Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 29 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 29 από 36]

---

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι


IV


Η είδηση του ερχομού του Λόρδου Γκρέηγουντ διαδόθηκε σαν πυρκαγιά στο Μεσολόγγι και –περιττό να ειπωθεί- οι περισσότεροι Μεσολογγίτες δέχθηκαν με ιδιαίτερη χαρά το γεγονός, ειδικά σαν έμαθαν για τα γρόσια που θα έφερνε ο Λόρδος μαζί του. Πολλοί μάλιστα τον έβλεπαν ως «εθνικό ευεργέτη», αποδίδοντάς του τίτλους τιμής ανώτερους ακόμη κι από κείνους του αειμνήστου Λόρδου Μπάιρον. Ειδοποιήθηκε και ο Ιάκωβος Μάγερ στο τυπογραφείο των Ελληνικών Χρονικών σχετικά με την επιθυμία του Λόρδου να μην δοθεί δημοσιότητα στην διαμονή του στην πόλη, και ο Μάγερ με την σειρά του υπάκουσε και δεν ανάφερε ούτε λέξη στην εφημερίδα για τον εκλεκτό επισκέπτη.



Ο Λόρδος Γκρέηγουντ έφτασε στο ακροθαλάσσι των Καραγγελέικων το βράδυ μιας Πέμπτης του Μάη. Εκεί τον περίμενε μία επιτροπή υποδοχής μαζί με πλήθος πολιτών. Βαστούσαν στα χέρια τους αναμμένους δαυλούς που έκαμαν την νύχτα να μοιάζει με καταμεσήμερο. Σαν έφτασε η βάρκα του καπετάν-Αποστόλη στην ακτή και ξεπήδησε από μέσα της η ψηλή φρακοφορεμένη φιγούρα του Λόρδου Γκρέηγουντ, το πλήθος επιδόθηκε σε ενθουσιαστικά χειροκροτήματα και οι μουσικοί πήραν το εναρκτήριο έναυσμα κι αρχίνησαν να φυσούν τις μεγάλες τους πίπιζες από δέρμα προβάτων, και η νύχτα στο σημείο χαρακτηρίστηκε γλυκά από χαμόγελα και μελωδίες και πανσέληνο.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ υπήρξε εξαιρετικά προσηνής με το κοινό που τον υποδεχόταν ζητωκραυγάζον. Χαιρέτησε όλους με θερμές χειραψίες. Κάποιοι υπέργηροι έσκυβαν για να του φιλήσουν το χέρι αλλά εκείνος τους απέτρεπε ευγενικά. Οι επευφημίες του πλήθους γίνηκαν ηχηρότερες κι έπεσαν και μερικές κουμπουριές σαν δυο νεαροί Μεσολογγίτες πολεμιστές ανέσυραν από την βάρκα το σεντούκι με τα γρόσια και το μετέφεραν στην είσοδο της πόλης.


Ο δεκαοχτάχρονος Ηλίας που ήταν μορφωμένος με κάμποσα εγγλέζικα ορίστηκε από την επιτροπή υποδοχής για να συνεννοηθεί με τον Λόρδο και να του εκφωνήσει και το χαιρετιστήριο λογύδριο. Με μάτια που έλαμπαν από νιότη, ο Ηλίας στήθηκε εμπρός στον Λόρδο Γκρέηγουντ ενδεδυμένος το καλό του πολύχρωμο γελέκι και την μακριά πτυχωτή φουστανέλα. Έβγαλε απ’ το κεφάλι του το φέσι με την μαύρη φούντα, και ξεκίνησε να μιλάει με τα κουτσουρεμένα του αγγλικά:


«Χελόου μίστερ λορντ Γκρέηγουντ σερ εντ γουελκόμ του αουρ σίτι. Γουί αρ εξτρίμλι όνορντ του χεβ γιου αζ αουρ γκεστ.»


«Δεν είναι ανάγκη να μου μιλάτε στα αγγλικά. Είμαι απόλυτα εξοικειωμένος με την ελληνική γλώσσα. Σας ευχαριστώ που με δεχθήκατε.» τον διέκοψε ο Λόρδος σε άπταιστα ελληνικά, και ένα συναρμοσμένο επιφώνημα έκπληξης βόησε απ’ τα στόματα ολωνών, τόσο βροντερό ώστε η μουσική απ’ τις πίπιζες διακόπηκε μεμιάς και απόλυτη σιγή επικράτησε στο σημείο.


