Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 31 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 31 από 36]

---

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι


VI


«Είσαι στοιχειό… Έτσι δεν είναι;»



Το ‘χε συνήθειο ο Λόρδος μετά το ηλιόγερμα να κάθεται μονάχος του για λίγα λεπτά της ώρας στην πίσω αυλή του καπηλειού των Μπαρμπαγριβαίων και να διαλογίζεται πάνω στα όνειρα που έκανε κατά τον ύπνο του ηλιόφωτος, μες στον μαρμάρινο τάφο του παλιού νεκροταφείου του Αγίου Λαζάρου. Τούτο ήταν βεβαίως φυσικό. Κοιμόταν πολύ βαθιά και τα όνειρά του παραήσαν φορτισμένα για να τον απελευθερώσουν τόσο εύκολα από τον ιστό τους. Και ποιος είπε αλήθεια ότι οι βρυκόλακες δεν ονειρεύονται σαν κοιμούνται; Τούτο θα το ισχυρίζονται –το δίχως άλλο- οι φαντασιόπληκτοι λογοτέχνες που ψάχνουν έμπνευση σε δοξασίες των λαών ή οι υπέργηροι παραμυθάδες που μεταδίδουν τους θρύλους του παρελθόντος στις επόμενες γενεές. Πώς είναι ποτέ δυνατόν να ισχυρίζεται κανείς ότι οι βρυκόλακες δεν ονειρεύονται κατά τον ύπνο όταν δεν έχει ιδίαν γνώση επί του θέματος; Ναι, ως και οι βρυκόλακες ονειρεύονται.


Ήταν επομένως μεγάλη έκπληξη για τον Λόρδο να αντικρίσει την Μυρτώ ολόμπροστά του σ’ εκείνες τις σύντομες νωχελικές του στιγμές πριν την νυχτερινή του εξόρμηση στους καφενέδες της πόλης. Για την αλήθεια του πράγματος, τέτοια ήταν η έκπληξή του που τον έκαμε να γυρίσει απότομα στην ξύλινη καρέκλα όπου καθόταν. Ο Λόρδος είχε υπόψη του την ψυχική ασθένεια της Μυρτώς, γνώριζε για τα ατέρμονα κλεισίματα στον εαυτό της, για την ηθελημένη της αποξένωση από τον κόσμο. Το γεγονός ότι η Μυρτώ ξεπόρτισε από το σπίτι της και περπάτησε ως το καπηλειό των Μπαρμπαγριβαίων για να τον συναντήσει τον γέμισε με δέος και αμηχανία.


«Μυρτώ…! Διάολε, αυτό κι αν είναι έκπληξη…!»


Το πρόσωπό της ήταν ωχρό σαν και το δικό του, λόγω της λειψής της διατροφής. Η υπερβολική απλότητα του ωοειδούς του σχήματος έμοιαζε να εκπροσωπεί ένα συνειδησιακό ρεύμα ανέγγιχτο από ανθρώπινες έννοιες όπως αυτές της ελπίδας ή της αισιοδοξίας, οι αναξιόλογες φυσιογνωμικές προσθήκες της ευθείας μύτης και των λεπτών μαβιών χειλιών φάνταζαν αφόρητα επιβεβλημένες από την φύση των πραγμάτων, ωσάν και το πρόσωπο να αποστρεφόταν τα διακριτά του χαρακτηριστικά και να ποθούσε διακαώς την σιωπηρή του ανωνυμία. Οι δε περιφέρειες των ματιών της ήσαν άνυδρες από την ασιτία και τον λειψό ύπνο. Την θλιβερή όμως αυτή καχεξία της Μυρτώς αντιστάθμιζε το ζωηρό μαύρο χρώμα των μαλλιών της, η αστραφτερή μελανίνη που διατηρούσε προς το παρόν αλώβητη την γλυκύτητα της νιότης.


«Είσαι στοιχειό. Έτσι δεν είναι; Λέγω την αλήθεια;» επανέλαβε. Η φωνή της ξεκινούσε βεβιασμένη τις προτάσεις της –σα να πίεζε τα πνευμόνια της να εκπνεύσουν τον αέρα- και έπειτα ξεθύμαινε μέχρι που να αρθρώσει την τελευταία συλλαβή υπό μορφήν ψιθύρου.


