Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 33 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 33 από 36]

---

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι


VIII


Στην αρχή της οδοιπορίας τους, η Δάφνη και ο Λόρδος κλήθηκαν να διασχίσουν μία δύσβατη έκταση από ψηλές λεύκες και ακανθώδεις βάτους. Σύμμαχό τους στην αφιλόξενη αυτή βλάστηση με τα κακοτράχαλα εδάφη και τα πυκνά σκοτάδια είχαν την πανσέληνο που με το φως της προήγγελλε κάθε επικείμενο εμπόδιο. Ο Λόρδος αναγκαζόταν συχνά να ανοίγει περάσματα ανάμεσα στα αγριόχορτα χρησιμοποιώντας το μπαστούνι του. Τρεις φορές κόντεψαν τα μυτερά κλαδιά των δέντρων να αρπάξουν το κεντητό τσεμπέρι που φορούσε η Δάφνη στο κεφάλι της. Έδειχναν τα δέντρα να το ζήλευαν κι ήθελαν να της το πάρουν και να το κρατήσουν για δικό τους. Όσο δε για την τραχιά πόα του εδάφους, κείνη πρότασσε διαρκώς τους κλώνους της π' ιδιόβουλοι τυλίγονταν στα πόδια των οδοιπόρων ωσάν πλοκάμια.



Στο κάθε τους βήμα, ακουγόταν το σπάσιμο των σωριασμένων ξερόκλαδων ή τα συρσίματα των σαυρών. Ενίοτε κάποια πέτρα ξεκολλούσε από την θέση της και τότε ηχούσαν συρίγματα από τις οχιές που φώλιαζαν από κάτω της. Η Δάφνη έτρεμε τα φίδια, όμως ο Λόρδος της είχε πει να μην τα φοβάται ενόσω βρισκόταν υπό την παρουσία του. Οι κουκουβάγιες που κάθονταν στα δέντρα παρακολουθούσαν ατάραχες τους δυο οδοιπόρους με ορθάνοιχτα φωσφορίζοντα μάτια.


Έφτασαν κάποτε στον κατσικόδρομο που γύρευαν. Οι κλαίουσες ιτιές, στοιχισμένες καθώς ήσαν στα πλαϊνά, σχημάτιζαν με τις φυλλωσιές τους μία αψίδα κατά μήκος του. Το έδαφος ήταν καλυμμένο από σωριασμένα ξερόφυλλα και από μέσα του ξεμύτιζαν τα περιπεπλεγμένα ακρόριζα των δέντρων εδώ κι εκεί. Ατενίζοντας την μακριά σκεπαστή απόσταση που καλούνταν τώρα να διανύσει, η Δάφνη ένιωσε ανακούφιση και σύγχυση συνάμα. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε να κάνει ήταν να γυρίσει στον Λόρδο και να του πει με ενθουσιασμό: «Να ο δρόμος!»


Όμως ο Λόρδος ήταν άφαντος. Η Δάφνη κοίταξε τριγύρω αλλά δεν τον έβρισκε πουθενά.



Τότε θυμήθηκε τα λόγια που της είχε πει προτού αναχωρήσουν για το ταξίδι τους. Συνέχισε σταθερή τον δρόμο σου, ακόμη κι αν δεν με βλέπεις πουθενά. Σαν συλλογίστηκε τούτο, η Δάφνη κίνησε για την πορεία της μέσα στον αψιδωτό διάδρομο. Από την αγωνία της, κρατούσε σφιχτά το μικρό καλάθι του κολατσιού στον κόρφο της. Έφερνε κάθε τόσο κατά νου τα λόγια του Λόρδου για να κατευνάσει τους φόβους της, όπως και την άκριτη εμπιστοσύνη που έπρεπε να του έχει.


