βρυκόλακας; Ο Χάμχαντιουκ είχε βάσιμες υποψίες πως, ναι, ίσως και να ήταν. Απέπνεε σίγουρα τον ιδιαίτερο εκείνον ασύστολο αισθησιασμό που χαρακτηρίζει τις αιθέρινες παρουσίες των βρυκολάκων. Και ποιες διαολεμένες σκέψεις μπορούσε να υποκρύπτει άραγε εκείνο το απλανές και μυστηριώδες της βλέμμα; Η συμπεριφορά της πάραυτα –κυρίως η θεατρινίστικη έκφραση των δήθεν βαθύτερων συναισθημάτων- υποδείκνυε το αντίθετο: ότι ήταν παντελώς ανθρώπινη, με σάρκα και οστά.



Οι βρυκόλακες παρουσιάζουν πάντοτε ψεγάδια στην εξωτερίκευση ή στην συγκάλυψη έντονων συναισθημάτων, ίσως επειδή εντρυφούν στην ματαιότητα των πραγμάτων τόσο βαθιά ώστε οι συμπεριφορικοί τους κώδικες αποδομούνται από κάποιον ανώτερο συνειδησιακό παράγοντα και χάνουν έτσι την υπόστασή τους. Η βαρόνη δεν έδειχνε τέτοια σημάδια στην διαγωγή της εφόσον οι ευτελείς μανιερισμοί άνευ πρωτοτυπίας ήσαν το φόρτε της.


Ο Χάμχαντιουκ ωστόσο αρνούνταν συστηματικά να κάμει κάποια ερώτηση επ’ αυτού. Υποκρινόταν τον αφελή και αδιάφορο, αφήνοντας τον Λόρδο και την βαρόνη να εξακολουθήσουν το ιδιότυπο τούτο παιχνίδι μαζί του με τους δικούς τους όρους. «Κάτι σκαρώνουν αυτοί οι δύο.» σκεφτόταν. «Αλλά εάν νομίζουν ότι είναι πιο ξύπνιοι από μένα, θα βρεθούν προ μεγάλης εκπλήξεως. Θα τους συγυρίσω δεόντως και τους δυο.»


Όσο για τον Φρίντριχ, δεν χωρούσε καμία αμφιβολία: ήταν ανθρώπινος. Ίσως μάλιστα ο Φρίντριχ να αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη βρυκολάκων. Διάολε, ίσως ακόμη και να μην είχε ακούσει ποτές του την λέξη βρυκόλακας.


Η ροτόντα έστεκε στην βορειοανατολική πτέρυγα του Château. Ήταν ένα μικρό κυκλικό δωμάτιο με θόλο, κτισμένο ως προεξοχή στο κύριο οικοδόμημα της έπαυλης. Ήταν το μέρος όπου η βαρόνη συνήθιζε να περνάει τις ώρες του διαλογισμού της ή για να απολαμβάνει την συντροφιά των ελάχιστων καλεσμένων.


Η ροτόντα ήταν άνετη και βολική, με μια ιδιαίτερη –σχεδόν κλειστοφοβική- θαλπωρή, με δυο φαρδιούς βελούδινους καναπέδες και δυο ροκοκό πολυθρόνες συνοδευόμενες από υφασμάτινα σκαμπό για την ανάπαυση των ποδιών. Οι τοίχοι ανάμεσα στα μακρόστενα παράθυρα ήσαν επενδυμένοι με ράφια βιβλίων και ανάγλυφες ταπετσαρίες από καστανόχρωμο ξύλο κερασιάς.


Υπό το φως των αναμμένων απλικών, τα αμέτρητα διακοσμητικά στοιχεία είχαν την δύναμη να αποχαυνώνουν το μάτι σε μια πρώτη επίσκεψη: μία ξύλινη σκακιέρα, μία τροχήλατη μεταλλική ταμπακοθήκη σε μορφή βασιλικής άμαξας, πορσελάνινα ζωγραφισμένα πιάτα πάνω σε ορθοστάτες, ένα περσικό χαλί με επαναλαμβανόμενα μοτίβα στρωμένο στο πάτωμα, αγαλματίδια του Βούδα πάνω στα χαμηλά τραπέζια, σκαλιστά επιτραπέζια ρολόγια και βαρόμετρα, μικροί στρογγυλοί πίνακες ζωγραφικής με περίτεχνες κορνίζες, σκληρόδετα βιβλία λογοτεχνίας στα ράφια, δυο χαμηλά ερμάρια από οξιά, πτυχωτά πασαμέντα, μία συρταρωτή θήκη με κρυστάλλινα φιαλίδια αρωμάτων, μια πένα φτερού μες σ’ ένα γυάλινο μελανοδοχείο, δέσμες από πάπυρους με παρτιτούρες, δικτυωτά τραπεζομάντιλα με παχυλά ωοειδή κρόσσια, ψηλά βάζα γεμισμένα με λοφία από φτερούγες παγωνιού, ένα στενό φαιοκόκκινο κλαβίχορδο.



Φυσικά, εκείνο που τραβούσε πιότερο την προσοχή εκ των στοιχείων ήταν το ογκώδες κοκκινόμαυρο ρολόι με τον κούκο, το οποίο ήταν ενοποιημένο με τον τοίχο. Ήταν καμωμένο από βελανιδιά, επιβλητικό και βαρύ, με ανάγλυφες κάθετες γραμμές στην όψη κάνοντάς το να φαντάζει ως αγέρωχος καθεδρικός ναός. Ήταν ασυνήθιστα φαρδύ, τόσο που θα ωθούσε τον καθέναν να αναρωτηθεί ως προς τους λόγους του υπερβολικού του όγκου. Το κυκλικό καντράν των δεικτών ήταν επίσης μεγάλο προφανώς για να διατηρείται κάποια ομαλή συμμετρία με το μέγεθος της πρόσοψης, όπως μεγάλο ήταν και το εκκρεμές που ταλαντευόταν με υπόκωφους θορύβους πίσω από το τζαμένιο πορτόφυλλο. Αντιστοίχως, μεγάλα ήσαν και τα σιδερένια βαρίδια σε σχήμα κουκουναριού που κρέμονταν πίσω από το εκκρεμές με αλυσίδες και «κούρδιζαν» το ρολόι. Κείνο όμως που κινούσε διαολεμένη περιέργεια επάνω στο ρολόι –τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τον Χάμχαντιουκ- ήταν το μεγάλο στρογγυλό πορτόνι πάνω από το καντράν το οποίο σφάλιζε την οπή απ’ την οποία ξεπετιόταν ο κούκος για να αναγγείλει την ώρα. Γιατί το πορτόνι ήταν τόσο μεγάλο; Ήταν άραγε ο κούκος τόσο υπερμεγέθης;


Στην πρόσοψη του ρολογιού, κάτω αριστερά, έστεκε το ορθογώνιο πορτόφυλλο ενός ντουλαπιού. Μες στο ντουλάπι ο Φρίντριχ τοποθέτησε την βολταϊκή στήλη συνδέοντάς την με χάλκινα ηλεκτρόδια. Η βολταϊκή στήλη θα φορτιζόταν έτσι με ηλεκτρισμό από το ρολόι. Το ρολόι δηλαδή λειτουργούσε εν προκειμένω ως ηλεκτρογεννήτρια. Και από πού αντλούσε ηλεκτρικό φορτίο το ρολόι;


Κατά πρώτον, το ρολόι ήταν συνδεδεμένο με το αλεξικέραυνο που έστεκε στην κορφή του Château, ακριβώς πάνω από την ροτόντα. Ως εκ τούτου, ελάμβανε το ηλεκτρικό φορτίο που αποκόμιζε το αλεξικέραυνο από τους κεραυνούς των καταιγίδων και το αποθήκευε στις γυάλινες φιάλες Λέιντεν που ήσαν παραταγμένες στο εσωτερικό του. Κατά δεύτερον, η κίνηση του εκκρεμούς προκαλούσε τριβοηλεκτρικό φαινόμενο (δια της τριβής κεχριμπαριού με πρόβειο μαλλί στο εσωτερικό του ρολογιού) και παρήγαγε ούτως στατικό ηλεκτρισμό τον οποίον το ρολόι αποθήκευε επίσης στις φιάλες Λέιντεν εντός του.



Οι φιάλες Λέιντεν ήσαν πρώιμες μορφές πυκνωτών. Μία φιάλη Λέιντεν αποθήκευε ένα ηλεκτρικό φορτίο υψηλής τάσης (από μια εξωτερική πηγή) μεταξύ των ηλεκτρικών αγωγών στο εσωτερικό γυάλινης φιάλης. Η φιάλη Λέιντεν ήταν το πρώτο μέσο συσσώρευσης και συντήρησης ηλεκτρικού φορτίου σε μεγάλες ποσότητες οι οποίες θα μπορούσαν να εκκενωθούν κατά βούληση. Η εφεύρεση της φιάλης ήταν ένα επίτευγμα που πραγματοποιήθηκε ανεξάρτητα από τον Γερμανό κληρικό Ewald Georg von Kleist και τον Ολλανδό επιστήμονα Pieter van Musschenbroek του Λέιντεν το 1745.



Η βαρόνη έπαιζε μουσική στο κλαβίχορδο τραγουδώντας την άρια Bist du bei mir από την όπερα «Diomedes» του Gottfried Heinrich Stölzel. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ έδειχνε μαγεμένος από την καθάρια φωνή που επιστράτευε η βαρόνη στην απόδοση της άριας. Ο Χάμχαντιουκ, όχι και τόσο. Για την ακρίβεια, έδειχνε καταβεβλημένος από κατάφωρη πλήξη. Τούτο, τέλος πάντων, μαρτυρούσαν οι αντιδράσεις του: βαστούσε στα παχυλά του χέρια ένα φύλλο από πάπυρο και το έσκιζε νευρικά σε μακρόστενες λωρίδες, αποδιώχνοντας παράλληλα και τις πεταλούδες που τον περιτριγύριζαν.


Σαν η βαρόνη τελείωσε την άρια, ο Λόρδος αρχίνησε να χειροκροτεί κατενθουσιασμένος κραυγάζοντας αλλεπάλληλα «Μπράβο!». Ο Χάμχαντιουκ σήκωσε με κόπο τα χέρια του σα να ‘τανε αβάσταγα από βάρος και χτύπησε τις παλάμες του αργά και βαριεστημένα. Ο Λόρδος ζητούσε με πάθος κι άλλη άρια από την βαρόνη. «Ω, όχι κι άλλο», σκέφτηκε ο Χάμχαντιουκ έτοιμος να αποκοιμηθεί.


Τότε συνέβη κείνο το περιστατικό που διέκοψε την ανυπόφορη ανία του Χάμχαντιουκ. Το μεγάλο ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα με κούφια μπάσα καμπανίσματα και από την κυκλική οπή ξεπρόβαλε ο κούκος. Ο κούκος ήταν καμωμένος από ελαφρύ κράμα κασσίτερου αντί από ξύλο. Ήταν μεγάλος σε μέγεθος –μεγαλύτερος από έναν κούκο μέσου μεγέθους- και, υπό τους ήχους των κούκου-κούκου των αεραγωγών του ρολογιού, κινούσε το κεφάλι του πρόχειρα πάνω-κάτω. Ο Χάμχαντιουκ τον ζύγωσε για να τον δει καλύτερα και ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε ανάμεσα στα παχύδερμα μάγουλά του. Ο κούκος όμως του επιφύλασσε μία αναπάντεχη έκπληξη.


Σαν τελείωσε τα κούκου-κούκου, ο κούκος τραβήχτηκε κάμποσα εκατοστά εντός της οπής ηχώντας παράλληλα το μεταλλικό συρρίκνωμα ενός ελατηρίου. Και σαν έγινε τούτο, ο κούκος εκσφενδονίσθηκε με κρότο σαν ρουκέτα από την οπή προς το ανοιχτό παράθυρο που έστεκε ακριβώς απέναντι από το ρολόι. Κατά την εκτόξευση, κάμποσοι μικροσκοπικοί φλεγόμενοι κόκκοι πυρίτιδας έλαμψαν στιγμιαία προτού σβήσουν και πέσουν στο πάτωμα. Τα μάτια του Χάμχαντιουκ γούρλωσαν από δυσπιστία. Έτρεξε κατευθείαν στο παράθυρο και κοίταξε τον κούκο που είχε ανοίξει πια τα φτερά του και πετούσε σαν αιωρόπτερο πάνω από τις δασικές εκτάσεις του Auvers-sur-Oise, φεγγίζοντας τις ασημένιες του εκλάμψεις μες στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας.


«Διάολε…!» έκανε ο Χάμχαντιουκ με στόμα ορθάνοιχτο.


«Συμβαίνει τίποτε, χερ Χάμχαντιουκ;» ρώτησε η βαρόνη.


«Εάν δεν είχα κατεβάσει τρία μπουκάλια Chateau Georges απόψε, θα ορκιζόμουν ότι ο κούκος του ρολογιού πέταξε έξω από το παράθυρο.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


Η βαρόνη και ο Λόρδος κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους. Μοιράστηκαν ένα αχνό χαμόγελο.