Ο Λόρδος φυσικά δεν αποκρίθηκε στην ερώτησή της. Δεν ήταν δυνατόν για την ώρα να αποκριθεί σε μια τέτοια ερώτηση με ένα εμφατικό ναι ή να την απορρίψει αδιάφορα και παγερά. Χαμήλωσε μονάχα το βλέμμα και απόμεινε στοχαστικός στην καρέκλα του. Άφησε τους στοχασμούς του να ακολουθήσουν τον δικό τους ρου ώσπου να καταλήξουν κάποτε στον τελικό τους προορισμό: Λόρδος Μπάιρον, ο νεκρός ποιητής. Διάολε!


«Μ’ όλες αυτές τις γιορτές και τα ξεφαντώματα, είχα λησμονήσει παντελώς τον λόγο για τον οποίον πάτησα το πόδι μου εξαρχής στο Μεσολόγγι. Υποτίθεται ότι ήρθα εδώ για να επισκεφθώ το μέρος όπου τάφηκε η καρδιά του Μπάιρον, να υποβάλλω κι εγώ τα σέβη μου στην μνήμη του. Αντ’ αυτού, αναλώνω τον χρόνο μου από καπηλειό σε καπηλειό κι από παρέα σε παρέα κι από οινοβάρελο σε οινοβάρελο. Όσον καιρό βρίσκομαι εδώ, δεν κάνω τίποτε άλλο από το να μεθοκοπάω. Μάλλον εκτονώνω καταπιεσμένες συνειδήσεις, δεν εξηγείται αλλιώς.» είπε, κι έβγαλε το μεταξωτό του μαντήλι από την τσέπη του φράκου του. Φύσηξε μέσα στο μαντήλι με το στόμα κι έπειτα αρχίνησε να το μυρίζει σχολαστικά με τα ρουθούνια του για να δει εάν η αναπνοή του βρωμούσε αλκοόλ.


«Είσαι στοιχειό. Έτσι δεν είναι;» επέμεινε η Μυρτώ.


Ο Λόρδος αναστέναξε σιγανά. Έβαλε το μαντήλι πίσω στην θέση του. Κοίταξε την Μυρτώ βαθιά στα μάτια.


«Μπορείς να με πας εκεί; Στο σημείο όπου είναι θαμμένη η καρδιά του Μπάιρον;» ρώτησε.


«Θα σε πάω.» αποκρίθηκε κοφτά εκείνη.


Ήταν ολοφάνερο ότι η Μυρτώ ξεμύτισε στα κρυφά από το σπίτι της, δίχως να την πάρει χαμπάρι η μάνα της, η κυρα-Ασήμω. Ήταν ολοφάνερο επειδή τα μαλλιά της ήσαν αχτένιστα και μπερδεμένα, η δε εμφάνισή της ήταν γενικώς ατημέλητη με το ανοιχτόχρωμο ριχτό φόρεμα και τα ταπεινά σχισμένα σανδάλια. Εάν την είχε πάρει χαμπάρι η κυρα-Ασήμω, θα την κάθιζε με το ζόρι σε μια καρέκλα για να την χτενίσει και θα την στόλιζε και με λούσα και μετάξια. Δεν ήταν δυνατόν ποτέ για την κυρα-Ασήμω να αφήσει την μικρή της θυγατέρα να κυκλοφορεί έξω στον κόσμο έτσι απεριποίητη.



Ενόσω περπατούσαν, ο Λόρδος μπορούσε να οσφρανθεί την ιδιαίτερη μυρωδιά της απομόνωσης που αναδυόταν από το κορμί της Μυρτώς, το ανάμεικτο άρωμα των διαφόρων βοτανοθεραπειών που της επέβαλλαν οι γιατροί για την ανακούφιση των πειραγμένων της νεύρων. Κάποια βοτάνια μύριζαν όμορφα, άλλα όχι και τόσο. Κάποιες οσμές έσφυζαν από φρεσκάδα, άλλες ήσαν ξινές και άχαρες. Ο Λόρδος παρατηρούσε διαρκώς το αριστερό της χέρι. Η χούφτα του αριστερού της χεριού σφιγμένη όπως πάντα, κλειστή, γροθιά, αρνούμενη να ανοίξει τα δάχτυλά της.


