Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 24 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 24 από 36]

---

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες


IX


Σαν ο Χάμχαντιουκ ξύπνησε, συνειδητοποίησε ότι ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα επάνω σε μία ξύλινη τάβλα. Η επιφάνεια της τάβλας ήταν επικαλυμμένη με πίσσα που είχε στεγνώσει. Ήταν ανήμπορος να κινήσει τα χέρια και τα πόδια του, ήσαν περιορισμένα από σιδερένια δεσμά. Χοντρές αλυσίδες συγκρατούσαν γερά τα δεσμά επάνω στην τάβλα.



Κοίταξε το πανί που ανέμιζε στο κατάρτι από πάνω του. Τότε κατάλαβε τι ήταν εκείνο που του προκαλούσε φαγούρα στα μάτια τόση ώρα: Ο πελώριος κεντητός σταυρός που, μέσω των κυματισμών του πανιού, επέβαλλε κάθε τόσο την απομυζητική του θωριά. Από κάτω, το μότο: CRUX EST SOLUS VIA. Δεν είχε ιδέα για το τι διάολο μπορεί να σήμαινε αυτό. Δεν ήταν βρυκόλακας για τόσο μεγάλο διάστημα ώστε να εντρυφήσει και στα λατινικά.


Ήταν ολόγυμνος. Ούτε ίχνος ρούχου επάνω του. Από ψηλά ο ουρανός αποχτούσε σιγά-σιγά κάποιες φωτεινές δέσμες από βιολετί και ροζέ που προμήνυαν το επικείμενο χάραμα. Ο ήλιος ήθελε ακόμη κάμποση ώρα μέχρι να ανατείλει.


Γύρισε το βλέμμα και είδε τον νεαρό μοναχό που κοιμόταν καθιστός στην καρέκλα. Φαινόταν ολότελα καταβεβλημένος από τον ιδιαίτερο εκείνο λήθαργο που ζυγώνει τα βλέφαρα κατά την άγρια κονταυγή. Μετά βίας διατηρούσε πλέον την καθιστή του στάση στην καρέκλα.


«Έι!» έκανε βάρβαρα ο Χάμχαντιουκ για να τον ξυπνήσει. «Έι! Έι, εσύ! Ξύπνα!»


Ο μοναχός άνοιξε ξαφνιασμένος τα μάτια του. Λίγο έλειψε να πέσει από την καρέκλα. Μουρμούρισε ευθύς κάποια συνεσταλμένα «συγγνώμη» στον Χάμχαντιουκ και έτρεξε να ειδοποιήσει τον ηγούμενο.


«Άγιε Πατέρα! Ο ασθενής εξύπνησε!»



Ο Χάμχαντιουκ απόμεινε για λίγο μόνος του. Δεν χρειαζόταν να επιστρατεύσει οξυδέρκεια πνεύματος ώστε να καταλάβει ότι βρισκόταν σε πλοιάριο το οποίο μάλιστα έπλεε πάνω σε ρέοντα νερά. Τούτο μαρτυρούσαν τα αχνά κελαρύσματα του ποταμού όπως και τα αλαφροκουνήματα που αναλύονταν στους ύπουλους τριγμούς της ξύλινης δομής.


Ο νους του ανέτρεξε στις τελευταίες θύμησες πριν το σκοτείνιασμα του ιλίγγου. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ, η βαρόνη φον Βάσερμπαουμ, το ανθρώπινο έμβρυο μες στο παχυκρύσταλλο δοχείο, το φαρμακερό αίμα της βαρόνης, η παγίδα που του στήθηκε και στην οποία έπεσε με τα μούτρα. Τα νεύρα του θέριεψαν. Κίνησε να σπάσει τα σιδερένια δεσμά που τον συγκρατούσαν αλλά ήταν ανήμπορος να το καταφέρει. Ο κεντητός σταυρός του ιστίου τον αποδυνάμωνε διαρκώς.


Σήκωσε λίγο το κεφάλι του για να ανιχνεύσει τον χώρο ολόγυρά του. Πέρα από τα γυμνά του πόδια έστεκε η κουπαστή. Από τα έξι καρφιά της κουπαστής ήσαν κρεμασμένα τα έξι φραγγέλια: βούρδουλες δερμάτινων λωρίδων. Στις άκρες των λωρίδων ήσαν δεμένοι μεταλλικοί αιχμηροί γάντζοι. Στραβομουτσούνιασε από δυσφορία.


Ο καμπούρης μοναχός πέρασε από πάνω του. Προτού καν ενοχληθεί από το πνιγμένο του χαχανητό, ο Χάμχαντιουκ χτυπήθηκε στα ρουθούνια από την μούχλα που ανέδυαν τα άμφια του καμπούρη.


Ο καμπούρης βαστούσε στα χέρια του ένα μεγάλο βάζο καλυμμένο με λινάτσα. Το πώμα του βάζου ήταν σφραγισμένο με την λινάτσα και με έναν σπάγκο δεμένο γύρω του. Το βάζο ήταν βαρύ, και ο καμπούρης το απόθεσε με γδούπο επάνω στον ξύλινο πάγκο πλάι στην τάβλα του Χάμχαντιουκ. Έπειτα κοίταξε τον Χάμχαντιουκ κατάματα με το πνιγμένο του χαχανητό, και ο Χάμχαντιουκ είχε τότε την ευκαιρία να αντικρίσει την απαίσια δυσμορφία του μοναχού, τα ακραίως δυσανάλογα χαρακτηριστικά που στερούνταν κάθε ίχνος συμμετρίας κατά την χαρωπή έκφραση του προσώπου. Στο πλατύ χαμόγελο του καμπούρη έλαμπε το ένα και μοναχικό δόντι στο πάνω ούλο και τα υπόλοιπα είτε έλειπαν είτε είχαν σαπίσει.


