Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 32 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 32 από 36]

---

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι


VII


Παρότι θερμές λόγω του καλοκαιριού, οι μεσολογγίτικες νύχτες χαρακτηρίζονταν από την υγρασία της λιμνοθάλασσας. Τούτο δεν ήταν καλό για τα αρθριτικά των ηλικιωμένων και γι’ αυτό φορούσαν όλοι τους πάντοτε τις μακριές μάλλινες κάλτσες που έφταναν ως τον κάβαλο. Κι αν καταλάγιαζαν τα ξεφαντώματα κι οι γιορτές στην πόλη, ένιωθε κανείς στο αυτί κατά τις νυχτερινές ώρες τα σκουξίματα των γλάρων που γύρευαν το δικό τους αλίευμα πετώντας πάνω από την επιφάνεια των υδάτων. Κάπως έτσι ήσαν οι μεσολογγίτικες νύχτες εκείνη την περίοδο, με πανηγύρια και ζέστη και υγρασία και γλαροσκουξίματα. Και με τα τραγούδια των γρύλων.



Κείνη η νύχτα όμως, η νύχτα της Τετάρτης, ήταν μια νύχτα παράξενη, ιδιαίτερη. Και τούτο επειδή επικρατούσε μία ύποπτη ησυχία στην περιοχή. Σχεδόν ύπουλη. Ως κι η υγρασία έμοιαζε να είχε υποχωρήσει στην ατμόσφαιρα. Το φεγγάρι ήταν ολόγιωμο, λαμπερό. Ο ουρανός ξάστερος, βαρυστολισμένος από αμέτρητες φωτεινές διαμαντόπετρες απ’ ορίζοντα σε ορίζοντα. Μονάχα δυο ψαρόβαρκες έπλεαν στην λιμνοθάλασσα. Τα ιστία του ανεμόμυλου που έστεκε σε μια νησίδα παρέμεναν ακίνητα απ’ την άπνοια.


Η νύχτα κείνης της Τετάρτης είχε βαρύνουσα σημασία. Ήταν η νύχτα που είχαν κανονίσει ο Λόρδος και η Δάφνη για να φύγουν από το Μεσολόγγι και να βαδίσουν ως το ύψωμα της Λεύκας, στο ορεινό μοναστήρι της Παναγιάς Φιλοθέου. Εκεί όπου βρισκόταν ο Πέτρος ο Μουσούρης, ο έρωτας της Δάφνης. Έπρεπε να διανύσουν τριάντα χιλιόμετρα άγριου κατσικόδρομου περιστοιχισμένου από ιτιές και λεύκες και φράξους και βουνά. Και –φυσικά- από τις ορδές των Τούρκων που ‘χαν στρατοπεδεύσει τριγύρω.


Ο Λόρδος είχε ορίσει στην Δάφνη να επιλέξει μία νύχτα με πανσέληνο. Θα ήταν προτιμότερο, της είπε. Τούτο δεν είχε να κάμει τον φωτισμό που θα παρείχε το φεγγάρι στην στράτα τους, η Δάφνη θα κουβαλούσε άλλωστε κι ένα φανάρι μαζί της. Ο Λόρδος είχε τους λόγους του. Δεν τους εκμυστηρεύτηκε στην Δάφνη. Γνωρίζοντας την μυστικοπάθεια του Λόρδου, εκείνη δεν επέμεινε να μάθει. Κι αν τυχόν την ζύγωναν αμφιβολίες για την επιτυχή πραγμάτωση τούτου του ταξιδιού, ο Λόρδος έσπευδε να τις εξαλείψει με την χαρακτηριστική του παραίνεση:


«Έχε μου εμπιστοσύνη.»



Υπήρχε εντούτοις ένα κώλυμα για το επικείμενο αυτό ταξίδι, ένα κώλυμα το οποίο ουδείς τους είχε προβλέψει. Κάμποσοι άνθρωποι είχαν μάθει για το ταξίδι αυτό, και ως εκ τούτου η είδηση διαδόθηκε στο Μεσολόγγι. Και δυστυχώς η είδηση διαδόθηκε τόσο ώστε να φτάσει και στα αυτιά του Γιάγκου του Βοχωρίτη ο οποίος και έγινε έξω φρενών μιας και το φιάσκο του γάμου του δεν είχε ακόμη ξεθωριάσει στην συνείδηση της μικρής μεσολογγίτικης κοινωνίας. Ο Γιάγκος παραήτο εγωκεντρικός και αλαζών για να αφήσει τα πράγματα να εξελιχθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Έπρεπε να κινητοποιηθεί άμεσα ώστε να αποτρέψει αυτό το ταξίδι της Δάφνης. Πάση θυσία.



