Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 28 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)


[επ. 28 από 36]


---



ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι


III



Ήταν μόλις πέντε το πρωί, κατά τα χαράματα, όταν η βάρκα του καπετάν Αποστόλη Νιοχωρίτη προσέγγισε το ακροθαλάσσι των Καραγγελέικων του Μεσολογγίου. Οι δύο σκοποί που φρουρούσαν τα τείχη της πόλης, ο Γιώργης και ο Παναγής, περίμεναν την επόμενη βάρδια. Ο Γιώργης κάπνιζε το μακρύ του τσιμπούκι, ο Παναγής ατένιζε τις κορφές του Αράκυνθου που ‘σαν περιστοιχισμένες από τα λευκά σύννεφα του ουρανού. Δεν μιλούσαν αναμεταξύ τους καθότι η νύστα τους είχε αποκάμνει για τα καλά. Και οι δυο με μακριά λαδωμένα μαλλιά (όπως τα συνήθιζαν οι Μεσολογγίτες άνδρες μέχρι τα πενήντα ή και τα εξήντα τους), ενδεδυμένοι τα κεντημένα μεϊντάνια και τις μακριές φουστανέλες που ‘χανε βρωμίσει από το πολύ τρίψιμο καταγής. Και, φυσικά, είχαν κι οι δυο τους τα καριοφίλια τους αγκαζαρισμένα στα μπράτσα τους.



Σαν ο καπετάν-Αποστόλης άραξε την βάρκα του στην ακτή, ξεπήδησε δειλά από μέσα της ένας κομψεπίκομψος φρακοφορεμένος καλαμαράς γύρω στα πενήντα με ψηλό καπέλο, έναν μεγάλο φιόγκο ανάμεσα στους υπερυψωμένους γιακάδες και ματογυάλια παχιών φακών. Τους ανθρώπους του είδους του οι Μεσολογγίτες τους αποκαλούσαν πειραχτικά ψαλιδοκέριδες επειδή φορούσαν παντελόνια αντί για φουστανέλα και ήσαν γενικώς ντυμένοι κατά την «ευρωπαϊκή» νοοτροπία.



Κείνος ο ψαλιδοκέρης λοιπόν σίμωσε τους δυο σκοπούς των τειχών υψώνοντας το λευκό του μεταξωτό μαντήλι και ανεμίζοντάς το νευρικά εμπρός τους προκειμένου να τους ειδοποιήσει ότι δεν ήταν εχθρός. Σαν έφτασε τα δέκα μέτρα από τα τείχη, πήρε μία υπεροπτική πόζα φουσκώνοντας τα πνευμόνια του και αρχίνησε να κάμει την αναφορά του:


«Αγαπητοί κύριοι, ο υποφαινόμενος σας εύχεται καλήν ημέραν και όλα τα δέοντα. Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ότι ονομάζομαι Χαρίλαος Χαριλάου και ασκώ το επάγγελμα του συμβολαιογράφου εις την όμορφην νήσον της Ζακύνθου περί τα τριάκοντα συναπτά έτη. Ο λόγος της επισκέψεώς μου εις την Ιεράν Πόλιν του Μεσολογγίου αφορά τον αξιότιμον πελάτη μου, κύριον Λόρδον Τζουλς Γκρέηγουντ, καταγόμενον εκ της Αγγλίας και απόγονον αριστοκρατικής οικογενείας. Ο εντολεύς μου διαμηνύει την πρόθεσίν του να επισκεφθεί την αγαπητήν πόλιν του Μεσολογγίου και να εγκατασταθεί εντός ταύτης διά το χρονικόν διάστημα των περίπου δύο εβδομάδων. Διά την φιλοξενίαν που θα του παρέχει η πόλις και οι κάτοικοί της, ο Λόρδος Γκρέηγουντ υπόσχεται την δωρεάν του χρηματικού ποσού των πεντήκοντα χιλιάδων γροσίων, ποσό το οποίο ο Λόρδος επιθυμεί να διανεμηθεί ισοποσώς προς έκαστον μόνιμον κάτοικον του Μεσολογγίου, ενήλικον και ανήλικον, ανήρ και θήλυ. Επιτρέψατέ μου να συζητήσω τα καθέκαστα της γενικής διευθετήσεως του ζητήματος με τον θεσμικόν σας άρχοντα δια λόγους ασφαλείας.»


