Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 30 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 30 από 36]

---

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι


V



Ήταν πραγματικό κρίμα που ο Λόρδος δεν μπορούσε να απολαύσει τον ελληνικό ήλιο και την φύση που οργίαζε κάτω από τις λαμπρές του αχτίδες κατά την διάρκεια της ημέρας. Απ’ τον μαρμάρινο εκείνον τάφο μες στον οποίον είχε βρει το καταφύγιό του κι έπεφτε σε νάρκη κατά το ηλιόφως, ήταν ανήμπορος να ακούσει τα τιτιβίσματα των σπίνων επάνω στις λυγαριές ή τα τζιτζίκια που πιέζονταν στο τερέτισμά τους από την τρομερή ζέστη του καταμεσήμερου ή τις γυναίκες που τραγουδούσαν κατά το ζύμωμα του ψωμιού με φωνές συνταιριασμένες. Ούτε μπορούσε να οσφρανθεί τις ευωδιές των μαγειρευτών φαγητών από τους θολωτούς ξυλόφουρνους.



Έπρεπε κανείς να είναι ξύπνιος κείνες τις ώρες ώστε ν’ αντικρίσει τις μέλισσες που τρύπωναν μες στις πολύχρωμες ανεμώνες για να αποκομίσουν την γύρη ή για να απολαύσει τις κυματιστές αντηλιές του λευκόχρυσου επάνω στην επιφάνεια της λιμνοθάλασσας ή για να μαγευτεί από το γλυκό κυανό χρώμα του ουρανού με τις χαρούμενες αντιθέσεις των λευκών σπιτιών και των κόκκινων κεραμιδοσκεπών. Έστω κι έτσι όμως, οτιδήποτε έχανε ο Λόρδος από την ομορφιά της φύσης κατά το ηλιόφως, το αναπλήρωναν οι ελληνικές νύχτες με την μυστηριακή ονειρική γοητεία τους. Όπως και η φιλόξενη εγκαρδιότητα των Ελλήνων.



Οι Έλληνες μοιράζονταν μία καρτερικότητα στα μάτια που έμοιαζε να προερχόταν από ένα κοινό γονίδιο. Και ήταν εκείνη η εκφραστική καρτερικότητα που του έδιδε την αίσθηση ότι οι άνθρωποι εκείνοι συμπονούσαν τον καημό του, ότι κατανοούσαν από πρώτο χέρι τις ζοφερές ατραπούς που περνούσε στο διάβα του, έστω κι αν δεν γνώριζαν ότι ήταν βρυκόλακας, ένα πλάσμα της νύχτας.


Γι’ άλλη μια φορά κινδύνευσε να αποκαλυφθεί το μυστικό του Λόρδου. Ήταν την νύχτα της Αναλήψεως όπου οι Μεσολογγίτες γιόρταζαν την θαυματουργή άνοδο του Χριστού από την γη προς τους ουρανούς σαράντα ημέρες μετά την Ανάστασή Του. Οι νέοι έπιαναν τον Λόρδο από το χέρι και τον τραβούσαν για να συμμετάσχει μαζί τους στην γιορτή που είχαν οργανώσει στην πλατεία. Ο Λόρδος, διαισθανόμενος τον κίνδυνο που διέτρεχε, προσπάθησε με κάμποσα προσχήματα να αποφύγει το παρόν του στην εκδήλωση. Προφασίστηκε μέχρι και δυνατό κρυολόγημα με υψηλό πυρετό, αν και δεν είχε καμία διάθεση να υπομείνει τις στρατιές των Μεσολογγιτών γιατρών να τον επισκέπτονται στο δωμάτιό του με θεραπείες αφαιμάξεων και καταπλασμάτων και κομπρέσων. Είδε όμως ότι οι δικαιολογίες του παραήσαν ανυπόστατες για να πείσουν τους νεαρούς και τελικώς δέχθηκε να τους ακολουθήσει.