Η ώρα κόντευε εννέα. Στο σπίτι του Μαστροδήμου υπήρχε έντονη κινητικότητα. Η Δάφνη γέμιζε τον μπόγο της με αλλαξιές από ρούχα και την βοηθούσε στο πλάι της η κυρα-Ασήμω. Κάθε τόσο η κυρα-Ασήμω έκλαιγε στον ώμο της Δάφνης γιατί θα την αποχωριζόταν. Σύντομα όμως συνερχόταν και εξακολουθούσε τις προετοιμασίες. Η Δάφνη και η κυρα-Ασήμω μοιράζονταν το ίδιο βλέμμα, λαμπερές βλεφαρίδες και πράσινα μάτια που μοιάζαν με μάτια από κάστορα, κοντά το ένα με το άλλο. Αισθησιακά μάτια, αν και ελαφρώς ασυνήθιστα για την πάστα των Ελληνίδων.


Στο καθιστικό, ο γερο-Μαστροδήμος έκοβε διαρκώς βόλτες πάνω-κάτω. Φορούσε από πάνω του τον φαρδυμάνικο ντουλαμά από τσόχα για να προστατεύσει την ράχη του από την υγρασία. Ήταν πολύ εύκολο για την υγρασία να πειράξει τον γερο-Μαστροδήμο στην ράχη και να τον αφήσει κατάκοιτο στο κρεβάτι με δυσκαμψία.


Ο Λόρδος Γκρέηγουντ καθόταν σε μια καρέκλα και έβγαζε κάθε τόσο το χρυσό του στρογγυλό ρολόι από την τσέπη για να τσεκάρει την ώρα. Κείνη την νύχτα ο Λόρδος ήταν παθολογικά εμμονικός με το προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα, σε βαθμό διαστροφής. Έπρεπε να αναχωρήσουν στις εννέα ακριβώς, όπως είχε συμφωνηθεί. Έχοντας όμως υπόψη τις χρονοτριβές των γυναικών σε ζητήματα προετοιμασιών, υπέμενε την όλη διαδικασία ξεφυσώντας ενίοτε από δυσφορία.


Ο Ηλίας, που ήταν στενός φίλος της οικογένειας, καθόταν πλάι στον Λόρδο και μελετούσε ένα βιβλίο αγγλικής γραμματικής που είχε δανειστεί από την Μεσολογγίτικη Ακαδημία. Ο δόλιος είχε έρθει συγκεκριμένα για να βοηθήσει στις προετοιμασίες, οι γυναίκες όμως τον απέτρεψαν ευγενικά καθότι δεν ήθελαν επουδενί έναν δεκαοχτάχρονο να χώνει την μύτη του στις γυναικείες φορεσιές του μπόγου.


Όσο για την Μυρτώ, καθόταν αμίλητη σε ένα χαμηλό σκαμνί με το ωχρό της πρόσωπο να ακολουθεί το γερο-Μαστροδήμο πέρα-δώθε. Αμέτοχη όπως πάντα, με την αριστερή της γροθιά σφιγμένη. Μοιράζονταν το ίδιο βλέμμα, η Μυρτώ και ο γερο-Μαστροδήμος: μεγάλα μάτια, ματόφυλλα μαυριδερά που ταίριαζαν πιότερο σε ανθρακωρύχο.


«Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις, μυλόρδε. Ελπίζω μονάχα να είσαι σίγουρος γι’ αυτό που πάτε να κάμετε.» έκανε ο γερο-Μαστροδήμος.


Ο Λόρδος δεν αποκρίθηκε. Είχε ήδη δεσμευτεί πάμπολλες φορές στους Μαστροδημαίους, τους είχε ορμηνέψει πάμπολλες φορές ότι έπρεπε απλά να του έχουν εμπιστοσύνη δίχως να ρωτούν πολλά. Ο γερο-Μαστροδήμος όμως παρέμενε φουντωμένος από την αγωνία του επικείμενου ταξιδιού. Σαν αντιλήφθηκε ότι τα τσαρούχια του έκαναν ενοχλητικό θόρυβο πάνω στο ξύλινο δάπεδο, τα έβγαλε από τα πόδια του και αρχίνησε να σουλατσέρνει αθόρυβα φορώντας μοναχά τις μάλλινες κάλτσες του.


Κουμπουριά. Ακούσθηκε απ’ έξω. Ο γερο-Μαστροδήμος σίμωσε το παράθυρο και κοίταξε. Ο Γιάγκος με τους τρεις αδελφούς του στέκονταν έξω από την αυλόπορτα.