«Το Chateau Georges δεν σας προκάλεσε παραισθήσεις, χερ Χάμχαντιουκ.» αποκρίθηκε η βαρόνη. «Ο κούκος του ρολογιού όντως πέταξε έξω από το παράθυρο, όπως άλλωστε πράττει κάθε μεσάνυχτα. Είναι ούτως προγραμματισμένος από τον Φρίντριχ.»


«Ώστε είναι λοιπόν και ο κούκος ένας μηχανισμός σαν τα υπόλοιπα παιχνίδια του Φρίντριχ;» ρώτησε ο Χάμχαντιουκ.


«Ακριβώς.» είπε η βαρόνη.


«Και πού πηγαίνει ο κούκος;» ξαναρώτησε ο Χάμχαντιουκ.


«Πολύ φοβούμαι ότι για την ώρα τούτο είναι άκρως απόρρητον, χερ Χάμχαντιουκ. Θα χρειαστεί να γνωριστούμε καλύτερα και να συνάψουμε φιλικότερες σχέσεις αναμεταξύ μας για να σας αποκαλύψω το μυστικό του κούκου.» είπε η βαρόνη.


«Χμφ!» μούγκρισε ο Χάμχαντιουκ βαρύθυμα και παλουκώθηκε μουτρωμένος στον βελούδινο καναπέ.


Η βαρόνη στράφηκε πάλι στο κλαβίχορδο και αρχίνησε να παίζει μουσική. Τούτη την φορά, επέλεξε το πένθιμο κομμάτι «Mit Fried und Freud» του Dietrich Buxtehude και απ’ τα χείλη της έβγαιναν μελωδικοί οι στίχοι της άριας Klag-Lied. Ο Λόρδος έγειρε το κεφάλι του στο κεντητό μαξιλάρι του καναπέ και αφέθηκε στο υπνωτικό ξόρκι της άριας. Ο Χάμχαντιουκ, απ’ την άλλη, ήταν ανήμπορος να αντέξει κι άλλη άρια. Τα αποθέματα της υπομονής του είχαν εξαντληθεί. Σηκώθηκε από τον καναπέ και βγήκε αθόρυβα έξω από την ροτόντα, στον μακρύ διάδρομο του Château.


Βάδισε κάμποσα βήματα επάνω στον μπορντό μακρόστενο τάπητα, προσπερνώντας την μεγάλη αίθουσα μπιλιάρδου. Ώσπου το μάτι του συνέλαβε στα δεξιά του μία κλειστή δίφυλλη πόρτα κι ένα κλειδί στην κλειδωνιά της. Την προσπέρασε αδιάφορα αρχικώς, όμως αμέσως κοντοστάθηκε και την ξανακοίταξε. Κείνο που του κίνησε το ενδιαφέρον εν προκειμένω ήταν το παγερό γαλάζιο φως που ξεγλιστρούσε μέσα από τις σχισμές της κλειδαρότρυπας.


Πλησιάζοντάς την, χτύπησε τα ρουθούνια του η έντονη μυρωδιά της κλεισούρας, ως και το δωμάτιο πίσω από την πόρτα αυτή να μην είχε καθαριστεί ποτέ του. Εάν όντως ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε το δωμάτιο της δίφυλλης αυτής πόρτας αποτελούσε μία κραυγαλέα εξαίρεση μέσα στον άκρως περιποιημένο εσωτερικό χώρο του Château. Οι υποψίες τούτες ήσαν αρκετές ώστε να ωθήσουν τον Χάμχαντιουκ να ξεκλειδώσει την πόρτα και να δει ιδίοις όμμασι τι υπήρχε μες στο δωμάτιο.



Ήταν μια ευρύχωρη σάλα. Το σεληνόφως τρύπωνε από ένα σφαλισμένο παράθυρο του οποίου η κουρτίνα ήταν –τυχαία μάλλον- τραβηγμένη, και άπλωνε το ασημένιο του επίχρισμα επάνω στα παραπεταμένα έπιπλα της σάλας. Οι ιστοί των αραχνών διατάρασσαν -γλυκά αλλά και ανατριχιαστικά- την συμμετρική διευθέτηση των επίπλων. Η οσμή της κλεισούρας ήταν πυκνή, μπολιασμένη από την μούχλα των σαπισμένων μήλων της φρουτιέρας επάνω στο στρωμένο ορθογώνιο τραπέζι.


Ήταν ένα γαμήλιο τραπέζι. Τούτο μαρτυρούσαν το σκούρο μπλε γαμπριάτικο κοστούμι και το νυφικό φόρεμα των λευκών βέλων που ήσαν αποτεθειμένα πάνω στις ψηλές ράχες των καρεκλών στις κεφαλές του τραπεζιού.


Οι αράχνες αρχίνησαν να ξεμυτίζουν δειλά-δειλά μέσα από τους πελώριους υφαντούς ιστούς τους. Είχαν εκδήλως αντιληφθεί την παρουσία του Χάμχαντιουκ και πολύ σύντομα σχημάτισαν εμπρός στα μάτια του το κοπάδι τους, έτοιμες να κάμουν την γνωριμία τους με τον απρόσμενο επισκέπτη, άφοβες και αποφασιστικές στο ζωηρό πηλάλημα των αρθρωτών τους ποδιών.


Ο Χάμχαντιουκ τις παρακολουθούσε σαγηνεμένος καθώς εκείνες έπαιρναν το πρόσταγμα της τροφαντής μαύρης χήρας στο κέντρο του κοπαδιού να τον ζυγώσουν. Ώσπου το χέρι του Φρίντριχ πέρασε απαλά απ’ εμπρός του και έκλεισε την πόρτα γυρνώντας και το κλειδί της.


«Όχι, όχι, χερ Χάμχαντιουκ.» έκανε ο Φρίντριχ χώνοντας το κλειδί στην τσέπη του. «Δεν επιτρέπεται σε κανέναν να εισέλθει σε τούτην την σάλα. Είναι αυστηρώς απαγορευμένο από την ίδια την βαρόνη.»


«Συνέβη κάποια γαμήλια γιορτή εκεί μέσα; Ερωτώ διότι είμαι σίγουρος πως είδα ένα γαμπριάτικο κοστούμι και μία νυφική τουαλέτα κρεμασμένα στις καρέκλες.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Ναι… Η βαρόνη ήταν κάποτες αρραβωνιασμένη με κάποιον κύριο. Στην σάλα ήταν προγραμματισμένη η γαμήλια γιορτή. Δυστυχώς ο γάμος ματαιώθηκε. Σας εκλιπαρώ, όμως, μην μου ζητήσετε να πω περισσότερα επ’ αυτού. Δεν μου επιτρέπεται να μιλήσω για το ζήτημα.» κόμπιασε ο Φρίντριχ.


«Χμ… Καταλαβαίνω… Βλέπω ότι σου αρέσει να παριστάνεις τον προτέκτορα στην βαρόνη, Φρίντριχ. Της συμπεριφέρεσαι σαν κηδεμόνας. Κάτι σαν φύλακας-άγγελος. Την νιώθεις ως προστατευόμενή σου λοιπόν;» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


«Αγαπητέ χερ Χάμχαντιουκ, η ζωή μου ολάκερη είναι ταγμένη μοναχά σε ένα δόγμα: η βαρόνη έρχεται πάντοτε πρώτη πριν και πάνω απ’ όλα. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία.» αποκρίθηκε ο Φρίντριχ.


«Χμ, μήπως είσαι λιγάκι τσιμπημένος μαζί της; Μάλλον είσαι λίγο, έτσι δεν είναι; Φτωχέ μου Φρίντριχ…» χαμογέλασε σαρδονικά ο Χάμχαντιουκ.


«Ω… χερ Χάμχαντιουκ…» έκανε ο Φρίντριχ χαμηλώνοντας το βλέμμα από ντροπή.


«Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω…» είπε ο Χάμχαντιουκ κι έδωσε δυο τρυφερά ραπίσματα στο μάγουλο του Φρίντριχ.


Ο Χάμχαντιουκ επέστρεψε στην ροτόντα. Η βαρόνη είχε εγκαταλείψει το παίξιμο του κλαβίχορδου και τώρα τραγουδούσε την άρια με φωνή ασυνόδευτη. Οι πολύχρωμες πεταλούδες φτερούγιζαν τριγύρω της και ξαπόσταιναν επάνω στα ακροδάχτυλα του υψωμένου χεριού της. Κείνη, ατενίζοντας τις ασημογάλαζες αποχρώσεις των φτερών τους, παραδιδόταν πιότερο στο πάθος της άριας και ρύθμιζε την φωνή της αναλόγως προκειμένου να επιτύχει τις απαιτούμενες υψηλές κορόνες.


Ο Χάμχαντιουκ κάθισε βαρύς στον καναπέ. Κάποτε η άρια τελείωσε και τότε ο Λόρδος χειροκρότησε δι’ αποθεωτικών επαίνων. Ο Χάμχαντιουκ από δίπλα του χτύπησε γι’ άλλη μια φορά τα χέρια του βαριεστημένα.


«Άνθρωποι-ζώα!» κραύγασε ο Λόρδος. Ο Χάμχαντιουκ τον κοίταξε παραξενεμένος.


«Ω, όχι, Τζουλς. Όχι πάλι άνθρωποι-ζώα. Είναι ανόητο.» έκανε η βαρόνη. Ο Χάμχαντιουκ κοίταζε αμφότερους με απορία. Τι ήταν το άνθρωποι-ζώα; Καμία άρια;


«Άνθρωποι-ζώα. Επιμένω. Ας ξεκινήσουμε από τον Φρίντριχ. Ο Φρίντριχ είναι μια νυφίτσα.» είπε ο Λόρδος.


«Χαχαχαχα. Όχι. Αρνούμαι να αποδεχθώ τον Φρίντριχ ως νυφίτσα. Πολύ φοβούμαι ότι τον αδικείς.» γέλασε η βαρόνη.


«Δεν τον αδικώ καθόλου. Είναι μια γλυκιά και χαριτωμένη νυφίτσα. Έχει αυτά τα μικρά μάτια που φωσφορίζουν σαν λαμπυρίδες. Και η μουσούδα του προεξέχει ολίγον τι από την φτιάξη του προσώπου του. Και τα αυτιά του είναι ασυνήθιστα στρογγυλά και ελαφρώς πατικωμένα προς τα πίσω, όπως ακριβώς της νυφίτσας. Εγώ λέω, νυφίτσα.» είπε ο Λόρδος.


«Η νυφίτσα έχει μουστάκια. Ο Φρίντριχ είναι παντελώς άτριχος.» αντιπαρέθεσε η βαρόνη.


«Χμ, δεν μπορώ να αντικρούσω τούτο το επιχείρημα. Ίσως θα πρέπει να σκεφτώ ζώα δίχως τρίχωμα.» είπε ο Λόρδος.


«Μπορείτε να μου πείτε κι εμένα τι διάολο συζητάτε;» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


«Ω, τίποτε το άξιο λόγου, χερ Χάμχαντιουκ.» αποκρίθηκε η βαρόνη. «Το άνθρωποι-ζώα είναι ένα αγαπημένο παιχνίδι του Τζουλς όταν δεν έχει με τι άλλο να ασχοληθεί. Είναι ένα κουτό παιχνίδι, σαχλό παιχνίδι. Ο Τζουλς αρέσκεται στο να υποπίπτει σε εκείνους τους αργόσχολους ψευτοδιαλογισμούς τους οποίους συνηθίζουν οι άνθρωποι όταν –θέλοντας να εγείρουν την φαντασία τους αλλά και να ακονίσουν την εμπειρική τους αντίληψη ως προς την γονιδιακή ταξινόμηση των ειδών- αντιστοιχίζουν άλλους ανθρώπους με συγκεκριμένα ζώα εντοπίζοντας την συνειρμική τους συνάφεια με βάση την εξωτερική τους εμφάνιση. Μόλις τώρα, ο Τζουλς αντιστοίχισε τον Φρίντριχ με νυφίτσα.»


«Χμφ, είναι όντως σαχλό παιχνίδι.» μόρφασε ο Χάμχαντιουκ.


«Έχεις κάποια γνώμη για τον χερ Χάμχαντιουκ;» ρώτησε ο Λόρδος την βαρόνη.


Ο Λόρδος και η βαρόνη κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηλά αναμεταξύ τους μέχρις που ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη αμφοτέρων. Ένα ήταν το ζώο που σκέφτηκαν από κοινού για την αντιστοίχιση με τον Χάμχαντιουκ.


«Ιπποπόταμος!» κραύγασαν κι οι δυο ταυτόχρονα και αναλύθηκαν σε δυνατά χαχανητά.


«Έι! Τι διάολο τσαμπουνάτε εσείς οι δυο; Μήπως με παρομοιάσατε με ιπποπόταμο μόλις τώρα;» έκανε οργισμένος ο Χάμχαντιουκ.