Την είχε ορμηνέψει και άλλα ο Λόρδος. Μην κοιτάζεις ποτέ το αίμα. Γιατί το είπε αυτό άραγε; Αναρωτήθηκε, αλλά ήταν πλέον αποφασισμένη να υπακούσει πιστά τις υποδείξεις του Λόρδου, όσο ακατανόητες κι αν της φάνταζαν. Δεν της δίνονταν άλλωστε και εναλλακτικές επιλογές. Ο Λόρδος ήταν η μοναδική της ελπίδα ώστε να βρεθεί κοντά στον αγαπημένο της.


Στο διάβα της, απάντησε και το πρώτο παράδοξο σημάδι. Μία νυχτερίδα με κόκκινα μάτια κρεμόταν από ένα κλαρί και ακολουθούσε με το βλέμμα της την Δάφνη ενόσω περνούσε από μπροστά της. Ήταν μεγαλύτερη σε μέγεθος απ’ το κανονικό και το κεφάλι της προσομοίαζε κεφάλι ανθρώπινο με αυτιά ποντικού. Στο θέαμα της αλλόκοτης αυτής νυχτερίδας, η Δάφνη κυριεύτηκε από τρόμο. Σύντομα όμως ξαναβρήκε την ψυχραιμία της καθότι ήταν προετοιμασμένη για τέτοιου είδους οράματα στην διαδρομή της. Μην σκιαχτείς απ’ οτιδήποτε παράξενο ή φριχτό αντικρίσεις στον δρόμο σου, απλά συνέχισε να προχωράς, την είχε προειδοποιήσει ο Λόρδος κι εκείνη είχε ήδη πλάσει με την φαντασία της διάφορα ως προς το τι μπορεί να εννοούσε ο Λόρδος με τα λόγια τούτα.



Παρότι αλαφροϊσκιωτο, το βήμα της αντιλαλούσε με μια ύπουλη ηχώ στο μακρύ αυτό μονοπάτι. Τυλίχτηκε μες στο μάλλινο πανωφόρι που της είχε υφάνει η κυρα-Ασήμω στον αργαλειό, εκείνο με την κόκκινη κεντητή τραχηλιά. Το δασόφυτο μέρος διατηρούσε την παγερή του δροσιά στα σπλάχνα του, τόσο που η ανάσα της Δάφνης ζωγράφιζε ενίοτε αχνούς στον αέρα. Κείνη πάραυτα συνέχισε να βαδίζει με βούληση στερρά. Ο Λόρδος για την ώρα παρέμενε άφαντος. Η πανσέληνος έλουζε τον αψιδωτό κατσικόδρομο με την ασημόγκριζη λάμψη του.


Το σκοτάδι αρχίνησε πια να γίνεται μαύρο σαν πίσσα. Οι φυλλωσιές των ιτιών ολοένα και φούντωναν στο διάβα της κι έκρυβαν το σεληνόφως. Σαν έβλεπε ότι σκόνταφτε στις λακκούβες και στα ακρόριζα του εδάφους, η Δάφνη πήρε κάποτε την απόφαση να ανάψει το φανάρι της. Θα προτιμούσε να αποφύγει τούτη την κίνηση καθότι δεν ήθελε επουδενί να προσελκύσει την προσοχή των στρατοπεδευμένων Τούρκων καταπάνω της. Αλλά δεν είχε πλέον άλλη επιλογή, το σκοτάδι παράγινε πυκνό και δεν έβλεπε τίποτε. Άναψε λοιπόν το φανάρι και συνέχισε την πορεία της, βαστώντας το εμπρός της και φωτίζοντας τον δρόμο.


«Merhaba kız!» ακούστηκε ξάφνου μια αντρίκεια φωνή από πίσω της.