Ο καμπούρης πλησίασε τον Χάμχαντιουκ με μυστικοπάθεια σα να ‘θελε να του δείξει κάτι που δεν ήθελε να δουν οι υπόλοιποι. Η μούχλα χτύπησε τα ρουθούνια του Χάμχαντιουκ εντονότερη, μια οσμή από ξιδιασμένη μεταλαβιά ανακατεμένη με καμένο θυμίαμα. Ο καμπούρης έχωσε τα τραχιά του χέρια μέσα στις πτυχές των αμφίων του και έβγαλε ένα γυάλινο φιαλίδιο. Το ‘φερε κοντά στον Χάμχαντιουκ. Το φιαλίδιο ήταν γεμισμένο με υγρό συντήρησης και μες στο υγρό έστεκε βυθισμένος ένας μικρός ξύλινος σταυρός. Επάνω στον σταυρό ήταν στερεωμένη με καρφίδες μία μικροσκοπική φιγούρα, στην στάση του Εσταυρωμένου. Ο Χάμχαντιουκ κοίταξε καλύτερα την φιγούρα. Ήταν το έμβρυο ενός αγέννητου αρουραίου.


«Α!» έκανε με φρίκη ο Χάμχαντιουκ κάνοντας τον καμπούρη να κοκκινίσει από τα γέλια.


Ο ηγούμενος έκαμε την εμφάνισή του παραπέρα. Ένας άλλος μοναχός γράπωσε τον καμπούρη από το αυτί και τον έσυρε ως τον ηγούμενο. Ωρυόμενος απ’ τον πόνο, ο καμπούρης πρόλαβε κι έκρυψε το φιαλίδιο μες στον χιτώνα του προτού απαντήσει τον ηγούμενο. Ο ηγούμενος του άστραψε ένα ηχηρό χαστούκι στο πρόσωπο. Ο καμπούρης δέχθηκε το χαστούκι αδιαμαρτύρητα χαμηλώνοντας το κεφάλι.


Μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι μοναχοί κοντά στον ηγούμενο. Σχημάτισαν τότε σιωπηροί μεταξύ τους έναν κύκλο ενώνοντας τα κουκουλωμένα τους κεφάλια στο κέντρο.


Ενόσω οι μοναχοί στέκονταν αμίλητοι στον κύκλο τους, η περιέργεια του Χάμχαντιουκ είχε επικεντρωθεί ολάκερη στο βαρύ βάζο με την λινάτσα που είχε αποθέσει ο καμπούρης στον πάγκο. Τι διάολο υπήρχε μέσα στο βάζο; Η λινάτσα παραήταν πυκνή στην ραφή για να φανερώσει κάποια στοιχεία.


Ο νεαρός μοναχός άφησε τον κύκλο και ζύγωσε τον Χάμχαντιουκ. Οι υπόλοιποι μοναχοί έμεναν ακίνητοι στις θέσεις τους με τα κεφάλια ενωμένα. Απ’ τον κύκλο, ο ηγούμενος λοξοκοιτούσε μουλωχτά τον Χάμχαντιουκ με το καλό του μάτι.


«Κύριε Ελέησον.» ξεκίνησε την προσευχή ο νεαρός μοναχός ψιθυριστά κοντά στο αυτί του Χάμχαντιουκ. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς. Κύριε Ιησού Χριστέ, άκουσον ημάς. Κύριε, Πατέρα εξ ουρανού. Κύριε, Υιέ, Λυτρωτή του κόσμου. Κύριε τω Αγίω Πνεύματι. Αγία Τριάς, εἷς Κύριος. Θεοτόκε Παρθένε, προσευχήσου για εμάς.»


Ο νεαρός επανέλαβε τα λόγια γρήγορα και μουρμουριστά προς τον εαυτό του. Έπειτα στράφηκε προς τον Χάμχαντιουκ.


«Αδελφέ μου, δέξου με ως ποιμένα σου και κάνε με κοινωνό εις το θείο σου βάπτισμα. Ανάδειξέ με, ω αδελφέ μου, ως τον πνευματικό σου πατέρα και άφησε εμένα, ω αδελφέ μου, να οδηγήσω σοι εις το φως το ουράνιον, μακριά από τις πλάνες του πανούργου σκότους. Πίστεψε σε εμένα, ω αδελφέ μου, και χάρισε μοι, ω αδελφέ μου, την ευλογία της Θείας Πρόνοιας ώστε να μετέχω ως βαπτιστής και καθοδηγητής σου, ω αδελφέ μου, σε τούτη την δοκιμασία. Διότι είν’ η Θεία Πρόνοια που μας έφερε κοντά, ω αδελφέ μου, και είναι εκείνη που μας ορίζει ως συμμαχητές και συναγωνιστές στην πάταξη του Διαβόλου, ω αδελφέ μου. Μαζί θα συνθλίψουμε τον Εωσφόρο, ω αδελφέ μου, και μαζί θα τον εξωθήσουμε από τα πέρατα της οικουμένης. Σε εκλιπαρώ, ω αδελφέ μου, δώσ’ μου την ακριβή σου κατάφαση. Ας ακουσθεί το ναι της αγάπης από τα χείλη σου, ω αδελφέ μου.» είπε ο νεαρός μοναχός και με μάτια γεμάτα αδημονία περίμενε την απόκριση του Χάμχαντιουκ.