«Η αλήθεια είναι πως, ναι, σε αντιστοιχίσαμε με ιπποπόταμο, Μπαγκς.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ. «Μην το παίρνεις όμως δα και τόσο κατάκαρδα. Ο ιπποπόταμος είναι μεγαλόπρεπο ζώο και διάφοροι πολιτισμοί τον θεωρούν ως τον πραγματικό βασιλιά των ζώων, όπως για παράδειγμα η φυλή των Ίζο στο Δέλτα του Νίγηρα που τον λατρεύουν ως θεό ή οι πολέμαρχοι των Ζουλού που τον κρίνουν ανώτερο από το λιοντάρι. Έχω βρεθεί κοντά σε ιπποπόταμους. Υπερβολικά κοντά, θα έλεγα. Επικίνδυνα κοντά. Πολλές φορές, όταν μεταμορφωμένος σε κάποιο αμφίβιο ερπετό εξαναγκαζόμουν να ζήσω σε έλη κατοικημένα από τα μεγαλόσωμα αυτά ζώα, κυριευόμουν απ’ το δέος της υπνωτικής τους θωριάς. Τα μάτια, τα αυτιά και τα ρουθούνια –καθότι βρίσκονται στην οροφή του κεφαλιού τους- ξεπροβάλλουν από την επιφάνεια του νερού προκαλώντας ρίγος σαν είναι στραμμένα προς κάποιον υποψήφιο ανταγωνιστή. Τα βαρελόσχημα χονδροειδή σώματά τους επιπλέουν στα νερά με αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία και με την ίδια δεξιοτεχνία καταδύονται στον βυθό για μεγάλες χρονικές περιόδους. Το δέρμα τους, άτριχο και στιλπνό. Και σαν ανοίγουν διάπλατα τα στόματά τους επιδεικνύοντας τους κοφτερούς χαυλιόδοντες… ω ναι…. ω, αυτό είναι πραγματικός τρόμος, αγαπητοί μου.»


«Αυτό ακούγεται άκρως ενδιαφέρον, Τζουλς. Πες μας για την συμπεριφορά τους. Τι είδους πληροφορίες αποκόμισες για την συμπεριφορά των ιπποπόταμων;» ρώτησε η βαρόνη.


«Έι! Γιατί δεν το βουλώνετε επιτέλους και οι δυο σας; Δεν έχω καμία όρεξη να ακούω για ιπποπόταμους. Ειδικά όταν παρομοιάζομαι με εκείνους.» αφηνίασε ο Χάμχαντιουκ.


«Ω, οι ιπποπόταμοι είναι ζώα απρόβλεπτα και οξύθυμα, Χίλντε. Και άφοβα στις εκρήξεις οργής τους.» εξακολούθησε ο Λόρδος.


«Πάντοτε ήθελα έναν ιπποπόταμο ως κατοικίδιο.» είπε η βαρόνη. «Ακούγεται τρελό αλλά είναι η αλήθεια. Έχουν μία ιδιαίτερη ομορφιά, αντιληπτή μονάχα σε λίγους και εκλεκτούς. Θα ήθελα να παρατηρώ έναν ιπποπόταμο να περνάει τον χρόνο του μες στις τεχνητές μικρολίμνες των κήπων της έπαυλης. Θα χαιρόμουν να τον βλέπω να λούεται ξέγνοιαστος όλη μέρα. Είμαι επίσης βέβαιη ότι θα συμβίωνε μια χαρά με τους κύκνους. Ωστόσο δεν γνωρίζω κατά πόσο θα μπορούσε να ταιριάξει με το κλίμα της Γαλλίας. Θα είχα τύψεις στην συνείδησή μου εάν έπαιρνα έναν ιπποπόταμο και έπειτα μου ψοφούσε λόγω κλιματικών συνθηκών.»


«Ναι όντως, δεν ακούγεται καλή ιδέα, Χίλντε. Έχεις υπόψη σου τον Ζαν-Μπατίστ Λαμάρκ και το βιβλίο του περί της εξέλιξης των ειδών, το Philosophie Zoologique;» ρώτησε την βαρόνη ο Λόρδος αναφερόμενος στο επιστημονικό εγχειρίδιο του 1809, ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της εξελικτικής σκέψης και προάγγελος του Δαρβινισμού.


«Το έχω στην βιβλιοθήκη μου αλλά δεν το έχω μελετήσει. Γενικώς αποφεύγω τις επιστημολογίες περί της εξελίξεως, με μελαγχολούν. Προτιμώ τους ρομαντικούς μύθους όπως του Αδάμ και της Εύας κτλ. Αλλά συνέχισε, παρακαλώ.» αποκρίθηκε η βαρόνη.



«Κατά την θεωρία του Λαμάρκ, στα όντα υπάρχει μία εγγενής ζωογόνος ισχύς –η νευρική ουσία όπως την αποκαλεί- η οποία ωθεί τα είδη να γίνονται όλο και πιο πολυσύνθετα με την πάροδο του χρόνου και να ανέρχονται κατά τον τρόπο αυτόν μία γραμμική κλίμακα πολυπλοκότητας συσχετισμένης με την μεγάλη αλυσίδα της οντότητας.» είπε ο Λόρδος.


«Χμ, μάλιστα. Και πού ακριβώς θέλεις να καταλήξεις με την σκέψη αυτή;» έκανε η βαρόνη.


«Ω, δεν θέλω να καταλήξω κάπου συγκεκριμένα. Απλά συλλογιζόμουν ότι, κατά την θεωρία του Λαμάρκ, ο χερ Χάμχαντιουκ θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ο τελευταίος εξελικτικός κρίκος της οικογένειας των ιπποποτάμων και ότι η φύση του ορίζεται από την νευρική ουσία του είδους του. Υπ’ αυτή την έννοια –και δεδομένου ότι οι ιπποπόταμοι είναι αξιοθαύμαστα πλάσματα- ίσως ο χερ Χάμχαντιουκ αποτελεί τελικά ένα εξελικτικό επίτευγμα της φύσης.» είπε ο Λόρδος.


«Έι!» βροντοφώναξε αγριεμένος ο Χάμχαντιουκ.


«Για να διαπιστωθεί τούτο στην πράξη, Τζουλς, θα πρέπει να συγκρίνουμε τις αρετές του χερ Χάμχαντιουκ με εκείνες ενός ιπποπόταμου. Και δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσαμε να κάμουμε πρωτευόντως παρά να παρακολουθήσουμε τον χερ Χάμχαντιουκ να κολυμπάει σε μια λίμνη.» είπε η βαρόνη.


Γι’ άλλη μια φορά, ο Λόρδος και η βαρόνη αναλύθηκαν σε δυνατά χαχανητά. Ο Χάμχαντιουκ τινάχτηκε όρθιος βράζοντας από θυμό.


«Μπορείτε να μου κάνετε την χάρη να το βουλώσετε και οι δυο; Δεν θέλω να ξανακούσω ούτε λέξη για ιπποπόταμους από τα βρωμοστόματά σας. Περιττό δε να σας πω ότι ήδη βρίσκω την συντροφιά σας ανυπόφορα ανιαρή. Θανατηφόρα ανιαρή, θα τολμούσα να πω. Το καλύτερο που έχετε να κάμετε λοιπόν είναι να βγάλετε τον σκασμό!» είπε.


Ο Λόρδος έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στην βαρόνη και έπειτα στράφηκε πάλι στον Χάμχαντιουκ. Απ’ τον φάρυγγά του ξεγλίστρισε ένας πονεμένος αναστεναγμός.


«Χίλντε, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να αποκαλύψουμε στον χερ Χάμχαντιουκ τον λόγο για τον οποίον τον φέραμε εδώ. Νομίζω ότι είναι δίκαιο τώρα. Δεν έχει κανένα νόημα άλλωστε να κρατούμε πια μυστικά αναμεταξύ μας. Πρέπει να γνωρίζει το κίνητρό μας. Τι λες κι εσύ;» είπε στην βαρόνη.


«Φυσικά, Τζουλς. Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Πράξε όπως νομίζεις.» αποκρίθηκε η βαρόνη.


«Είμαι όλος αυτιά.» χαμογέλασε πλατιά ο Χάμχαντιουκ. Αδημονούσε να μάθει τι είχαν κατά νου οι δύο μπαγαπόντηδες εμπρός του. Ό,τι και να σκάρωναν, έμελλε να αποτύχει οικτρά. Τούτο σκεφτόταν.


«Μπαγκς» έκανε με βαθιά φωνή ο Λόρδος. «Η βαρόνη μου έχει εκφράσει εδώ και πολύ καιρό την επιθυμία της να χριστεί βρυκόλακας.»


«Ως εδώ καλά.» σκέφτηκε ο Χάμχαντιουκ.


«Της εξήγησα πάμπολλες φορές ότι το συναισθηματικό φορτίο που επωμίζεται ένας βρυκόλακας είναι πολύ βαρύ.» συνέχισε ο Λόρδος. «Ως εκ τούτου, της εξήγησα ότι τούτη ίσως και να είναι μία επιλογή την οποία ενδεχομένως να μετανιώσει πικρά στο μέλλον. Της εξήγησα ότι δεν υπάρχει γυρισμός εν προκειμένω. Ότι εάν γίνει βρυκόλακας, δεν θα μπορέσει ποτέ να αναιρέσει το σφάλμα της.»


«Ό,που να ‘ναι, έρχεται και η παγίδα. Εμπρός λοιπόν. Εκδηλώσου σάπιε βρωμοκρετίνε.» σκέφτηκε ο Χάμχαντιουκ.


«Εκείνη όμως επιμένει με πάθος ότι η θνητή ζωή δεν την ικανοποιεί πια.» συνέχισε ο Λόρδος. «Διακηρύττει συνεχώς την επιθυμία της να βαδίσει το φριχτό εκείνο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, δηλαδή το ζοφερό μονοπάτι των βρυκολάκων. Ειδάλλως, όπως λέγει, δεν έχει άλλη επιλογή πλέον από την αυτοκτονία.»


«Κρυφτούλι λοιπόν; Θέλεις να παίξουμε κρυφτούλι; Ας παίξουμε κρυφτούλι τότε. Θα σε βρω και θα σε πιάσω, παλιολεχρίτη. Δεν μπορείς να μου κρυφτείς εμένα.» σκέφτηκε ο Χάμχαντιουκ.


«Η βαρόνη είναι φίλη μου, Μπαγκς.» συνέχισε ο Λόρδος. «Παλιά μου φίλη, καλή μου φίλη. Οφείλω να την προστατεύσω από το τραγικό λάθος που θέλει να κάμει στον εαυτό της. Δεν θα μπορούσα ποτέ να την χρίσω βρυκόλακα εγώ. Τούτη είναι μια κατάρα που δεν θα μπορούσα ποτέ να εξαπολύσω καταπάνω της. Όμως, δεν θα άντεχα ποτέ μια ενδεχόμενη αυτοκτονία της. Θα είχα τύψεις εάν μάθαινα ότι γίνηκε αυτόχειρ επειδή εγώ αρνιόμουν να την βοηθήσω. Θα είχα όμως τις ίδιες τύψεις εάν της έδιδα να επωμισθεί το βαρύ φορτίο του βρυκόλακα ενώ εγνώριζα ότι δεν θα μπορούσε να το βαστάξει. Βρίσκομαι σε δίλημμα, Μπαγκς. Τρομερό δίλημμα. Και σε τούτο το δίλημμα στέκω ανήμπορος να πάρω μίαν δίκαιη απόφαση. Αναρωτιόμουν λοιπόν εάν εσύ θα είχες την καλή πρόθεση να με βοηθήσεις σε τούτο το μαρτύριο. Για την αλήθεια του πράγματος, μόνον εσύ μπορείς να με βοηθήσεις.»


Ο Χάμχαντιουκ κοίταζε τον Λόρδο πονηρεμένος, με μάτια σχιστά ώστε να αποκρύπτουν τις σκέψεις του. Έπειτα στράφηκε προς την βαρόνη επιβεβαιώνοντας τον διακαή πόθο στο πρόσωπό της.


«Λέγει την αλήθεια, βαρόνη;» ρώτησε.


«Ναι, χερ Χάμχαντιουκ. Λέγει την αλήθεια. Πήρα την απόφασή μου. Θέλω να γίνω βρυκόλακας. Δεν υπάρχει τίποτε πλέον που να με κρατάει σε τούτη την ζωή μου. Είμαι πληγωμένη και βασανισμένη. Οι ώρες μου επάνω σε τούτον τον κόσμο αναλώνονται στην ατέρμονη θλίψη. Θέλω να φύγω από τούτην την ματαιότητα.» αποκρίθηκε η βαρόνη.


«Και ζητείς από τον Λόρδο να σε χρίσει βρυκόλακα κι εκείνος σου το αρνείται;» ρώτησε ο Χάμχαντιουκ.


«Ακριβώς, χερ Χάμχαντιουκ. Είναι μία πράξη η οποία τίθεται ενάντια στην συνείδησή του. Τον κατανοώ μεν αλλά είμαι αρκετά ώριμη ώστε να υποστηρίζω τις αποφάσεις μου, όσο ριψοκίνδυνες κι αν είναι τούτες.» είπε η βαρόνη.