Η Δάφνη έστρεψε ευθύς το βλέμμα της προς την φωνή. Κείνο που φοβόταν πιότερο απ’ όλα, τελικά συνέβη. Ο οχτρός την πήρε χαμπάρι. Πέντε Τούρκοι στρατιώτες την ακολουθούσαν με βήμα σταθερό, σε μια απόσταση είκοσι περίπου μέτρων. Φορούσαν τις ολοπόρφυρες στολές τους με τα μεγάλα τυλιχτά τουρμπάνια και τα γιλέκα των χρυσών δεσιδιών και τα φουσκωμένα σαλβάρια. Από τα ζωνάρια τους ξεπετάγονταν οι μακριές κουμπούρες και οι κοφτερές σπάθες. Δυο απ’ αυτούς κρατούσαν αναμμένους δαυλούς στα χέρια.


Η Δάφνη στράφηκε πάλι προς τα εμπρός επιταχύνοντας το βήμα της. Στα αυτιά της ηχούσαν τώρα τα αποφασιστικά πατήματα από τις μπότες των πέντε Τούρκων πάνω στο τραχύ χώμα. Την πρόσταζαν να σταματήσει με σφυρίγματα και σαλαγητά. Κείνη όμως, υπακούοντας τις ορμήνιες του Λόρδου, αγνοούσε τα φωνάγματά τους και συνέχιζε το βάδισμά της αδιάκοπα.


«Kız! Şimdidur! Şimdidur, yoksaateş edeceğim!» έκανε η φωνή του Τούρκου, τώρα βροντερή και επιτακτική, και μ’ αυτήν γρύλισαν και οι σπάθες που έβγαιναν τώρα απειλητικές από τα θηκάρια τους.


Μα, πού βρισκόταν ο Λόρδος; Αν έπρεπε να δράσει, σίγουρα κείνη ήταν η αναγκαία στιγμή. Οι πέντε Τούρκοι την ζύγωναν ολοένα και περισσότερο κι η Δάφνη ψιθύριζε τις προσευχές της στο στήθος της που κόντευε πια να εκραγεί απ’ τους έντονους γδούπους της καρδιάς.


Ένας βρυχηθμός. Μακρόσυρτος, άγριος, αιμοβόρος, λυσσαλέος. Κι έπειτα αρχίνησαν να ηχούν ουρλιαχτά υστερίας και βίαιες κατασπαράξεις και κατακομματιάσματα ανθρώπινης σάρκας από αιχμηρούς κυνόδοντες. Μία κουμπούρα εκπυρσοκρότησε με δυνατό κρότο. Οι βρυχηθμοί του άγνωστου εκείνου θεριού συνεχίστηκαν με πιότερη μανία μέχρις που οι κραυγές των Τούρκων περιορίστηκαν σε απεγνωσμένους λυγμούς και τώρα πια δεν ακουγόταν παρά ο άσκημος ρόγχος ενός φάρυγγα που κατάπινε την λεία του με βουλιμία.



Η Δάφνη δεν άντεξε άλλο την περιέργειά της και έστρεψε το βλέμμα της πίσω για να ιδεί. Συνταράχτηκε σύγκορμη από το αποτρόπαιο θέαμα. Ένα κτήνος -μισός άνθρωπος, μισός λύκος- κατέτρωγε τα απομεινάρια των Τούρκων στρατιωτών. Το πλάσμα αυτό ήταν ολάκερο καλυμμένο από σκληρό τρίχωμα, και οι μύες του κορμιού του ήσαν εξογκωμένοι και νευρώδεις. Οι ωμοπλάτες του έμοιαζαν καμωμένες από ατσάλι, οι τένοντες των άκρων του πάλλονταν θεριεμένες από συσσωρευμένη ενέργεια. Το φοβερό του ρύγχος αναμασούσε τα ανθρώπινα θηράματα επιδεικνύοντας τις κοφτερές αιματοβαμμένες του σιαγόνες. Σαν το λυκανθρώπινο ετούτο κτήνος αντιλήφθηκε το κοίταγμα της Δάφνης, εστίασε οργισμένο τα φλογοκόκκινα μάτια του προς εκείνη.


«Μην κοιτάζεις το αίμα!» μούγκρισε μες από τα σπλάχνα του, και η Δάφνη γύρισε ευθύς το βλέμμα της προς τα εμπρός συνεπαρμένη από τρόμο.