Σαν αντίκρισε την πλημμυρίδα των ανθρώπων να κατευθύνεται προς την πλατεία, ζυγώθηκε από τους πρώτους φόβους. Οι άνθρωποι βεβαίως τον χαιρετούσαν με βασιλικές τιμές αλλά εκείνος στοιχειωνόταν διαρκώς από τις γνωστές παραζάλες μόλις είδε το πλήθος να ανάβει τα κεριά αναμεταξύ των μεταδίδοντας το Άγιο Φως με ευλαβικά σταυροκοπήματα. Και τα πράγματα χειροτέρεψαν σαν αναμείχθηκε με τον συνωστισμό της πλατείας και στο κάθε του κοίταγμα δεν διαπίστωνε παρά πρόσωπα συνεπαρμένα από θρησκευτική κατάνυξη και ακλόνητη πίστη στον Κύριο, μια πίστη την οποία ο ίδιος είχε απολέσει αιώνες πριν, όταν βίωσε την τραγωδία στο πετσί του, στο μικρό εκείνο χωριό της Τρανσυλβανίας που ονομαζόταν Βιράγκφαλου.


Η κατάσταση γίνηκε αβάσταγη όταν ο κόσμος αρχίνησε να ψέλνει με μία φωνή την Θεία Λειτουργία μαζί με τους ιερείς. Η σκοτοδίνη ήταν πλέον γεγονός στα λογικά του και οι λέξεις της λειτουργίας κέντριζαν σαν σφήκες τα τύμπανα των αυτιών του.


Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.

Πληρωθήτω τό στόμα ἡμῶν αἰνέσεώς σου, Κύριε, ὅπως ὑμνήσωμεν τήν δόξαν Σου, ὅτι ᾐξίωσας ἡμᾶς μετασχεῑν τῶν ᾁγίων μυστηρίων Σου. στήριξον ἡμᾶς ἐν τῶ σῶ ᾁγιασμῶ ὅλην τήν ἡμέραν μελετᾶν τήν δικαιοσύνην Σου. Ἀλληλουΐα, Ἀλληλουΐα, Ἀλληλουΐα.



Τούτα τα λόγια ήσαν αρκετά για να κλονίσουν βαθιά τον Λόρδο. Ανήμπορος να κρατηθεί όρθιος στα πόδια του, έψαχνε απεγνωσμένα για κάποιο αποκούμπι μέσα στο πλήθος. Ώσπου έτυχε πάνω στην Δάφνη που στεκόταν με το αναμμένο κερί στα χέρια της και προσευχόταν εσώψυχα για τον αγαπημένο της, τον Πέτρο τον Μουσούρη, με τον οποίον την χώριζαν τριάντα χιλιόμετρα άγριας φύσης και τουρκικών στρατευμάτων. Ο Λόρδος στηρίχτηκε πάνω της και θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Πιότερο όμως θαμπώθηκε απ’ το γεγονός ότι η Δάφνη έφερε εκπληκτική ομοιότητα με τον έρωτα των ανθρώπινων χρόνων του, την Εουφροζίνε. Σαν οι εικόνες του Βιράγκφαλου και της Εουφροζίνε διαπερνούσαν τώρα με αστραπιαία ταχύτητα τον νου του, δεν άντεξε άλλο και σωριάστηκε στο έδαφος λιγοθυμισμένος. Τον αντιλήφθηκαν οι νεαροί και με βία απώθησαν τον κόσμο ολόγυρά του για να του έρθει καθαρός αέρας στα πνευμόνια.


«Κάντε πίσω, ωρέ παιδιά. Ο άνθρωπος λιγοθύμισε. Κάντε πέρα να αναπνεύσει.»


Το πρόσωπο του Λόρδου είχε γίνει λευκό σαν πανί. Δεν ένιωθε τα άκρα του, τόσο πολύ είχε μουδιάσει το σώμα του. Δεν έκαμε κάποια κίνηση για να ανασηκωθεί, δεν υπήρχε νόημα σε τούτο. Απόμεινε ξαπλωμένος ανάσκελα. Άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει ανάμεσα στα πρόσωπα των ανθρώπων που τον παρατηρούσαν ανήσυχοι και κατόπιν στον πλάτανο της πλατείας που έστεκε επιβλητικός και αγέρωχος από πάνω του. Ο θερμός νοτιάς φύσηξε τα κλαδιά του αιωνόβιου δέντρου και στο ψιθυριστό θρόισμα της φυλλωσιάς ο Λόρδος ένιωθε να συνέρχεται. Η παγερή κυανή αύρα που είχε στοιχειώσει τα μάτια του, τον εγκατέλειπε τώρα.