«Μαστροδήμο! Έλα έξω! Πρέπει να μιλήσουμε!» φώναξε ο Γιάγκος με βροντερή φωνή.


Η Δάφνη και η μάνα της πανικοβλήθηκαν μες στο δωμάτιο και παράτησαν τα πράγματα πάνω στο κρεβάτι. Ο γερο-Μαστροδήμος κίνησε να πάρει το καριοφίλι που είχε κρεμασμένο στον τοίχο. Τον σταμάτησε όμως ο Λόρδος.


«Θα πάω εγώ. Μόνος.» είπε.


«Και τι θα κάμεις μαζί του, μυλόρδε; Θα σε σκοτώσει έτσι όπως είναι θεριεμένος και σκνίπα. Τον έχει φάει η κακία τελευταία, όλη η πόλη το ξεύρει.» έκανε ο γερο-Μαστροδήμος.


«Θα πάω εγώ. Μόνος.» επανέλαβε κοφτά ο Λόρδος.


«Θα έρθω εγώ μαζί σου, μυλόρδε.» τινάχτηκε ο Ηλίας από την καρέκλα του.


«Όχι. Εσύ μείνε εκεί που είσαι.» του είπε ο Λόρδος.


«Μα, μυλόρδε, είναι τέσσερεις κι είσαι μόνον ένας. Θα σε βοηθήσω εγώ.» έκανε ο Ηλίας.


Ο Λόρδος κοντοστάθηκε στην πόρτα. Στράφηκε προς τον Ηλία και τον κοίταξε στα μάτια. Στο κοίταγμα αυτό του Λόρδου, ο Ηλίας λούφαξε. Κείνο δεν ήταν ένα από τα ευγενικά καλοσυνάτα βλέμματα που συνήθιζε ο Λόρδος.


«Κάνε μου την χάρη, μικρέ, και μην το κουνήσεις ρούπι από την θέση σου.» είπε με ήρεμη φωνή, κι ο Ηλίας υπάκουσε.


Τώρα, λίγα λόγια για τους Βοχωρίτες: Το σόι των Βοχωριτών ήσαν άνθρωποι ξύπνιοι και φιλάργυροι. Ουδείς φυσικά δύναται ή έχει το δικαίωμα να τους κατηγορήσει γι’ αυτό. Τα υπάρχοντά τους όμως, όπως και την υψηλή κοινωνική θέση που κατείχαν ανάμεσα στους προύχοντες, τα απόχτησαν επειδή εξασφάλιζαν πάντοτε την εύνοια των Τούρκων πασάδων οι οποίοι και ανταμείβαν αδρά την αφοσίωσή τους. Σαν ξεκίνησε η Επανάσταση των Ελλήνων και φλογίσθηκε για τα καλά η προοπτική ενός ανεξάρτητου Ελληνικού Έθνους, οι Βοχωρίτες -που προσαρμόζονταν με τους καιρούς και με τα συμφέροντα και κινούνταν με την ροή των εξελίξεων όπως οι λυγαριές κάμπτονται κατά την φορά των ανέμων- μόστραραν πλέον εαυτούς ως αγωνιστές κι ιδεολόγους προκειμένου να διατηρήσουν την οικονομική τους επιφάνεια. Λησμόνησαν το λοιπόν τον πρότερο κύρη τους, τον Τούρκο, και τώρα αναμειγνύονταν ενεργά με τους συμπολίτες τους στα κρασοπουλειά και ως ικανοί λαοπλάνοι έπειθαν τον όχλο ολόγυρά τους για την τρομερή τους φιλοπατρία. Τέτοιοι ήσαν, λίγο ως πολύ, οι Βοχωρίτες.



Κείνο που κληρονόμησαν από τον προηγούμενο αφέντη τους οι Βοχωρίτες ήταν η αδιάλλαχτη αντίληψη της εξουσίας. Οι Βοχωρίτες, είτε με δολερές τακτικές μαλαγανιών είτε με την άσκηση ξεδιάντροπου θράσους, έπρεπε να επιβάλλουν πάντοτε την ανωτερότητά τους απέναντι στους υπολοίπους, με κάθε δυνατό τρόπο. Η αντίληψη αυτή μεταδόθηκε ως γρίπη και στη θεώρηση που είχαν για την θέση των γυναικών. Για τους Βοχωρίτες, οι γυναίκες δεν εκπροσωπούσαν παρά την άκριτη υποτέλεια, τα όντα εκείνα που έπρεπε να παραμένουν βουβά και αδιαμαρτύρητα ως προς τα εκάστοτε χούγια του ανδρός όσο βάναυσα κι αν ήσαν αυτά. Τούτος άλλωστε ήταν και ο λόγος για τον οποίον ο Γιάγκος απευθυνόταν επί το πλείστον στην Δάφνη με την προσηγορία μωρή, σε βαθμό μάλιστα που ξεχνούσε και το όνομά της.