Κοιτάζοντας τις αποσβολωμένες εκφράσεις τον κατοίκων, ο Λόρδος επέτρεψε ένα αμυδρό χαμόγελο στα χείλη του. Ήταν εκείνη η φευγαλέα στιγμή όπου ο Λόρδος χτυπήθηκε από ομορφιά, ομορφιά της φύσης, ομορφιά του χωροχρόνου. Οι άνθρωποι ενώπιόν του ήσαν οι σθεναροί μαχητές που δεν λύγισαν από τις ορδές των Τούρκων, η γλυφή λιμνοθάλασσα θρόιζε τους κυματισμούς της στην ακτή, ο αέρας μύριζε μπαρούτι και ιώδιο, το φεγγάρι ασήμιζε τον τέλειο κύκλο του στην έναστρη νύχτα, η ελπίδα φλόγιζε αθάνατη και μανιασμένη τις εκλάμψεις της. Κείνη η στιγμή ήταν πετράδι που παρέμενε άσπιλο κι απαράλλαχτο μες σ’ ετούτην την αδιάκοπη ρευστότητα του κόσμου, πήλινο αγγείο που αρνιόταν πεισματικά να διαρραγεί από τις βίαιες εναλλαγές του καιρού, λεύκα απόμακρη που ανέμιζε την σκιά της επάνω σε ακατέργαστο τίποτα.


«Και τώρα θα ήθελα να με οδηγήσετε στον ξενώνα μου. Είχα ένα κουραστικό ταξίδι και θα ‘θελα να αναπαυτώ. Θα έχουμε αρκετό καιρό στην διάθεσή μας ώστε να γνωριστούμε. Σας ευχαριστώ για την τόσο αξιολάτρευτη υποδοχή.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


Ο Ηλίας συνόδευσε τον Λόρδο ως το καπηλειό του Μπαρμπαγρίβα που βρισκόταν στην πλατεία της πόλης και είχε στον επάνω του όροφο δωμάτια που λειτουργούσαν ως ξενώνες. Το πλήθος ακολουθούσε τον Λόρδο και τον Ηλία από πίσω ως πομπή. Σαν έφτασαν στο καπηλειό, ο Μπαρμπαγρίβας έσπευσε να καλωσορίσει τον Λόρδο με το χοντροκομμένο «γουέλκαμ» που είχε μάθει με τα χίλια ζόρια καμιά ώρα πρωτύτερα. Απόμεινε όμως κι εκείνος με το στόμα ορθάνοιχτο όταν ο Λόρδος τον χαιρέτησε σε άπταιστα ελληνικά.


Οι κατασκευές και τα έπιπλα στο καπηλειό του Μπαρμπαγρίβα ήσαν καμωμένα από ξύλο αγριομουριάς, παρμένο από ψαρόβαρκες που ‘χαν είτε σαπίσει είτε τσακιστεί. Γι’ αυτό και η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του έφερε την ανάμεικτη οσμή της θάλασσας και του ξιδιά. Τα ογκώδη οινοβάρελα ήσαν στοιχισμένα στην σειρά σε μια μεριά και οι τοίχοι από ωμόπλινθο διατηρούσαν τον χώρο δροσερό τα καλοκαίρια και ζεστό τους χειμώνες.


Ο Μπαρμπαγρίβας οδήγησε τον Λόρδο στον επάνω όροφο ανεβαίνοντας την εσωτερική ξύλινη σκάλα που ‘χε κουπαστή βερνικωμένη, σαν τον βερνικωμένο πάγκο των ποτηριών και των μποτιλιών. Σαν ανέβαινε τα σκαλοπάτια, ο Μπαρμπαγρίβας φυσούσε και ξεφυσούσε από τα εξήντα χρόνια της ηλικίας του και τα εκατό κιλά του όγκου του.


Το δωμάτιο που κανονίστηκε για τον Λόρδο ήταν μικρό και ταπεινό, όπως το ζήτησε. Ένα μικρό παραθύρι με σανιδωτά παντζούρια που δεν άφηναν να περάσει φως, ένα μονό κρεβάτι στρωμένο με παχιά φλοκάτα, μια ελαιολυχνία πάνω στο μικρό κομοδίνο, λεπτή πολύχρωμη κουρελού στο ξύλινο δάπεδο, στάμνα με νερό και μια λεκάνη, υφαντά κρεμασμένα στους τοίχους για να κάμουν αντιπερισπασμό στο μάτι και να μετριάζουν την κλειστοφοβική αύρα του δωματίου.


