Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 27 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.



Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.


ISBN : 978-618-00-1549-2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 27 από 36]


---


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι


II


Τα χέρια του παπα-Λάμπρου έτρεμαν καθώς βαστούσαν το ευαγγέλιο. Τούτο βεβαίως ήταν κατιτί φυσιολογικό εφόσον ο παπα-Λάμπρος κόντευε τα ογδόντα πια. Όμως εν προκειμένω, δεν ήσαν τα γηρατειά η αιτία για το τρέμουλο. Κάτι άλλο πιλάτευε την σκέψη του γέροντα κατά την τέλεση του Μυστηρίου.



Ως και η φωνή του είχε παραλλαχτεί από την κρυφή εκείνη έγνοια που έζωνε το λογικό του. Ο παπα-Λάμπρος, στα ογδόντα του χρόνια, ήταν άνθρωπος που μιλούσε μοναχά όταν έπρεπε να μιλήσει και έλεγε μοναχά κείνα που έπρεπε να ειπωθούν. Συνεπώς έμενε την περισσότερη ώρα σιωπηλός, ακόμη και στα κρασοπωλεία όπου οι συζητήσεις φούντωναν ανάμεσα στους πρεσβύτερους Μεσολογγίτες. Στοχαστικός, με το λιγνό του πρόσωπο καταχωνιασμένο κάτω απ’ την μακριά κάτασπρη γενειάδα, άκουγε υπομονετικά τους υπολοίπους να μακρηγορούν, κι αν τυχόν είχε άποψη την διατύπωνε, πάντοτε με λακωνικό τρόπο. Ειδάλλως εξακολουθούσε να στέκει καταβυθισμένος στις αινιγματικές κείνες σιωπές μετρώντας τις χάντρες του κομπολογιού του στο χέρι.


Τώρα όμως, αναγκασμένος καθώς ήταν να διαβάζει το ευαγγέλιο εμπρός στο νεαρό ζευγάρι του γαμπρού και της νύφης, η φωνή του κινδύνευε κάθε τόσο να προδώσει το σαράκι που τον κατέτρωγε. Και στο κάθε εδάφιο της Ακολουθίας έτεινε η ομιλία του να καταργεί τις τελευταία συλλαβή σα να απαρνιόταν την ευλογία στους νυμφευόμενους. Για τούτο φυσικά είχε σοβαρό λόγο, ο παπα-Λάμπρος δεν ήταν κάνας μουρλός.



Ο Γιάγκος ο Βοχωρίτης -ο γαμπρός- έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, το χαμόγελο κάτω από το παχύ του μουστάκι πιο λαμπερό και από το ασημωμένο σταυρωτό τσαπράζι που κάλυπτε ολόκληρο το στήθος του, πάνω απ’ την πλουμιστή φέρμελη (=γιλέκο). Το ίδιο ευτυχείς ήσαν και οι γονείς του από πίσω, ενδεδυμένοι τις επίσημες ασημοστόλιστες ενδυμασίες τους. Την ευτυχία του γαμπρού και των πεθερικών όμως δεν συμμεριζόταν και η νύφη, η Δάφνη του Μαστροδήμου.



Το βλέμμα της χαμήλωνε καρτερικό κάτω απ’ τον χρυσοπλούμιστο κεφαλόδεσμο. Κι όταν ξεμύτιζε απ’ την μελαγχολία του, περιπλανιόταν αποκαρωμένο πότε προς τα φρεσκογυαλισμένα μανουάλια των αναμμένων κεριών και πότε προς τα εικονίσματα των αγίων, και ειδικότερα στην εικόνα της Αγίας Παρασκευής στην χάρη της οποίας ανήκε τούτη η εκκλησιά. Όπως η Μεγαλομάρτυς Αγία Παρασκευή έστεκε σκυθρωπή μες στην αγιογραφία της, ούτως και στα χείλη της Δάφνης δεν ζύγωνε χαμόγελο. Το κορμί της έμοιαζε να πασχίζει κάτω απ’ το βαρύ νυφικό των χρυσοκέντητων φυλακτών και των βελούδινων ροδόπεπλων. Η Δάφνη ήταν θλιμμένη. Και ο παπα-Λάμπρος, με την εμπειρία των ογδόντα χρόνων του, το καταλάβαινε.


Οι ψάλτες είχαν κάμει τις εναρκτήριες δοξολογίες και ο διάκονος είχε τελειώσει τις δεήσεις του προς τον Κύριο. Και τώρα ήταν η σειρά του παπα-Λάμπρου να διαβάσει μεγαλοφώνως την Ευχή προς το ζευγάρι. Όμως η υπομονή του είχε πια στερέψει.