Ο Λόρδος στήθηκε έξω απ’ την αυλόπορτα, μπροστά στους τέσσερεις νεαρούς. Το μουστάκι του Γιάγκου πλάτιασε ως τα αυτιά απ’ το χαμόγελο. Το μάτι του γυάλιζε από το πιοτό και την οργή. Οι άλλοι τρεις ήσαν πιο νηφάλιοι, αποφασισμένοι ωστόσο να βοηθήσουν τον αδερφό τους. Τα αδέρφια μοιράζονταν μεταξύ τους ένα κοινό φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό, τα αγριωπά σχιστά μάτια. Όπως και μια ιδιαίτερη αδυναμία στα μακριά λαδωμένα μαλλιά. Ο καθείς έφερε και δυο κουμπούρες στα σελλάχια που ’χαν ζωσμένα γύρω απ’ την μέση. Ο μικρότερος των αδελφών φαινόταν σχετικά συνεσταλμένος.


«Βρε βρε, καλώς τον Λόρδο! Μαστροδήμο εφώναζα αλλά, για να πω την αλήθεια Λόρδε, εσένα γύρευα πιότερο.» είπε ο Γιάγκος.


«Να ‘μαι λοιπόν.» αποκρίθηκε ο Λόρδος.


«Λόρδε, οι γλώσσες μιλούν στο Μεσολόγγι και λέγουν διάφορα.» είπε ο Γιάγκος αγριεμένος. «Οι γλώσσες λέγουν ότι εσύ και η παστρικιά του Μαστροδήμου –ναι την θυγατέρα του εννοώ, εκείνη που δεν τήρησε τον γαμήλιο όρκο που μου ‘δωκε- θα φύγετε για ταξίδι απόψε. Και λέγουν οι γλώσσες ότι θα πάτε ως την Λεύκα, στο μοναστήρι της Παναγιάς Φιλοθέου, επειδή εκεί βρίσκεται ένας ξεβράκωτος με τ’ όνομα Πέτρος Μουσούρης. Οι γλώσσες λέγουν ότι η Δάφνη τρέφει ευγενή αισθήματα για τον κύριο ξεβράκωτο και σκοπεύει να τον νυμφευθεί και να μείνει μαζί του και να διακόψει κάθε αλισβερίσι με το Μεσολόγγι. Έτσι λέγουν οι γλώσσες.»


«Οι γλώσσες λέγουν την αλήθεια, Γιάγκο Βοχωρίτη. Κι επειδή στοχεύουμε να αναχωρήσουμε από στιγμή σε στιγμή, ευγενώς θα σου ζητήσω να γίνεις συντομότερος στο θέμα σου καθότι δεν έχω καθόλου χρόνο για χάσιμο.» είπε ο Λόρδος.


Τα μάτια του Γιάγκου σκλήρυναν. Τα φρύδια του συνενώθηκαν στο μέτωπο σχηματίζοντας γιοφύρι. Τα ρουθούνια του άνοιξαν σαν από δική τους βούληση για να μυρίσουν την καμμένη μπαρούτη της μπαταριάς.


«Σου ‘χω δυσάρεστα νέα, Λόρδε. Το πρόγραμμα αλλάζει. Δεν θα πάτε πουθενά. Ούτε απόψε, ούτε ποτέ. Η Δάφνη θα παραμείνει στο Μεσολόγγι. Η Δάφνη έχει ανοιχτούς λογαριασμούς κι οι λογαριασμοί αυτοί θέλουν ξεχρέωμα. Η Δάφνη θα μείνει εδώ που είναι για να σκεφτεί το λάθος που ‘καμε και να πάρει τις αποφάσεις της. Μου χρωστάει ένα στεφάνι η Δάφνη, Λόρδε. Κι αν δεν μπορεί να μου δώκει το στεφάνι, θα πρέπει να σκεφτεί τι άλλο μπορεί να μου δώκει προς αποζημίωση.» έκανε ο Γιάγκος.


«Πήγαινε σπίτι σου, Γιάγκο. Είσαι μεθυσμένος.» αποκρίθηκε ο Λόρδος.


«Θα μείνω εδώ που είμαι, Λόρδε. Δεν το κουνάω ρούπι απ' εδώ. Θα μείνω για να φυλάω σκοπιά μην τυχόν και μου ξεγλιστρήσετε.» αγρίεψε ο Γιάγκος.