«Παρ’ την ψωλή μου και βούλωσε το στόμα σου με δαύτη, μυξιάρικο βρωμόπαιδο. Και απελευθέρωσέ με αμέσως τώρα από τούτα τα δεσμά.» στρίγγλισε ο Χάμχαντιουκ.


«Γιατί με χλευάζεις, αδελφέ μου;» έκανε πειραγμένος ο νεαρός μοναχός. «Δεν σου ‘καμα κάποιο κακό. Μονάχα αγάπη σου προσφέρω.»


«Παρ’ την αγάπη σου και χώστην στον πισινό σου, μικρέ βρωμολεχρίτη. Και απελευθέρωσέ με από τα δεσμά όπως σου όρισα.» αντεπιτέθηκε ο Χάμχαντιουκ.


Ο νεαρός χαμήλωσε το βλέμμα από απογοήτευση. Έπειτα στράφηκε προς τον ηγούμενο που έριχνε κλεφτές ματιές από τον κύκλο.


«Άγιε Πατέρα! Ο ασθενής αρνήθηκε!» είπε ο νεαρός.


Οι μοναχοί έλυσαν τον κύκλο τους και ο ηγούμενος πλησίασε τον νεαρό και τον Χάμχαντιουκ. Το θολό γυάλινο μάτι του παρέμενε ανέκφραστο μεν, το άλλο του μάτι όμως έστελνε όλη του την αδυσώπητη οργή προς τον παχύδερμο βρυκόλακα. Ήταν ένα μάτι που μαρτυρούσε απεριόριστη αποστροφή για τα πλάσματα της νύχτας που σεργιάνιζαν τον κόσμο, μάτι αποφασισμένο να αφανίσει τις αισχρές τους κοινωνίες από προσώπου γης.


Αφού κοίταξε τον Χάμχαντιουκ με διαθέσεις αρκούντως υποχθόνιες, ο ηγούμενος ύψωσε το πρόσωπό του ψηλά στον ουρανό σα να εισάκουγε κάποιες εντολές που δίδονταν άνωθεν. Έπειτα κατέβασε ξανά το βλέμμα του προς τον βρυκόλακα.


«Ας γίνει λοιπόν το θέλημά Σου, Κύριε.» είπε με βραχνή φωνή, και ο νεαρός μοναχός έτρεξε αμέσως προς την πρύμνη του πλοιάριου.



Οι υπόλοιποι μοναχοί στήθηκαν παραταγμένοι πίσω από τον ηγούμενο. Ο νεαρός έφερε στον ηγούμενο ένα ογκώδες σκληρόδετο βιβλίο. Ο ηγούμενος άνοιξε το βιβλίο εμπρός του ξεφυλλίζοντας το φθαρμένο του χαρτί με σαλιωμένα δάχτυλα. Ο Χάμχαντιουκ κοίταξε τον τίτλο του βιβλίου που αναγραφόταν χρυσοτυπωμένος στο χοντρό εξώφυλλο. RITUALE ROMANUM.


Ο ηγούμενος έφτασε στο κεφάλαιο που αναζητούσε. De Exorcismis et Supplicationibus Quibusdam. Το κεφάλαιο της τελετής του εξορκισμού, εγκεκριμένης επισήμως από την Λατινική Εκκλησία. Ο ηγούμενος παρέδωσε το βιβλίο στον νεαρό για να το βαστάει εμπρός του και εκκίνησε την τελετουργία.



«Ας ξεκινήσει ο εξορκισμός.» είπε, και παρουσίασε μες από τις πτυχές των αμφίων του ένα μεταλλικό φλασκί με αγίασμα. «Κύριε, η φύσις Σου είναι πάντα φιλεύσπλαχνος και συγχωρούσα. Διά τούτον δέξου την προσευχή μας για τον δούλον Σου που στέκει εμπρός Σου δεσμευμένος από τα δεσμά της αμαρτίας, κι ας συγχωρηθεί από την ευγενή Σου αγάπη.»


«Αμήν.» αναφώνησαν οι υπόλοιποι μοναχοί.


Ο ηγούμενος τίναξε το χέρι του και ράντισε με αγίασμα το γυμνό πλαδαρό σώμα του Χάμχαντιουκ. Το αγίασμα αρχίνισε να τσιτσιρίζει επάνω στον βρυκόλακα και να κατακαίει την σάρκα του σαν βιτριόλι. Ο Χάμχαντιουκ παραδόθηκε σε διαπεραστικές κραυγές πόνου καθώς τα ελκώματα φούσκωναν στο δέρμα του.