«Και υποθέτω ότι, εφόσον σου το αρνείται εκείνος, επιθυμείς από εμένα να σου κάμω αυτήν την εξυπηρέτηση.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


«Ναι, χερ Χάμχαντιουκ. Αυτή είν’ η αλήθεια. Είστε βρυκόλακας, έτσι δεν είναι; Μόνον εσείς μπορείτε να μου δώκετε το σωτήριο βάπτισμα. Σας εκλιπαρώ λοιπόν, κάντε με βρυκόλακα. Και εγώ θα σας υπηρετώ για πάντα εις το μέλλον. Θα ανταμείψω αδρά τούτη την καλοσύνη σας, πιστέψτε με.» είπε η βαρόνη.


«Αυτή είναι η παγίδα. Δεν μπορώ όμως να διακρίνω τι είδους παγίδα είναι. Σαν τι διάολο να έχουν σκαρφιστεί οι δυο τους; Σαν τι διάολο θα συμβεί εάν της δαγκώσω το λαιμό και της πιω το αίμα; Πώς ακριβώς νομίζουν ότι θα μου κάμουν κακό; Όχι, δεν θα με ξεγελάσετε, παλιοκρετίνοι. Είμαι εξυπνότερος από σας.» σκεφτόταν ο Χάμχαντιουκ ενόσω μελετούσε τις εκφράσεις των δύο. Μία ήταν η απόκριση που του ‘ρθε κατά νου.


«Όχι.» είπε κοφτά.


«Όχι τι πράγμα;» ρώτησε η βαρόνη.


«Όχι, δεν μπορώ να σας βοηθήσω, μαντάμ. Πολύ φοβούμαι ότι θα χρειαστεί να πείσετε τον αγαπητό σας φίλο τον Λόρδο για τούτη την εκδούλευση. Ειδάλλως σας εύχομαι καλό κατευόδιο εάν τυχόν προτίθεστε να εγκαταλείψετε τα εγκόσμια.» έκανε ο Χάμχαντιουκ.


«Είσαι σίγουρος, Μπαγκς;» ρώτησε ο Λόρδος με έκπληξη. «Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν περίμενα τούτη την άρνηση από τα δικά σου χείλη. Είχα την πεποίθηση ότι θα χιμούσες καταπάνω της επιτόπου κι εγώ θα πάσχιζα να την αποδεσμεύσω από τους κυνόδοντές σου.»


«Λάθεψες στην εκτίμησή σου, Λόρδε. Τυγχάνει να συμφωνώ μαζί σου ως προς το βαρύ φορτίο του βρυκόλακα. Έχεις απόλυτο δίκιο. Η βαρόνη δεν θα μπορέσει να το βαστάξει. Το χρίσμα του βρυκόλακα θέλει ανθρώπους με κότσια και εμπειρία ζωής, και η βαρόνη παραείναι πορφυρογέννητη και κανακεμένη γι’ αυτήν την δουλειά. Δεν της ταιριάζει καθόλου. Πέραν αυτού, ακόμη και αν ήθελα να την εξυπηρετήσω, δεν θα μπορούσα λόγω κορεσμού. Βλέπετε, ήπια πολύ ανθρώπινο αίμα απόψε. Χόρτασα με το παραπάνω.» είπε ο Χάμχαντιουκ.


Ο Λόρδος και η βαρόνη κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους. Η βαρόνη σήκωσε ελαφρά τα φρύδια από απογοήτευση. Ο Χάμχαντιουκ ακουγόταν ανένδοτος στην θέση του.


«Και δεν σε συγκινεί καθόλου το γεγονός ότι η βαρόνη θα τερματίσει την ζωή της εάν δεν της γίνει το χατήρι; Δεν νιώθεις τίποτε γι’ αυτό; Δεν έχεις κάτι να πεις γι’ αυτό;» ρώτησε ο Λόρδος τον Χάμχαντιουκ.


«Bon voyage!» έκαμε σαρκαστικά ο Χάμχαντιουκ.


Ο Λόρδος κοίταξε την βαρόνη με πικρία. Συμπόνια αρχίνισε να τον πλημμυρίζει σαν απαντούσε στα μάτια της την ψύχρανση του ζήλου για την ζωή. Κείνα ήσαν μάτια που μαρτυρούσαν κάματο και απελπισία. Ήσαν όμως και μάτια αποφασισμένα. Αποφασισμένα για θάνατο, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.


«Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορώ να κάμω ώστε να σε μεταπείσω;» την ρώτησε.


«Όχι, Τζουλς. Έχω πάρει την απόφασή μου. Και είναι αμετάκλητη.» αποκρίθηκε η βαρόνη.


«Θα τερματίσεις την ζωή σου λοιπόν εάν δεν σου δώσω το πολυπόθητο χρίσμα;» ξαναρώτησε ο Λόρδος.


«Θα σχίσω τις φλέβες μου μ’ εκείνη την λεπίδα που στέκει εκεί πέρα, επάνω στο χαμηλό τραπέζι. Θα το κάμω ευθύς αμέσως σαν πατήσεις το πόδι σου έξω από αυτό το σπίτι. Ορκίζομαι ότι θα το κάνω, Τζουλς. Μάρτυς μου ο Θεός.» είπε η βαρόνη.


«Δεν γνωρίζεις πόσο θρηνώδης είναι ο δρόμος που θα κληθείς να βαδίσεις, αγαπημένη μου Χίλντε. Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα. Δεν θα το χωράει ο νους σου.» έκανε ο Λόρδος.


«Εάν πρόκειται να ανταλλάξω τον θρήνο με θρήνο, δεν θα νιώσω και τόσο μεγάλη την διαφορά, Τζουλς. Θρήνος με περιβάλλει στην ζωή, ας με ακολουθήσει και στον θάνατο. Μικρό το βλάψιμο.» στέναξε η βαρόνη.


«Πολύ καλά, Χίλντε.» σκλήρυνε η φωνή του Λόρδου. «Ας γίνει το δικό σου λοιπόν. Θα σου δώκω κείνο που ζητείς. Να το βάνεις όμως καλά στον νου σου και να μην το βγάλεις ποτέ από κει μέσα: Σε προειδοποίησα για τούτον τον όλεθρο. Και το ‘καμα μοναχά επειδή σε αγαπώ ως άνθρωπο.»


«Μην σκοτίζεσαι, Τζουλς. Θα το θυμάμαι για πάντα, ό,τι κι αν γίνει. Ήσουν πάντοτε φίλος μου. Δεν το ξεχνώ ποτέ αυτό.» μισόκλεισε τα βλέφαρά της η βαρόνη από την ανυπομονησία να λάβει το χρίσμα.


Ο Λόρδος την πλησίασε και τότε εκείνη έκλινε το κεφάλι της προς την άλλη μεριά προσφέροντάς του τον γυμνό της λαιμό. Και τότε εκείνος έσκυψε από πάνω της ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του. Οι κυνόδοντές του γίνονταν ολοένα και μακρύτεροι μέχρις που άστραφταν πια τις γαμψές τους αιχμές, έτοιμες να μπηχτούν στην καρωτίδα.


«Στοπ!» γάβγισε ο Χάμχαντιουκ.


Ο Λόρδος γύρισε και τον κοίταξε. Ο Χάμχαντιουκ τους πλησίασε, και φέρνοντας εμπρός το παχύδερμο σουλούπι του, τους ανάγκασε να απομακρυνθούν ο ένας απ’ τον άλλο.


«Κάνε στην άκρη, Λόρδε.» είπε πιάνοντας την βαρόνη από τον αγκώνα. «Τούτες δεν είναι δουλειές για του λόγου σου. Τούτες οι δουλειές θέλουν ικανούς βρυκόλακες. Βρυκόλακες σαν κι εμένα. Εσύ βολέψου με κανένα αρουραίο γι’ απόψε. Είμαι σίγουρος ότι θα βρεις άφθονους αρουραίους εδώ πέρα. Ακόμη και σ’ ένα Château τρυπώνουν οι αρουραίοι. Δεν κάμουν ταξικές διακρίσεις.»


Ο Χάμχαντιουκ παραμέρισε τον Λόρδο ελαφρά με το χέρι του. Ο Λόρδος βρυχήθηκε από την φούντωση του Strigoi Morti και οι κυνόδοντές του αρχίνισαν να μικραίνουν στο κανονικό τους μέγεθος. Ο Χάμχαντιουκ στράφηκε προς την βαρόνη που καρτερούσε την καίρια δαγκωματιά στον λαιμό.


«Αγαπητή μου βαρ-…» πρόλαβε να ξεστομίσει προτού τον διακόψει το υπόκωφο καμπάνισμα του ρολογιού.


Και οι τρεις τους κοίταξαν το ρολόι ταυτόχρονα. Η ώρα ήταν δώδεκα και μισή. Το ρολόι σήμαινε μοναχά ένα καμπάνισμα στο πέρασμα των τριάντα λεπτών κάθε ώρας. Το καμπάνισμα τούτο όμως είχε και μια ιδιαιτερότητα στο άκουσμά του. Και τούτο επειδή ακολουθήθηκε από ένα βούισμα το οποίο εν συνεχεία απλά μειώθηκε στην ένταση αλλά εξακολούθησε να ηχεί προκαλώντας μικροδονήσεις στην πρόσοψη του ρολογιού. Ο Χάμχαντιουκ ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα και στράφηκε πάλι προς την βαρόνη.


«Αγαπητή μου βαρόνη.» είπε. «Οφείλω να σου πω εν προκειμένω ότι η απόφασή σου να τερματίσεις την ζωή σου για χάρη ενός ψωριάρη που σε παράτησε για μιαν άλλη γυναίκα είναι ξεκάθαρη ανοησία. Ναι, γνωρίζω για τον ματαιωμένο γάμο σου. Είδα την σάλα, το γαμήλιο τραπέζι. Ένας ματαιωμένος γάμος ή μία ραγισμένη καρδιά μετά βίας συνιστούν λόγους αυτοκτονίας. Κείνο που σκόπευες να κάμεις στον εαυτό σου ήταν παντελώς βλακώδες και παράλογο. Όμως όλα τούτα ανήκουν πια στο παρελθόν. Κι αυτό επειδή το δώρο που πρόκειται να σου χαρίσω οσονούπω μοναχά ως θεόσταλτη ευλογία δύναται να λογισθεί. Ακριβώς, βαρόνη. Η υπερφυσική δύναμη του βρυκόλακα είναι θείον δώρο και απολαμβάνεται μοναχά από κείνους των οποίων η μοίρα είχε ορίσει να αφεντέψουν τον κόσμο. Θα σου δείξω πώς μπορείς να αξιοποιήσεις τούτην την δύναμη, βαρόνη. Και τότε θα διαπιστώσεις κι εσύ η ίδια πόσο ανούσια και παιδιαριώδης ήταν η ερωτική σου απογοήτευση για κείνον τον κρετίνο που σε παράτησε.»


Η βαρόνη κοίταξε τον Χάμχαντιουκ με ένα βλέμμα απλανές, αρνούμενο να εξομολογηθεί τις σκέψεις των στιγμών. Τούτο όμως δεν είχε και πολλή σημασία τώρα πια. Τα μάτια του Χάμχαντιουκ αστραποβολούσαν τώρα το χρώμα του λευκόχρυσου. Ήσαν μάτια θηρίου, στοιχειωμένα από φονικό ένστικτο.


«Χερ Χάμχαντιουκ, έχοντας υπόψη τους αγροίκους τρόπους σας, θα σας παρακαλούσα πολύ θερμά να με μεταχειρισθείτε με τρυφερότητα κι ευγένεια.» ψέλλισε η βαρόνη παραδομένη στο ξόρκι του παντοδύναμου βρυκόλακα που τώρα την είχε ζώσει για τα καλά με τα στιβαρά του χέρια.


«Θα συμμορφωθώ με την επιθυμία σας, μαντάμ.» έκανε ο Χάμχαντιουκ και ύψωσε το πρόσωπό του ψηλά ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του. Οι κυνόδοντές του γίνηκαν μακριοί και κοφτεροί, έτοιμοι να κατασπαράξουν. Και τότε χίμηξε καταπάνω στον λαιμό της βαρόνης και οι κυνόδοντες χώθηκαν με βία στην πολύτιμη καρωτίδα της.


Η βαρόνη βόγγηξε δυνατά από τον πόνο. Σύντομα όμως κατήργησε κάθε αντίδραση του οργανισμού της προκειμένου να επιτρέψει στο αίμα της να ρεύσει ανεμπόδιστο στο λαρύγγι του βρυκόλακα. Οι αισθήσεις ολοένα εγκατέλειπαν το κορμί της. Προτού όμως η βαρόνη υποκύψει ολότελα στο λιγοθύμισμα, ο Χάμχαντιουκ τραβήχτηκε απότομα απ’ τον λαιμό της σα να τσιμπήθηκε από σφήκα. Η φαρμακερή επίδραση του αίματός της ήταν άμεση.


«Διάολε!» κραύγασε έντρομος και τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν από σύγχυση και ο όγκος του σωριάστηκε με γδούπο στο πάτωμα.