«Είναι υπέροχο. Ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ πολύ. Καληνύχτα.» είπε ικανοποιημένος ο Λόρδος Γκρέηγουντ, και ο Μπαρμπαγρίβας χαμογέλασε πλατιά και επέστρεψε κάτω στο καπηλειό.


«Ωρέ μπας και είναι Έλληνας και μας κοροϊδεύει;» έκανε ο Μπαρμπαγρίβας στην γυναίκα του, εντυπωσιασμένος από την άψογη ελληνική προφορά του Λόρδου.



Η εκκεντρική ρουτίνα του Λόρδου Γκρέηγουντ δεν άργησε να γίνει αισθητή στην κλειστή κοινωνία του Μεσολογγίου, και σύντομα ξάναψαν οι μουρμούρες και τα κουτσομπολιά ανάμεσα στους κατοίκους. Κείνο που προκαλούσε την μεγαλύτερη περιέργεια στην συμπεριφορά του Λόρδου ήταν το μυστήριο των εξαφανίσεών του κατά την διάρκεια του ηλιόφωτος. Πού διάολο πήγαινε ο χριστιανός μέχρι την δύση του ηλίου; Ανατέθηκε το λοιπόν στην γυναίκα του Μπαρμπαγρίβα η αποστολή να μάθει τα μυστικά δρομολόγια του Λόρδου. Εκείνη δοκίμασε τα πάντα, από το να μένει ξάγρυπνη όλη νύχτα καραδοκώντας στην πόρτα του δωματίου του μέχρι ακόμη και να ψάξει τα προσωπικά του αντικείμενα. Μα όσο κι αν προσπάθησε η δόλια, δεν κατάφερε να βγάλει άκρη.


Φυσικά δεν μπορούσαν να φανταστούν οι άμοιροι ότι κατά την διάρκεια της ημέρας ο Λόρδος μεταμορφωνόταν σε νυχτερίδα και αποκοιμιόταν στο παλιό νεκροταφείο του Μεσολογγίου -το νεκροταφείο του Αγίου Λαζάρου που είχε αποκλεισθεί πέρα από την τέφρα κατά τις πολιορκίες- βολεμένος μες σ’ έναν μαρμάρινο τάφο. Η μυστικοπάθεια όμως αυτή του Λόρδου άρχισε να προκαλεί πονοκέφαλο και στον Ραζηκότσικα που είχε επωμισθεί το βάρος της ευθύνης για την ασφάλεια του Μεσολογγίου. Σαν το σούσουρο λοιπόν εντός της πόλης εντάθηκε σε επίπεδα ανησυχητικά, ο Ραζηκότσικας ανέλαβε την πρωτοβουλία να προσκαλέσει τον Λόρδο στο αρχοντικό του για καφέ και κοινωνική κουβεντούλα.


Ο Λόρδος αποδέχτηκε την πρόσκληση και σαν πήγε εκεί, ο Ραζηκότσικας τον πήρε και κλείστηκαν μες στο ευρύχωρο σαλόνι, περιστοιχισμένοι από άλλους πέντε Μεσολογγίτες φρουρούς που ψηλαφίζαν διαρκώς τις κουμπούρες τους με τα ακροδάχτυλά τους. Ο Λόρδος φυσικά αντιμετώπισε την κατάσταση με εξαιρετική ψυχραιμία και, πίνοντας τον καφέ του με τον Ραζηκότσικα, βάλθηκε στην διευθέτηση των διαφόρων ζητημάτων που ανέκυψαν με την επίσκεψή του και διαβεβαίωσε όλους τους παριστάμενους ότι η παρουσία του στο Μεσολόγγι δεν ελλόχευε κινδύνους για την πόλη. Ο Ραζηκότσικας πείστηκε εν τέλει από την ευθύτητα και την σωφροσύνη του Λόρδου, και η συνάντηση των δύο ανδρών δεν διήρκεσε πάνω από μία ώρα.