Ο Γιώργης και ο Παναγής εξέτασαν για κάμποσα δεύτερα τον ψαλιδοκέρη ενώπιόν τους. Έπειτα κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους:


«Τι λέγει ωρέ ετούτος, γαμώ το καυλί τ’;»



Πήραν τον συμβολαιογράφο οι δύο σκοποί και τον οδήγησαν στο αρχοντικό του Θανάση του Ραζηκότσικα, του Αρχηγού της Φρουράς του Μεσολογγίου. Εκεί πήγε και ο Φρούραρχος, ο Μήτρος ο Δεληγεώργης. Κλείστηκαν όλοι τους στο ευρύχωρο σαλόνι, ο Ραζηκότσικας στο δρύινο γραφείο του, ο συμβολαιογράφος στην βελούδινη κεντητή πολυθρόνα απέναντί του, οι υπόλοιποι όρθιοι.


Σέρβιραν τον κύριο Χαριλάου και καφέ μ’ ένα ποτήρι νερό μιας και παραπονέθηκε ότι το ταξίδι στις θάλασσες του προκάλεσε ξηροστομία. Καθισμένος στην πολυθρόνα, έβγαλε το ψηλό του καπέλο και το απόθεσε στο χαμηλό τραπέζι παραδίπλα. Τα αραιά μαλλιά της κεφαλής του ήσαν πατικωμένα με πομάδα. Το πρόσωπό του στερούνταν ένα ευπροσδιόριστο πιγούνι και για τον λόγο αυτόν το κάτω χείλος του έμοιαζε να κρέμεται κάπως άχαρα απ’ το υπόλοιπο φυσιογνωμικό σύνολο.


Το να πίεζε κανείς τον συμβολαιογράφο να ομιλεί σε απλή καθομιλουμένη γλώσσα ήταν σα να αποπειρόταν να διδάξει ένα χρυσόψαρο πώς να κελαηδά μες στο κλουβί. Ο αξιότιμος κύριος Χαριλάου δεν λόγιζε γρι από τις υποδείξεις των ανδρών και εξακολουθούσε να εξηγεί τους λόγους της αφίξεώς του με τους χαρακτηριστικούς αρχαϊσμούς και τις γραμματικές κορόνες.



Ραζηκότσικας

Τον άκουγε και ο Ραζηκότσικας υπομονετικά στρίβοντας το μουστάκι του με τα ακροδάχτυλα, και το κεφάλι του κάτω από το κόκκινο τουρλωτό φέσι κόντευε να εκραγεί ως αναφλεγόμενη πυριτιδαποθήκη. Σκούπισε τον ιδρώτα του προσώπου του με την πτυχωτή του φουστανέλα, στερέωσε καλύτερα τις σπάθες και τα κουμπούρια στον ζωστήρα του και ίσιαξε και τις άκρες του μουστακιού του που τις είχε κάμει σαν γιρλάντες κατά την ακρόαση του συμβολαιογράφου.


«Μίλα καθαρότερα, ωρέ τζαναμπέτη. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και τι θέλει;» έκανε απεγνωσμένα ο Ραζηκότσικας με τους αγκώνες πάνω στο γραφείο.


«Σας εξήγησα, αγαπητέ κύριε. Ο κύριος Λόρδος Γκρέηγουντ είναι αριστοκράτης εκ του Λονδίνου, απόγονος μεγάλης…» ξεκίνησε ο Χαριλάου.


«Τα ‘πες αυτά, ωρέ δερβίσ’.» τον διέκοψε ο Ραζηκότσικας. «Τα ‘πες και με την ρημάδα την καθαρευουσιάνικη την γλώσσα που με γυρνάει τ’ άντερα. Τι θέλει αυτός ο άνθρωπος από εμάς;»


«Μα, κι αυτό σας το εξήγησα, κύριέ μου. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ τρέφει απεριόριστον εκτίμησιν δια τους πολίτες του Μεσολογγίου και προσφέρει το χρηματικόν ποσόν των πεντήκοντα χιλιάδων γροσίων δια την φιλοξενίαν τους εις την πόλιν.» αποκρίθηκε ο Χαριλάου.