Συνέχισε να βαδίζει με βήμα σταθερό. Στο δεξί της αυτί κατέφθαναν τώρα πολεμικές ιαχές και σάλπιγγες συναγερμού. Κοίταξε τον σκοτεινό λόφο στα δεξιά της και είδε μικρές φωτιές να ανάβουν διάσπαρτες εδώ κι εκεί μες στην μαύρη του έκταση. Οι διοικητές των μεραρχιών γάβγιζαν διαταγές στα τούρκικα μες απ’ τις μεταλλικές χοάνες και οι πεζολάτες τους έπιαναν τα καριοφίλια τους για να εφορμήσουν στο σημείο όπου συνέβη η κατακρεούργηση των πέντε δύσμοιρων στρατιωτών. Ακούστηκαν και τα πρώτα τουφεκίσματα.


Συμπεραίνοντας ότι οι βολές των μπαταριών στόχευαν προς εκείνην, η Δάφνη έκρινε συνετότερο να σβήσει το φανάρι που βαστούσε στο χέρι της ώστε να μην γίνεται ορατή στα μάτια των Τούρκων. Προτού όμως προλάβει να φυσήξει την φλόγα, μία πυκνή πράσινη ομίχλη την περιέβαλε ολόγυρά της ως κυκλικός θάλαμος και την ακολουθούσε στο βήμα της προστατεύοντάς την. Κείνη τότε αναθάρρησε και εξακολούθησε την πορεία της με το φανάρι αναμμένο. Παρατήρησε τον τρόπο κατά τον οποίον τα βόλια των καριοφιλιών ήσαν ανήμπορα να διαπεράσουν την πράσινη ομίχλη και διαλύονταν μες στην νεφελώδη της υπόσταση με στιγμιαίες εκλάμψεις που φάνταζαν ως σμήνη πυγολαμπίδων που έπεφταν νεκρές καταγής. Έστρεψε το βλέμμα της ψηλά και είδε ότι ο πράσινος αυτός θάλαμος από ομίχλη ήταν ατέλειωτος σε μάκρος και έφτανε ως τα αθώρητα ουράνια.


Ένιωθε την παγερή αύρα της ομίχλης. Η ομίχλη έφερε στην υφή της μια δηλητηριώδη ανίερη πεμπτουσία, ωσάν και οι πράσινοι υδρατμοί της ανάβρυζαν από μια δαιμονική μήτρα καταχωνιασμένη στα τάρταρα της γης. Ο δε αέρας εντός του κυκλικού πράσινου θαλάμου ήταν βεβαρημένος από την μακάβρια ασφυξία των τύμβων, από την κακιά οσμή των παρηκμασμένων σωμάτων. Προφυλαγμένη μες στον περίκλειστο αυτόν θάλαμο, η Δάφνη περιέπεσε σε μιαν απροσδιόριστη μελαγχολία που την συνέδεε με την μονίμως μελαγχολική φύση του Λόρδου, με την ανεξήγητη σκυθρωπότητα που έκαμε κάθε τόσο την παρουσία της στην όψη του. Δεν χωρούσε καμία αμφιβολία στον νου της ότι ο Λόρδος Γκρέηγουντ ήταν ένα στοιχειό, μία μεταφυσική οντότης της οποίας η μοίρα έσμιξε σαν από θεία βούληση με την δική της. Αντί εντούτοις να αισθανθεί δέος κι ευγνωμοσύνη για το αινιγματικό αυτό πλάσμα –τον Λόρδο- δεν μπορούσε παρά να κυριευτεί από οίκτο και συμπόνια για εκείνον μες στην λυπηρή εκείνη πράσινη ομίχλη. Για την Δάφνη, ο Λόρδος πλέον εκπροσωπούσε βαθύ κι ανείπωτο πόνο. Αλλά και δύναμη. Απαράμιλλη, πανίσχυρη δύναμη.