«Τώρα, προτού συνεχίσουμε τούτη την συζήτηση, θέλω να μου αποκριθείς σε μια ερώτηση. Είστε αριστερόχειρες ή δεξιόχειρες;» είπε ο Λόρδος.


«Τι είπες, Λόρδε;» απόρησε ο Γιάγκος.


«Ερωτώ αν εσύ και τ’ αδέλφια σου είστε αριστερόχειρες ή δεξιόχειρες.» είπε ο Λόρδος.


«Και τι σε κόφτει εσένα, Λόρδε, εάν είμαστε αριστερόχειρες ή δεξιόχειρες;» ρώτησε ο Γιάγκος.


«Αποκρίσου μου, σε παρακαλώ, σε τούτο το ερώτημα κι έπειτα θα σου δώκω κι εγώ τις εξηγήσεις μου.» είπε ο Λόρδος.


«Είμαστε όλοι μας δεξιόχειρες. Εξηγήσου τώρα.» έκανε επιτακτικά ο Γιάγκος.


«Τώρα, τα πράγματα έχουν ως εξής και παρακαλώ να με ακούσεις πολύ προσεκτικά.» είπε ο Λόρδος. «Ο λόγος για τον οποίον ήλθες εδώ πέρα με τ’ αδέρφια σου είναι για να προκαλέσεις φασαρία και να ξεσηκώσεις και κανέναν καβγά εάν τούτο κρινόταν αναγκαίο. Τούτο δεν με ενοχλεί και τόσο μιας και τυγχάνει να κατανοώ ότι είστε όλοι σας νέοι και κάνας μικροκαβγάς είναι θεμιτός πότε-πότε για να εκδηλώνονται κι εκείνες οι έρμες οι ορμόνες που ειδάλλως ζώνουν τα λογικά ως ερινύες. Είμαι κατά της βίας αλλά συμμερίζομαι την ατίθαση νιότη και δίνω τόπο στην χαριτωμένη της αμυαλοσύνη. Υπάρχει όμως κάτι άλλο που με ενοχλεί εν προκειμένω και για δαύτο οφείλω να σε ενημερώσω δεόντως προτού προβώ εις αντίποινα, καθότι έχεις κι εσύ δικαίωμα να γνωρίζεις πού έσφαλες. Στον μικροκαβγά που ήλθατε να ξεσηκώσετε, εσύ και η συντροφία σου πήρατε την παλαβή απόφαση να φέρετε μαζί και τις κουμπούρες σας προς ενίσχυση. Τούτο σημαίνει, στην δική μου φειδωλή αντίληψη, ότι εάν δεν πετύχαινε ο εκφοβισμός σας στους ανθρώπους με τους οποίους έχετε την έριδα, ήσασταν λίγο ως πολύ διατεθειμένοι να διαπράξετε μέχρι και φονικό προκειμένου να εκτονωθεί το δικό σου το γινάτι. Τώρα, τούτο με εξοργίζει αφάνταστα, τούτο δεν το συγχωρώ. Γι’ αυτό λοιπόν, κείνο που προτίθεμαι να κάμω στην περίσταση είναι να πάρω τις κουμπούρες από την κατοχή σας κι έπειτα θα σπάσω το δεξί χέρι του καθενός σας, έτσι ώστε να γίνει μάθημα σε εσάς και παράδειγμα στους υπολοίπους ότι είναι ανεπίτρεπτο να απειλείς με φονικό τον συνάνθρωπο και συμπατριώτη σου για να επιβάλλεις το δικό σου δίκιο. Ήμουν αρκετά σαφής στις εξηγήσεις μου ή θέλεις να τις εκθέσω κατ’ απλούστερον τρόπο;»


Ο Γιάγκος χασκογέλασε και κατόπιν κοίταξε τα αδέρφια του. Χασκογέλασαν κι εκείνοι μαζί του, αν και με κάποια επιφυλακτικότητα.


«Έχεις πολύ μεγάλην ιδέα για τον εαυτό σου, Λόρδε. Απόψε θα σε διδάξω την αρετή της ταπεινοφροσύνης.» έκανε ο Γιάγκος.


«Ο χρόνος είναι πολύτιμος. Κάμε την κίνησή σου για να τελειώνουμε.» είπε ο Λόρδος.