«Ὁ Θεὸς ὁ ἄχραντος, καὶ πάσης κτίσεως δημιουργός, ὁ τὴν πλευρὰν τοῦ προπάτορος Ἀδὰμ διὰ τὴν σὴν φιλανθρωπίαν εἰς γυναῖκα μεταμορφώσας, καὶ εὐλογήσας αὐτούς, καὶ εἰπών· ‘Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε, καὶ κατακυριεύσατε τῆς γῆς’…» είπε και η φωνή του κόπηκε. Τα γέρικα μάτια του παρέμειναν συνοφρυωμένα κάτω απ’ τα πυκνά φρύδια να κοιτάζουν το ευαγγέλιο.


«Τι έχεις, πάτερ μου; Αισθάνεσαι αδιάθετος; Να σου φέρουμε ένα ποτήρι νερό;» έκανε ανήσυχη η μάνα του Γιάγκου που μέχρις τότε καμάρωνε τον γιο της, ντυμένη το βαμβακερό της καφτάνι με την αστραφτερή μπούρλια των φλουριών στο στήθος.



Ο παπα-Λάμπρος πήρε λίγο τον χρόνο του για να μιλήσει. Ώσπου έκλεισε απότομα το ευαγγέλιο με τα φλεβιασμένα του χέρια και κοίταξε το πλήθος των συναθροισμένων Μεσολογγιτών μες στην πέτρινη εκκλησιά. Είχαν όρεξη τρελή τούτοι οι άνθρωποι για γλέντι και ο γάμος τούτος ήταν η καλύτερη αφορμή για να ξεφαντώσουν. Και ποιος μπορούσε να τους κατηγορήσει άλλωστε; Οι εικοσιμία ημέρες που είχε ορίσει η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος για το πένθος του Λόρδου Μπάιρον είχαν παρέλθει. Σάμπως τι καλύτερο γεγονός θα μπορούσε να φανταστεί κανείς για να αντισταθμιστεί η ζοφεράδα κείνων των ημερών από τον γάμο του Γιάγκου με την ομορφότερη δεσποσύνη του Μεσολογγίου;



«Το Μυστήριο δεν θα γενεί. Πηγαίνετε σπίτια σας.» είπε κοφτά ο παπα-Λάμπρος, και οι Μεσολογγίτες αναλύθηκαν σε έξαλλα επιφωνήματα και μουρμουρητά δυσαρέσκειας. Όφειλε κανείς να τους συμπονέσει καθότι είχαν όλοι τους δαπανήσει ένα ολόκληρο απόγευμα συμπληρώνοντας τις φορτωμένες τους επίσημες ενδυμασίες για τούτον τον γάμο, τα φέσια των μακριών φουντών και τα χρυσά τερτήρια στα γελέκια και τις καλές τους κατάλευκες φουστανέλες με τα ασημοπλούμιστα ζωστάρια και τις αστραφτερές σπάθες των πολύτιμων διαμαντόπετρων.


«Τι ‘πες, πάτερ μου; Γιατί να μην γενεί το Μυστήριο;» ρώτησε κερωμένη η μάνα του Γιάγκου.


«Τι έπαθες ωρέ παπα-Λάμπρο!; Μουρλάθηκες; Ή μήπως μπεκρούλιασες με την μεταλαβιά;» εξανέστη ο Γιάγκος με βαριά φωνή.


Γέννημα-θρέμμα Μεσολογγίτης, ο Γιάγκος άρπαζε φωτιά με το παραμικρό και το θράσος του γέροντα ξεπερνούσε κατά πολύ τα όριά του. Όμως ο παπα-Λάμπρος ήταν μεταξύ άλλων και άνθρωπος εξαιρετικά ευθύς, και ο λεκτικός τούτος υπαινιγμός του Γιάγκου παραήταν αναιδής για να τον προσπεράσει με απλή στωικότητα.


«Ο γάμος αυτός δεν είναι ευλογημένος από τον Θεό. Κι εφόσον ο Θεός δεν τον ευλογεί, άλλο τόσο δεν θα τον ευλογήσω κι εγώ.» είπε ο γέροντας με μάτια που άστραφταν την οργή τους καταπάνω στον Γιάγκο.



«Πώπω ντροπή, πάτερ μου! Σεργούνι θα γίνουμε στην οικουμένη! Πώς θα ξαναντικρίσω τον κόσμο!;» έκανε η μάνα του Γιάγκου θάβοντας το πρόσωπο μες στις χούφτες της.