«Κύριε, παντοδύναμε Πατέρα,» εξακολούθησε ο ηγούμενος. «Αιώνιε Θεέ και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος κάποτε και για πάντα εξόρισε αυτόν τον ξεπεσμένο και αποστάτη τύραννο στις φλόγες της κόλασης, που έστειλες τον μονογενή Υιό σου στον κόσμο για να συντρίψει τον βρυχόμενο λέοντα, σπεύσε στην έκκλησή μας για βοήθεια και άρπαξε από τον όλεθρο και από τους όνυχες του διαβόλου που διαβαίνει την ημέρα τούτον τον άνθρωπο που εποίησες κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν. Πλήξε με τρόμον, Κύριε, το θηρίο που τώρα καταστρέφει το αμπέλι Σου. Όπλισε τους υπηρέτες Σου με θάρρος ώστε να πολεμήσουν γενναία εναντίον εκείνου του αχρείου δράκου, ώστε να μην περιφρονεί κείνους που εμπιστεύονται Εσένα και να μην επαναλάβει τα λόγια του παλαιού Φαραώ: «Δεν αναγνωρίζω τον Θεόν ούτε και θα απελευθερώσω το Ισραήλ». Ας τον εξοβελίσει το παντοδύναμο χέρι Σου από τον δούλο Σου, Μπάγκλεν Χάμχαντοκ, έτσι ώστε να μην μπορεί πλέον να κρατήσει αιχμάλωτο αυτόν τον οποίον ευτύχησες να ποιήσεις κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν, και λύτρωσε αυτόν μέσω του Υιού Σου, που ζει και βασιλεύει μαζί Σου, εις την ενότητα του Αγίου Πνεύματος, του Θεού, εις τους αιώνας των αιώνων.»


«Αμήν.» αναφώνησαν οι υπόλοιποι μοναχοί.


Ο ηγούμενος ράντισε γι’ άλλη μια φορά τον Χάμχαντιουκ σχηματίζοντας στον αέρα το σημείο του σταυρού. Ο Χάμχαντιουκ ούρλιαζε από το κάψιμο του αγιάσματος αλλά και από τα φαρμακερά λόγια του εξορκισμού που τρυπούσαν ολοένα τα τύμπανα των αυτιών του ως μυτερά στιλέτα.


«Βρωμόγερε! Χωσ’ τα αχαμνά μου στο στόμα σου, ξεμωραμένε! Θα σου βγάλω τα μάτια σαν απελευθερωθώ από τούτα τα δεσμά!» γρύλισε ο Χάμχαντιουκ προσπαθώντας επί ματαίω να σπάσει τα δεσμά του.



«Σιωπή, ερπετό! Το δαιμονικό σου σκήπτρο δεν ασκεί καμία εξουσία σε τούτον τον υπηρέτη του Κυρίου!» του φώναξε ο ηγούμενος, κι εξακολούθησε. «Σε προστάζω, ακάθαρτο πνεύμα, όποιος και αν είσαι, μαζί με όλους τους υποτακτικούς σου επιτιθέμενους τώρα σε αυτόν τον δούλο του Θεού, διά των μυστηρίων της ενσάρκωσης, του πάθους, της αναστάσεως και της αναλήψεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, διά της καθόδου του Αγίου Πνεύματος, διά της ελεύσεως του Κυρίου μας για κρίση, να μου γνωστοποιήσεις με κάποιο σημάδι το όνομά σου, και την ημέρα και την ώρα της αναχώρησής σου. Σε προστάζω, επιπλέον, να με υπακούσεις κατά γράμμα, εγώ που είμαι υπηρέτης του Κυρίου, παρά την αναξιότητά μου. Ούτε θα πρέπει να ενθαρρύνεσαι εις το να βλάψεις με οποιονδήποτε τρόπο αυτό το πλάσμα του Θεού ή τους παρευρισκομένους ή οποιαδήποτε από τα υπάρχοντά τους.»


«Αμήν.» αναφώνησαν οι υπόλοιποι μοναχοί.


Ο ηγούμενος ράντισε γι’ άλλη μια φορά το γυμνό σώμα του Χάμχαντιουκ με αγίασμα προκαλώντας εγκαύματα στην σάρκα του. Απ’ τον φάρυγγα του Χάμχαντιουκ τώρα ηχούσαν βρυχηθμοί και γαβγίσματα και αλυχτήματα. Το κορμί του συσπόταν μέχρις που αρχίνησε να διαστέλλεται και να μακραίνει οριζόμενο από ένστικτα άγρια, πέρα από τις βουλήσεις του νου, σα να αποπειρόταν να ξεγλιστρήσει από τα δεσμά του ως γλοιώδες χέλι.


«Γαμήσου! Ορίστε τ’ όνομά μου! Θα σε γαμήσω, κωλόγερε! Θα σου γαμήσω τον πισινό και θα σε γαμάω μέχρι την κόλαση! Μάρτυς μου ο Διάβολος!» κόχλαζε η αφηνιασμένη φωνή απ’ το στόμα του Χάμχαντιουκ.