Κατά τον περίπατό τους, οι δυο τους απάντησαν κάμποσους καφενέδες και οι θαμώνες –ως συνήθως- χαιρετούσαν εγκάρδια τον Λόρδο και μάλιστα κάποιοι έβγαζαν και το φέσι από το κεφάλι τους ώστε να υποβάλλουν τα σέβη τους. Παρόλο που για τους Μεσολογγίτες ο Λόρδος ήταν ένας ψαλιδοκέρης, ξεδιάντροπα ασπαζόμενος την ευρωπαϊκή νοοτροπία περιβολής αντί των δικών τους παραδοσιακών ενδυμασιών, δεν μπορούσαν εντούτοις να μην εκτιμήσουν το γεγονός ότι το κασμιρένιο φράκο εφάρμοζε στο παράστημα του Λόρδου κατά τρόπο τέλειον και τον έκανε να δείχνει πραγματικά αρχοντικός και φινετσάτος. Όσο για τον Λόρδο, ένιωθε πάντοτε μια πρόσκαιρη αμηχανία σαν κυκλοφορούσε φρακοφορεμένος και παντελονάτος ανάμεσα σε άνδρες με πλουμιστά γιλέκα και πτυχωτές φουστανέλες. Δεν είχε συνηθίσει ακόμη στην ιδιαίτερη αυτή κατάσταση.


Ο Λόρδος διέκρινε την θαλπερή συγκίνηση των Μεσολογγιτών εκείνη την βραδιά, τον ένθερμο τρόπο που του έσφιγγαν το χέρι ή που υποκλίνονταν εμπρός του καταβάλλοντας τις πιο ειλικρινείς τους προσπάθειες ώστε να μιμηθούν την αιθέρινη κινησιολογία της αριστοκρατίας. Ο Λόρδος ήταν αρκετά έξυπνος για να καταλάβει ότι η συναισθηματική εκείνη φόρτιση των ανθρώπων δεν είχε να κάμει τόσο πολύ με τον ίδιον προσωπικά όσο με το ότι συνόδευε μία δεσποσύνη η οποία, ως γνωστόν, δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ από το σπίτι της.



Στην θέα της Μυρτώς που τώρα περπατούσε ανάμεσά τους, οι Μεσολογγίτες διέγραφαν στα πρόσωπά τους χαμόγελα στο σχήμα του μηνίσκου της σελήνης. Το ηθικό ολωνών αναπτερώθηκε μεμιάς σαν από θαύμα και τα κρασοπότηρα αρχίνησαν ξάφνου να αδειάζουν στα λαρύγγια με τριπλάσια γοργότητα από πριν. Τέτοια ήταν η χαρά που πήραν όλοι τους εκείνη την θαυμάσια νύχτα.


Μία κομπανία από τέσσερεις πλανόδιους μουσικούς πέρασε δίπλα απ’ τους δυο ηχώντας την πίπιζα και το βιολί και το λάουτο και το ντέφι. Ενόσω έπαιζαν τα όργανά τους βαρούσαν δυνατά το χωμάτινο έδαφος με τα τσαρούχια τους.


Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα κ’ έβαψε το δικό μου

Και στο μαντήλι το συρα κ’ έβαψε το μαντήλι,

Και στο ποτάμι το πλυνα κ’ έβαψε το ποτάμι,

Κ’ έβαψε η άκρη του γιαλού κ’ η μέση του πελάγου.

Κατέβη ο αητός να πιη νερό κ’ έβαψαν τα φτερά του,

Κ’ έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο.


Ο Λόρδος έβγαλε ένα τάλαρο από την τσέπη και το πέταξε στην κομπανία. Ένας τους τ’ άρπαξε με το φέσι, φώναξε «ευχαριστώ», κι έπειτα αρχίνησαν οι τέσσερεις να απομακρύνονται τραγουδώντας ώσπου τους κατάπιε κάποτε η νύχτα.