Βαβούρα και σταυροκοπήματα επικράτησαν μες στην εκκλησιά. Οι καλεσμένοι απόμειναν άναυδοι με την συμπεριφορά του ιερέα. Τι γνώριζε ο παπα-Λάμπρος που δεν γνώριζαν εκείνοι; Ως και οι γονείς της Δάφνης, ο Μαστροδήμος και η γυναίκα του, ήσαν ανάστατοι με την μυστήρια τούτη επιμονή.


«Παπα-Λάμπρο, βάνε τα λογικά πίσω στο κεφάλι σ’ και εξακολούθησε την τελετή. Ειδάλλως δεν το ‘χω και πολύ να βγάλω την κουμπούρα εδώ μέσα και να κάμω φονικό.» γρύλισε ο Γιάγκος και έπιασε την μαλαματοκαπνισμένη κουμπούρα που ξεπεταγόταν μέσα από το σελλάχι της μέσης του, ζωσμένο πάνω από την πτυχωτή φουστανέλα.


«Όχι! Αμαρτία, Γιάγκο! Μήτε να το πεις μήτε να το κάμεις τέτοιο πράγμα! Η εκκλησιά είναι ο Οίκος του Θεού!» φώναξε το πλήθος στον Γιάγκο προκειμένου να καταλαγιάσει τις νεανικές του εκείνες ορμόνες που ‘χαν τώρα φουντώσει και τόπο δεν έδιναν στην λογική.


«Ωρέ θα το κάμω και θα στεφανωθώ κι από μονάχος μ’! Σάματις ανάγκη τον έχω τον γερολεχρίτη;» αντεπιτέθηκε ο Γιάγκος με το χέρι πάντοτε στην λαβή της κουμπούρας.


«Μπορείς να με χτυπήσεις, αν σου βαστάει. Μπορείς ακόμη και να με σκοτώσεις εάν αυτό σου κάνει κέφι. Την ευλογία μου όμως δεν θα την πάρεις ποτέ. Ο Θεός σου την αρνείται, κι εγώ λογοδοτώ μονάχα στον Θεό.» αποκρίθηκε με στεντόρεια φωνή ο παπα-Λάμπρος, τόσο απαλλαγμένη από δισταγμό που έκανε τα μάτια του Γιάγκου να σαλέψουν από φούρκισμα.


«Πες μας τουλάχιστο τον λόγο, πάτερ μου. Γιατί ο Θεός δεν ευλογεί τούτον τον γάμο;» ρώτησε η μάνα του Γιάγκου σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βάλει τα πράγματα στην θέση τους.


Ο παπα-Λάμπρος στάθηκε για λίγο βουβός, αναποφάσιστος για το εάν έπρεπε να μιλήσει. Όφειλε κάποιες εξηγήσεις στο πλήθος που τώρα κρεμόταν απ’ τα χείλη του. Αναθάρρησε σαν σκέφτηκε τον Θεό και την αλήθεια που δεν λογίζει φόβο όταν μιλιέται καθαρά.


«Το κορίτσι δεν τον θέλει αυτόν τον γάμο. Η καρδιά της είναι δοσμένη αλλού.» είπε ψιθυριστά κάτω απ’ την παχιά κάτασπρη γενειάδα. Επιφωνήματα έκπληξης και δέους απ’ το πλήθος.


«Τι λέγει μωρέ τούτος δω; Μίλα κι εσύ, μωρή! Πες του πως λέγει τρελαμάρες!» έκανε ο Γιάγκος προς την Δάφνη. Κείνη γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια, δεν μπορούσε όμως να αρθρώσει κουβέντα.


«Μην την πιέζεις με το ζόρι να σ’ αποκριθεί!» τον διέκοψε ο παπα-Λάμπρος. «Με τον ίδιο τρόπο που εξαναγκάζεις δια της βιας τις αποκρίσεις από τους ανθρώπους, εξανάγκασες και το ναι σε τούτον τον γάμο. Και ιδού το κατάντημά σου!»


«Γιατί δεν μιλάς, μωρή; Πες σ’ ετούτον τον ξεμωραμένο πόσο άδικο έχει! Εμπρός λοιπόν! Μίλα ευλογημένη!» γάβγισε ο Γιάγκος.


Η Δάφνη δεν τολμούσε να μιλήσει. Κοίταξε για μια στιγμή την μάνα της κι ύστερα τον γέρο της τον Μαστροδήμο που έστεκαν με πρόσωπα παραδομένα στην αγωνία. Αποφάσισε εν τέλει να φερθεί ως γενναία Μεσολογγίτισσα και να σπάσει την σιωπή της:



«Συχώρα με, Γιάγκο. Γινήκαν όλα με βιασύνη. Δεν μου δόθηκε χρόνος να σκεφτώ ή να μιλήσω την άποψή μου. Αν φταίγω για την ατολμία μου, τότες ας τιμωρηθώ, πρώτα απ’ τον Θεό κι έπειτα απ’ τους ανθρώπους. Όμως ο γάμος είναι πράγμα σοβαρό και θέλει περίσκεψη. Και σαν γίνηκαν όλα έτσι βιαστικά, χρόνος για περίσκεψη δεν υπήρξε. Μα στο ζητώ με πάσα ειλικρίνεια να με συχωρέσεις.»