«Να τον πάμε στο καπηλειό του Μπαρμπαγρίβα, ωρέ παιδιά, να τον καθίσουμε τον άνθρωπο. Εκεί θα έλθει στα συγκαλά του.»


Δεν άργησε πολύ να βρεθεί ο Λόρδος στο καπηλειό του Μπαρμπαγρίβα, καθισμένος σε ένα τραπέζι με την πλάτη του στον τοίχο, περιστοιχισμένος από νέους που τον περιποιούνταν και τον σέρβιραν κόκκινο κρασί. Είχε καιρό να δει τόσους πολλούς νέους μαζωμένους στο κατάστημά του ο Μπαρμπαγρίβας καθότι στο μέρος έκαμαν καθημερινή εφόρμηση οι γέροντες με τα χούγια τους. Χάρηκε το λοιπόν με την νεολαία ο χοντρός ταβερνιάρης και άνοιξε το παράθυρο για να καθαρίσει ο μολυσμένος αέρας των τσιμπουκιών και αρχίνησε να ετοιμάζει και εδέσματα.


«Τι έπαθες, γιαβρί μου; Μπας και σε μάτιασαν τέτοιον ομορφονιό άντρα;» έκανε η Μπαρμπαγρίβαινα στον Λόρδο καθώς σέρβιρε το κρασί και τα κρέατα στο τραπέζι.


Ο Λόρδος συνερχόταν σιγά-σιγά. Το πρόσωπό του, αν και μονίμως ωχρό εκ του φυσικού του, έμοιαζε να αναζωογονείται από την φροντίδα των ανθρώπων ολόγυρά του. Κοιτάζοντας τριγύρω τους νεολαίους της συντροφιάς του, ο Λόρδος συνειδητοποίησε στα αστραφτερά τους βλέμματα και στην νιότη που αναδυόταν ακάθεκτη από τις μελαμψές τους επιδερμίδες ότι βρισκόταν ανάμεσα στους απογόνους μίας λαμπρής γενιάς ανθρώπων, του γένους των Αρχαίων Ελλήνων. Η σκέψη τούτη έκανε το στέρνο του να σκιρτήσει σαν νεογνό πουλί στην φωλιά του.



Αλλά ακόμη κι αν κανείς αντιμετώπιζε τούτην την συσχέτιση μεταξύ των δύο γενεών με σαρκαστικό μορφασμό, δεν θα εδύνατο επ’ ουδενί να αγνοήσει το γεγονός ότι τούτοι οι άνθρωποι, οι επαναστατημένοι Έλληνες του 1824, μεγάλωσαν και ανατράφηκαν στην ίδια γη που ένιωθε κάποτε στην ράχη της τα βαριά βήματα ενός Πλάτωνα και ενός Αριστοτέλη και ενός Σωκράτη. Επομένως κάτι είχαν κοινό μεταξύ τους τούτοι οι άνθρωποι με τους αθάνατους αρχαίους, έναν σταθερό σύνδεσμο που συγκρατούσε τις μοίρες τους ενωμένες: την ελληνική γη και την πλάση που η γη αυτή κουβαλούσε στα σπλάχνα της.


«Αισθάνεσαι κάπως καλύτερα, μυλόρδε;» ρώτησε ο Ηλίας στο πλάι του.


«Ναι… Ναι… Είμαι καλύτερα τώρα…» αποκρίθηκε ο Λόρδος.


«Μην είναι η γρίπη του θέρους, μυλόρδε; Το καλοκαίρι, ξέρεις, δεν έρχεται μονάχα με ήλιο. Φέρνει καμιά φορά και αρρώστιες μαζί του.» είπε ένας άλλος νέος.


«Δεν ήταν τίποτε. Μια απλή αδιαθεσία. Άλλαξα απότομα κλίμα και ο οργανισμός μου εξαντλήθηκε για λίγο. Τίποτε το ανησυχητικό.» έκανε ο Λόρδος.


