Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 34 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 34 από 36]

---

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι


ΙΧ


Η Μυρτώ υπέπεσε ξανά σε μια από τις συνήθεις κρίσεις κατατονίας, από κείνες που την αιχμαλώτιζαν κατάκοιτη στο κρεβάτι, αρνούμενη να φάει και να πιει. Τούτη την φορά όμως η κρίση κτύπησε την δεσποσύνη πιότερο καίρια και δραστικά καθότι είχε ήδη διαρκέσει μιαν ολόκληρη εβδομάδα, και ως εκ τούτου μαύροι κύκλοι σχηματίσθηκαν γύρω απ’ τα μάτια της απ’ την ασιτία και η αφυδάτωση ολοένα επιδείνωνε την πειραγμένη της υγεία. Τα δε μαλλιά της έχασαν κείνο το αστραφτερό εβένινο χρώμα που τα χαρακτήριζε και γίνηκαν κάποτε σταχτερά κι άραχλα.


Ματαίως ο γιατρός ο Αγιομαυρίτης την πότιζε αφιόνι για να καταστείλει την πεισματική αντίσταση της κοπέλας να τραφεί: ο οργανισμός της είχε μάθει πλέον τα τερτίπια του ναρκωτικού και δεν λύγιζε στις διεγέρσεις του. Ματαίως κι ο παπα-Λάμπρος ευλογούσε το δωμάτιό της με αγιασμούς και ευαγγέλια, η Μυρτώ δεν λόγιζε τα τελετουργικά της Εκκλησιάς. Ματαίως κι η κυρα-Ασήμω δάγκωνε το αριστερό χέρι της νεαρής για να χαλαρώσει την σφιγμένη της γροθιά και να ανοίξει επιτέλους τα δάχτυλά της. Η Μυρτώ, ασάλευτη και βουβή, όδευε σταθερά προς τον θάνατο.


Ήταν κατά το απόβραδο της εβδόμης μέρας όταν η Μυρτώ –ανοίγοντας τα ασθενικά της βλέφαρα- απάντησε με το βλέμμα της τον Λόρδο Γκρέηγουντ να κάθεται στην ξύλινη καρέκλα της κάμαρής της, ακριβώς αντίκρυ. Κείνο ήταν ένα γεγονός αναπάντεχο και ξάφνιασε την νέα. Η μάνα της, η κυρα-Ασήμω, δεν άφηνε κανέναν να μπει στο δωμάτιο της κόρης της πέραν των εξουσιοδοτημένων προσώπων που εργάζονταν αποκλειστικώς για την θεραπεία της.


Το κατόρθωμα του Λόρδου να συνοδεύσει την Δάφνη άθικτη ως την Μονή της Παναγιάς Φιλοθέου είχε ήδη πάρει διαστάσεις θρύλου ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους συνάμα. Το κακό βεβαίως ήταν ότι μαζί με τον θαυμασμό η πράξη τούτη ενέπνεε και τον φόβο των ανθρώπων. Ως κι ο ίδιος ο Κιουταχής εξαναγκάσθηκε να απορρίψει τα τελούμενα της μοιραίας εκείνης νύχτας ως υπερβολικές φαντασιοπληξίες του όχλου και να κατευνάσει ούτως τον πανικό του στρατού του αποδίδοντας την ευθύνη των φριχτών θανάτων σε κάποιο θεριό της φύσης που φώλιαζε πανούργο μες στα πυκνά δάση της περιοχής. Μα ακόμη κι εκείνος, βαθιά μέσα του, δεν δύνατο να εξηγήσει το αιματηρό αυτό μακελειό.


Ο Λόρδος καθόταν σταυροπόδι στην καρέκλα, νωχελικός, σα να μην τον άγγιζε κανένα μέλημα ετούτου του κόσμου. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβαίνει το αντίθετο; Είχε πιει πολύ ανθρώπινο αίμα κείνη την νύχτα του ταξιδιού του με την Δάφνη, τόσο που τον χόρτασε για έναν ολόκληρον αιώνα. Η μακάβρια όμως αυτή έκφραση της ευφορίας στο πρόσωπό του είχε αποξενώσει τους θεοφοβούμενους Μεσολογγίτες που τώρα ψυλλιάζονταν ότι κάτι αλλόκοτο έτρεχε με τον ευγενή επισκέπτη τους. Οι επίμονες δε αρνήσεις των Βοχωριτών να αναφερθούν στον λόγο για τον οποίον ο Γιάγκος και τα αδέρφια του κατέληξαν με τα δεξιά τους χέρια σπασμένα μόνον επιπρόσθετο σούσουρο επέφεραν για το ποιόν του Λόρδου Γκρέηγουντ.