«Πωπω ρεζιλίκι! Γιατί, Θεούλη μου, μ’ έκανες ν’ απαντήσω τέτοιαν ντροπή;» βόγγηξε η μάνα του Γιάγκου και κάλυψε το πρόσωπό της με την δικτυωτή μαντήλα για να κρύψει την ατίμωση.


«Οι άνθρωποι δεν είναι ζα.» παρενέβη ο παπα-Λάμπρος. «Οι άνθρωποι δεν ζευγαρώνουν κατά τις αρεσκείες του τσοπάνη. Οι άνθρωποι έχουν λογικό και καρδιά και αισθήματα και βούληση. Και οι άνθρωποι επιλέγουν. Είναι η επιλογή που φέρνει τον άνθρωπο κοντύτερα στον Θεό. Τούτα να έχετε κατά νου όλοι σας σαν πέσετε να κοιμηθείτε το βράδυ, κι όχι το γλέντι και το φαγοπότι που εχάσατε.»


Αυτά είχε να πει ο παπα-Λάμπρος στον κόσμο που τον κοιτούσε με μάτια γουρλωμένα. Κι έπειτα σήκωσε τις πτυχές των μαύρων ράσων του με το χέρι και κατέβηκε από το βήμα.


«Και τώρα πηγαίνετε. Ο γάμος τούτος ελύθη.» είπε με τα μάτια αφανισμένα κάτω από τα πυκνά φρύδια και το πλήθος αρχίνησε να κινείται προς την έξοδο της εκκλησιάς.



Δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι ο κόσμος εκείνη την νύχτα στο Μεσολόγγι. Δεν ήταν μόνον λόγω της γενικής σύγχυσης για την ατυχή αυτή περίσταση. Ήταν και λόγω του θορύβου. Ο Γιάγκος είχε κατεβάσει μια νταμιτζάνα κρασί και, σκνίπα καθώς ήταν, στήθηκε στην πλατεία του χωριού μαζί με αδέρφια και ξαδέρφια και βαρούσε πυροβολισμούς στον αγέρα με την κουμπούρα του για να ξεθυμάνει την λύσσα που τον θέριζε. Υποτίθεται ότι σημάδευε την σελήνη αλλά, με τόσο μεθύσι που είχε κάμει, τα βόλια του τα κατάπινε η μαύρη νύχτα. Ούτε ο Δεληγεώργης, ο φρούραρχος του Μεσολογγίου, δεν ήθελε να του κάμει κάποια παρατήρηση και να τον ξαποστείλει στο σπίτι του. Αντιλαμβανόταν ο δόλιος το ντέρτι του ανδρός και παρίστανε τα κωφά ώτα. Άκουγαν τους κρότους και οι νυχτοπόροι που σεργιάνιζαν τα σοκάκια του Μεσολογγιού και έλεγαν αναμεταξύ τους:



«Τι γίνεται ωρέ; Ποιος βαράει με την κουμπούρα του τούτες τις άγριες ώρες;»


«Είναι ο Γιάγκος, ο γιος του Βοχωρίτη. Απόψε παντρευόταν, κι η νύφη τον αρνήθηκε πάνω στο στεφάνωμα και ο γάμος ματαιώθηκε.»


«Τι λες ωρέ παιδί μου; Τέτοιο χουνέρι έκαμε η άπονη;»


«Ω ρε με τι καημό θα πάει η έρμη η μάνα του! Ήθελε από καρόν να τον ιδεί στεφανωμένον…»


«Για την έρμη την μάνα του χολοσκάς; Για το έρμο το καυλί τ’ δεν έχεις τίποτες να πεις;»


Άκουγαν τις κουμπουριές και οι Τούρκοι του Κιουταχή από απόσταση, από τους καταυλισμούς που είχαν στρατοπεδεύσει τα τσαντίρια τους. Καπνίζοντας τους ναργιλέδες, μουρμούριζαν αναμεταξύ τους κάτω απ’ τις γούνινες κάπες:


«Τρελο-γκιαούρηδες… Ξυλιές που τις θέλει ο πισινός σας…»


Μα ούτε και στο σπίτι του Μαστροδήμου τα πράγματα ήσαν ήρεμα. Και πώς θα μπορούσε αλήθεια να χωρέσει ένταση μέσα στο σπιτάκι του Μαστροδήμου που ήταν φτωχικό μεν αλλά φτιαγμένο με ευγένεια, με υφαντά στους τοίχους και στρωσίδια στο πάτωμα, όλα πολύχρωμα λόγω της άνοιξης.