Στο καπηλειό του Μπαρμπαγρίβα έφτασαν κι άλλες παρέες νεολαίων και γέμισαν το μέρος. Τούτο σήμαινε ότι η Μπαρμπαγρίβαινα έπρεπε να ανεβάσει τους ρυθμούς της για να σερβιριστεί η πελατεία. Και αυτό ακριβώς έπραξε η δόλια και η φιγούρα της τριβέλιζε ως νευρική μύγα τα τραπέζια με την νταμιτζάνα. Οι νέοι δεν ήσαν σαν τους γέρους, οι νέοι είχαν όρεξη για χορό και μουσική και όχι για πολιτικές συζητήσεις. Βάλθηκαν λοιπόν στο τραγούδι ενώ κάμποσοι πιωμένοι λίκνιζαν τα κορμιά τους κάτω από τις αναμμένες ελαιολυχνίες που κρέμονταν από το δοκάρι της οροφής. Κι η μουσική πήρε φωτιά με τους ταμπουράδες και τα νταούλια και τους ζουρνάδες.


Τι έχεις καημένε πλάτανε

και στέκεις μαραμένος,

με τις ριζούλες στο νερό

με τη δροσιά στα φύλλα;

Παιδιά μ’ , σαν με ρωτήσατε,

να σας το μολογήσω. Αλή Πασάς

επέρασε με δεκαοχτώ χιλιάδες.

Κι όλοι στον ίσκιο μ’ έκατσαν

και κάτω απ’ τη δροσιά μου

κι όλοι σημάδι μ’ έβαλαν

κι όλοι με τουφεκίσαν.

Άλλοι βαρούν τους κλώνους μου

κι άλλοι βαρούν τα φύλλακι

ο σκύλος ο Αλή Πασάς

βαρεί μες στην καρδιά μου.

Μαράθηκαν τα φύλλα μου,

μαράθηκε η καρδιά μου.


Μέσα στο ξεφάντωμα του καπηλειού, ο Λόρδος δεν έπαψε ούτε στιγμή να περιεργάζεται την όμορφη φυσιογνωμία της Δάφνης που καθόταν στο τραπέζι της συντροφιάς του. Η Δάφνη είχε τις δικές έγνοιες στο κεφάλι της και για τον λόγο αυτόν δεν συμμετείχε ενεργά στο γλέντι των υπολοίπων νεολαίων, παρά καθόταν αμίλητη και προσποιούνταν ενίοτε κανένα χαμόγελο για να μην χαλάσει την χαρωπή ατμόσφαιρα. Ο Λόρδος το καταλάβαινε βεβαίως αυτό και, αφού ήπιε μονορούφι δυο ποτήρια από το αρωματικό κρασί των Μπαρμπαγριβαίων, αναθάρρησε κι αποφάσισε να της μιλήσει.


«Γνωρίζω πού είν’ ο νους και η καρδιά σου. Γνωρίζω για σένα.» της είπε πιάνοντας ελαφρά το μπράτσο της.


Ο θόρυβος μες στην αίθουσα ήταν τέτοιος τώρα που οι προσωπικές συνομιλίες καθίσταντο κατιτί αδύνατες. Εντούτοις, η Δάφνη μπόρεσε και άκουσε τα σιγανά λόγια του Λόρδου (λόγω της βαθιάς μπάσας φωνής του) και αποτραβήχτηκε κοιτάζοντάς τον με έκπληξη.


«Γνωρίζεις;» ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή.


«Θα σε πάω εγώ σε εκείνον. Στο υπόσχομαι.» αποκρίθηκε ο Λόρδος εν μέσω της βαβούρας.


«Δεν μπορείς… Είναι αδύνατον…» έκανε εκείνη γνέφοντας αρνητικά το κεφάλι της.


«Θα σε πάω εγώ σε εκείνον. Έχε μου εμπιστοσύνη.» επέμεινε ο Λόρδος.


Ἰτιὰ ἰτιὰ λουλουδιασμένη

Σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο ξακουσμένη.

Ἰτιὰ ἰτιὰ μέσα στὸ ρέμα

Ὠρὲ σ᾿ ἀγαπῶ δὲν εἶναι ψέμα.

Ἰτιὰ ἰτιὰ μέσα στὸν κάμπο

Ὠρὲ σ᾿ ἀγαπῶ μὰ τί νὰ κάνω.