Παρ’ όλα αυτά όμως, ως είναι ευνόητο, ο Λόρδος εξαναγκάσθηκε να πει ψέματα στον Ραζηκότσικα. Δικαιολογήθηκε λοιπόν πως ήταν επίδοξος λογοτέχνης και πως η ενασχόλησή του με την συγγραφή απαιτούσε τις αινιγματικές του εκείνες απομονώσεις κατά την διάρκεια του ηλιόφωτος, μακριά από τον κόσμο και την περιέργειά του. Ο Ραζηκότσικας, παρά την αγροίκα φύση του, ήταν ένας σχετικά μορφωμένος άνθρωπος και ως εκ τούτου αποδέχτηκε τις εξηγήσεις του Λόρδου με συγκατάβαση.


Προκειμένου να αποτινάξει την καχυποψία του κόσμου για το άτομό του, ο Λόρδος άρχισε να περνάει τις βραδινές του ώρες στο καπηλειό του Μπαρμπαγρίβα, ανάμεσα στους γεροντότερους της πόλης. Το καπηλειό ήταν το μέρος εκείνο όπου όλοι είχαν δικαίωμα στην άποψη και η κάθε άποψη είχε την δική της βαρύτητα. Δεν χαρακτηριζόταν πάντοτε από συζητήσεις των θαμώνων, το καπηλειό. Πολλές φορές καταβυθιζόταν στις μακρόσυρτες σιωπές του κατά τις οποίες οι γέροι απλά κάπνιζαν τα τσιμπούκια τους κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον από απόσταση, χαμένοι ο καθείς στις δικές του σκέψεις. Η αιθαλομίχλη του καπνού από τα τσιμπούκια γινόταν ενίοτε τόσο πυκνή στην ατμόσφαιρα ώστε δεν φαινόταν παρά η φιγούρα της Μπαρμπαγρίβαινας που τριγυρνούσε πέρα-δώθε κάτω από τις κρεμασμένες ελαιολυχνίες σερβιρίζοντας τα κρασοκάνατα στα τραπέζια. Σ’ εκείνες τις στιγμές, ο Μπαρμπαγρίβας εγκατέλειπε δεόντως τον πάγκο του και άνοιγε τα παντζούρια για να μπει καθαρός αέρας.



Το ‘χαν συνήθειο οι γεροντότεροι του καπηλειού να κάθονται ο καθένας μονάχος του στα τραπέζια που έστεκαν πλάι στους τοίχους. Ούτως, σχημάτιζαν μεταξύ τους έναν κύκλο που έμοιαζε με αμφιθέατρο και πετούσαν ο καθείς την δική του κουβέντα απ’ το δικό του μετερίζι όταν κείνο κρινόταν αναγκαίο. Τούτη την αμφιθεατρική πατέντα που επινόησαν απροσχεδίαστα οι γέροι εντός του καπηλειού θα την ζήλευε ως και η Σύγκλητος της Αρχαίας Ρώμης. Ο Λόρδος λοιπόν, αφουγκραζόμενος την νοοτροπία της γερουσίας, έπιανε το δικό του τραπέζι παράμερα του τοίχου και προσπαθούσε να συμβάλλει με τον δικό του τρόπο στις (επί το πλείστον πολιτικές) συζητήσεις των θαμώνων.



Στην αρχή οι γέροι τον αντιμετώπιζαν με μία άβολη επιφυλακτικότητα και για τον λόγο αυτόν εν τη παρουσία του παρέμεναν ατενώς βυθισμένοι στις σιωπές τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Σηκώνονταν βεβαίως όρθιοι και τον χαιρετούσαν με σεβασμό σαν έκαμε την εμφάνισή του στο λημέρι τους, όπως έπρατταν άλλωστε μαζί του όλοι οι άνθρωποι του Μεσολογγίου. Πέραν αυτού όμως, απέφευγαν να ανταλλάσουν κουβέντες μεταξύ τους ενόσω εκείνος ήταν παρών.


Ο δεκαοχτάχρονος Ηλίας αποδείχτηκε εν προκειμένω ένας αληθινός «ἀπὸ μηχανῆς θεός» καθότι συνήθιζε να κάμει συχνή παρέα στον Λόρδο λόγω της εξαιρετικής του μόρφωσης. Ο Ηλίας λοιπόν καθόταν στο τραπέζι του Λόρδου παρέχοντας στο σινάφι την εγγύησή του για τον μυστηριώδη επισκέπτη. Οι γέροι κάποτε ξεθάρρεψαν και οι συζητήσεις αρχίνησαν να παίρνουν φωτιά. Και το καπηλειό του Μπαρμπαγρίβα γίνηκε πραγματικό κοινοβούλιο, με πλειοψηφίες και με μειοψηφίες και με αντιπαραθέσεις και με αντεγκλήσεις και με αψιμαχίες.