Η κυρα-Ασήμω, η γυναίκα του Μαστροδήμου και μάνα της Δάφνης, είχε ανάψει την ελαιολυχνία με το μακρόστενο κυλινδρικό υαλοκαπέλο και την τοποθέτησε επάνω στο ξύλινο τραπέζι. Τούτη ήταν ώρα για έκτακτον οικογενειακόν συμβούλιον έπειτα από τις τελευταίες (εξωφρενικές) εξελίξεις. Είχε φορέσει και το πορφυρό της τσεμπέρι στο κεφάλι, τόσο σφιχτά που έκανε τα σακουλιασμένα της μάτια να πετάγονται έξω απ’ το πρόσωπο.


Ο Μαστροδήμος φάνταζε κάπως αμέτοχος στην όλη κατάσταση. Είχε βγάλει από τα πόδια του τα μυτερά τσαρούχια –τα καλά του, από βοειδόδερμα- και τα γυάλιζε με βαλσαμόλαδο. Ήταν μάλλον μία αυθόρμητη κίνηση προκειμένου να απομακρύνει τον νου του από την έγνοια της αποψινής λαχτάρας. Ο Μαστροδήμος ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων. Ακόμη κι όταν έβριζε ή καταριόταν, έμοιαζε πιότερο να υποκρινόταν τον οργισμένο. Ξυρισμένο κεφάλι, αμούστακος, με νευρώδη χέρια που μαρτυρούσαν το ισόβιο επάγγελμα του τσαρουχοποιού.



Ό,τι και να αισθάνονταν αμφότεροι για την δυσάρεστη τροπή της βραδιάς, οι δυο γονείς ήσαν αναμφίβολα ανακουφισμένοι που ο παπα-Λάμπρος ξέθαψε την στυγνή αλήθεια κάτω απ’ τα νυφικά και τα λούσα και που η Δάφνη εξομολογήθηκε εν τέλει την καρδιά της. Κείνο που δεν ήθελαν κι οι δυο τους με κάθε βεβαιότητα ήταν να δουν την θυγατέρα τους να κάμει έναν δυστυχισμένο γάμο. Συμπονούσαν βεβαίως τον Γιάγκο και την παρολίγον συμπεθέρα για την στεναχώρια τους (ο πατήρ Βοχωρίτης δεν τον ήθελε τούτον τον γάμο ούτως ή άλλως) αλλά προτιμούσαν έτσι τα πράγματα παρά την έτερη εκδοχή.


«Γαμώ το φελέκι σ’, θυγατέρα…» έκανε ο Μαστροδήμος σκουπίζοντας τα τσαρούχια. «Γιατί δεν μίλησες νωρίτερα; Γιατί δεν είπες όχι απ’ την αρχή αφού δεν τον ήθελες;»


«Συχώρα με, πατερούλη μου. Συλλογίσθηκα τα γρόσια. Πάντοτες το ‘θελες να κάμω έναν πλούσιο γάμο. Εσένα πόνεσα.» αποκρίθηκε απολογητικά η Δάφνη. Το σόι του Γιάγκου, οι Βοχωρίτες, ήσαν προύχοντες με πολλά γρόσια και πολλές ιδιοκτησίες και πολλά ζώα.


«Τι να τα κάμω εγώ τα γρόσια εάν είσαι εσύ μίζερη; Μαντάρα τα ‘φκιασες. Και ποιος τον ακούει τώρα τον γερο-Βοχωρίτη…! Φιρμάνι θα βγάλει στα καπηλειά και δεν θα μου μιλάει κανένας…» παραπονέθηκε ο Μαστροδήμος.


«Στον διάολο ο Βοχωρίτης! Ουδέποτες τον χώνεψα κι εκείνον και την κλήρα του.» τον διέκοψε η κυρα-Ασήμω, κι έπειτα στράφηκε στην Δάφνη. «Πες μας όμως μωρή ευλογημένη, γιατί ο παπα-Λάμπρος είπε ότι η καρδιά σου είν’ δοσμένη αλλού; Κάτι κατάλαβε κείνος ο σατανάς που εγώ δεν το μυρίστηκα. Πες μας λοιπόν, είναι δοσμένη η καρδιά σου σε κανέναν; Κι αν ναι, σε ποιον;»