Ὠρὲ ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ λεβεντιὰ

Ὠρὲ ποὺ μᾶς χορεύει τὴν ἰτιά.

Ὠρὲ στὴ Ρούμελη καὶ στὸ Μοριὰ

Ὅλοι χορεύουν τὴν ἰτιά.


Νύχτα. Δεν είχε ξημερώσει ακόμη. Η κληματαριά στην μικρή αυλή του σπιτιού των Μαστροδημαίων είχε θεριέψει τις φυλλωσιές της, τα κλωνάρια της τυλιγμένα σαν πλοκάμια στους οριζόντιους δοκούς, τα τσαμπιά της κρεμασμένα και ζουμερά. Οι τριανταφυλλιές στο μικρό παρτέρι είχαν φουντώσει το κατακόκκινο χρώμα των ανθών τους.


«Είναι αδύνατον, μυλόρδε. Οι Τούρκοι έχουν στρατοπεδεύσει παντού στην περιοχή. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να διανύσουμε τριάντα χιλιόμετρα απαρατήρητοι ανάμεσά τους.»


«Θα σε πάω εγώ σε εκείνον. Έχε μου εμπιστοσύνη.»


«Μα πώς; Πώς θα το κατορθώσουμε αυτό; Με ποιον τρόπο;»


«Δεν μπορώ να σου πω περισσότερα ετούτη την στιγμή. Όμως θα φύγουμε κατά την νύχτα. Εσύ θα ορίσεις ποια νύχτα. Θα πρέπει να είσαι ξεκούραστη γιατί θα περπατήσεις πολύ. Και το κυριότερο: θα πρέπει να με εμπιστευθείς.»


«Δεν ξέρω αν μπορώ να το κάνω αυτό, μυλόρδε. Δεν ξέρω αν μπορώ να σε εμπιστευθώ. Εξακολουθώ να μην πιστεύω ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει.»


«Θα σε πάω εγώ σε εκείνον. Θα γίνει την νύχτα. Δεν μπορώ να πω περισσότερα. Θα χρειαστεί να με εμπιστευθείς.»



Στην αυλή του Μαστροδήμου είχε ησυχία. Μονάχα το τραγούδι των γρύλων χαρακτήριζε τούτες τις νυχτερινές ώρες. Το ξεφάντωμα στο καπηλειό ίσα που αντηχούσε αχνά από το κέντρο της πόλης. Η Δάφνη ακόμη στοχαζόταν την πρόταση του Λόρδου. Ήταν όρθια. Δεν μπορούσε να καθίσει.



Ἕνας ἀϊτὸς περήφανος, ἕνας ἀϊτὸς λεβέντης

Ἀπὸ τὴν περηφάνια του, κι ἀπὸ τὴ λεβεντιά του

Δὲν πάει τὰ κατώμερα, νὰ καλοξεχειμωνιάσει

Μόν᾿ μένει πάνω στὰ βουνά, ψηλὰ στὰ κορφοβούνια

Κι ἔριξε χιόνι στὰ βουνὰ καὶ κρούσταλλα στοὺς κάμπους

Ἐμάργωσαν τὰ νύχια του κι ἐπέσαν τὰ φτερά του

Κι ἀγνάντια βγῆκε κι ἔκατσε, σ᾿ ἕνα ψηλὸ λιθάρι

Καὶ μὲ τὸν ἥλιο μάλωνε καὶ μὲ τὸν ἥλιο λέει:

«Ἥλιε, γιὰ δὲ βαρεῖς κι ἐδῶ σὲ τούτ᾿ τὴν ἀποσκιούρα

νὰ λιώσουνε τὰ κρούσταλλα, νὰ λιώσουνε τὰ χιόνια

νὰ γίνει μία ἄνοιξη καλή, νὰ γίνει καλοκαίρι

νὰ ζεσταθοῦν τὰ νύχια μου, νὰ γιάνουν τὰ φτερά μου

νὰ ρθοῦνε τ᾿ ἄλλα τὰ πουλιὰ καὶ τ᾿ ἄλλα μου τ᾿ ἀδέρφια.


«Κι αν δεν τα καταφέρουμε; Κι αν μας πιάσουν;»


«Θα τα καταφέρουμε. Έχε μου εμπιστοσύνη.»



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.


©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769