Η βαρόνη ξαπόστασε στο πάτωμα πιάνοντας τον λαιμό της, ψηλαφίζοντας το σημείο των δύο οπών. Ώσπου οι δύο οπές αφανίσθηκαν και το δέρμα της ξανάγινε λείο και λαμπερό όπως πριν. Ο πόνος όμως από το δάγκωμα του Χάμχαντιουκ ήταν σουβλερός και δεν έφευγε ακόμη. Γι’ αυτό και η βαρόνη επιχειρούσε μαλάξεις στο σημείο με το χέρι της για να τον απαλύνει. Ο Λόρδος στήθηκε πάνω από τον γογγύζοντα Χάμχαντιουκ.


«Τι μου κάνατε; Τι μου συμβαίνει; Τι μου σκαρώσατε, κρετίνοι;» έκανε ο Χάμχαντιουκ και τα ορθάνοιχτα μάτια του στριφογύριζαν διαρκώς από τον εφιαλτικό ίλιγγο. Τέτοια ήταν η παραζάλη του ώστε οι λέξεις έβγαιναν απ’ το στόμα του πιο ξέπνοες κι από του Τέομπαλντ.


«Ω τίποτε, Μπαγκς. Απλώς παραβλέψαμε να σου παραθέσουμε μια μικρή λεπτομέρεια: η βαρόνη είναι ήδη μία βρυκόλακας. Δεν είναι όμως Strigoi Morti σαν εμάς τους δυο. Η βαρόνη ανήκει στο Τάγμα των Moroi. Είναι μία moroaică, περήφανη moroaică. Το αίμα των Moroi είναι φαρμάκι για τους Strigoi Morti. Μην ανησυχείς όμως. Τούτο δεν θα είναι το τέλος σου. Το αίμα της απλά θα σε καταβυθίσει σε παρανοϊκό ίλιγγο για κάμποσες ώρες. Δεν θα σε σκοτώσει. Έχω άλλα σχέδια για τον θάνατό σου. Μεγαλοφυή σχέδια. Έχε μου εμπιστοσύνη.» είπε ο Λόρδος.



Η βαρόνη ανήκε στο Τάγμα των Moroi Morti. Οι Moroi ήσαν επίσης βρυκόλακες, τους χώριζε εντούτοις μία βαρυσήμαντη διαφορά από τους Strigoi Morti: οι Moroi ήσαν θνητοί. Τούτη η διαφορά δημιουργούσε ιδεολογικές αντιθέσεις μεταξύ των δύο Ταγμάτων, η κυριότερη εξ’ αυτών ούσα το δόγμα εκ μέρους των Moroi ότι η θνητότητα είναι ένα «αναγκαίο κακό» στην κατανόηση των βαθύτερων νοημάτων του κόσμου, δόγμα το οποίο βεβαίως δεν ασπάζονταν οι Strigoi εφόσον εκείνοι ήσαν αιώνιοι. Ως εκ τούτου, τα δύο Τάγματα πίστευαν στην ανωτερότητα του είδους τους έναντι του άλλου και -επί της ουσίας- βρίσκονταν σε αντιμαχία μεταξύ των. Εξού και η φιλία που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του Λόρδου και της βαρόνης ήταν παράδοξη δεδομένου ότι η συναναστροφή των Strigoi με τους Moroi αποτελούσε ένα σπάνιο (αν όχι ανήκουστο) φαινόμενο.


Οι Moroi ήσαν συνήθως προικισμένοι με χαρίσματα που είχαν να κάμουν με την ικανότητα χειραγώγησης ενός εκ των τεσσάρων στοιχείων της φύσης: του αέρα, της φωτιάς, του νερού και της γης. Στην βαρόνη ωστόσο έλαχε το χάρισμα της μεταφυσικής σύνδεσης με το γένος των πεταλούδων. Οι πεταλούδες λοιπόν ήσαν προσκολλημένες στην παρουσία της συνωστίζοντας την έπαυλή της η οποία απέχτησε και την ονομασία Château des Papillons.


Περιττό να ειπωθεί φυσικά σε αυτό το σημείο ότι δεν υπήρχε απολύτως κανένα νόημα για κάποιον Strigoi να αφαιμάξει έναν Moroi. Το αίμα των Moroi είχε δυσμενείς ιδιότητες για έναν Strigoi –όπως και το αντίθετο άλλωστε- και η επίδρασή του στον οργανισμό ήταν καταλυτική. Και τούτο αποδείχτηκε βεβαίως κατά τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο στην περίπτωση του Χάμχαντιουκ.


«Καθάρματα…! Θα σας τιμωρήσω γι’ αυτό…! Το ορκίζομαι…!» μούγκριζε ο Χάμχαντιουκ μες στον ίλιγγο.


«Πέσε για ύπνο, Μπαγκς. Δεν έχεις άλλη επιλογή τώρα από τον ύπνο. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τούτον τον ίλιγγο ξύπνιος. Κοιμήσου.» είπε ο Λόρδος.


Ο Φρίντριχ εισόρμησε στην ροτόντα ανάστατος από τα πονεμένα βογγητά της βαρόνης. Τα μάτια του ανέλυσαν γρήγορα τους τρεις παριστάμενους βρυκόλακες, με την προσοχή του πιότερο επικεντρωμένη στον Χάμχαντιουκ για τον οποίον –ας ομολογηθεί- είχε ήδη αρχίσει να τρέφει μίαν αντιπάθεια. Σαν διαπίστωσε ότι η βαρόνη δεν διέτρεχε πλέον κάποιον κίνδυνο, απόθεσε στο πάτωμα τον Τέομπαλντ που κρατούσε παραμάσχαλα και πάτησε τον διακόπτη της ράχης του. Ο Τέομπαλντ τέθηκε σε λειτουργία καθότι ο Φρίντριχ είχε τοποθετήσει στον μηχανισμό του την εφεδρική βολταϊκή στήλη. Βούισμα, μακρόσυρτος συριγμός, σιωπή, ροκανίσματα γραναζιών. Ο Τέομπαλντ έστρεψε το πρόσωπό του προς την βαρόνη που έστεκε καθισμένη στο περσικό χαλί.


«Τεό, έλα κοντά μου.» έκανε η βαρόνη με λυγμούς.


Ο Τέομπαλντ κοίταξε την βαρόνη και η πλάκα του χλωριούχου άργυρου μες στο κεφάλι του πήρε μια καλή ιδέα της φωτεινότητας του προσώπου της. Ο κώνος από ψευδάργυρο στο σημείο της καρδιάς του είχε ανιχνεύσει την πονεμένη χροιά της φωνής της. Κινήθηκε προς την βαρόνη υπό τις κλαγγές των μεταλλικών του αρθρώσεων. Σαν την πλησίασε αρκετά, ήχησε από τα σωθικά του τις μετακινήσεις των δρομέων επάνω στις λεπτές ράγες και τους σπινθήρες του ηλεκτρικού φορτίου που γέμιζε την κονσόλα ελέγχου.


«Σας συμ-βαίνει –τί-πο-τε φρό-ιλα-ϊν;» ρώτησε ο Τέομπαλντ με την χαρακτηριστική ξέπνοη φωνή του φυσερού.


«Πονάω, Τεό… Πονάω…» αποκρίθηκε η βαρόνη.


Ο Τέομπαλντ έκαμε κάποιες σπασμωδικές κινήσεις του κεφαλιού. Γδούποι μπομπίνων, κροταλισμοί αρθρωτών ταινιών, σκουξίματα στροφάλων. Η ματιά του συνέλαβε τον σωριασμένο Χάμχαντιουκ. Η κονσόλα ελέγχου έδωσε την εντολή της ενστικτώδους αντίδρασης: μία κλωτσιά στο πρόσωπο που είχε εμπρός του. Μία κλωτσιά στο πρόσωπο του Χάμχαντιουκ. Και ούτως έπραξε. Η κλωτσιά πέτυχε τον Χάμχαντιουκ στην μύτη. Πρησμένη μύτη, ματωμένα ρουθούνια. Ο Χάμχαντιουκ γκάριξε από τον πόνο.



Ο Φρίντριχ φούσκωσε σαν παραγεμισμένη γαλοπούλα από υπερηφάνεια και το πλατύ χαμόγελο διαγράφτηκε στο άτριχο πρόσωπό του, από αυτί σε αυτί. Ο κακόμοιρος ο Χάμχαντιουκ είχε σφάλει στην κρίση του για τον Φρίντριχ: ο Φρίντριχ ήταν επίσης βρυκόλακας αλλά ανήκε σε ένα ιδιότυπο τάγμα βρυκολάκων, στο Τάγμα των Dhampir. Οι Dhampir προέρχονταν από την ένωση ενός βρυκόλακα και ενός ανθρώπου. Αποτελούσαν υβρίδια βρυκόλακα-ανθρώπου, σε αντίθεση με τους Moroi και τους Strigoi που ήσαν γνήσιοι βρυκόλακες. Οι Dhampir ήσαν θνητοί και δεν ορίζονταν από τις μεταφυσικές ιδιότητες των βρυκολάκων, κατείχαν ωστόσο εξαιρετική σωματική δύναμη και γεννιόντουσαν επί το πλείστον με ένα φυσικό ταλέντο σε κάποια τέχνη: ο Φρίντριχ εν προκειμένω προικίσθηκε με την εγγενή κλίση προς την επιστήμη των αυτομάτων και των εφευρέσεων. Το Τάγμα των Dhampir είχε ως απώτατο σκοπό της ύπαρξής του να προστατεύει τους Moroi, και για τούτο ασπάζονταν πιστά το ένα και μοναδικό τους δόγμα: Οι Moroi έρχονται πάντοτε πρώτοι πριν και πάνω απ’ όλα. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία.


Το ρολόι ήχησε γρυλίσματα από το εσωτερικό του. Τα κεφάλια ολωνών στράφηκαν προς το μέρος του. Η βαρόνη ανασηκώθηκε από το περσικό χαλί. Πρόσταξε τον Φρίντριχ να σβήσει κάμποσα από τα αναμμένα κεριά της ροτόντας. Ο Φρίντριχ υπάκουσε. Σαν ο φωτισμός της ροτόντας περιορίστηκε στην ισχνή φλόγα του ενός και μοναδικού κεριού, η βαρόνη τράβηξε τον σύρτη που έστεκε στην αριστερή πλευρά της πρόσοψης του ρολογιού. Και αφού έκαμε τούτο, άνοιξε την καρυδένια πρόσοψη αποκαλύπτοντας το εσωτερικό του ρολογιού.


Ο κούκος βρισκόταν στην θέση του (από πού είχε ξαναμπεί;), όμως δεν ήταν ακίνητος. Ο κουρδιστός του μηχανισμός τον είχε ορίσει να χώσει το ράμφος του μέσα σε έναν κάθετο γυάλινο σωλήνα. Από το ράμφος του κούκου αρχίνισε τότε να κυλάει μία κόκκινη ουσία που δεν ήταν φυσικά τίποτε άλλο παρά αίμα. Το αίμα περνούσε μες στον σωλήνα -ανάμεσα στα γρανάζια και στα ελάσματα και στους στροφάλους του ρολογιού- και κατέληγε μέσα σε ένα μεγάλο παχυκρύσταλλο δοχείο.



Τα μάτια του Χάμχαντιουκ ήσαν μισάνοιχτα και, μες στην παραζάλη τους, περιεργάζονταν το εσωτερικό του ρολογιού από την κορφή όπου βρισκόταν ο κούκος και έπειτα παρακάτω μέχρις που έφτασαν στο παχυκρύσταλλο δοχείο. Ο ίλιγγος δεν στάθηκε ικανός να ανακόψει τον τρόμο του σαν αντίκρισε το περιεχόμενο του δοχείου κι απ’ τον φάρυγγά του ξέφυγε ένα άγαρμπο φωνήεν αποστροφής.


Μες στο παχυκρύσταλλο δοχείο κείτονταν ένα ανθρώπινο έμβρυο μωρού, περίπου τριάντα εκατοστά στο ύψος, άσχημο και μοχθηρό στην όψη, με οικτρά εξογκώματα στο κεφάλι και στο σώμα. Το έμβρυο έπλεε μέσα σε κοκκινωπό υγρό συντήρησης –ένα μείγμα από τερεβινθίνη, καμφορά, λάδι λεβάντας, σκόνη κινναβάρεως, κρασί, κολοφώνιο, νιτρικό νάτριο και νιτρικό κάλιο - και τα ρουθούνια και το στόμα ήσαν συνδεδεμένα με διάφανους αυλούς μέσω των οποίων ανέπνεε και τρεφόταν. Σαν το αίμα που έχυνε ο κούκος απ’ το ράμφος του κατέφτασε το στόμα του εμβρύου, εκείνο αρχίνισε να το πιπιλίζει με βουλιμία.