Η Δάφνη χαμήλωσε το βλέμμα από ντροπή αφήνοντας τις χαλκόχρωμες μπούκλες της να κρύψουν λίγο απ’ το πανέμορφο πρόσωπό της. Τα μάτια της έλαμπαν το ζωηρό εκείνο πράσινο χρώμα που κληρονόμησε από την μάνα της, την κυρα-Ασήμω. Δεν ήταν μόνο ότι η καρδιά της ήταν όντως δοσμένη σε κάποιον όπως το ‘χε διαγνώσει ο παπα-Λάμπρος, αλλά φοβόταν τώρα ότι με την απόκρισή της θα εξόργιζε και την κυρα-Ασήμω. Καθότι το ‘χαν συνήθειο οι μανάδες και οι θυγατέρες του Μεσολογγίου να τα μοιράζονται όλα μεταξύ τους και να μην κρατούν μυστικά η μία από την άλλη. Κι επιπλέον, η κυρα-Ασήμω ενόμιζε πάντοτες τον εαυτό της αητό σε τέτοια ζητήματα οπότε θα πληγωνόταν ο εγωισμός της ανεπανόρθωτα εάν αποδειχνόταν ότι ένας ογδοντάρης ανέραστος ιερέας είχε καταλάβει κείνο που αυτή ούτε καν υποπτεύθηκε. Όπως και να είχε, η Δάφνη έπρεπε τώρα πια να μιλήσει.


«Αγαπώ…» ξεκίνησε, και σταμάτησε προτού ολοκληρώσει την φράση της. Η λέξη αγαπώ της φάνηκε κατιτίς άγαρμπη εν προκειμένω και έκαμε να την αντικαταστήσει με άλλη καταλληλότερη. «Έχω αισθήματα για τον Πέτρο. Τον Πέτρο τον Μουσούρη.»


«Αμάν ευλογημένη…!» έκανε η κυρα-Ασήμω πιάνοντας το κεφάλι της.


«Φτου, γαμώ τα τσερβέλα σας, ζαβογύναια!» έκανε ο Μαστροδήμος φτύνοντας το τσαρούχι του.


Η αντίδραση των δύο δεν ήταν δα και αδικαιολόγητη. Δεν ήταν μόνον ότι ο Πέτρος ήταν πάμφτωχος και δεν είχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ όπως θα το έθεταν και οι Ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς. Ο Πέτρος ο Μουσούρης ανήκε στην ομάδα των αρματολών που δρούσαν υπό την ηγεσία του θρυλικού οπλαρχηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη. Μέσα στο γενικό πνεύμα της διχόνοιας που μάστιζε τους Έλληνες εκείνον τον καιρό, ο Καραϊσκάκης ήλθε σε ρήξη με τον πολιτικό Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι και πήρε τους άνδρες του από κει κι έφυγε. Ο Μαυροκορδάτος ως αντίποινα εξέδωσε προκήρυξη μέσω της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος στην οποία καταδίκαζε τον Καραϊσκάκη ως «ένοχο εσχάτης προδοσίας».



Εν κατακλείδι, ο Πέτρος όφειλε να ακολουθήσει τον Καραϊσκάκη στην περίπτωση αυτή και με πόνο αποχωρίστηκε την Δάφνη. Προτού φύγει πάραυτα, την διαβεβαίωσε ότι όλοι τούτοι οι καβγάδες μεταξύ των υψηλά ιστάμενων ήσαν προσωρινοί και ότι θα επέστρεφε γρήγορα στο Μεσολόγγι και θα ‘βρισκε και το θάρρος να ζητήσει το χέρι της από τον γερο-Μαστροδήμο.


Ο χρόνος περνούσε αλλά η Δάφνη δεν λησμονούσε ποτέ την υπόσχεση του Πέτρου. Τούτοι όμως ήσαν καιροί πολέμων και οι ευγενείς έρωτες σαν κι αυτόν δεν αντιστοιχούσαν παρά σε σβησμένους απόηχους μες στον κυκεώνα των θορύβων και της έχθρας. Σαν κατέβηκε κάποτες ο Κιουταχής στην Κεντρική Ελλάδα και την κατέλαβε, η Δάφνη δεν είχε παρά μονάχα να ελπίζει τον Πέτρο ζωντανό. Επικοινωνία δεν υπήρχε όμως μεταξύ των, κι εκείνη ήταν αρκετά συνετή για να αποδεχθεί το χειρότερο. Σαν ήλθε το λοιπόν ο Γιάγκος στο σπίτι των Μαστροδημαίων και ζήτησε το χέρι της απ’ τον γέρο πατέρα της, η Δάφνη συλλογίσθηκε με φόβο τους γονείς της που βρίσκονταν σε ηλικία προχωρημένη και θα ήθελαν να ιδούν την θυγατέρα τους τακτοποιημένη σε έναν πλούσιο γάμο προτού αποθάνουν. Ούτως, δέχθηκε τον Γιάγκο με μισή καρδιά νομίζοντας τον Πέτρο ή νεκρό ή αγκιστρωμένον σε κάποιαν άλλη αγάπη.