Από τα δεξιά της τώρα άκουγε τις βαριές πατημασιές των Τούρκων πεζολατών που ροβόλαγαν τον λόφο βαστώντας αναμμένους δαυλούς. Έτρεχαν μανιασμένοι απ’ τα έξαλλα παραγγέλματα των διοικητών τους για να την προφτάσουν. Από την βοή των αναφωνητών τους και τις δονήσεις του εδάφους κάτω από τα πόδια της, η Δάφνη συμπέρανε ότι οι Τούρκοι ήσαν πάμπολλοι σε αριθμό και κατευθύνονταν όλοι τους προς το μέρος της. Έχασε για μια στιγμή την πίστη που ‘χε για την πράσινη ομίχλη ολόγυρά της. Θα ήταν άραγε αρκετή για να σταματήσει τους Τούρκους που την περίζωναν;


Περισσότεροι τυφεκισμοί. Τούτη την φορά έρχονταν από τα αριστερά της, μες από τον δασοσκέπαστο κάμπο. Οι ριπές των όπλων έσκιζαν με βία τις φυλλωσιές των δέντρων, όμως τα βόλια ήσαν ανήμπορα να βλάψουν την Δάφνη καθότι προσέκρουαν απάνω στην πράσινη ομίχλη δημιουργώντας φλόγινες αναλαμπές. Οι Τούρκοι πεζολάτες εντούτοις ζύγωναν ολοένα και περισσότερο προς το μέρος της περνώντας ανάμεσα από τις πανύψηλες ιτιές κι εκείνη επιτάχυνε το βήμα της για να τους αποφύγει. Από τα αριστερά κι από τα δεξιά της άκουγε πια τα αγριόχορτα και τους θάμνους να χωρίζουν και να σπάνε από την ορμητική έφοδο των Τούρκων. Σύντομα θα κατέφθανε κι εκείνη η στιγμή όπου θα την περικύκλωναν. Κι αν τυχόν την αιχμαλώτιζαν, ποιος νους θα δύνατο να φανταστεί την τιμωρία που θα της επέβαλλαν για τον βάναυσο εκείνον θάνατο των πέντε πεζολατών από το λυκανθρώπινο θεριό; Διάολε, έπρεπε να διατηρήσει την πίστη της αλώβητη. Αυτό έπρεπε να κάμει.



Ένα μακρόσυρτο κροτάλισμα ήχησε στο πλάι της. Προερχόταν απ’ το έδαφος και συνοδευόταν από το συριστικό σούρσιμο κοιλιάς. Η Δάφνη έστρεψε το βλέμμα της καταγής κι αντίκρισε με φρίκη το μεγαλόσωμο ερπετό που την προσπερνούσε μέσα στην πράσινη ομίχλη. Έμοιαζε με φίδι, μόνο που στο μάκρος του έφερε τέσσερα τριδάκτυλα πόδια με γαμψώνυχες που το βοηθούσαν στην κίνηση. Το σκληρό φωλιδωτό του πετσί είχε το ροδαλό χρώμα της ανθρώπινης επιδερμίδας. Σαν αντιλήφθηκε το βλέμμα της Δάφνης, το αλλόκοτο αυτό ερπετό άνοιξε τα σαγόνια του διάπλατα επιδεικνύοντας τα δυο κοφτερά του δόντια κι άφησε την διχαλωτή του γλώσσα να βγει έξω ώστε να ανιχνεύσει τον χώρο. Χλώμιασε από φόβο η Δάφνη κοιτάζοντας τα αδειανά εκείνα μάτια με τις κατακόρυφες κόρες, προτού όμως διανοηθεί να επιβραδύνει το βήμα της, το ερπετό γλύστρισε με αιφνίδια γοργοσύνη μες στην βλάστηση εκ δεξιών της και χάθηκε.