Ο Γιάγκος κάρφωσε το βλέμμα του στον Λόρδο δίχως να βλεφαρίσει ούτε στιγμή. Αν και δηλητηριασμένος από την αλκοόλη και τον θυμό των τελευταίων ημερών, μπορούσε να διακρίνει τις φλογοκόκκινες ανταύγειες που σπινθήριζαν τις εκλάμψεις τους στα μάτια του Λόρδου. Είχε πάρει εντούτοις τις αποφάσεις του και δεν επέτρεπε επουδενί σε παραισθησίες αυτού του είδους να τον παρεκκλίνουν απ’ τον σκοπό του. Η Δάφνη έπρεπε να παλουκωθεί στο Μεσολόγγι και να μαραζώσει την υπόλοιπη ζωή της εκεί, βουτηγμένη στην ντροπή και στον ψόγο. Και –μα τους ουρανούς!- θα ‘καμε ως και φονικό και θα συνεργαζόταν και με τον ίδιον τον διάολο για να περάσει το δικό του.


Πέταξε αιφνίδια την γροθιά του προς το πρόσωπο του Λόρδου. Ο Λόρδος την απέφυγε σκύβοντας αστραπηδόν κι έπειτα κατάφερε ένα γερό χτύπημα στην μύτη του Γιάγκου με τον αγκώνα του αριστερού του χεριού. Σαν τα μάτια του Γιάγκου δάκρυσαν απ’ τον αισχρό πόνο και η μύτη του αρχίνησε να πλημμυρίζει απ’ το αίμα, ο Λόρδος του γράπωσε το δεξί χέρι και το έστριψε πίσω απ’ την πλάτη του. Κι αφού έκανε τούτο και τον διατηρούσε ακινητοποιημένο σε όρθια στάση, ο Λόρδος έβγαλε τις δυο κουμπούρες που ξεπετιόνταν απ’ το σελλάχι του και τις πέταξε στο μικρό παρτέρι με τις τριανταφυλλιές. Έπειτα τον έσκυψε με μια γερή γροθιά στο στομάχι, του τέντωσε το δεξί χέρι ψηλά και κατέβασε με δύναμη την σκληρή άκρη της ισιωμένης του παλάμης πάνω στην κλείδωση του βραχίονα. Το «κρακ» που ακούσθηκε απ΄το σπάσιμο του οστού έκανε τους υπόλοιπους να μορφάσουν από ανατρίχιασμα.


Ο Γιάγκος έβγαλε μια διαπεραστική κραυγή πόνου. Ο Λόρδος του ‘ριξε μια κλωτσιά στον πισινό και τον έστειλε σωριασμένο παραπέρα. Ήταν η σειρά των υπολοίπων. Οι δυο αδερφοί βάδισαν προς απ’ τον Λόρδο αναμετρώντας την γλώσσα του σώματός του. Ήσαν αμφότεροι αρκετά έξυπνοι για να διαπιστώσουν ότι ο Λόρδος ήταν ευέλικτος και ταχύς. Υπολόγιζαν το λοιπόν ανασκουμπωμένοι τις κινήσεις τους κόβοντας βόλτες τριγύρω του. Ο μικρότερος της παρέας έστεκε απόμερα, δείχνοντας μάλλον απρόθυμος.


«Παλικάρια, δεν έχω χρόνο για χάσιμο!» έκανε ο Λόρδος.


Τα δυο αδέλφια κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και συμφώνησαν σιωπηλοί στην κοινή ιδέα που είχαν κατά νου. Τίναξαν το λοιπόν ταυτόχρονα τις γροθιές τους προς τον Λόρδο, ο ένας στόχεψε το κεφάλι, ο άλλος κίνησε για τα πλευρά. Ως γοργοκίνητος αίλουρος, ο Λόρδος άρπαξε τα δυο χέρια απ’ τους καρπούς και τα περιέστρεψε ακαριαία γύρω απ’ τους ώμους τους επιτυγχάνοντας έτσι το ελαφρύ στραμπούληγμα στους τένοντες, αρκετό για την ώρα ώστε να ακινητοποιήσει τους δύο επίδοξους ανταγωνιστές. Έστειλε την σφιγμένη του γροθιά στον έναν σωριάζοντάς τον στο έδαφος. Ύστερα κινήθηκε προς τον άλλον, σύσφιξε τα δάχτυλά του γύρω απ’ το δεξί του αντιβράχιο ως μεταλλικές πρέσες και το τέντωσε ευθύγραμμο. Η σκληρή ισιωμένη παλάμη έπεσε με την άκρη της πάνω στην κλείδωση σπάζοντας το κόκκαλο. Ο Λόρδος κίνησε κατόπιν προς τον άλλον αδερφό που ήταν σωριασμένος απ’ το χτύπημα και επανέλαβε την ίδια κίνηση σπάζοντάς του το δεξί χέρι. Κι αφού έκανε τούτο, ο Λόρδος πήρε τις κουμπούρες απ’ τα σελλάχια τους και τις πέταξε στο παρτέρι.