«Πενήντα χιλιάδες γρόσια; Και τι ζητεί ως αντάλλαγμα; Να μας γαμεί απ’ τον κώλον εις τας πρωίας;» έκανε ο Ραζηκότσικας.


Ο Χαριλάου κόμπιασε. Το επίπεδο της συζήτησης παραγινόταν χαμηλό με τους άξεστους πολεμιστές ενώπιόν του, και για τον λόγο αυτόν ανασυντάχθηκε στην πολυθρόνα.


«Επιθυμία του πελάτου μου, κύριε, είναι μονάχα να επισκεφθεί το σημείο όπου τάφηκεν η καρδιά του αειμνήστου εθνικού μας ευεργέτου Λόρδου Μπάιρον. Δια τούτον και η διαμονή του εις την πόλιν σας δεν θα διαρκέσει πάνω από δύο εβδομάδας.» είπε, και ήπιε δυο γουλιές απ’ τον καφέ.


Ο Ραζηκότσικας απόμεινε σκεφτικός. Ο Δεληγεώργης, στεκόμενος από πίσω του, δεν κατανοούσε τι ήταν εκείνο που πιλάτευε τον Ραζηκότσικα εν προκειμένω. Αποφάσισε το λοιπόν να μιλήσει την άποψή του.


«Σάμπως και τι να μας ενοχλεί στον άνθρωπον ετούτον, ωρέ Θανάση; Πενήντα χιλιάδες γρόσια είν’ αυτά. Άσε τον να τα δώκει κι ας έρθει να κάμει το κομμάτι του εδώ αφού αυτό είναι που θέλει.» είπε.


«Σώπασε, ωρέ Μήτρο. Και πού τον ξεύρω εγώ αυτόν τον μούλο; Σε ό,τι με κόφτει, ίσως και να ‘ναι κατάσκοπος σταλμένος από τον Κιουταχή και να έρχεται εδώ για να μας ανακατώσει. Ίσως και τούτος δω ο συμβολαιογράφος να είν’ κάνα τσογλάνι του Σουλτάνου και να μαζεύει πληροφορίες για να τις ξεράσει στα αφεντικά του.» έκανε ο Ραζηκότσικας.



Ο Χαριλάου ξεροκατάπιε. Ίσιωσε τον φιόγκο που πόζαρε κάτω απ’ το προγούλι του σαν αντιλήφθηκε τον Γιώργη και τον Παναγή να κόβουν βόλτες από πίσω του με τα χέρια στις κουμπούρες.


«Σας διαβεβαιώ, αγαπητέ μου κύριε, ότι δεν τίθεται τέτοιον ζήτημα. Είμαι ένας απλός συμβολαιογράφος και τίποτε παραπάνω.» είπε, και κατέβασε ολάκερο το ποτήρι με το νερό στο λαρύγγι του.


«Άσε τον χριστιανό να έλθει εδώ με το σεντούκι με τα γρόσια. Και σαν πατήσει το πόδι του στην ακτή, αρπάζουμε τα γρόσια και κρεμούμε τον άτιμο από έναν ψηλό πάσσαλο στην Κλείσοβα για να τον αγναντεύει ο Κιουταχής με το κανοκιάλι.» είπε περιπαικτικά ο Δεληγεώργης αναφερόμενος στην Κλείσοβα που ήταν μια από τις νησίδες της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου.


«Όχι, όχι, αγαπητοί μου κύριοι.» πετάχτηκε ο Χαριλάου. «Σας καλώ να μην καταστρώσετε τοιουτοειδή σχέδια για τον Λόρδον Γκρέηγουντ. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ είναι άνθρωπος που δίδει εξαιρετικήν σημασίαν εις τας εντίμους συναλλαγάς και δεν συγχωρεί αθετήσεις συμφωνιών και ύπουλας παρεκκλίσεις. Εάν επιτεύξω την σύμβασιν που μου ανέθεσε μαζί σας, δεν έχετε τίποτε άλλο να πράξετε από μεριάς σας παρά να ικανοποιήσετε τας συμφωνημένας επιθυμίας του.»