Έφτασαν κάποτε οι δυο τους στο νεοσύστατο νεκροταφείο της πόλης, εκεί όπου θάβονταν τα λείψανα των πεσόντων αγωνιστών της Επανάστασης, το μέρος που έμελλε να μετονομαστεί σε Κήπο των Ηρώων κάμποσα χρόνια αργότερα. Η Μυρτώ οδήγησε τον Λόρδο σε μία μαρμάρινη πλάκα ξαπλωμένη στο έδαφος. Επάνω της, η επιγραφή: ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΚΑΙ ΕΥΕΡΓΕΤΟΥ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΡΔΟΥ ΜΠΑΪΡΟΝ. Ημερομηνία γεννήσεως, ημερομηνία θανάτου. Δυο στίχοι από το «Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ»:


Βράχοι, ποτάμια και βουνά και δάση, απ’ όλα

πλήθος, και ένας γαλάζιος ουρανός τα δένει μ’ αρμονία όλα.


«Είσαι στοιχειό… Έτσι δεν είναι;»


Τα μάτια του Λόρδου βούρκωσαν. Υψώθηκαν δακρυσμένα στον ουρανό και τότε η Μητέρα Νύχτα τύλιξε τον Λόρδο μες στο έναστρο πέπλο της. Ένιωθε την νεκροζώντανη φύση του να ανασκιρτάει τώρα, να αναγεννιέται μες από τον μακάβριο τύμβο της. Ήταν ελαφρύς, απαλλαγμένος από το μόνιμο εκείνο σφίξιμο στο στέρνο, κείνο που μόνον οι βρυκόλακες καλούνται να υπομείνουν.


«Έπρεπε να έρθω εδώ σε τούτο το σημείο, στο μέρος όπου βρίσκεται θαμμένη η καρδιά του ποιητή, για να καταλάβω. Έπρεπε να έρθω εδώ για να συνειδητοποιήσω ότι τελικός προορισμός σε τούτην την αέναη περιπλάνησή μου στον κόσμο ήταν το Μεσολόγγι. Ο προορισμός μου ήταν πάντοτε το Μεσολόγγι, όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν εδώ. Το εγνώριζα, το πίστευα, ήμουν βέβαιος γι’ αυτό. Κι όμως, απαρνιόμουν πεισματικά αυτήν την πραγματικότητα. Δεν μπορούσα να την αποδεχθώ τόσο απρόσκοπτα, παρέμενα ορμώμενος από την λυσσαλέα κείνη επιθυμία να αμφισβητήσω την αλήθεια που μου δινόταν τόσο απλόχερα από τους θείους οιωνούς. Ήθελα να τσακιστώ σαν σαπιοκάραβο στα βράχια, να αιμορραγήσω ναυαγημένος επάνω σε άγριους σκόπελους προκειμένου να επαληθεύσω την αλήθεια των οιωνών, προκειμένου να μου αποκαλυφθεί το νόημα του προορισμού μου στην πιο καθάρια και ανόθευτη μορφή του. Και τώρα που βρέθηκα εν τέλει εδώ, στην καρδιά του ποιητή, συλλαμβάνω πλέον ως και τις πιο αδιόρατες απολήξεις της ύπαρξής μου. Δεν αναγνωρίζω την έννοια του λάθους στην πορεία που χάραξα πάνω στον κόσμο, σφάλμα δεν λογίζεται μες στον καμβά του ταξιδιού μου, όλα γίνηκαν ορθά και σύμφωνα με τις επιταγές του ύψιστου πλάνου. Τραγωδία δεν ένιωσα ποτές μου, ο πόνος και η απώλεια δεν είναι παρά ψευδαισθήσεις απρόσιτων συνειδήσεων, οφθαλμαπάτες μες σε ασμίλευτο κρούσταλλο, φευγαλέες διεγέρσεις του μικροαδένα κείνου που τήραξε κι αφουγκράστηκε τον κόσμο των θνητών και τώρα σαλπάρει απογυμνωμένος για τις ονειρονήσους των αθανάτων. Αλίμονο…! Η τραγική ειρωνία του πράγματος…! Έπρεπε να πεθάνει ένας ποιητής για να νιώσω την λύτρωση που επιζητούσα. Χρειάστηκε ο θάνατος ενός ποιητή για τούτο.»