Οι τρεις αδερφοί τώρα γόγγυζαν γοερά από τους αφόρητους πόνους κουλουριασμένοι στο έδαφος. Ο Λόρδος έστρεψε το βλέμμα του προς τον τέταρτο αδερφό, τον μικρότερο. Κοιτάχτηκαν αμίλητοι για κάμποσα δεύτερα. Ώσπου ο μικρός αναθάρρησε κι έβγαλε με θράσος την κουμπούρα απ’ το σελλάχι του και την εστίασε στον Λόρδο. Πάτησε την σκανδάλη κι η κουμπούρα ξέρασε το βόλι της με κρότο και με καπνό προς τον Λόρδο. Το βόλι τρύπησε το φράκο του Λόρδου, στο σημείο της καρδιάς. Βλέποντας τον βρυκόλακα να στέκεται άβλαπτος εμπρός του, ο μικρός έμοιαζε να γαλήνεψε, σα να ‘χαν λυθεί οι απορίες στο μυαλό του.


«Συχώρα με, Λόρδε. Έπρεπε να ξέρω.» είπε, και πέταξε την κουμπούρα στο έδαφος και το ‘βαλε στα πόδια.


Ο Λόρδος πήρε την κουμπούρα του μικρού και την πέταξε κι εκείνη στο παρτέρι. Έπειτα πλησίασε τα τρία αδέρφια που σφάδαζαν με λυγμούς στο έδαφος από τους φρικτούς πόνους των σπασμένων χεριών.


«Εσείς οι δυο φύγετε. Θέλω να μιλήσω μόνος στον Γιάγκο.» όρισε στους δύο αδελφούς κι εκείνοι σηκώθηκαν απ’ το έδαφος με τα χίλια ζόρια και έφυγαν με βογγητά μες στην νύχτα, βαστώντας τα δεξιά σπασμένα τους χέρια σφιχτά στον κόρφο τους για να μετριάσουν τον πόνο.



Ο Λόρδος κάθισε δίπλα στον σωριασμένο Γιάγκο. Τον έπιασε από τον ώμο και τον έγειρε ανάσκελα. Υπό το χλωμό φως της πανσέληνου, το πρόσωπο του Γιάγκου φάνταζε ασυνήθιστα λευκόγκριζο και το αίμα που έτρεχε από την μύτη του έδειχνε χρώμα κατάμαυρο σαν της πίσσας.


«Γιάγκο, θέλω να ακούσεις πολύ προσεκτικά αυτά που πρόκειται να σου πω.» έκανε ο Λόρδος με σιγανή και σταθερή φωνή. «Μ’ ακούς, Γιάγκο Βοχωρίτη; Κάνε μου ένα νεύμα ότι μ’ ακούς γιατί –το ορκίζομαι- θα σου σπάσω και το άλλο χέρι.»


Ο Γιάγκος ύψωσε τα μάτια του γρυλίζοντας προς το πρόσωπο του Λόρδου. Το μόνο που έβλεπε ήταν η μαύρη σιλουέτα του Λόρδου κάτω απ’ το ολόγιωμο φεγγάρι. Στην μαύρη εκείνη σιλουέτα όμως πόζαραν δυο φλογοκόκκινα στίγματα που τον κοιτούσαν κατάματα και διαπερνούσαν ως λαίλαπες την ραχοκοκκαλιά του.


«Σ’ ακούω… Σ’ ακούω…» βόγγηξε μες από τα σφιγμένα του δόντια ο Γιάγκος, με το δεξί σπασμένο του χέρι κολλημένο στο στήθος του.