«Γιατί; Σαν τι θα κάμνει δηλαδή εάν παρεκκλίνουμε;» ρώτησε ο Ραζηκότσικας.


«Δεν θα μπορούσα εις ουδεμίαν περίπτωσιν να απαντήσω εκ μέρους του Λόρδου σε αυτό το ερώτημα. Έχω όμως την ειλικρινή εντύπωσιν, αγαπητοί κύριοι, ότι ο Λόρδος Γκρέηγουντ δεν είναι άνθρωπος που θα διστάσει να προβεί εις αντίποινα εάν τυχόν θεωρήσει εαυτόν θύμα εξαπατήσεως.» είπε ο Χαριλάου.


«Θα μας κλάσει τον πούτζον.» αποκρίθηκε ξερά ο Ραζηκότσικας.


«Λοιπόν, ας βάνουμε τα πράγματα σε μιαν σειρά.» παρενέβη ο Δεληγεώργης για να κατευνάσει τα πνεύματα. «Δεν ξεύρω τι νομίζεις εσύ, Θανάση, αλλά εγώ σχημάτισα καλήν άποψη για τον κύριο Χαριλάου και τον κόβω ως άνθρωπον ντόμπρο και δίκαιον. Αν συμφωνείς το λοιπόν κι εσύ, προτείνω να κλείσουμε την συμφωνία και να υποδεχτούμε τον αξιότιμον κύριο Λόρδον με ανοιχτές αγκάλες εφόσον φυσικά τηρήσει κι εκείνος την δέσμευσή του για τα γρόσια. Και θα κάμνω εγώ όλες τις προετοιμασίες για τον ερχομό του και θα στήσουμε κι ένα πανηγύρι στην πλατεία για να γνωριστούμε με τον άνθρωπο και να γλεντήσουμε όλοι μαζί. Πώς σας ακούγεται η ιδέα μου;»


«Δεν ξέρω, ωρέ Μήτρο.» είπε ο Ραζηκότσικας. «Όλα τούτα μου φαίνονται μπελάς. Αλλά τα γρόσια είναι γρόσια. Τέλος πάντων. Ας είναι λοιπόν. Ας υποδεχτούμε τον κύριο κι ας κάμνουμε και τα γλέντια και τα φαγοπότια.»


«Όχι, όχι, αγαπητοί κύριοι.» ξαναπετάχτηκε ο Χαριλάου. «Ο κύριος Λόρδος Γκρέηγουντ μου εμήνυσε να σας γνωστοποιήσω την επιθυμίαν του να διατηρηθεί η παραμονή του εις το Μεσολόγγι άκρως μυστική. Δεν βούλεται ειδικάς εκδηλώσεις ούτε δημοσιότητα της αφίξεώς του εις την πόλιν σας. Για να γίνω σαφέστερος, θέλει την πόλιν να εξακολουθήσει τους καθημερινούς της ρυθμούς ωσάν και να μην υφίσταται η παρουσία του.»


«Χμ, μάλιστα. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, έτσι δεν είναι, Μήτρο; Θα πρέπει να ορίσουμε στον Μάγερ να μην αναφέρει κιχ στην φυλλάδα του.» έκανε ο Ραζηκότσικας αναφερόμενος στην εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά που εξέδιδε στο Μεσολόγγι ο Ελβετός ιατρός Ιάκωβος Μάγερ.


«Θα του το πω.» είπε ο Δεληγεώργης. «Με τα γρόσια τι θα κάμνουμε; Θα πρέπει να ενημερώσουμε τον Μαυροκορδάτο για δαύτα.»


«Όχι! Δεν θέλω να έχει καμία ανάμειξη αυτός ο πουτάνας γιος και το σκυλολόι του με χρήματα που προορίζονται για το Μεσολόγγι.» έκανε ο Ραζηκότσικας.