Σε ό,τι αφορούσε τον Λόρδο, το ζήτημα δεν χωρούσε πλέον καμία αμφιβολία: είχε ήδη κάμει κατάχρηση της φιλοξενίας των Μεσολογγιτών και ήλθε επισήμως το πλήρωμα του χρόνου. Η διαμονή του στο Μεσολόγγι έπρεπε να λήξει σύντομα. Ειδάλλως, οι υποψίες του κόσμου θα στρέφονταν ολοένα πιο φουντωμένες καταπάνω του και η παρουσία του δεν θα προκαλούσε πια παρά ανώφελη βαβούρα.


«Στοιχειό… Τι γυρεύεις εδώθε μες στην κάμαρή μου, στοιχειό…;» ψέλλισε περιπαιχτικά η Μυρτώ με την λειψή φωνή που είχε απομείνει στα πνεμόνια της.


Ο Λόρδος αφυπνίσθηκε απ’ τον βαθυστόχαστο διαλογισμό του. Κοίταξε με συγκαταβατικά μάτια την ξαπλωμένη Μυρτώ, όχι με οίκτο, αλλά με μιαν απόμακρη απάθεια ωσάν και δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει δεκάρα τσακιστή για την άσκημη κατάστασή της. Τούτη η αδιάφορη ματιά παραξένεψε την Μυρτώ καθότι μέχρι τότες οι άνθρωποι που την περιέθαλπαν υιοθετούσαν στο βλέμμα τους το ίδιο απεχθές γλάρωμα της συμπόνιας. Κι αν έπρεπε να ζυγίσει στα ενδόμυχά της όλα κείνα που την έθλιβαν επάνω σε τούτον τον κόσμο, σίγουρα τίποτε δεν θα αποδειχνόταν βαρύτερο από το θεατρινίστικο και βεβιασμένο αυτό γλάρωμα των ματιών. Το συμπεριφορικό τούτο χούι των ανθρώπων επικύρωνε στην δική της συνείδηση την ατέρμονη μοναχικότητα της ανθρώπινης φύσης, κείνη που έκαμε το ταξίδι της ζωής αβάσταχτο.


«Η μητέρα σου μου παράγγειλε να έλθω να σε δω.» έκανε ο Λόρδος προτού συνεχίσει με μειδίαμα: «Οφείλω να ομολογήσω ότι τούτη ήταν μια απρόσμενη έκπληξη. Η μητέρα σου αρνούνταν διαρρήδην να μου μιλήσει ή έστω και να με κοιτάξει στα μάτια καθ’ όλη τούτη την εβδομάδα μετά την αναχώρηση της Δάφνης. Μου έδινε την εντύπωση ότι δεν αισθανόταν άνετα στην παρουσία μου. Τούτο βεβαίως δεν αποτελεί πλέον φέρσιμο μεμονωμένο καθότι όλοι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου έχουν αρχίσει να με αποστρέφονται, ο ένας μετά τον άλλον, σταθερά και σταδιακά.»


Ο Λόρδος άφησε έναν χαμογελαστό αναστεναγμό να ξεφύγει από τα χείλη του. Η Μυρτώ είχε μονίμως τα σκοτεινά της μάτια καρφωμένα καταπάνω του. Σαν να κρεμόταν η έρμη από την κάθε του λέξη.


«Γνωρίζεις ασφαλώς τι σημαίνει τούτο για εμάς τα στοιχειά…» εξακολούθησε ο Λόρδος. «Σημαίνει ότι θα πρέπει να φύγω απ’ εδώ προτού χειροτερέψει η κατάσταση. Αυτό δυστυχώς είναι το τίμημα που βαρύνει εμάς τα στοιχειά. Δεν μπορούμε να μείνουμε για πολύ καιρό ανάμεσα σε μικρές κλειστές κοινωνίες. Αργά ή γρήγορα, οι άνθρωποι μας παίρνουν χαμπάρι. Προτού λοιπόν οι υποψίες διαμορφωθούν σε λαϊκή ετυμηγορία, εμείς τα στοιχειά οφείλουμε να τα μαζεύουμε και να αρμενίζουμε για άλλους τόπους. Δεν μας ταιριάζει η μονιμότητα.»