«Σε εξορκίζω, αρχαίε όφι!» εξακολούθησε οργισμένος ο ηγούμενος. «Διά του κριτή των ζωντανών και των νεκρών, διά του Δημιουργού σου, διά του Δημιουργού ολόκληρου του σύμπαντος, δι’ Εκείνου που έχει τη δύναμη να σε εξορίσει στην κόλαση, να αναχωρήσεις αμέσως με φόβο μαζί με τους αχρείους υποτακτικούς σου, από τούτον τον δούλο του Θεού, Μπάγκλεν Χάμχαντοκ, ο οποίος αναζητεί καταφύγιο στην αγκάλη της Εκκλησίας. Σε εξορκίζω πάλι, όχι από την αδυναμία μου αλλά από τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, να αποχωρήσεις από αυτόν τον δούλο του Θεού, Μπάγκλεν Χάμχαντοκ, τον οποίο ο Παντοδύναμος Θεός εποίησεν κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν. Υπόκυψε, λοιπόν, υπόκυψε όχι στο δικό μου πρόσωπο αλλά στον υπηρέτη του Χριστού. Γιατί είναι η δύναμη του Χριστού που σε εξαναγκάζει, που σε έφερε χαμηλά διά της σταύρωσής Του. Τρέμε εμπρός σε αυτό το παντοδύναμο χέρι που συνέθλιψε τα τείχη του σκοτεινού δεσμωτηρίου και που οδήγησε τις ψυχές προς το φως. Ας κατέβει ο τρόμος που προσβάλλει αυτό το ανθρώπινο πλάσμα, ο φόβος που προσβάλλει αυτή την ανθρώπινη εικόνα του Θεού, ας κατέβει σε σένα και ας σε αφανίσει. Μην προβάλλεις αντίσταση ούτε να καθυστερήσεις την αποχώρησή σου από αυτόν, γιατί ευτυχεί ο Κύριος Ιησούς Χριστός να κατοικεί μέσα στον άνθρωπο. Και μην διανοηθείς να περιφρονήσεις την εντολή μου μόνον επειδή γνωρίζεις ότι είμαι μέγας αμαρτωλός. Είναι ο Θεός ο ίδιος που σε προστάζει! Ο μεγαλοπρεπής Χριστός που σε προστάζει! Ο Θεός ο Πατήρ σε προστάζει! Ο Θεός ο Υιός σε προστάζει! Ο Θεός το Άγιο Πνεύμα σε προστάζει! Το μυστήριον του σταυρού σε προστάζει! Η πίστη των ιερών αποστόλων Πέτρου και Παύλου και όλων των αγίων σε προστάζει! Το αίμα των μαρτύρων σε προστάζει! Η ταπεινότης των εξομολογητών σε προστάζει! Οι ευλαβικές προσευχές όλων των οσίων ανδρών και γυναικών σε προστάζουν! Τα σωτήρια μυστήρια της χριστιανικής μας πίστης σε προστάζουν!»


«Γάμα τους! Γάμα τους όλους, γεροξεκούτη! Γάμα και τους αγίους και τους αποστόλους και τον ουρανό και τον παράδεισο! Θα γίνετε όλοι σας οι πόρνες μου κι εγώ θα σας γαμάω στις καμίνους της κόλασης, σάπιοι βρωμοκρετίνοι! Θα σας γαμάω εις τους αιώνας των αιώνων!» γκάριξε ο Χάμχαντιουκ μες στους πόνους του αγιάσματος, ταρακουνώντας το σώμα του χυδαία πέρα-δώθε.



«Αποχώρησε, λοιπόν, παραβάτη!» εξακολούθησε ο ηγούμενος. «Αποχώρησε διαφθορέα, ψεύτη και πονηρέ, εχθρέ της αρετής, διώκτη των αθώων. Δώσε τόπο, αποτρόπαιο πλάσμα, παραδώσου, τέρας, παραδώσου στον Χριστό, στον οποίο δεν απάντησες κανένα από τα έργα σου. Επειδή σε έχει ήδη απογυμνώσει από τις δυνάμεις σου και κατέστρεψε την βασιλεία σου, σε δέσμευσε φυλακισμένο και λεηλάτησε την αρματωσιά σου. Σε πέταξε εις το σκότος το εξώτερο, όπου περιμένει η αιώνιος καταστροφή εσένα και τους συνεργούς σου. Για ποιον λόγο αντιστέκεσαι με τέτοια θρασύτητα; Για ποιον λόγο αρνείσαι τόσο αναίσχυντα; Είσαι ένοχος ενώπιον του Παντοδύναμου Θεού, του οποίου τους νόμους έχεις παραβιάσει. Είσαι ένοχος ενώπιον του Υιού Του, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τον οποίον ετόλμησες να δελεάσεις, τον οποίον ετόλμησες να καρφώσεις στο σταυρό. Είσαι ένοχος ενώπιον ολόκληρης την ανθρώπινης φυλής, στην οποία πρόσφερες με πειρασμούς το δηλητηριασμένο ποτήριον του θανάτου.»


«Φόνοι, σκουλήκια, σιχασιά, αίμα, σκατά, σαπίλα, πόρνες, μάγοι, ξετσίπωτοι, αρρώστια, κίναιδοι, γλίτσα, μπόχα…» παραληρούσε ο Χάμχαντιουκ μες στους πόνους.