Γύρω από την μαρμάρινη πλάκα είχαν ξεφυτρώσει πυκνές παρτίδες από ιβίσκους που μοιάζαν να ‘χαν αποχτήσει το θανατικό τους μοβ χρώμα από την αποσύνθεση της νεκρής καρδιάς. Κείνοι δεν μύριζαν, απλά στέκονταν ντροπαλοί απ’ την ίδια τους την ομορφιά και παρέδιδαν τα ορθάνοιχτα πέταλά τους στο ψηλάφισμα της νυχτερινής όστριας. Η γλαύκα πάνω στα κυπαρίσσια δεν έλεγε να παύσει το χουχούτισμά της.


«Είσαι στοιχειό… Έτσι δεν είναι;»


«Γιατί θέλεις τόσο πολύ να μάθεις;»


«Το γνωρίζω το είδος σου. Στον τόπο μας, στοιχειά σαν κι εσένα τα ονομάζουμε βουρκόλακες. Είναι τα πλάσματα της νύχτας, αποστρέφονται το ηλιόφως. Ο Μπάιρον ήξερε για το είδος σας. Συζήτησα πολλές φορές με εκείνον για εσάς. Εκείνος δεν επίστευε και τόσο πολύ ότι υπάρχουν βουρκόλακες. Εγώ πίστευα. Του διηγήθηκα διάφορες ιστορίες που είχα ακούσει για βουρκόλακες. Εκείνος άκουγε πάντα με ενδιαφέρον αλλά ουδέποτε τις πίστεψε γι’ αληθινές. Είσαι ένας βουρκόλακας. Δεν χωρεί αμφιβολία στο μυαλό μου.»


«Και λοιπόν; Τώρα που διαπίστωσες πως είμαι ένας βουρκόλακας, τι είναι κείνο που ζητάς;»


«Θέλω να με κάνεις σαν κι εσένα. Θέλω να γίνω βουρκόλακας, πλάσμα της νύχτας. Το ξέρω ότι μπορείς να με κάνεις τέτοιαν.»



Τα χείλη του Λόρδου μειδίασαν. Έστρεψε το πρόσωπό του στα ψηλά κυπαρίσσια κι έπειτα στο λειψό φεγγάρι που βασίλευε πάνω απ’ τις μυτερές κορφές τους. Σα να τον πήρε χαμπάρι η γλαύκα τον Λόρδο που κοιτούσε προς το μέρος της και διέκοψε για λίγο το χουχούτισμα φοβισμένη με μάτια γουρλωμένα. Η σιωπή του νεκροταφείου έκανε εκκωφαντικό θόρυβο, ωσάν και η φύση προσδοκούσε τις αποκρίσεις που ήθελε ειδάλλως απειλούσε να καταστρέψει τα πάντα ως εκδικητική χίμαιρα.


«Δεν ξέρεις τι είναι αυτό που ζητάς. Δεν έχεις ιδέα για δαύτο.»


«Δεν νοιάζομαι. Θέλω απλά να φύγω απ’ τον κόσμο. Δεν θέλω να μείνω άλλο σε τούτον τον εφιάλτη. Μόνον εσύ μπορείς να με βοηθήσεις, αυτό το ξέρω. Θέλω να με μεταμορφώσεις, να με κάνεις σαν κι εσένα, μίαν από το είδος σου.»


Ο Λόρδος χαμήλωσε πάλι το βλέμμα του στην μαρμάρινη πλάκα. Όμορφοι που ‘σαν κείνοι οι ιβίσκοι τριγύρω της! Ο Μπάιρον θα τους χαιρόταν σίγουρα από κει που βρισκόταν.


«Είσαι τόσο νέα. Και τόσο αφελής.»



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.


©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769