«Μα εάν δεν το κάμνουμε, ωρέ Θανάση, θα μας κατηγορήσει ως καταχραστές. Ο Μαυροκορδάτος τα κανονίζει τα οικονομικά.» είπε ο Δεληγεώργης.


«Τον έχω χεσμένον αυτόν τον αλήτη. Ας έλθει στο Μεσολόγγι να με καταγγείλει και θα τον γαμήσω στην πλατεία του χωριού, μπροστά σ’ όλους. Τα γρόσια θα τα αναλάβει η διοίκησις της Φρουράς του Μεσολογγίου. Και θα ξοδευτούν για όπλα και για σίτιση και για ναυτικά ναύλα.» αποκρίθηκε ο Ραζηκότσικας.


«Όχι, όχι, αγαπητοί κύριοι.» ξαναπετάχτηκε ο Χαριλάου. «Ο κύριος Λόρδος Γκρέηγουντ είναι άκρως αυστηρός με το ζήτημα της διανομής των χρημάτων. Επιθυμεί ρητώς και κατηγορηματικώς τα πεντήκοντα χιλιάδες γρόσια να διαμοιρασθούν ισοποσώς προς κάθε νόμιμον κάτοικον τούτης της πόλης. Από την διανομή των χρημάτων και εντεύθεν, το ζήτημα της οικονομικής δαπάνης εκάστου ποσού είναι καθαρά προσωπικόν ζήτημα του εκάστου πολίτου, εξαιρουμένων φυσικώς των ανηλίκων.»


«Πολύ καλά, κύριε Χαριλάου.» έκανε ο Ραζηκότσικας. «Ο αφεντικός σου φαντάζει χειρότερος τζαναμπέτης από εσένα. Ας είναι λοιπόν, θα του την κάμνουμε κι ετούτη την χάρη. Τα γρόσια θα πάνε στους πολίτες. Πες του να μην ανησυχεί γιατί τον κόφτω κομμάτι ευέξαπτο τύπο. Και πες του επίσης ότι θα τον βάνουμε και σε ωραίο δωμάτιο με θέα και ήλιο.»


«Θα τον βάνουμε στο αρχοντικό του Καψάλη που ‘ναι μπροστά στην θάλασσα. Θα έχει δύο υπνοδωμάτια. Ένα για να κοιτάζει την ανατολή το πρωί κι ένα για να ατενίζει το ηλιοβασίλεμα το απόγιομα.» είπε ο Δεληγεώργης.


«Όχι, όχι, αγαπητοί κύριοι.» ξαναπετάχτηκε ο Χαριλάου. «Ο κύριος Λόρδος Γκρέηγουντ διαμηνύει την αδιαπραγμάτευτον επιθυμίαν του να διαμείνει σε δωμάτιον εντός του κέντρου της πόλεως. Δεν ενοχλείται εάν το δωμάτιον είναι μικρόν και ταπεινόν, αρκεί να είναι ανήλιαγον. Ο Λόρδος πάσχει από δερματικήν πάθησιν η οποία δεν του επιτρέπει να εκτίθεται εις τας ακτίνας του ηλίου.»


Ο Ραζηκότσικας και ο Δεληγεώργης κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους. Ήσαν και οι δυο μπερδεμένοι. Μα τα γρόσια ήσαν γρόσια και δεν μπορούσαν να γυρίσουν τόσο εύκολα την πλάτη τους σε τέτοιο ποσό. Ανασυντάχτηκε στην καρέκλα του λοιπόν ο Ραζηκότσικας και εστίασε τα μάτια του στο μπουλούκο πρόσωπο του Χαριλάου, μάτια οργισμένα και μπουχτισμένα:


«Πολύ καλά λοιπόν εξοχότατε κύριε Χαριλάου. Θα σεβαστούμε κι ετούτη την επιθυμία του αξιότιμου κύριου Λόρδου Γκρέηγουντ, του καταγόμενου εκ της Αγγλίας και απογόνου αριστοκρατικής οικογενείας. Θα σου πω όμως κάτι και να το βάνεις καλά μέσα στην κούτρα σου, γαμώ το κερατό σου, σκατόσακε συμβολαιογράφε της πεντάρας. Όλα όσα γνωρίζω για κείνον τον άνθρωπο είναι όσα μας είπες εσύ εδώ πέρα. Το λοιπόν θα στηριχτώ στην δική σου κρίση και έτσι θα τον καλοδεχτώ στην πόλη. Μα αν τυχόν αποδειχτεί σκάρτος, κύριε Χαριλάου, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε. Στο ορκίζομαι ότι θα ταξιδέψω προσωπικώς ως το πορνονήσι σου για να σε συναντήσω. Κι όταν θα σ’ εύρω, θα σου κόψω τ’ αρχίδια σύρριζα και θα στα δώκω να τα φας. Αντιλαμβάνεσαι τι εννοώ, κύριε συμβολαιογράφε;»


Ο Χαριλάου κατάπιε τον κόμπο στο λαρύγγι του. Έγειρε την πλάτη αναπαυτικά στην πολυθρόνα και κοίταξε τον Ραζηκότσιρα μες απ’ τα παχιά ματογυάλια του:



«Αγαπητέ κύριε, αντιλαμβάνομαι πλήρως τα όσα επιμελώς μου γνωστοποιήσατε με τον πλέον γλαφυρόν τρόπον σας. Οφείλω πάραυτα να σας ενημερώσω ότι τον αξιότιμον κύριον Λόρδον Γκρέηγουντ τον εγνώρισα προ ενός μηνός και οι επαφές μου μαζί του δεν ανάγονται πέραν των τριών ημίωρων συναντήσεων εις το συμβολαιογραφείον μου. Η κρίσις που εσχημάτισα για τον άνθρωπον βασίζεται στας εμπειρίας της τριακονταετούς επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας, και εάν η έξοχος εντύπωσις που μου άφηκε ο άνδρας αυτός είναι εσφαλμένη, τότε δηλώνω έτοιμος να αναλάβω το βάρος της ευθύνης που μου αναλογεί. Θα μου φαινόταν εξωφρενικόν, κύριε, να αποδεχθώ ότι ένας άνδρας με εξηπάτησε τοιουτοτρόπως ώστε να καταφέρει να πετάξει την τριακονταετή μου αυτήν εμπειρίαν εις τον κάλαθο των αχρήστων με τόσην δεξιοτεχνία. Κάτι τέτοιο δεν θα το αποδεχόταν ο εγωισμός μου, και ως εκ τούτου θα υποδεχόμουν μίαν ενδεχόμενη σκληρήν τιμωρίαν με ανακούφισιν. Όμως, κύριε, σας λέγω με πάσαν ειλικρίνειαν ότι ο άνδρας αυτός μου εφάνη ευθύς και μετρημένος και λεπτολόγος. Ό,τι λέγει το εννοεί, η κάθε του κουβέντα είναι δοσμένη με πυγμή, και τούτο είναι ξεκάθαρον δια τον καθέναν να το πιστοποιήσει. Οι δε συστάσεις του δεν χωρούν αμφισβήτησιν ως προς το κύρος και την υπόληψιν που κατέχει στας άρχουσας τάξεις του Λονδίνου. Επιτρέψατέ μου όμως, κύριε, να παραθέσω και μίαν άλλην διάστασιν στον χαρακτήρα του εκλεκτού αυτού ανδρός. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ διαθέτει ένα άκρως σκοτεινόν στοιχείον εις το εκτόπισμά του. Δεν δύναμαι να το εξηγήσω, ομολογώ εντούτοις ότι το σκοτεινό του αυτό στοιχείο με φοβίζει ιδιαιτέρως. Ο Λόρδος Γκρέηγουντ, κύριε, μοιάζει με άνθρωπον με τον οποίον ουδείς σώφρων νους θα επιθυμούσε να αναμετρηθεί ή να εκκινήσει εχθρικάς αντιπαραθέσεις. Μοιάζει ικανός για όλα, κύριε. Ωσάν και να διατηρεί εντός του μίαν ιερή απαραβίαστη δύναμη που δεν αναγνωρίζει άλλην ομοία της.»



---


[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.


Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.




©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769