«Τώρα, άκου με πολύ προσεκτικά, Γιάγκο Βοχωρίτη, γιατί τούτα δεν είναι λόγια που θα επαναλάβω.» είπε ο Λόρδος και συνέχισε: «Εάν μάθω ποτέ εις το μέλλον ότι ξεκίνησες κάποια βεντέτα ενάντια σε τούτο το σπίτι προκειμένου να ξεθυμάνεις το πείσμα σου, θα επιστρέψω στο Μεσολόγγι απ’ όποιο σημείο της γης κι αν βρίσκομαι. Και μάντεψε τι θα κάμω σαν έρθω εδώ πέρα. Θα σφάξω όλο σου το σόι, όλους τους Βοχωρίτες. Θα σφάξω την μάνα σου, τον γέρο σου, τα αδέρφια σου, τα ξαδέρφια σου, θα σφάξω όποιον έχεις και δεν έχεις. Και θα τους σφάξω μπροστά στα μάτια σου. Θα τους σφάξω όλους σαν γουρούνια, όλους πλην ενός. Μονάχα εσένα θα αφήσω απείραχτο. Κι αφού κάμω τούτο, θα φύγω απ’ εδώ. Και σαν φύγω και μείνω μακριά, θα προσεύχομαι για σένα, θα προσεύχομαι να σταθείς δυνατός αρκετά στην ζωή ώστε να ξεπεράσεις τούτην την ανείπωτη τραγωδία και να ξαναφτιάξεις την ζωή σου και να κάμεις μια νέα αρχή. Κι αν πιάσουν τόπο οι προσευχές μου, εσύ –καλώς εχόντων των πραγμάτων- θα είσαι με μια καινούργια οικογένεια και με γυναίκα και με παιδιά και θα ατενίζεις ένα καινούργιο μέλλον με ελπίδα κι όνειρα. Και μάντεψε τι θα κάνω τότε, Γιάγκο Βοχωρίτη. Θα επιστρέψω ξανά στο Μεσολόγγι. Και θα σφάξω την νέα σου οικογένεια, την γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όλες σου τις ελπίδες και τα όνειρα. Θα τους σφάξω όλους εκτός από εσένα. Μονάχα εσένα θα αφήσω απείραχτο και ζωντανό, και σαν φύγω από δω θα προσευχηθώ να είσαι πάντοτε καλά στην υγειά σου. Κι αν κυλήσει ο καιρός κι εισακουσθούν οι προσευχές μου από τον Κύριο, εσύ θα φτάσεις κάποτε να γίνεις ένας αδύναμος μα πάνσοφος γεράκος. Και στο δείλι εκείνο των χρόνων, σαν θα τρικλίζει η ταπεινή σου ύπαρξη από το βάρος του όλεθρου που αμαύρωσε ολάκερο τον βίο σου, δεν θα βρίσκεις πια την γλυκιά στερνή ευτυχία παρά στην σκιά μιας ιτιάς ή στο κελάηδημα ενός αηδονιού ή στην θέα ενός ανθού. Και μάντεψε τι θα κάνω τότε, Γιάγκο Βοχωρίτη. Θα επιστρέψω στο Μεσολόγγι. Και θα καταστρέψω την ιτιά και θα σκοτώσω το αηδόνι και θα τσαλαπατήσω τον ανθό. Ούτε στον θάνατό σου δεν πρόκειται να σε σεβαστώ. Θα έρχομαι κάθε χρόνο, σε κάθε σου μνημόσυνο, και θα κατουράω πάνω στον τάφο σου. Έτσι ώστε το όνομά σου να μείνει για πάντα καταραμένο στις επόμενες γενεές. Κατάλαβες όσα σου είπα, Γιάγκο Βοχωρίτη;»


«Ναι… Ναι…» ψέλλισε ο Γιάγκος.


«Μην προκαλέσεις ποτέ την πραγματική μου οργή, Γιάγκο. Δεν θα ‘βρεις ποτέ όνομα για το κακό που θα εξαπολύσω καταπάνω σου.» είπε ο Λόρδος.


«Ναι… Ναι…» επανέλαβε ο Γιάγκος καθώς οι πόνοι του σπασμένου χεριού γίνονταν ολοένα εντονότεροι.


«Και τώρα φύγε.» είπε ο Λόρδος, και ο Γιάγκος σηκώθηκε με κόπο απ’ το έδαφος και περπάτησε τον σκοτεινό χωματόδρομο με το δεξί χέρι σφιχτά κολλημένο στο κόρφο του ώσπου χάθηκε μες στην νύχτα.


Ο Λόρδος επέστρεψε στο σπίτι των Μαστροδημαίων. Σαν μπήκε μέσα, ήρθε αντιμέτωπος με τα αποσβολωμένα βλέμματα ολωνών που είχαν παρακολουθήσει ολόκληρο το επεισόδιο. Κείνο που τους προκαλούσε δέος και τρόμο, περισσότερο απ’ το ανδραγάθημα του Λόρδου, ήταν η καπνισμένη τρύπα στο φράκο του, στο σημείο της καρδιάς, από το βόλι του μικρού Βοχωρίτη. Ο Λόρδος πάραυτα δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να χρονοτριβήσει επί του συγκεκριμένου ζητήματος, και γι’ αυτό το μόνο που είχε να πει εν προκειμένω ήταν:


«Παρακαλώ συντομεύετε. Πρέπει να φύγουμε.»



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.


©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769