Μες απ’ τα πυκνά σκοτάδια ακούγονταν τώρα τα βίαια ανακουνήματα λεπτόκορμων δέντρων προτού δώσουν τόπο σε απεγνωσμένους σπαραγμούς πόνου και αγωνίας και σε άξαφνες εκπυρσοκροτήσεις όπλων. Οι τραχείς ήχοι αναμασημάτων στοίχειωσαν την ατμόσφαιρα καθώς το ερπετό καταβρόχθιζε με μανία σάρκες και κόκκαλα ανάμεσα στις κοφτερές του οδοντοστοιχίες. Το ερπετό κινούνταν με αστραπιαία σβελτάδα, τέτοια που δεν έδινε χρόνο στους Τούρκους να σκεφτούν κάποιαν άμυνα στο πυκνόφυτο δάσος, και επιτίθετο αμείλικτο στα θηράματά του θανατώνοντάς τα ακαριαία. Οι Τούρκοι κείνοι που ήσαν πιο ξύπνιοι και διορατικοί οπισθοχωρούσαν τρέχοντας προς τα καταλύμματά τους σαν αντιλήφθηκαν πως ένα άγριο κτήνος τους ρήμαζε κι όχι ανθρώπου χέρι. Μόλις αποτελείωσε τις τούρκικες επιδρομές του λόφου, το ερπετό κίνησε σαν αστραπή εμπρός από την Δάφνη και κατευθύνθηκε προς τα αριστερά της, προς τους Τούρκους που την σίμωναν από τον δασοσκέπαστο κάμπο. Κι αφού έκαμε τούτο, το ερπετό ενήργησε το ίδιο φονικό και ανελέητο κατατροπώνοντας τους απειλητικούς πεζολάτες.


«Işığa doğru koş! Kadını öldür!» ούρλιαζαν τώρα από τις χοάνες οι διοικητές και έσφαζαν με τις σπάθες τους επιτόπου κείνους τους πεζολάτες που λιποταχτούσαν.


Οι τυφεκισμοί πληθύναν. Το ίδιο πύκνωσαν και οι εκλάμψεις από τους εξοστρακισμούς των βολιών απάνω στην πράσινη ομίχλη. Τώρα πια ηχούσαν και καλπασμοί αλόγων που έρχονταν από το βάθος του αψιδωτού μονοπατιού, στην αντίθετη ρότα της Δάφνης. Τούρκοι ιππείς κέντριζαν τα πλευρά των αλόγων με τα σπιρούνια τους και τα ζα πατούσαν αφηνιασμένα τις βαριές τους οπλές στο χωμάτινο έδαφος. Ακούγοντας τα χλιμιντρίσματα που βοούσαν τα περήφανα άτια, η Δάφνη κοντοστάθηκε για λίγο στο μονοπάτι και σκέφτηκε να πισωδρομήσει. Ήσαν μονάχα η αγάπη της για τον Πέτρο και τα λόγια του Λόρδου που την έκαμαν να ξαναβρεί το χαμένο της ηθικό και να προχωρήσει ακάθεκτη εμπρός. «Μην σταματάς!... Συνέχισε…» έμοιαζε να αντιλαλεί η πράσινη ομίχλη στα αυτιά της Δάφνης, κι εκείνη δεν μπορούσε παρά να υπακούσει στις επιταγές του πανίσχυρου στοιχειού. Σαν εμφανίστηκε όμως εμπρός της το τάγμα του ιππικού που ολοένα την ζύγωνε φρενιασμένο, κείνη λιγοψύχησε γι’ άλλη μια φορά χάνοντας το σθένος της απ’ τον τρόμο.