Οι προετοιμασίες του γάμου γίνηκαν με εξαιρετική γοργότητα καθότι ο Γιάγκος βιαζόταν να θεσπίσει τον εαυτό του ως άνδρα νυμφευμένο στην πόλη του Μεσολογγίου και να καλοκαρδίσει έτσι και την μάνα του που λαχταρούσε να τον δει με στεφάνι. Η ειρωνία της δόλιας της μοίρας το ‘χε όμως γραφτό και, ανήμερα του γάμου, έτυχε να επισκεφθεί την πόλη ο θρυλικός οπλαρχηγός Κίτσος Τζαβέλας για να προμηθευτεί πολεμοφόδια. Ο Τζαβέλας συνεργαζόταν με τον Καραϊσκάκη στις διάφορες επιθέσεις κατά των Τούρκων και ως εκ τούτου γνώριζε και για την τύχη του Πέτρου.



Τζαβέλας

Βρήκε ο Τζαβέλας την Δάφνη και, γεμάτος αμηχανία καθώς είχε μάθει ότι η Δάφνη ήταν πια μέλλουσα νύφη, της παρέδωκε ως ήταν υποχρεωμένος την επιστολή του Πέτρου προς εκείνη. Η επιστολή ήταν γραμμένη με τα κουτσουρεμένα γράμματα που είχε καταφέρει να αδράξει ο Πέτρος κατά την λειψή του εκπαίδευση. Παρά την γελοία της όμως αμορφωσιά, η επιστολή δεν υστερούσε επουδενί σε πάθος ή σε ειλικρίνεια. Και η καρδιά της Δάφνης, που μέχρι τότε φάνταζε βουβή μες στα σωθικά της, σκίρτησε και πάλι τους ευτυχισμένους χτύπους της σαν έμαθε ότι ο Πέτρος ήταν ζωντανός και δεν την είχε λησμονήσει. Ο γάμος με τον Γιάγκο όμως είχε πια ορισθεί και συμφωνηθεί. Το δίλημμα ήταν τρομερό, ωστόσο επιλύθηκε εν τέλει κατά τον ατσούμπαλο τρόπο με τον οποίον επιλύθηκε. Υπήρχαν όμως άλλα κωλύματα.


Ύστερα από την εισβολή του Κιουταχή στην Κεντρική Ελλάδα, ο Πέτρος μαζί με μια ομάδα αρματολών βρήκαν καταφύγιο στο μικρό ορεινό μοναστήρι της Παναγιάς Φιλοθέου, στο ύψωμα Λεύκα, και έμειναν εκεί εγκλωβισμένοι. Το παλιό αυτό μοναστήρι απείχε περί τα τριάντα χιλιόμετρα από το Μεσολόγγι. Τους δύο ερωτευμένους χώριζε τώρα πια ένας κατσικόδρομος περιστοιχισμένος από ιτιές και λεύκες και φράξους και βουνά. Και –φυσικά- από τις ορδές των Τούρκων που ‘χαν στρατοπεδεύσει τριγύρω. Η ευτυχία της Δάφνης βρισκόταν συνάμα αρκετά κοντά αλλά και αφάνταστα μακριά.


Ο Πέτρος είχε λαβωθεί στο πόδι από ένα τούρκικο βόλι σε μια εμπλοκή. Ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι αλλά καλά στην υγεία του. Τον περιέθαλπαν οι μοναχοί του μοναστηριού και οι σύντροφοί του.



Τα διηγήθηκε όλα στους γονείς της. Ο γερο-Μαστροδήμος δεν μίλησε παρά έγειρε το πλάι του πάνω στο ανάκλιντρο του καθιστικού και σκεπάστηκε με την μάλλινη φλοκάτη. Η κυρα-Ασήμω άρπαξε την ρόκα και αρχίνησε να τυλίγει το βαμβάκι από γύρω της. Ήταν ολοφάνερο εντούτοις από τις νευρικές της κινήσεις ότι οι σκέψεις της κάθε άλλο παρά στο κλώσιμο ήσαν.


«Άτιμο κορίτσι! Έγνοιες που μας βάνεις στο νου! Δεν μας έφτανε η αδερφή σου, έχουμε κι εσένα τώρα…» ψέλλισε μες από τα δόντια της.