«Επομένως, σε εξορκίζω, φαύλε δράκε!» εξακολούθησε ο ηγούμενος. «Εις το όνομα του άμεμπτου Αμνού, ο οποίος τσαλαπάτησε την έχιδνα και τον βασιλίσκο, και υπερνίκησε το λιοντάρι και τον δράκο, να αναχωρήσεις από τούτον τον άνδρα, να αναχωρήσεις από την Εκκλησία του Θεού. Τρέμε και εξαφανίσου, σαν καλούμε το όνομα του Κυρίου, ενώπιον του οποίου οι δαίμονες της κολάσεως ζαρώνουν από δειλία, στον οποίον υπόκεινται οι ουράνιες Αρετές και Δυνάμεις και Εξουσίες, τον οποίον οι Χερουβείμ και οι Σεραφείμ επαινούν με ατέρμονες κραυγές καθώς τραγουδούν: Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριε Θεέ Σαβαώθ. Ο Λόγος που ‘γινε σάρκα σε προστάζει. Ο Υιός της Παρθένου σε προστάζει. Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ σε προστάζει, που κάποτε, όταν καταφρόνησες τους μαθητές Του, σε ανάγκασε να το βάλεις στα πόδια κατόπιν μιας ντροπιαστικής ήττας από έναν άνθρωπο. Και όταν σε εξοβέλισε, δεν ετόλμησες καν, παρά μόνον κατά την απουσίαν Του, να εισέλθεις σε ένα κοπάδι χοίρων. Και τώρα, καθώς σε εξορκίζω εις το όνομά Του, χάσου από αυτόν τον άνδρα που είναι το πλάσμα Του. Είναι μάταιο να αντισταθείς στη θέλησή Του. Είσαι ανήμπορος να αντιταχθείς στην βουκέντρα. Όσο περισσότερο καθυστερείς, τόσο πιο βαριά θα είναι η τιμωρία σου. Δεν είναι άνθρωποι εκείνοι που καταδικάζεις, αλλά Εκείνον που κυβερνά τους ζωντανούς και τους νεκρούς, που έρχεται να κρίνει τους ζωντανούς και τους νεκρούς και τον κόσμον με τη φωτιά.»


Απ’ τον κακοτράχαλο φάρυγγα του Χάμχαντιουκ τώρα ξεχυνόταν ένας χείμαρρος από τσιριχτές βωμολοχίες, κάποιες από εκείνες στα λατινικά. Άγνωστον το από ποια απόκρυφη επικράτεια της συνείδησης ο Χάμχαντιουκ αποκόμιζε το λατινικό υβρεολόγιο. Λυσσασμένος καθώς ήταν, άνοιξε το στόμα του διάπλατα επιδεικνύοντας τους άνω κυνόδοντές του που διαρκώς μεγάλωναν.



Ο ηγούμενος τον πλησίασε εξετάζοντας τους κοφτερούς εκείνους κυνόδοντες. Παρουσίασε από τις πτυχές του χιτώνα του έναν σταυρό καμωμένο από τίμιο ξύλο και τον ακούμπησε πάνω στο μέτωπο του Χάμχαντιουκ. Το τίμιο ξύλο έκαψε το δέρμα κάνοντας τον Χάμχαντιουκ να ουρλιάζει από τους άγριους πόνους. Σαν απομάκρυνε τον σταυρό απ’ το μέτωπο, ο ηγούμενος παρατήρησε το έγκαυμα που είχε μορφωθεί στην επιδερμίδα στο σχήμα του σταυρού.


Ανοίγοντας με τα δάχτυλά του το στόμα του Χάμχαντιουκ, ο ηγούμενος επανεξέτασε τους επιμηκυμένους κυνόδοντες. Εξακριβώνοντας ότι είχαν φτάσει πλέον το απώτατο μέγεθός τους, έκανε ένα νεύμα και στο σημείο σίμωσαν ο καμπούρης μαζί μ’ έναν άλλον γεροδεμένο μοναχό. Ο καμπούρης έλυσε τον σπάγκο στο πώμα του μεγάλου γυάλινου βάζου που έστεκε στον πάγκο και τράβηξε την λινάτσα που το κάλυπτε. Σηκώνοντας σαστισμένα το κεφάλι του από την τυραννισμένη περιέργεια, ο Χάμχαντιουκ έκανε να ιδεί το περιεχόμενο του βάζου. Κραύγασε άγαρμπα με όση φωνή του είχε απομείνει σαν είδε με φρίκη ότι το βάζο ήταν γεμάτο από χιλιάδες κυνόδοντες βρυκολάκων. Ήσαν ολόκληροι, μαζί με τις ρίζες τους.



Ο ηγούμενος έκανε ένα δεύτερο νεύμα. Ο γεροδεμένος μοναχός ζύγωσε τον Χάμχαντιουκ βαστώντας στο μυώδες του χέρι μία μεγάλη μεταλλική λαβίδα. Άνοιξε με βία το στόμα του Χάμχαντιουκ με τα ελεύθερα δάχτυλα και μάγκωσε με τα δύο σκέλη της λαβίδας τον έναν κυνόδοντα του Χάμχαντιουκ. Τον τράβηξε με δύναμη και ο κυνόδοντας ξεριζώθηκε από το ούλο. Ο ανείπωτος πόνος των νεύρων κεραυνοβόλησε το κρανίο του Χάμχαντιουκ. Το μαρτύριο που είχε υποστεί ίσαμε τώρα είχε αχρηστεύσει παντελώς τις φωνητικές του χορδές, τόσο που οι πονετικοί οδυρμοί του ηχούσαν πλέον ως ξεφυσήματα δίχως ένταση. Ο μοναχός επανέλαβε την ίδια διαδικασία με τον άλλον κυνόδοντα, και ο νευρικός πόνος διαπέρασε ως αστραπή την ραχοκοκαλιά του Χάμχαντιουκ. Οι κυνόδοντες εναποτέθηκαν στο γυάλινο βάζο, μαζί με τους υπόλοιπους. Πόσοι δύσμοιροι βρυκόλακες είχαν μαρτυρήσει στα χέρια της Μαύρης Αδελφότητα του Σταυρού…!