Οργίσθηκε η πράσινη ομίχλη απ’ την ολιγοπιστία τούτη εκ μέρους της Δάφνης, και στην νεφελώδη της σύσταση τώρα στροβίλιζαν πύρινες γλώσσες που φανέρωναν τον θυμό του στοιχειού, και οι παρακινήσεις κείνες που μέχρις τότε εκφέρονταν υπό μορφήν ψιθύρου μεταλλάχτηκαν ευθύς σε αγριεμένα αλυχτήματα αγανάκτησης. Η Δάφνη, αντιλαμβανόμενη το σφάλμα της, συνέχισε βουβή τον δρόμο της προς τα λυσσασμένα χτυπήματα των χαλιναριών και το νευρώδες ποδοβολητό του ιππικού που την κατέφθανε. Δεν άντεξε όμως για πολύ την σιωπή της και απευθύνθηκε με βαρύ ψυχοπλάκωμα προς την ομίχλη για να καταλαγιάσει τις αμφιβολίες της. «Ποιος είσαι;» ρώτησε περιμένοντας μιαν απόκριση από το πράσινο νέφος ολόγυρά της. «Τι σε νοιάζει ποιος είμαι!;…» εξεγέρθηκε το στοιχειό, και συνέχισε: «Είσαι τόσο ανήμπορη να πεισθείς για τις δυνάμεις μου ώστε θέλεις οπωσδήποτε να μου ορίσεις κάποιο όνομα; Δεν βλέπεις ότι είμαι ικανός να τιθασεύσω γη και ουρανό; Δεν αντίκρισες με τα ίδια σου τα μάτια τις στρατιές μου που οργώνουν τα εδάφη και υπερνικούν αλύπητες τους οχτρούς; Ή μήπως θα σπεύσεις να απορρίψεις ως απλές ψευδαισθήσεις τα σμήνη που διοικώ στους αιθέρες; Συνέχισε, κόρη...»


Τούτα είπε το στοιχειό. Και σαν τελείωσε τα λόγια τούτα, ένα πλήθιο σμήνος από μοβόρες νυχτερίδες πέταξε πάνω απ’ το κεφάλι της Δάφνης με ορμή τέτοια που την αναμάλλιασε σαν άνεμος. Οι νυχτερίδες κείνες ήσαν μεγαλόσωμες και φοβερές στην όψη, και σαν άπλωναν τα πλατιά μεμβρανώδη τους χειρόπτερα επιδείκνυαν με άφρονα ξιπασιά τα γαντζωτά νύχια των δακτύλων τους. Στα δε ποντικόμορφα πρόσωπά τους δέσποζαν οι κυνόδοντες των ρυγχών και τα φλογοκόκκινα μάτια που έλαμπαν αγέρωχα μες στα πυκνά σκοτάδια. Μόλις απόκαμναν το ορμητικό τους πέρασμα πάνω απ’ την Δάφνη, οι νυχτερίδες κατέκλυσαν αμείλιχτες το τάγμα του ιππικού και αρχίνησαν να μπήγουν τα αιχμηρά τους δόντια στις ανθρώπινες σάρκες υποκινούμενες από την οσμή του αίματος που κυλούσε μες στις φλέβες. Η αντίληψη της Δάφνης ήταν μεν συγχυσμένη από την αναμπουμπούλα των στιγμών, η όμορφη κόρη δύνατο πάραυτα να εικάσει πως οι νυχτερίδες δρούσαν ούτως αδυσώπητες πιότερο από οργή για τα κόκκινα φλάμπουρα του ιππικού επειδής ανέμιζαν αλαζονικά μες στο βασίλειο της νύχτας και έμοιαζαν να διεκδικούν την εξουσία των ιπτάμενων πλασμάτων.