Όπως εκείνη την φορά που ο Λόρδος ήγειρε το ζήτημα του αγγλικού δανείου που δόθηκε στους Έλληνες. Ήταν ευαίσθητο ζήτημα, το δάνειο. Με το που τέθηκε προς συζήτηση, το περιβάλλον φούντωσε ωσάν και δαιμόνια δρασκέλισαν από τα έγκατα της γης ως το καπηλειό και τσίγκλισαν τους γέροντες κάτω από τις φουστανέλες τους.


«Άτιμοι άνθρωποι οι Εγγλέζοι. Με το συμπάθειο, μυλόρδε.» έκανε ένας θαμώνας μασουλώντας νευρικά το μακρύ του τσιμπούκι.


«Κάλλιο να γίνουμε έθνος μονάχοι μας παρά με σαράφηδες και ξένα δάνεια.» έκανε ένας άλλος στριφογυρνώντας την γκλίτσα στα χέρια του.


«Πώς να γίνουμε έθνος δίχως χρήματα; Βοήθεια μας δίνουν οι άνθρωποι, βοήθεια λαμβάνουμε. Οι Εγγλέζοι σας πείραξαν;» έκανε ένας άλλος χτενίζοντας τα μουστάκια του με τα ακροδάχτυλά του.


Βλέποντας την αναστάτωση που προκάλεσε με την νύξη του περί του δανείου, ο Λόρδος δεν είχε τίποτε άλλο να κάμει εν προκειμένω παρά να ζητήσει να μάθει περισσότερες πληροφορίες. Και τούτο επειδή όλα όσα γνώριζε για το ζήτημα προέρχονταν από κείνον τον πικρόχολο αρθρογράφο της Evening Gazette. Και επιπλέον, είναι κοινώς γνωστόν ότι σε καπηλειά και σε καφενέδες μαθαίνει κανείς πολλές φορές την πραγματική Ιστορία.


«Μα τα πήρατε τα χρήματα, έτσι δεν είναι; Οκτακόσιες χιλιάδες λίρες στερλίνες. Διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, επιτρέψτε μου να παρατηρήσω.» είπε ο Λόρδος Γκρέηγουντ.


«Το δάνειο ήταν ληστρικό, μυλόρδε.» πετάχτηκε ο Ηλίας, και οι γέροντες σιώπησαν για να ακούσουν τον εύστροφο νεαρό. «Δεν έφτασαν ποτέ οι οκτακόσιες χιλιάδες στα χέρια της Ελληνικής Διοίκησης. Το δάνειο συμφωνήθηκε στο 59% της ονομαστικής αξίας, δηλαδή 472.000 λίρες. Από το ποσό αυτό παρακρατήθηκαν προκαταβολές τόκων, χρεολύσια, προμήθειες και πάμπολλες άλλες δαπάνες που μόνον οι τραπεζίτες μπορούν και σκαρφίζονται. Το ποσό που έλαβε τελικά η Διοίκηση ήταν περί τις 300.000 λίρες, και ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα.»


«Καταλαβαίνω.» αποκρίθηκε ο Λόρδος.


Οι γέροι κλείστηκαν γι’ άλλη μια φορά στην σιωπή τους. Μέχρις που κάποια στιγμή ανέλαβε ένας γέρος την πρωτοβουλία να φιλοσοφήσει επί του ζητήματος:


«Ελλάδα…! Επάνω σε τούτον τον σκατόβραχο που ονομάζεται Γη και κολυμπάει ακυβέρνητος στο αχανές σύμπαν, ζωγράφισεν ο Θεός μια πινελιά από ήλιο και θάλασσα και όμορφη φύση. Κι ήρθαν οι άνθρωποι που στρογγυλοκαθίσαν επάνω στην πινελιά και την βάφτισαν Ελλάδα κι εκείνοι βαφτίστηκαν Έλληνες. Κι ενόμισαν τούτο το κομμάτι γης δικό τους, αλλά πόσο αφελείς ήσαν αλήθεια! Όλοι θέλουν το δικό τους μερτικό από τούτον τον τόπο και πασχίζει διαρκώς ο Έλληνας να διατηρήσει την ιδιοκτησία του και να κρατήσει τους άρπαγες μακριά. Επειδής, μυλόρδε, η Ελλάδα ευρίσκεται στο καλύτερο σημείο του σύμπαντος και οι άρπαγες δεν είναι χαζοί παρά επωφελούνται από τούτο το χάος που διέπει το σύμπαν και ισχυρίζονται στυγνά και απροκάλυπτα ότι σε τούτον τον κόσμο όπου τα πάντα ρει και μηδέποτε κατά τ' αυτό μένειν κανείς δεν λογιέται ιδιοκτήτης και ουδέν πράγμα λογιέται ως χτήμα. Έπιασαν το λοιπόν οι άρπαγες ο καθείς την δική του κοπροχαβούζα επάνω στον πλανήτη Γη και από το δικό του ταμπούρι κοιτάζει πώς να κάμει ζάφτι τον τόπο μας. Συχώρα μου την βρώμικη γλώσσα, μυλόρδε. Αλλά πώς να φιλοσοφήσει κανείς εάν δεν βωμολοχήσει και λίγο;»


Οι γέροι κλείστηκαν γι’ άλλη μια φορά στην σιωπή τους. Ένας έβγαλε τα τσαρούχια από τα πόδια του και θαύμαζε τις λευκές μάλλινες κάλτσες του, άλλος διάβαζε ευλαβικά με τα ματογυάλια του το πρωτοσέλιδο των Ελληνικών Χρονικών υπό το φως της ελαιολυχνίας, άλλος φυσούσε την μύτη του στην πτυχωτή φουστανέλα του, άλλος νέρωνε το κρασί στο ποτήρι του, άλλος κατέβαζε με βουλιμία τις τελευταίες ρουφηξιές καπνού που ‘χαν απομείνει στο τσιμπούκι του.


«Ε, και τι θέλετε να κάμουν και οι Εγγλέζοι, ωρέ συντρόφοι; Τζάμπα να μας τα δώσουν τα χρήματα; Να μην βγάνουν κι αυτοί το κατιτίς τους; Όλα σε τούτο τον κόσμο με κέρδος γίνονται.» πετάχτηκε ένας γέρος, και τότες αρπαχτήκαν κι οι υπόλοιποι και ξαναφούντωσε η συζήτηση.


Κάπως έτσι διεξάγονταν οι συνελεύσεις της γερουσίας μες στο καπηλειό του Μπαρμπαγρίβα. Πότε έπαιρναν φωτιά με φωνές και αντιγνωμίες, και πότε καταλάγιαζαν σε μακρόσυρτες σιωπές.


Όλοι είχαν άποψη και όλοι την εξέφραζαν με τον τρόπο τους, και πολλές φορές μάλιστα ανταγωνίζονταν ο ένας με τον άλλον στην ισχυρογνωμοσύνη. Όλοι μιλούσαν πλην ενός. Μόνον ο παπα-Λάμπρος παρέμενε στοχαστικός απόμερα, κάτω από την μεγάλη ελαιογραφία που απεικόνιζε ψαρόβαρκες στην μεσολογγίτικη λιμνοθάλασσα κατά το χάραμα, αμέτοχος στις συζητήσεις της γερουσίας, μετρώντας σιωπηλός τις χάντρες του κομπολογιού στο χέρι του.


Ουδείς μπορούσε να υποθέσει πού ρέμβαζε ο νους του και ουδείς αποφαινόταν εάν ο παπα-Λάμπρος χαμογελούσε ή κατσούφιαζε κάθε τόσο εφόσον το πρόσωπό του ήταν καταχωνιασμένο κάτω απ’ την μακριά λευκή γενειάδα. Και ουδείς διέκρινε πού εστίαζε και το βλέμμα του ο παπα-Λάμπρος καθώς τα μάτια του ήσαν αφανισμένα κάτω απ’ τα πυκνά λευκά φρύδια.