«Εξορκίζω λοιπόν, καθένα από τα ακάθαρτα πνεύματα!» εξακολούθησε ο ηγούμενος. «Κάθε στοιχειό της κολάσεως, κάθε σατανική δύναμη, εις το όνομα του Ιησού Χριστού της Ναζαρέτ, ο οποίος οδηγήθηκε στην έρημο μετά το βάπτισμά Του από τον Ιωάννη για να σε κατατροπώσει στο οχυρό σου, για να παύσει τις επιθέσεις σου ενάντια στο πλάσμα που Εκείνος έπλασε από το χώμα της γης για τη δική Του τιμή και δόξα. Ώστε να τρέμεις μπροστά στον αμαρτωλό άνθρωπο, βλέποντας μέσα του την εικόνα του παντοδύναμου Θεού, και όχι την κατάσταση της ανθρώπινης αδυναμίας του. Υπόκυψε επομένως στον Θεό, ο οποίος με τον υπηρέτη Του, Μωυσή, κατέπνιξε εσένα και την κακία σου, στο πρόσωπο του Φαραώ και των στρατών του, εις τα βάθη της θάλασσας. Υπόκυψε στον Θεό, ο οποίος, με το τραγούδι των ιερών ψαλμών του Δαβίδ, του πιστού υπηρέτη Του, σε εκδίωξε από την καρδιά του Βασιλιά Σαούλ. Υπόκυψε στον Θεό, που σε καταδίκασε στο πρόσωπο του Ιούδα του Ισκαριώτη, του προδότη. Γιατί τώρα σε μαστιγώνει με τους θεϊκούς Του βούρδουλες, Εκείνος, στην όψη του οποίου εσύ και οι λεγεώνες σου κάποτε φωνάζατε: «Τι αλισβερίσια έχουμε να κάνουμε μαζί σου, Ιησού, Υιέ του Ύψιστου Θεού; Έχεις έρθει για να μας βασανίσεις εις τον αιώνα τον άπαντα;» Τώρα σε οδηγεί πίσω εις το πυρ το αιώνιον, Αυτός που στο τέλος του χρόνου θα πει στους ασεβείς: «Φύγετε από μένα, καταραμένοι, μες στο αιώνιον πυρ που έχει προετοιμαστεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του». Για σένα, ω κακό ον, και για τους ακόλουθούς σου θα υπάρχουν σκουλήκια που δεν θα ψοφήσουν ποτέ. Μια άσβεστη φωτιά είναι έτοιμη για σένα και για τους υποτακτικούς σου, πρίγκιπα των καταραμένων δολοφόνων, πατέρα της ασέλγειας, υποκινητή της βλασφημίας, πρότυπο της μοχθηρίας, προαγωγέ των αιρέσεων, επινοητή της αισχρότητας.»



Οι πρώτες ηλιαχτίδες ξεπρόβαλλαν απ’ τον ορίζοντα τσουρουφλίζοντας το γυμνό σώμα του Χάμχαντιουκ. Εκείνος σφάδαζε και λυσσομανούσε από τους αβάσταγους πόνους. Το κάψιμο του ηλιόφωτος δεν μοιράζεται κοινά στοιχεία με το κάψιμο του αγιάσματος. Οι ηλιαχτίδες διεισδύουν στην σάρκα του βρυκόλακα ώσπου φθάνουν κάποτε στα κόκκαλα και συνταράσσουν αμείλιχτες κάθε όριο αντοχής. Ο Χάμχαντιουκ ατένιζε αποκαμωμένος την ολέθρια ανατολή, στερούμενος πια τους φονικούς του κυνόδοντες. Γνώριζε πολύ καλά ότι σύντομα θα γινόταν παρανάλωμα και στάχτη.



«Αποχώρησε λοιπόν, ασεβέστατε!» εξακολούθησε ο ηγούμενος. «Αποχώρησε καταραμένε, αποχώρησε με όλους σου τους δόλους, γιατί ο Θεός θέλησε τον άνθρωπον τούτον να είναι ο ναός Του. Γιατί ακόμα παραμένεις εδώ; Απότεινε τιμή εις τον Θεό Πατέρα τον Παντοδύναμο, ενώπιον του οποίου κάθε γόνατο οφείλει να υποκλιθεί. Δώσε τόπο στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος έχυσε το πιο πολύτιμο αίμα Του για τον άνθρωπο. Δώσε τόπο στο Άγιο Πνεύμα, το οποίο με τον ευλογημένο απόστολο Πέτρο σε κατέρριψε στο πρόσωπο του Σίμωνα του Μαγού. Που καταράστηκε τα ψέματά σου στα πρόσωπα του Ανανία και της Σαπφείρας. Που σε πάταξε στο πρόσωπο του βασιλιά Ηρώδη επειδή δεν τιμούσε τον Θεό. Που με τον απόστολο Παύλο σε έπληξε με τη νύχτα της τύφλωσης στο πρόσωπο του ψευδοπροφήτη Ελύμα, και από το στόμα του ίδιου αποστόλου σε πρόσταξε να βγεις από την μάντισσα Πυθώνισα. Χάσου τώρα! Χάσου πλανευτή! Ο τόπος σου ερημώθηκε. Το άντρο σου γίνηκε φωλιά των φιδιών. Σκύψε και σύρσου μαζί τους. Το ζήτημα δεν χωρεί καθυστέρηση. Κοίτα, ο Κύριος, ο ηγεμόνας καταφθάνει γοργά, ανάβοντας φωτιά ενώπιόν Του, και η φωτιά θα τον προπορευθεί και θα περικλείσει τους εχθρούς του στις φλόγες. Ίσως να εξαπατείς τον άνθρωπο, αλλά τον Θεό δεν μπορείς να τον χλευάσεις. Είναι Εκείνος που σε εξοβελίζει, από την ματιά του οποίου τίποτε δεν στέκει κρυμμένο. Είναι Εκείνος που σε απωθεί, στην δύναμη του οποίου υπόκεινται τα πάντα. Εκείνος που σε εκδιώκει, Εκείνος που έχει προετοιμάσει το αιώνιον πυρ για εσένα και τους αγγέλους σου, από το στόμα του οποίου θα ξεπροβάλλει κοφτερό ξίφος, Εκείνος που έρχεται να κρίνει και τους ζωντανούς και τους νεκρούς και τον κόσμο με τη φωτιά.»