Η Δάφνη δεν αποκρίθηκε. Μπήκε σιωπηλή στο δωμάτιό της κι έκλεισε την πόρτα. Κοντοστάθηκε στο παραθύρι και ατένισε το μισοφέγγαρο, το μισοφέγγαρο που φώτιζε το μοναστήρι όπου βρισκόταν ο Πέτρος, το μισοφέγγαρο που πυροβολούσε διαρκώς ο Γιάγκος με την κουμπούρα του ξεσηκώνοντας το Μεσολόγγι.


Η κυρα-Ασήμω δεν ασχολήθηκε και πολύ με την ρόκα και το βαμβάκι. Τα άφησε στην άκρη και κίνησε προς το άλλο δωμάτιο, στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η παρουσία εκείνη του σπιτιού που δεν λόγιζε ούτε γάμους ούτε γιορτές ούτε έγνοιες ούτε οικογενειακά συμβούλια. Κείνη ήταν η παρουσία της Μυρτώς, της μικρότερης θυγατέρας των Μαστροδημαίων. Η κυρά-Δοξούλα, η υπέργηρη γειτόνισσα που πρόσεχε την Μυρτώ ενόσω έλειπαν οι Μαστροδημαίοι, είχε ήδη πάει στο σπίτι της.


Η Μυρτώ κειτόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Δεν κοιμόταν. Τα μάτια της ήσαν ανοιχτά. Η χούφτα του αριστερού της χεριού σφιγμένη όπως πάντα, κλειστή, γροθιά, αρνούμενη να ανοίξει τα δάχτυλά της. Η κυρα-Ασήμω είχε κάμει φιλότιμες προσπάθειες για να της ανοίξει την σφιγμένη αυτή χούφτα. Διάολε, είχε φτάσει μέχρι και στο σημείο να της δαγκώνει την γροθιά. Μάταιος κόπος. Ακόμη κι αν η γροθιά χαλάρωνε κάπως με τα χίλια ζόρια, δεν αργούσε και πολύ για να ξανακλείσει σφιχτή.


«Θα φας;» ρώτησε η κυρα-Ασήμω.


Δεν έλαβε φυσικά απόκριση. Η Μυρτώ δεν μιλούσε εδώ και πολύ καιρό τώρα. Έστεκε σιωπηλή και ακίνητη, το μελαγχολικό της πρόσωπο πάντοτε ωχρό πίσω απ’ τις κατάμαυρες πλεξούδες των μαλλιών της. Πλήρης αδράνεια. Αδιαφορία. Καθήλωση. Απάθεια.


«Εάν δεν φας και αύριο, θα φέρω τον γιατρό τον Αγιομαυρίτη για να σου δώσει αφιόνι. Κι έπειτα θα σε βάλω να καταπιείς το φαγητό με το ζόρι. Θα σε ταίσω κι απ’ την μύτη αν χρειαστεί.» είπε η κυρα-Ασήμω, αλλά απόκριση καμία. Βγήκε κλείνοντας την πόρτα.



Η Μυρτώ ήταν νηστική για δυο μέρες τώρα. Τούτο ήταν σύνηθες στην δική της περίπτωση, κατά καιρούς. Σε κείνο απ’ το οποίο έπασχε η Μυρτώ, οι σύγχρονοι γιατροί θα αναφέρονταν ως κατατονία. Μία κατάσταση ψυχογενούς ακινησίας και συμπεριφορικής ανωμαλίας που εκδηλώνεται υπό την μορφή λήθαργου. Η Μυρτώ ένιωθε μία βαθιά απογοήτευση για τα πάντα στην ζωή από την εφηβική της κιόλας ηλικία, κι η απογοήτευση αυτή μετεξελίχθηκε σταδιακά στον οικτρό της συνεχή λήθαργο. Οι ύπνοι της δε ήσαν συνήθως στοιχειωμένοι από φριχτούς εφιάλτες.


Η κατάστασή της είχε δείξει σημάδια καίριας ανάκαμψης όσον καιρό ήταν ο Λόρδος Μπάιρον στο Μεσολόγγι. Η καημένη η Μυρτώ είχε ερωτοχτυπηθεί παράφορα από τον όμορφο ποιητή και πήγαινε συχνά-πυκνά στην οικία του για να του κάμει παρέα. Μέχρι και τα λειψά της αγγλικά έκαμε απόπειρα να βελτιώσει στην Παλαμαία Ακαδημία του Μεσολογγίου προκειμένου να διεξάγει τις συζητήσεις της με τον Λόρδο.


Δυστυχώς όμως ο Λόρδος Μπάιρον πέθανε. Και η Μυρτώ επέστρεψε στην πρότερη αποχαύνωσή της κατά τρόπον πλειόνως χειρότερο.



---



[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]


Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.


Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.


©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769