«Ίσως να είδατε το γαμήλιο τραπέζι της σάλας, χερ Χάμχαντιουκ.» είπε η βαρόνη. «Όμως βιαστήκατε να βγάλετε τα συμπεράσματά σας. Ο γάμος μου δεν ματαιώθηκε λόγω κάποιου παράνομου δεσμού του εκλεκτού μου. Ο λόγος για τον οποίον ο Φρανσουά με εγκατέλειψε για πάντα ήταν επειδή ανακάλυψε το τρομερό μυστικό μου: ότι ήμουν μία Moroi. Ήμουν έγκυος με το παιδί του. Ήταν πανευτυχής που θα αποχτούσε διάδοχο. Έκανα πρόωρη γέννα. Το αποτέλεσμα ήταν ο μικρός μου Ζακόμπ που βλέπετε εδώ μπροστά σας. Τον κράτησα όμως μυστικό από τον Φρανσουά. Του είπα πως απέβαλα. Ο Φρανσουά κάποτε υποψιάσθηκε την αλήθεια. Ζήτησε να δει τον Ζακόμπ και τότε εγώ υπάκουσα στην επιθυμία του. Αντικρίζοντας τον Ζακόμπ, ο Φρανσουά σοκαρίσθηκε από βδελυγμία. Μου είπε ότι αυτό το πλάσμα δεν είναι παρά ένα έκτρωμα και ότι δεν ισοδυναμεί με άνθρωπο. Μου ζήτησε να τον αφήσω να πεθάνει αλλά αρνήθηκα. Για μένα, ο Ζακ είναι κι εκείνος ένα μικρό παιδί σαν όλα τα άλλα παιδιά. Ήμουν η μητέρα του, πώς θα μπορούσα ποτέ να τον αφήσω να πεθάνει; Εξαναγκάστηκα επομένως να εξομολογηθώ στον Φρανσουά ολάκερη την αλήθεια. Του αποκάλυψα ότι είμαι μία moroaică, περήφανη moroaică. Ο Φρανσουά ήταν ανήμπορος να με αποδεχτεί. Με εγκατέλειψε την ημέρα του γάμου μας. Ο γάμος ματαιώθηκε. Άφησα την σάλα της γαμήλιας γιορτής απείραχτη. Είναι κι αυτή απλά ένα δωμάτιο σαν όλα τα άλλα δωμάτια του Château. Παρηγοριά μου έκτοτε στέκουν οι πεταλούδες του Château και τα παιχνίδια του Φρίντριχ. Έχω συμφιλιωθεί με το θλιβερό μου παρελθόν πια. Ο Ζακόμπ εξακολουθεί και υπάρχει χάρη στην δική μου θέληση και στην ευφυία του Φρίντριχ. Το Château des Papillons είναι το σπίτι μου. Κάθε δωμάτιο του Château φέρει και λίγη απ’ την αγάπη μου. Ακόμη κι εκείνη η καταραμένη σάλα της γαμήλιας γιορτής. Το νυφικό μου είναι από ακριβό σατέν. Οι αράχνες δείχνουν να το σέβονται…»


Ο Ζακόμπ πιπίλιζε διαρκώς το αίμα που κατέφθανε στα χείλη του. Μες στο παχυκρύσταλλο δοχείο του κοκκινωπού υγρού, άνοιξε τα βλέφαρά του. Το βλέμμα του συναντήθηκε με το ζαλισμένο βλέμμα του Χάμχαντιουκ. Τα βλοσυρά εκείνα μάτια που πόζαραν κάτω απ’ το εξογκωμένο μέτωπο ήσαν το τελευταίο πράγμα που ο Χάμχαντιουκ πήρε μαζί του σαν τα λογικά του βυθίστηκαν στο σκοτάδι.



Λίγα λόγια για τον κούκο: Σκοπός του κούκου ήταν να περισυλλέγει αίμα από τα κοπάδια των ζώων που έβοσκαν στα λιβάδια του Auvers-sur-Oise. Ήταν προγραμματισμένος να κάμει τούτο την δωδέκατη ώρα του ημερήσιου χρονοδιαγράμματος, δηλαδή δυο φορές την ημέρα, 12 το μεσημέρι και 12 τα μεσάνυχτα. Ο κούκος ήταν καμωμένος από ελαφρύ κασσίτερο και για την πτήση του ακολουθούσε τις αρχές του αιωρόπτερου δηλαδή πετούσε υποστηριζόμενος από την αντίδραση του αέρα επάνω στις ανυψωτικές του επιφάνειες. Εντός του κούκου υπήρχε ένας κουρδιστός ωρολογιακός μηχανισμός εξοπλισμένος με έναν χρονομετρητή, με έναν εσωτερικό εκτοξευτήρα και με μία πρώιμη μορφή γυροσκόπιου.


Σαν η ώρα έφτανε δώδεκα, το ρολόι εκτόξευε τον κούκο σαν ρουκέτα έξω απ’ το παράθυρο της ροτόντας διά της αναφλέξεως συμπιεσμένης πυρίτιδας. Κατά την πτήση, ο κούκος οριζόταν από τον μηχανισμό του να ανοίγει τα διπλωμένα του φτερά και να πετάει ως αιωρόπτερο πάνω από τις δασικές εκτάσεις.


Σαν ο κούκος έφτανε στα βοσκοτόπια, τα βελάσματα και τα μουγκανίσματα των ζώων έδιναν το ανάλογο έναυσμα στον υπερευαίσθητο ηχητικό αισθητήρα του μηχανισμού του. Ο αισθητήρας ακολούθως ρύθμιζε και την κλίση των φτερών του κούκου κατευθύνοντας την πτήση του προς τα κοπάδια. Ο κούκος τότε προσέγγιζε τα κοπάδια και προσγειωνόταν στο σημείο, και πιο συγκεκριμένα πάνω σε κάποιο ζώο. Κατά την προσγείωση, ο κούκος ήταν προγραμματισμένος να φέρει εμπρός τους γαμψώνυχες των ποδιών του ώστε να μπορεί να γαντζωθεί επάνω στην προβιά του επιλεγμένου ζώου.


Σαν ο κούκος γαντζωνόταν σε κάποιο ζώο, έβγαζε μες από το ράμφος του ένα μυτερό έμβολο και τρυπούσε το σώμα του ζώου. Αφού έκαμε τούτο, αντλούσε μία ποσότητα διακοσίων χιλιοστόλιτρων αίματος απ’ το ζώο δια του εμβόλου την οποία και αποθήκευε σε ένα φιαλίδιο εντός του.


Αφού τελείωνε την διαδικασία αποκόμισης αίματος, ο κούκος αποκολλιόταν απ’ το σώμα του ζώου και έπεφτε στο γρασίδι. Με όποιον τρόπο κι αν έπεφτε στο γρασίδι ο κούκος, είχε την δυνατότητα να στέκεται πάντοτε όρθιος στα πόδια του με την βοήθεια του γυροσκόπιου του μηχανισμού του.



Το γυροσκόπιο που ήταν ενσωματωμένο στον μηχανισμό του κούκου ήταν σε πρώιμη μορφή, μία εναλλακτική πρόταση της «Μηχανής» που θέσπισε ο Γερμανός αστρονόμος Johann Bohnenberger το 1817, με την διαφορά ότι το γυροσκόπιο του κούκου βασιζόταν σε περιστρεφόμενους δίσκους αντί της περιστρεφόμενης σφαίρας της μηχανής του Bohnenberger. Υπ’ αυτή την έννοια, το γυροσκόπιο του Φρίντριχ προεικόνισε κατά περίπου μία δεκαετία την συσκευή των περιστρεφόμενων δίσκων που παρουσίασε ο Αμερικανός Γουόλτερ Τζόνσον το 1832 και την οποία βάπτισε ως «γυροσκόπιο» ο Ζαν Μπερνάρ Λεόν Φουκώ το 1852 κατά τα πειράματά του για την απόδειξη της περιστροφής της Γης. Καθότι όμως ο Φρίντριχ ήταν μυστικοπαθής στον χαρακτήρα και απέφευγε την δημοσιότητα –όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους Dhampir- επέτρεψε τοιουτοτρόπως να του κλέψουν την δόξα ο Τζόνσον και ο Φουκώ. C’ est la vie…


Το γυροσκόπιο του κούκου απαρτιζόταν από το δακτυλιόσχημο γυροσκοπικό πλαίσιο, τον κάθετο άξονα περιστροφής, την καρδανική ανάρτηση και τον σταθερό οριζόντιο ρότορα. Πέραν του να κανονίζει το κέντρο βάρους του κούκου και να τον ισορροπεί σε όρθια στάση, το γυροσκόπιο είχε και μία πρόσθετη λειτουργία: διατηρούσε τον κούκο διαρκώς προσανατολισμένο εφόσον ο γυροσκοπικός του δείκτης έδειχνε πάντοτε προς τα νοτιοδυτικά (λειτουργώντας έτσι ως γυροσκοπική πυξίδα πολύ πριν την γυροσκοπική πυξίδα που κατασκεύασε ο Γερμανός φυσικός Χέρμαν Άνσουτς εν έτει 1908).


Σαν η ώρα έφτανε δώδεκα και μισή, ο χρονομετρητής του μηχανισμού του έθετε σε λειτουργία τον εσωτερικό εκτοξευτήρα ο οποίος και εκκινούσε την ανάφλεξη της συμπιεσμένης πυρίτιδας που ήταν εναποτεθειμένη στο πίσω μέρος του κούκου. Ο κούκος εκτοξευόταν σαν ρουκέτα σε γωνία 45˚ από το γρασίδι στον αέρα. Πετώντας πάλι ως αιωρόπτερο και βασισμένος στην ένδειξη του γυροσκοπικού δείκτη, έκλινε τα φτερά του κατά τρόπο τέτοιον ώστε να κατευθυνθεί νοτιοδυτικά, δηλαδή προς το Château.


Παράλληλα, σαν η ώρα έφτανε δώδεκα και μισή, το αλεξικέραυνο πάνω από την ροτόντα φορτιζόταν με ηλεκτρισμό (από την γεννήτρια του ρολογιού) και σχημάτιζε ένα ισχυρό ηλεκτρομαγνητικό πεδίο ολόγυρά του. Εισχωρώντας στο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο του αλεξικέραυνου, ο κούκος ελκόταν από το αλεξικέραυνο και κολλούσε πάνω του. Σαν ο κούκος κολλούσε στο αλεξικέραυνο, ο μηχανισμός εντός του ρύθμιζε τους γαμψώνυχες των ποδιών του να καμφθούν σε σχήμα κυρτών λαβίδων προσομοιάζοντας τανάλιες. Οι κυρτές λαβίδες του κούκου μάγκωναν τότε το κυλινδρικό αλεξικέραυνο, δίδοντας έτσι στον κούκο την δυνατότητα να γλιστρήσει προς τα κάτω και να επιστρέψει μέσα στο ρολόι.


Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι αυτή ήταν η τέταρτη εκδοχή του κούκου που ο Φρίντριχ έθετε σε εφαρμογή. Οι προηγούμενες τρεις παρουσίασαν προβλήματα κατά την ανάφλεξη του εσωτερικού εκτοξευτήρα και ως εκ τούτου οι κούκοι κείνοι παρέμειναν στο γρασίδι των βοσκότοπων. Τρεις ανύποπτοι βοσκοί περιμάζεψαν από έναν ο καθένας και έκτοτε τους κρατούσαν ως κειμήλιο, ο καθένας στο καλύβι του. Μοιράζονταν μάλιστα μεταξύ τους και την κοινή πεποίθηση ότι οι μηχανικοί αυτοί κούκοι ήσαν κατασκευές σταλμένες από εξωγήινους πολιτισμούς μακρινών πλανητών που σκοπό είχαν να συλλέξουν δείγματα της γήινης ζωής προς μελέτη. Ο Φρίντριχ δεν μερίμνησε ποτέ να ανακτήσει κείνους τους κούκους από τους βοσκούς. Ουδείς ωστόσο μπορεί να τον κατηγορήσει γι’ αυτό. Δεν όφειλε εν προκειμένω να ασχοληθεί με τους τρεις αποτυχημένους κούκους αλλά τουναντίον έπρεπε να προσπαθήσει σκληρότερα ώστε να κατασκευάσει έναν κούκο που θα λειτουργούσε επιτυχώς. Το οποίο βεβαίως και κατάφερε εν τέλει.


Ο Χάμχαντιουκ κοιμόταν πια για τα καλά πάνω στο περσικό χαλί ηχώντας απ’ τα ρουθούνια του ένα θορυβώδες ροχαλητό. Ο Λόρδος στάθηκε από πάνω του, συνεπαρμένος από τον φλογερό πόθο της εκδίκησης.


«Και τώρα, Μπαγκς, ήρθε η ώρα να σου αποδείξω όλα όσα σου έλεγα για την τιμωρία που σε περιμένει στην περίπτωση που θα με πρόδιδες. Οφείλω να είμαι συνεπής απέναντί σου, Μπαγκς. Και σε διαβεβαιώ, θα επιδείξω αδυσώπητον ζήλο ως προς τούτη την συνέπεια. Κτηνώδη ζήλο, θα έλεγα.» είπε και τον ζύγωσε απειλητικά.


«Όχι!» τον σταμάτησε η βαρόνη. Ο Λόρδος την κοίταξε παραξενεμένος. «Έχω μια καλύτερη ιδέα. Έλα μαζί μου.»