Έπειτα ο Λόρδος άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στα υφαντά που κοσμούσαν τους τέσσερεις τοίχους της κάμαρης. Το ένα έφερε πλεκτή μια μαργαρίτα, το άλλο έναν ροδανθό, ένα τρίτο απεικόνιζε την ποιμενική σκηνή μιας βοσκοπούλας με ένα μπουλούκι από ολόλευκα πρόβατα. Να κι ένας προχειροφτιαγμένος ακορνίζωτος καμβάς απάνω στο κομοδίνο που έφερε ζωγραφιστόν έναν ελαιώνα. Κείνος ήταν φιλοτεχνημένος από τον δεκαοχτάχρονο Ηλία, τον μοναδικό Μεσολογγίτη που εξακολουθούσε να συναναστρέφεται τον Λόρδο με την ίδια άνεση όπως πρότερα.


«Τι θα ‘λεγες για έναν βραδινό περίπατο;» έκανε ο Λόρδος αφού μελέτησε για κάμποσα λεπτά σιωπηλός τα υφαντά των τοίχων.


«Ναι…» αποκρίθηκε η Μυρτώ με ψιθυριστή φωνή.


«Έχεις δυνάμεις να περπατήσεις;» ρώτησε ο Λόρδος.


«Θα βρω δυνάμεις…» είπε εκείνη καταβάλλοντας αρκετή προσπάθεια για να ανακαθίσει επάνω στο κρεβάτι.


Φόρεσε τις παντούφλες στα πόδια της και έβαλε το μάλλινο πανωφόρι στους ώμους. Βάδισε τρικλίζοντας με τον Λόρδο ίσαμε τον μικρόν πευκώνα που έστεκε κάμποσα μέτρα μακριά από το σπίτι των Μαστροδημαίων. Τα γόνατά της την πρόδιδαν κάθε τόσο καθώς ήσαν ανήμπορα να στηρίξουν το ασίτευτο κορμί της. Ενίοτε έχανε το βήμα της και κόντευε να σωριασθεί στο έδαφος από την αδυναμία. Ευτυχώς ο Λόρδος ήταν σβέλτος στις κινήσεις και γράπωνε την κοπέλα από το μπράτσο κάθε φορά που λάθευε στην ισορροπία της.


Ώσπου έφτασαν κάποτε στον πευκώνα και τότε η Μυρτώ ξαπόστασε στο γρασίδι γέρνοντας το σώμα της απάνω στον κορμό ενός δέντρου. Η αριστερή της γροθιά πάντοτε σφιγμένη. Ο Λόρδος αντιθέτως παρέμεινε όρθιος αγναντεύοντας την Μεγάλη Άρκτο τ’ ουρανού, με την πλάτη του γυρισμένη στην Μυρτώ. Κείνη ήταν μια ξάστερη νυκτιά με λαμπερό μισοφέγγαρο. Δέσποζε πλέον η εποχή του θέρους σ’ ολάκερη την πλάση –αναμφίβολα- και οι τζίτζικες δεν ξεχώριζαν πλέον την ημέρα από την νύχτα παρά επιδίδονταν στο τραγούδι τους δίχως σταματημό.


«Τι σκοπεύεις να κάμεις τώρα που θα φύγω;» ρώτησε ο Λόρδος με το βλέμμα του στραμμένο επίμονα μακριά από εκείνη.


«Δεν γνωρίζω… Δεν το έχω μελετήσει στον νου μου…» αποκρίθηκε η Μυρτώ.


«Αν συνεχίσεις κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα πεθάνεις σύντομα.» είπε ο Λόρδος.


«Ας πεθάνω.» έκαμε ξερά εκείνη.


«Αυτή δεν είναι απόκριση, αγαπητή μου.» αντεπιτέθηκε αυστηρός εκείνος.


«Αυτήν έχω.» βγήκε αποκαμωμένη η μιλιά από μέσα της.


Το βλέμμα του Λόρδου δεν έπαυε να περιφέρεται στα άστρα της καθάριας νύχτας. Προκειμένου να δρέψουν πάσα πληροφορία για το σκοτεινό σύμπαν που ηγεμόνευε άπειρο πάν’ απ’ τα κεφάλια τους, τα μάτια του λησμονούσαν να βλεφαρίσουν και δάκρυζαν.


«Όλα τούτα τα αστέρια δεν είναι παρά μακρινοί ήλιοι, πύρινοι και λαμπεροί σαν και τον δικό μας ήλιο. Οφείλω ευγνωμοσύνη σε τούτη την απεραντοσύνη του σύμπαντος, θα ‘πρεπε να συγχαρώ τον υπέρτατο εκείνον νου που έφτιαξε το σύμπαν ούτως αχανές ώστε να βαστάει τα αστέρια τόσο αφάνταστα μακριά απ’ την γη κατά την νύχτα. Αν τα ‘χε ορίσει η κοσμική τάξη κοντύτερα, δεν θα ‘χα άλλην επιλογή απ’ το να κρύβομαι στα έγκατα της γης για όλη μου την αιωνιότητα. Κατ’ αυτήν την έννοια, μονάχα σε ετούτον δω τον πλανήτη από χουν και ύδωρ μπορούμε εμείς οι βρυκόλακες να κατοικήσουμε αξιοπρεπώς και να επιδιώξουμε κείνο που επιδιώκουν και οι κανονικοί θνητοί άνθρωποι: να κάμουμε τον χρόνο μας στον κόσμο όσο πιο ευχάριστον γίνεται.»