Ένα πράγμα δεν χωρούσε αμφιβολία στην συμπεριφορά του παπα-Λάμπρου. Όσον καιρό ο Λόρδος βρισκόταν στο καπηλειό ανάμεσα στην γεροκομπανία, ούτε μια λέξη δεν βγήκε από το στόμα του. Σαν να ‘χε αντιληφθεί κάτι ο γέροντας που οι υπόλοιποι δεν είχαν καν υποπτευθεί. Ως κι ο Λόρδος Γκρέηγουντ ένιωθε δέος στις αδιάλειπτες αυτές σιωπές του ιερέα και τον περιεργαζόταν κρυφά πολλές φορές μην τυχόν και αποκομίσει κάποια ένδειξη. Ώσπου αρχίνησε ο Λόρδος να έχει πλέον βάσιμες υποψίες ότι ο παπα-Λάμπρος ενδεχομένως και να εγνώριζε την αλήθεια για το άτομό του: ότι δηλαδή ήταν βρυκόλακας.


Δεν έσφαλλε ο Λόρδος στις υποψίες του.



Τούτο αποδείχτηκε μία νύχτα όπου ο Λόρδος ήταν καλεσμένος σε ένα γλέντι νεολαίων στην Πλευρώνα, σε ένα κρασοπωλείο κοντά στο αρχαίο θέατρο. Ήταν μια υπέροχη νύχτα, κι ήπιαν και διασκέδασαν με την ψυχή τους ο Λόρδος κι η νεαρή παρέα του. Έπειτα ανέβηκαν στον λόφο όπου στεκόταν το αρχαίο θεάτρο και κάθισαν στους λαξεμένους του βράχους κι ατένισαν από ψηλά την λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και το ασημένιο επίχρισμα του μισοφέγγαρου πάνω στην νήνεμη επιφάνειά της. Οι νέοι σαχλαμαρίζαν και ερωτοτροπούσαν αναμεταξύ τους, όμως ο Λόρδος είχε αφεθεί στις γλυκιές νυκτωδίες που αντηχούσαν οι κορμοράνοι με τα βραχνά τους στριγκλίσματα.



Εκείνη την νύχτα, σαν ο Λόρδος επέστρεφε στο κέντρο της πόλης βαδίζοντας τους στενούς χωματόδρομους ανάμεσα από τα χαμηλά σπίτια και τις ανθισμένες ψευδακακίες, έτυχε να συναπαντήσει εμπρός του τον παπα-Λάμπρο που προχωρούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Καθότι ο παπα-Λάμπρος ήταν όπως πάντα συνοφρυωμένος κάτω από τα πυκνά του φρύδια, ο Λόρδος δεν μπορούσε να εξακριβώσει εάν ο γέροντας τον είχε δει ή εάν ήταν τόσο χαμένος στις σκέψεις του όπως έδειχνε.


Ένα πράγμα ήταν σίγουρο πάραυτα. Ο χρυσός εκείνος σταυρός που κρεμόταν από τον λαιμό του ιερέα και ακτινοβολούσε την φαρμακερή του λάμψη μες στα σκοτάδια έρριψε ευθύς τον Λόρδο σε βαθιά σκοτοδίνη, τέτοια που τον έκαμε να τρικλίσει για λίγο και να στηρίξει το σώμα του επάνω σε έναν πλινθότοιχο για να συνέλθει. Ο παπα-Λάμπρος όμως πλησίαζε ακάθεκτος προς το μέρος του, και ο σταυρός απομυζούσε τις υπερφυσικές δυνάμεις του βρυκόλακα ολοένα και περισσότερο ώσπου ο Λόρδος είχε γίνει πια κάτωχρος στην όψη και κόντευε να σωριαστεί στο έδαφος. Ήταν μονάχα η ευπρέπειά του που τον βαστούσε όρθιο ή που τον απέτρεπε να το βάλει στα πόδια δίχως να δώκει εξηγήσεις.



Ο παπα-Λάμπρος είχε ήδη ζυγώσει αρκετά όταν του έριξε μία φευγαλέα κλεφτή ματιά μ’ ένα ανεπαίσθητο ανασάλεμα του φρυδιού. Διαπιστώνοντας το μαρτύριο του Λόρδου, ο παπα-Λάμπρος έπιασε τον σταυρό με το χέρι του και τον έκρυψε μες στις πτυχές των μαύρων ράσων του. Κι αφού έκαμε τούτο, εξακολούθησε τον δρόμο του δίχως να πει τίποτε ή να απευθύνει κάποιον χαιρετισμό στον Λόρδο ώσπου τον κατάπιε κάποτε το σκοτάδι της νύχτας.


Δεν χωρούσε πλέον καμιά αμφιβολία. Ο παπα-Λάμπρος εγνώριζε.








---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.


Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.



©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769