Δίπλα από το Château έστεκε ένας πέτρινος οβελίσκος με ύψος που έφτανε τα εκατό περίπου μέτρα. Κείνος ο οβελίσκος προκαλούσε πάντοτε την περιέργεια του Λόρδου κατά τις επισκέψεις του στην βαρόνη, δεν την είχε ρωτήσει εντούτοις ποτέ ως προς τον λόγο ύπαρξής του. Βαστώντας στο χέρι της μία αναμμένη δάδα, η βαρόνη πήρε μαζί της τον Λόρδο και ξεκλείδωσε την πόρτα στην βάση του οβελίσκου. Κι αφού έκαμε τούτο, ανέβηκαν οι δυο τους το εσωτερικό ελικοειδές του κλιμακοστάσιο ως την κορφή.


Σαν έφτασαν κάποτε στην κορφή του οβελίσκου, ο Λόρδος αντίκρισε τον σωρό από κούτσουρα και είκασε ευθύς ότι ο σωρός είχε προφανώς διευθετηθεί στο σημείο για το άναμμα φωτιάς. Δεν έσφαλε στην εικασία του. Η βαρόνη άναψε τον σωρό με την δάδα και η φωτιά κάποτε θέριεψε πάνω στα κούτσουρα.


Η βαρόνη παρουσίασε τότε ένα τηλεσκόπιο μες από τις πτυχές της τουαλέτας της και, κοιτάζοντας απ’ τον φακό του, το έστρεψε προς τα ανατολικά, προς τα σκοτεινά δασώδη βουνά που έστεκαν ως ατάραχοι γίγαντες κάτω απ’ την λαμπερή σελήνη. Περίμενε για κάμποση ώρα ώσπου από το πυκνό μαύρο των βουνών αρχίνισε να λαμπυρίζει μία μικροσκοπική φλόγα η οποία ίσα-ίσα που φαινόταν σε ανθρώπου μάτι απ’ αυτήν την απόσταση.


«Ωραία. Έλαβαν το μήνυμα.» είπε η βαρόνη και παρέδωσε το τηλεσκόπιο στον Λόρδο.


«Ποιοι;» ρώτησε ο Λόρδος και, κοιτάζοντας απ’ το τηλεσκόπιο, επαλήθευσε την ύπαρξη φωτιάς σε κάποιο σημείο των βουνών.


«Θα δεις.» αποκρίθηκε η βαρόνη με χαμόγελο που θα ταίριαζε πιότερο στα χείλη της Σφίγγας.


Κατέβηκαν οι δυο τους τον οβελίσκο κι αρχίνησαν τις προετοιμασίες. Ο Φρίντριχ συνέδεσε ένα επιπλέον κάρο στην άμαξα. Έπειτα κουβάλησε τον αναίσθητο Χάμχαντιουκ μέχρι το κάρο και τον τοποθέτησε επάνω του. Ο Λόρδος και η βαρόνη επιβιβάστηκαν στην άμαξα. Ο Φρίντριχ ανέβηκε στην θέση του οδηγού και χτύπησε το καμτσίκι του, και τότε τα άλογα ξεκίνησαν.


Η άμαξα εξήλθε της έπαυλης και διάνυσε τις δασικές εκτάσεις του Auvers-sur-Oise περνώντας ανάμεσα απ’ τις πανύψηλες βελανιδιές. Η διαδικασία έπρεπε να τελεσθεί με γοργούς ρυθμούς καθότι ο ήλιος δεν θ’ αργούσε να ανατείλει. Γι’ αυτό και ο Φρίντριχ ζόριζε τα άλογα με το καμτσίκι του ώστε να καλπάσουν ταχύτερα. Ο ίδιος δεν διέτρεχε κίνδυνο εφόσον ο ήλιος δεν έβλαπτε τους Dhampir παρά μονάχα τους αποδυνάμωνε. Ο Λόρδος και η βαρόνη όμως θα άρπαζαν φωτιά ως εύφλεκτη ύλη εάν εκτίθεντο στις ηλιαχτίδες.Κάποτε η άμαξα έφτασε μία απόμερη όχθη του ποταμού Oise και σταμάτησε.


Κείνη η όχθη περιστοιχιζόταν από ξερόθαμνους που ξέβραζε ο ποταμός στο πέρασμά του και ως εκ τούτου οι τρεις τους μπορούσαν να δράσουν ανενόχλητοι, δίχως τον φόβο μην τους δει το μάτι κανενός περαστικού. Τα νερά του ποταμού κυλούσαν με βραδύτητα προκλητική, σε βαθμό τέτοιον ώστε φάνταζαν νερά στάσιμα. Οι γλαύκες στα κλαδιά των δέντρων χουχούτιζαν το προμήνυμα του χαράματος.


Ο Λόρδος και η βαρόνη κατέβηκαν από την άμαξα για να περιμένουν τους μυστηριώδεις επισκέπτες τους. Όσο για τον Χάμχαντιουκ, ροχάλιζε επάνω στο κάρο μες στον βαθύ του ύπνο. Απ’ ό,τι καταλάβαινε ο Λόρδος, το μέρος εκείνο της απόμερης όχθης ήταν προφανέστατα το σημείο συνάντησης και ότι οι μυστηριώδεις επισκέπτες θα έρχονταν στο σημείο με κάποιο πλωτό μέσο διά του ποταμού.


«Ελπίζω μοναχά να μην αργήσουν.» έκανε η βαρόνη με μια σκιά ανησυχίας στο πρόσωπο.


«Να μην αργήσουν, ποιοι;» ρώτησε ο Λόρδος.


«Θα δεις.» χαχάνισε πειραχτικά η βαρόνη.


«Χίλντε, ελπίζω μοναχά η καλύτερη ιδέα που έχεις για το ξεφόρτωμα του Χάμχαντιουκ να είναι όντως καλύτερη.» είπε ο Λόρδος, κάπως απηυδισμένος από τους σαχλογρίφους της βαρόνης. «Γνωρίζεις ασφαλώς ότι ο Χάμχαντιουκ ήταν δικό μου σφάλμα και οφείλω στην δεδομένη περίσταση να φερθώ με άκρα αυστηρότητα για την εξουδετέρωσή του. Εάν δεν πράξω αναλόγως, θα έχω σοβαρούς μπελάδες με την Δίαιτα των Cluj. Τώρα, φαντάζομαι ότι έχεις υπόψη σου την ποινή που θα μου επιβάλλει η Δίαιτα για ένα τέτοιο αδίκημα. Δεν θα ήθελες να δεις τον καλό σου φίλο στην δυσάρεστη αυτή θέση, έτσι δεν είναι;»


«Ω, μην ανησυχείς γι’ αυτό, Τζουλς. Ο χερ Χάμχαντιουκ θα τακτοποιηθεί δεόντως. Μην έχεις καμία αμφιβολία επ’ αυτού.» αποκρίθηκε η βαρόνη με αφοπλιστική βεβαιότητα.


Τούτη η ριζωμένη πεποίθηση της βαρόνης ξάφνιασε τον Λόρδο. Ο ήρεμος τόνος της φωνής της υποδείκνυε ότι ήξερε τι έκανε. Γι’ αυτό και αποφάσισε να πάει με τα νερά της και να υποβληθεί στην βάσανο των σαχλογρίφων της για την ώρα. Όμως οι μυστηριώδεις κείνοι επισκέπτες αργούσαν. Και ο ουρανός είχε ήδη αρχίσει να απαλλάσσεται από το πέπλο της νύχτας και να αποκτά τις αχνές κυανές αποχρώσεις της εκκολαπτομένης αυγής.


«Είσαι σίγουρη ότι θα έρθουν;» ρώτησε με ανυπομονησία ο Λόρδος.


«Ναι, θα έρθουν. Δεν θα χάσουν την ευκαιρία. Ούτως ή άλλως γνωρίζουν για…» είπε η βαρόνη και η φωνή της κόπηκε για λίγα δεύτερα. Ανασυντάχθηκε και κοίταξε γλυκά τον Λόρδο. «Γνωρίζουν τι είμαι. Γνωρίζουν ότι πρέπει να προλάβουν τον ήλιο.»


Από τον ποταμό κατέφθασε το ξύλινο πλοιάριο. Στο κέντρο του έστεκε το ψηλό κατάρτι με το ανοιχτό πανί που φούσκωνε από τον άνεμο. Στο πανί ήταν κεντημένος ο πελώριος σταυρός και από κάτω το μότο στα λατινικά: CRUX EST SOLUS VIA. Ο Σταυρός Είναι Η Μόνη Οδός. Κάτω απ’ το κατάρτι πόζαραν οι έξι φιγούρες των μοναχών, ενδεδυμένες τα άμφια των Φραγκισκανών: τους καφετιούς μακρυμάνικους χιτώνες με τις κουκούλες και τους σχοίνινους ζωστήρες. Σαν το πλοιάριο προσάραξε στην όχθη, ένας μοναχός πήδηξε στην στεριά και έδεσε τον κάβο της πλώρης στον κορμό ενός δέντρου.


Οι μοναχοί κατέβηκαν απ’ το πλοιάριο και κινήθηκαν προς την βαρόνη, με τα κεφάλια χαμηλωμένα κάτω από τις μυτερές κουκούλες. Πριν την ζυγώσουν αρκετά, εκείνη πέρασε πάνω απ’ το κεφάλι της το μαύρο βέλο και κάλυψε ολάκερο το πρόσωπό της. Σαν την έφθασαν στην απόσταση των δέκα μέτρων, η βαρόνη έκαμε ένα νευρικό νεύμα με το χέρι της να κρύψουν απ’ τα μάτια της τους υπερμεγέθεις ξύλινους σταυρούς που κρέμονταν από τους λαιμούς τους. Εκείνοι υπάκουσαν παραχώνοντας τους σταυρούς μες στις πτυχές των χιτώνων τους.


Η βαρόνη παρουσίασε επί της παλάμης του χεριού της τρία χρυσά λουδοβίκεια. Ένας εκ των μοναχών την πλησίασε βαστώντας ένα ανοιχτό πουγκί και τότε εκείνη έριξε τα λουδοβίκεια μες στο πουγκί. Έπειτα η βαρόνη έκαμε ένα δεύτερο νεύμα και οι μοναχοί προχώρησαν προς το κάρο όπου κοιμόταν ο Χάμχαντιουκ.



Ο Λόρδος Γκρέηγουντ είχε τότε την ευκαιρία να δει τους μοναχούς κοντύτερα. Είχαν όλοι τους σκληροτράχηλα πρόσωπα με τραχιές γωνίες και μάτια που αχνοφωτούσαν μια αρρωστημένη λάμψη μες από τους μαύρους κύκλους τους. Ήσαν πρόσωπα που μαρτυρούσαν κακουχίες, οι χαρακιές στα ζυγωματικά είχαν προκληθεί από το στεγνό ξύρισμα με κοφτερή μαχαίρα. Τα χέρια τους ήσαν σκληραγωγημένα, χέρια ορισμένα από γραμμωτούς μύες και εξογκωμένες αρθρώσεις.


Ο ένας εκ των μοναχών ήταν καμπούρης, με ένα τεράστιο κύρτωμα στην ράχη του που τον έκαμε να περπατά μονίμως σκυφτός. Ήταν εκείνος που ανέλαβε να μεταφέρει τον Χάμχαντιουκ από το κάρο στο πλοιάριο. Περνώντας δίπλα απ’ τον Λόρδο ήχησε ένα εγκάρδιο πνιγμένο χαχανητό το οποίο ο Λόρδος εξέλαβε ως χαιρετισμό. Το πρόσωπο του καμπούρη ήταν παραμορφωμένο από κάποια γενετήσια δυσπλασία, μάτια ανισοϋψή, διογκωμένα χείλη και μία τραγικά λειψή οδοντοστοιχία που προκαλούσε δέος και οίκτο σαν βασίλευε στο πλατύ εκείνο χαμόγελο. Κουβάλησε τον Χάμχαντιουκ στο πλοιάριο μόνος του, με αξιοθαύμαστη υπομονή δεδομένου ότι ο Χάμχαντιουκ ήταν τόσο υπέρβαρος που ούτε καν ο Φρίντριχ –με την δύναμη του Dhampir- δεν τον κουμαντάριζε με ευκολία.


Ένας άλλος μοναχός ήταν μικρός στην ηλικία, γύρω στα είκοσι, με πρόσωπο αθώο και άπειρο αλλά και αποφασισμένο να ακολουθήσει τους κανόνες της ωρίμανσης των υπολοίπων μοναχών. Ήταν εκείνος που βαστούσε το πουγκί με τα λουδοβίκεια. Ο γηραιότερος μοναχός ήταν μονόφθαλμος, το αριστερό του βλέφαρο μισοσφάλιζε το θολό γυάλινο μάτι. Ήταν ο ηγούμενος και οι μοναχοί πάντοτε περίμεναν την δική του κατάνευση προτού εκτελέσουν οποιαδήποτε εργασία. Το πρόσωπό του ήταν σταφιδιασμένο, και τα μάγουλά του κάτω απ’ τις σακούλες των ματιών ορίζονταν από βαθιές γούβες. Οι υπόλοιποι τρεις μοναχοί ήσαν γύρω στα σαράντα, με χέρια μπλεγμένα κάτω από τα φαρδιά μανίκια και κεφάλια μονίμως χαμηλωμένα κάτω απ’ τις κουκούλες.