«Αμήν.» αναφώνησαν οι υπόλοιποι μοναχοί.


Ο κύκλος του ήλιου εμφάνιζε τώρα το ουράνιο πύρινο σώμα του από την ανατολή. Αναθυμιάσεις αναδύονταν από τον Χάμχαντιουκ καθότι τώρα η σάρκα του άρπαζε φωτιά ως εύφλεκτη ύλη από τις καθάριες πρωινές ηλιαχτίδες. Τα καταρρακωμένα βογκητά του μετά βίας μετρίαζαν τους οικτρούς πόνους του παραναλώματος.


Οι έξι μοναχοί ατένισαν την ανατολή και, με μια κίνηση συντονισμένη μεταξύ των, απαλλάχθηκαν από τους χιτώνες που έντυναν τα κορμιά τους και στήθηκαν ολόγυμνοι ενώπιον του ήλιου. Τούτη ήταν μία επιπλέον έκπληξη για τον Χάμχαντιουκ, μία φρικτή έκπληξη πριν το τέλος του.


Αντίκρισε συγκλονισμένος με παγερό τρόμο τις πλάτες των μοναχών. Ήσαν γεμάτες από τις γραμμωτές ουλές του αυτομαστιγώματος. Μία καλύτερη ματιά στις ουλές εκείνες αποκάλυπτε τα βαθιά αυλάκια που σχηματίζονταν στο μήκος τους από τους γάντζους των δερμάτινων λωρίδων των βούρδουλων. Ένας ασθενικός βραχνός λυγμός ξέφυγε από τον φάρυγγα του Χάμχαντιουκ, τόσο απηυδισμένος στην χροιά του που μαρτυρούσε την καθολική του αποστροφή για καθετί που συνέβαινε επάνω σε τούτον τον μουρλό και διεστραμμένο κόσμο.


«Στον διάολο! Στον διάολο όλοι σας!» κατάφερε να βογκήξει ως μία εκδοχή ύστατου χαιρετισμού προς τα εγκόσμια.


Οι μοναχοί πήραν ο καθένας το φραγγέλιό του και γονάτισαν υποκλινόμενοι στον ανατέλλοντα ήλιο. Κι αφού έκαμαν τούτο, αρχίνησαν να μαστιγώνουν τις πλάτες τους προσευχόμενοι με μια φωνή:


«Η ψυχή μου εκθειάζει τον Κύριο.

Και το πνεύμα μου αναπηδά από ευτυχία εις τον Θεό τον Σωτήρα μου.

Πόσο ευγενικά κοίταξε την ταπεινή Του κόρη!

Ω, κοίτα, από την ώρα τούτη κι έπειτα οι χρόνοι μου θα είν’ ευλογημένοι!

Πόσο μεγαλειώδες είναι αυτό που έχει κάνει Εκείνος για μένα,

ο Παντοδύναμος, το όνομα του οποίου είναι Άγιος!

Από χρόνο σε χρόνο Εκείνος επισκέπτεται αυτούς που τον λατρεύουν με σεβασμό.

Το χέρι του κατορθώνει την κυριαρχία:

Κατατροπώνει τους υπερόπτες και τους περήφανους.

Ανατρέπει τους πρίγκιπες από τους θρόνους τους,

και εξυμνεί τους ταπεινούς.

Γεμίζει τους πεινασμένους με ευλογίες,

και ξαποστέλνει μακριά τους πλουσίους με χέρια αδειανά.

Πήρε από το χέρι τον υπηρέτη Του τον Ισραήλ,

και φιλεύσπλαχνα διατήρησε την πίστη Του,

Όπως είχε υποσχεθεί στους πατέρες μας

Διά του Αβραάμ και των επόμενων γενεών εις τον αιώνα τον άπαντα.

Δόξα σοι ο Κύριος.

Ως ήτο εν αρχή.»



Ο Χάμχαντιουκ πρόλαβε ένα μακρόσυρτο γοερό ουρλιαχτό προτού το σώμα του λαμπαδιάσει ολοσχερώς. Οι μοναχοί εξακολουθούσαν παθιασμένοι να χτυπούν τις πλάτες τους με τα φραγγέλια, γδέρνοντας τις σάρκες τους με τους αιχμηρούς γάντζους και πλημμυρίζοντας το ξύλινο δάπεδο με αίμα και κηλιδώνοντας το ανοιχτό ιστίο με κατακόκκινα στίγματα.


Και το πλοιάριο έπλεε πάνω στον ποταμό κατευθυνόμενο προς τον ολόγιωμο ήλιο ενόσω η φωτιά κατέτρωγε ατάραχη τα τελευταία απολειφάδια του Χάμχαντιουκ.



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.

Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)

Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.

Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769