Τα άλογα στήθηκαν όρθια στα πισινά τους πόδια από το σκιάξιμο τινάζοντας τους αναβάτες απ’ τις ράχες τους, κι έπειτα ξέφυγαν με έντρομα χλιμιντρίσματα από την σκηνή του μακελειού. Οι νυχτερίδες τότες αφέθηκαν με την ησυχία τους στην κατασπάραξη των δύσμοιρων ιππέων που προσπαθούσαν επί ματαίω να γλιτώσουν τον όλεθρο. Η Δάφνη εξακολούθησε το διάβα της περικλεισμένη στον θάλαμο της πράσινης ομίχλης διαπερνώντας τον εξολοθρεμό που εκδηλωνόταν ολόγυρά της. Κάποιοι Τούρκοι, αιμόφυρτοι στο έδαφος από τις ανελέητες δαγκαματιές του φονικού σμήνους, άπλωναν απεγνωσμένοι τα χέρια τους προς εκείνην εκλιπαρώντας για βοήθεια. Η Δάφνη συμμερίσθηκε τον πόνο των ανθρώπων καθότι η φύση της ήταν φύση γλυκιά και συμπονετική, όμως η ομίχλη δεν της επέτρεψε να ολιγωρήσει στον σκοπό της και γι’ άλλη μια φορά η επιτακτική φωνή του στοιχειού αντιβόησε στα αυτιά της: «Μην κοιτάζεις το αίμα…!» Συμμορφώθηκε η Δάφνη με τα αυστηρά κελεύσματα της ομίχλης και άφηκε πίσω της την βάρβαρη αιματοχυσία και τα ουρλιαχτά του θανάτου και της υστερίας.


Η Μονή της Παναγιάς Φιλοθέου δεν ήταν μακριά τώρα πια. Λίγες εκατοντάδες μέτρα χώριζαν πλέον την Δάφνη απ’ τον αγαπημένο της Πέτρο. Ο σκοπός του αλλόκοτου αυτού ταξιδιού της θα εκπληρωνόταν από ώρα σε ώρα και ο προορισμός ολοένα κόντευε στο βήμα της. Επέμεναν ακατάπαυστες και λυσσαλέες οι ορδές των Τούρκων να επελαύνουν στο μυριόνεκρο μονοπάτι που χάραξε η πορεία της και τα στοιχειά της νύχτας οργίαζαν μες στην τρελή κραιπάλη από σάρκα και αίμα. Γόγγυζε ολάκερη η πλάση των βουνοπλαγιών και του κάμπου από ανθρώπινο πόνο, τόσο γοεροί ήσαν οι λυγμοί που η Δάφνη δεν άντεξε γι’ άλλη μια φορά την περιέργειά της και έστρεψε πίσω το βλέμμα της για να ιδεί την γενοκτονία που μάνιαζε σαν πυρκαγιά μες στην όμορφη φύση.


Και σείσθηκαν τα εδάφη κάτω από τα πόδια της σχηματίζοντας βαθιές ρωγμές, κι απ’ τις ρωγμές ξεπρόβαλαν σιχαμερά σκουλήκια και αρουραίοι τριχωτοί και μολυσμένοι, όντα λιμασμένα που μοιάζαν να είχαν μαντρωθεί ίσαμε τότες στα τρίσβαθα της γης από κάποια δύναμη ανώτερη, και ήταν η ίδια δύναμη που τώρα τα απελευθέρωνε για να εκτονώσουν την μύχια τους μανία. Και τα σμήνη των νυχτερίδων χιμούσαν ως ανταριασμένα δρολάπια της νύχτας καταπάνω στον οχτρό συνθλίβοντάς τον με τα κοφτερά τους δόντια.



Και κατανόησε τότες η Δάφνη πως ήταν η ίδια η κόλαση κείνο που αντίκριζαν τα μάτια της και πως δεν υπήρχε νόημα κανένα στο να μάθει πιότερα για εκείνο το στοιχειό που την προστάτευσε καθ’ όλη την διαδρομή της. Και αφού συλλογίσθηκε όλα τούτα, εξακολούθησε ακάθεκτη την πορεία της ως το μοναστήρι δίχως να ξανακοιτάξει την θηριωδία και το αιματοκύλισμα που ελάμβανε χώρα πίσω της. Μα, ακόμη κι όταν έσμιξε κάποτες με τον καλό της και κούρνιασε σαν αηδονόπουλο μες στην ερωτευμένη του αγκαλιά, έστεκε ανήμπορη η δόλια να βγάνει απ’ το νου τις νοσηρές εικόνες εκείνου του ξεκληρίσματος.



---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769