Σαν ο Χάμχαντιουκ μεταφέρθηκε στο πλοιάριο, οι μοναχοί παρατάχτηκαν σε μια σειρά και αποχαιρέτισαν την βαρόνη υψώνοντας την δεξιά τους παλάμη με τα δάχτυλα ενωμένα. Κείνη έπραξε το ίδιο. Ο ηγούμενος έκανε το σημείο του σταυρού με μία συνοπτική και θυμωμένη κίνηση του χεριού, όμως η βαρόνη έστρεψε το βλέμμα της μακριά, αρνούμενη την ευλογία του ηγούμενου. Οι μοναχοί έπειτα επιβιβάστηκαν στο πλοιάριο και αποχώρησαν γλιστρώντας στην ροή του ποταμού.


Η δοσοληψία είχε τελειώσει. Ο Λόρδος και η βαρόνη ανέβηκαν στην άμαξα. Ο Φρίντριχ χτύπησε το καμτσίκι και η άμαξα κίνησε για την επιστροφή στο Château des Papillons. Ο ήλιος ήθελε κάμποση ώρα ακόμη για να ανατείλει. Η βαρόνη σφάλισε τα κουμπώματα των σκούρων κουρτίνων του κουβούκλιου. Ο Λόρδος είχε κάποιες απορίες.


«Λοιπόν; Θα με πληροφορήσεις για τους κυρίους;»


«Οι χαριτωμένοι κύριοι που μόλις γνώρισες είναι μοναχοί της Μαύρης Αδελφότητας του Σταυρού. Το μοναστήρι τους βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού, στο σημείο που είδες την φωτιά.»


«Η Μαύρη Αδελφότητα του Σταυρού; Πρόκειται για τάγμα αυτομαστιγωτών, έτσι δεν είναι;»



«Ακριβώς. Το τάγμα τους ιδρύθηκε τον 11ον αιώνα, ασπαζόμενο την ασκητική φιλοσοφία του Βενεδικτίνου Αγίου Πέτρου Δαμιανού περί αυτοβασανισμού της σάρκας. Η Μαύρη Αδελφότητα δεν ανήκει φυσικά στο Τάγμα των Βενεδικτίνων, δεν ανήκει σε κανένα τάγμα των Καθολικών. Αλλά ουδέποτε η Αγία Έδρα του Βατικανού τους θεώρησε αιρετικούς, μάλλον τους αγνοούσε απλά ως σκληροπυρηνικούς. Τους έβλεπε πάντοτε ως ένα κίνημα που συνδύαζε με γραφικότητα στο δόγμα του τις διδασκαλίες του Αγίου Αυγουστίνου και του Αγίου Βενέδικτου, και αναγνώριζε φυσικά τον φανατικό τους ζήλο για τον αυστηρά μοναστικό βίο. Όμως στην συνέχεια πολλοί Φραγκισκανοί προσχώρησαν στην Αδελφότητα κατά τον 13ον αιώνα, δίδοντάς της έτσι την θρησκευτική νομιμοποίηση που μέχρι τότε ήταν έωλη.»


«Περίεργο… Είχα την εντύπωση ότι ο Πάπας Κλήμης ΣΤ’ εξέδωσε ένα διάταγμα που καταδίκαζε τα τάγματα των αυτομαστιγωτών. Ήταν το έτος 1349 εάν δεν κάνω λάθος. Τον καιρό της Μαύρης Πανώλης… Έτσι δεν είναι;»



«Ναι. Το έτος 1349 ήταν το έτος του ξεσπάσματος της Μαύρης Πανώλης που θέρισε την Ευρώπη και την Ασία, κοντά εκατό εκατομμύρια νεκροί. Κείνη ήταν η εποχή της έξαρσης της πρακτικής της αυτομαστίγωσης και ο Πάπας Κλήμης ΣΤ’ όφειλε εν προκειμένω να καταστείλει τα κινήματα των αυτομαστιγωτών που πολλαπλασιάζονταν με ταχύτατους ρυθμούς και προσηλύτιζαν συνεχώς νέα μέλη στις φατρίες τους. Τα περισσότερα από κείνα τα κινήματα ήσαν αιρετικά και αρνούνταν την θεία κοινωνία και την δικαιοδοσία της εκκλησίας. Κάποια ήσαν επιγεννήματα των αιρέσεων των Μπρέδριν και των Μπιγκίν ενώ άλλα ήσαν μέχρι και τάγματα παγανιστών που λάτρευαν τον Διάβολο και ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να κάμουν θαύματα, θαύματα όπως η ανοσία στην Μαύρη Πανώλη για παράδειγμα. Σύντομα το Βατικανό ανάθεσε στην Ιερά Εξέταση το έργο της πλήρους εξόντωσης των αυτομαστιγωτών, συμπεριλαμβανομένης και της Μαύρης Αδελφότητας του Σταυρού. Τότε ήταν που συνέβη το θαύμα…»


«Θαύμα; Τι θαύμα;»



«Χμ, εάν πιστεύεις στα θαύματα, τότε θα μπορούσες κάλλιστα να το προσδιορίσεις ως παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας. Ειδάλλως μόνον ως ειρωνεία της τύχης μπορείς να το χαρακτηρίσεις. Κατά το ξέσπασμα της Μαύρης Πανώλης, η αρρώστια εξαπλώθηκε και στην Ανδαλουσία και αφάνισε ολόκληρους οικισμούς της επικράτειας. Σ’ ένα μικρό χωριό όμως της Ανδαλουσίας, στο Καρταοχάλ της Αντεκουέρα, έστεκε ένα μικρό μοναστήρι της Μαύρης Αδελφότητας. Ως εκ θαύματος, οι μοναχοί της Αδελφότητας σε εκείνο το χωριό δεν προσβλήθηκαν από την πανώλη. Ήσαν οι μοναδικοί άνθρωποι σε εκείνες τις περιοχές που παρέμειναν ζωντανοί. Η είδηση διαδόθηκε σαν πυρκαγιά. Νέα μέλη εντάσσονταν διαρκώς στο τάγμα της Αδελφότητας. Φυσικά, οι περισσότεροι εξ’ αυτών σύντομα άλλαζαν γνώμη σαν διαπίστωναν τις ακρότητες που έθετε η Αδελφότητα ως προαπαιτούμενο στον μοναστικό βίο και στις μεθόδους αυτοβασανισμού που εφάρμοζαν σε καθημερινή βάση. Όπως και να ‘χει, υπό τον αντίκτυπο του «θαύματος» εκείνου, το Βατικανό αναγκάσθηκε να εξαιρέσει την Μαύρη Αδελφότητα από τις διώξεις των υπολοίπων αυτομαστιγωτών. Αλλά η περίπτωση της Μαύρης Αδελφότητας ήταν πλέον τόσο εξαιρετική ώστε ούτε καν η Ιερά Εξέταση είχε κάποιο συμφέρον να τους ασκήσει δίωξη.»


«Για ποιον λόγο;»



«Γνωρίζεις τον λόγο. Τον διάβασες σαν το πλοιάριο κατέφθασε την όχθη. CRUX EST SOLUS VIA. Ο Σταυρός Είναι Η Μόνη Οδός. Για την Μαύρη Αδελφότητα, ο ενδοξότερος θάνατος που αρμόζει σε αληθινό μοναχό είναι ο μαρτυρικός θάνατος της σταύρωσης. Κι αν δεν υπάρχει σταυρός, ο θάνατος εν προκειμένω πρέπει να είναι κατά πολύ μαρτυρικότερος από εκείνον του Ιησού. Θεωρούν έναν τέτοιον θάνατο ως ευλογία για την ένταξή τους στην Βασιλεία του Κυρίου. Όπως βλέπεις, η Ιερά Εξέταση δεν μπορούσε να κάμει και πολλά με αυτούς τους ανθρώπους. Οι μοναχοί της Μαύρης Αδελφότητας θα δέχονταν με χαρά μία φρικτή καταδίκη της Εξέτασης. Συν τοις άλλοις, υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος της όξυνσης του φανατισμού των μελών της Αδελφότητας. Το Βατικανό και η Ιερά Εξέταση όφειλαν εν προκειμένω να κάμουν έναν πολιτικό ελιγμό. Τούτο ακριβώς ήταν η εξαίρεση της Αδελφότητας από τις διώξεις των αυτομαστιγωτών. Μία πολιτική κίνηση εκ μέρους της Καθολικής Εκκλησίας.»


«Καταλαβαίνω. Θα περίμενα ωστόσο μία χώρα σαν την Γαλλία να έχει εξαλείψει τέτοιου είδους θρησκευτικά κινήματα μέχρι τώρα. Θέλω να πω, οι πολιτικές ισορροπίες της χώρας είναι τόσο επισφαλείς τον τελευταίο αυτόν αιώνα ώστε τάγματα σαν την Αδελφότητα λογικά θα θεωρούνταν αποκηρυγμένα.»


«Ω όχι, δεν συμβαίνει τούτο με την Αδελφότητα. Το τελείως αντίθετο μάλιστα. Όλα ξεκίνησαν από την Αικατερίνη των Μεδίκων και τον γιο της Βασιλέα Ερρίκο Γ’ της Γαλλίας οι οποίοι υποστήριζαν την Μαύρη Αδελφότητα και της παρείχαν την εξουσιοδότηση να διατηρεί μοναστήρια εντός της γαλλικής επικράτειας. Τούτη η ταχτική της σιωπηλής προστασίας που απολάμβανε η Αδελφότητα υιοθετήθηκε στην συνέχεια και από τον Οίκο των Βουρβόνων. Ως εκ τούτου, η Μαύρη Αδελφότητα επιβίωσε στην Γαλλία για τέσσερεις περίπου αιώνες. Φυσικά, τα μέλη της τώρα είναι ολιγάριθμα και τα μοναστήρια μειώθηκαν στα δύο, ένα στο Auvers-sur-Oise κι ένα στην Μασσαλία. Οι πραχτικές τους πάραυτα παρέμειναν απαράλλαχτες.»


«Καταλαβαίνω.»


«Είναι έντιμοι άνθρωποι, αυτοί οι μοναχοί. Και συνεπείς. Έχω συνεργασθεί κάμποσες φορές μαζί τους. Έχουν μία ιδιαίτερη αρέσκεια στους βρυκόλακες. Για την ακρίβεια, ειδικεύονται στην μεταστροφή βρυκολάκων. Αυτό ακριβώς θα πράξουν με τον χερ Χάμχαντιουκ. Θα επιχειρήσουν να τον μεταστρέψουν και να τον κάμουν ξανά άνθρωπο.»


«Να τον μεταστρέψουν; Μπορούν στ’ αλήθεια να το κάνουν αυτό; Να μεταστρέψουν έναν βρυκόλακα;»


«Όχι φυσικά. Αλλά τρελαίνονται να προσπαθούν και να επιμένουν γι’ αυτόν τον σκοπό. Είναι η αγαπημένη τους δραστηριότητα.»


«Χμ, καταλαβαίνω.»


«Το μόνο μου παράπονο όμως μ’ εκείνους είναι ότι τους πληρώνω εγώ. Κανονικά θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο.»


«Τι εννοείς;»


«Λογικά θα έπρεπε να με πληρώνουν εκείνοι για την διασκέδαση που τους προσφέρω. Βλέπεις, Τζουλς, ο χερ Χάμχαντιουκ για κείνους δεν είναι πραγματική αγγαρεία, έστω κι αν θέλουν να πιστεύουν έτσι οι ίδιοι. Για κείνους, περιπτώσεις σαν τον Χάμχαντιουκ δεν αποτελούν παρά αφορμές για εορτασμό. Αυτό ακριβώς τους προσφέρω. Εορτασμό.»


Ο Λόρδος αποκόμισε κάποια ιδέα από τα λεγόμενα της βαρόνης, ωστόσο διατηρούσε ερωτηματικά στην σκέψη του. Η βαρόνη διαισθάνθηκε το απορημένο βλέμμα του Λόρδου στο πλάι της.


«Σε ό,τι αφορά την δική μου κρίση, Τζουλς, οι άνθρωποι αυτοί είναι ανισόρροποι.»


Ο Λόρδος έγειρε την πλάτη του στο κάθισμα. Μες από την σχισμή των κουρτινών, τα μάτια του ατένιζαν το σκηνικό του δάσους που έκαμε το πέρασμά του απ’ εμπρός του. Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, απότοκο ενός αλλοπρόσαλλου οίκτου που ένιωθε τώρα για τον Χάμχαντιουκ. Και ποιος θα περίμενε αλήθεια ότι θα μπορούσε κανείς να νιώσει οίκτο για ένα βδέλυγμα σαν τον Χάμχαντιουκ…! Ήταν απλά μία παρόρμηση της στιγμής εκ μέρους του Λόρδου, τίποτε παραπάνω.



Τον τυραννούσε ωστόσο και η αναθεματισμένη περιέργεια. Η αλήθεια ήταν ότι θα προτιμούσε να γνωρίζει τί θα συνέβαινε στον Χάμχαντιουκ αντί να στέκει παραγκωνισμένος μες στην αδαημοσύνη.


Ο ήλιος ήθελε κάμποση ώρα ακόμη μέχρι να ανατείλει.








---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.


©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769