Τούτα είπε ο Λόρδος κι έπειτα πήγε και κάθισε πλάι στην Μυρτώ. Τα μάτια του έκαμαν άλλο ένα γρήγορο σεργιάνισμα στην μαύρη νύχτα πάνωθέ τους προτού εστιάσουν στην σφιγμένη γροθιά της Μυρτώς. Στο κάθε κοίταγμα καταπάνω της, η σφιγμένη κείνη γροθιά έμοιαζε να φυλάσσει μέσα της όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού κι ευθύς αμέσως η νύχτα γινόταν θόλος σκοτεινός και ξέγδυτος απ’ τα λαμπρά του πλουμίδια. Τα πάντα απορροφούσε κείνη η σφιγμένη γροθιά, ως και τον ίδιο τον χωροχρόνο που καταπινόταν αργά και σταθερά μες στην τρομερή της δίνη παραδίδοντας τον κόσμο στο απόλυτο μηδέν. Όλα έμοιαζε να τα αφανίζει, η σφιγμένη κείνη γροθιά.


«Μαστίζομαι από ανήσυχους ύπνους όλες τούτες τις τελευταίες ημέρες εδώ στο Μεσολόγγι. Στριφογυρνώ μονίμως μες στον τάφο μου ωσάν κι η μελιχρή έξαρση του θέρους κάμει αφόρητον θόρυβο και δεν μ’ αφήνει στην ησυχία μου ν’ αποκοιμηθώ. Μα το γνωρίζω καλά πως δεν είναι το όμορφο καλοκαίρι η αιτία για τούτην την ξαγρύπνια. Αναγνωρίζω το πνεύμα σου, Μυρτώ. Κατηφορίζει επίμονο στις νεκρικές μου αναπαύσεις και με τσιγκλίζει. Είναι το πνεύμα σου. Είναι το πνεύμα σου που με ξυπνά και με ικετεύει ταλανισμένο να του ανοίξω την θανατερή μου αγκάλη. Γνωρίζω ότι είσαι εσύ, Μυρτώ. Εσύ είσαι που μου στερείς την γαλήνη.»


«Δεν στο κρύβω, μυλόρδε, πως ο νους μου πάντοτες σπεύδει προς τα σένα. Και δεν σου κρύβω επίσης πως είναι συχνές εκείνες οι φορές που σ’ απαντώ στα όνειρά μου. Η ασιτία έχει καταντήσει τους ύπνους μου πια λειψούς κι αφύσικους. Μα σαν καταφέρνω ενίοτε και βαθιά αποκοιμιέμαι και πεταρίζουν τα λογικά μακριά από τα ηλιόπρεμνα της λήθης, πάντοτες εσένα γυρεύω απτόητη προτού με ζυγώσουν οι σκοταδεροί εφιάλτες. Το πνεύμα μου βρίσκει την ανάπαυλα π’ αποζητεί σαν φθάνει στον υγρό και σκιερό σου τάφο. Στην αγκάλη σου κοιμούμαι ξάλαφρη κι οι εφιάλτες παρευθύς πισωδρομούν σε άτακτη φυγή δίχως να ξαναγυρίζουν.»


«Είσαι νια κι αμάθητη, κόρη, κι ειν’ ακριβώς η αλαφρή σου τούτη αγαθοσύνη που σ’ οδηγεί σε τέτοιους άσοφους συλλογισμούς. Τούτο γίγνεται πρόδηλο από τις αφελείς κι αστόχαστες παρορμήσεις που ακολουθείς μετά πάθους δίχως δεύτερη θεώρηση. Το δίλλημα που συ η ίδια θέτεις ενώπιόν σου εν προκειμένω δεν είναι μια επιλογή ανάμεσα στην ζωή και στον θάνατο ως θα μελετούσε γλαφυρά ένας νους γερόλυκος και μυημένος στην εμπειρία του κόσμου. Κείνο που περιεργάζεσαι πεισματικά με το ατίθασο μυαλό σου είναι μία ζωή που μόνον ζωή δεν είναι, μια ατέλειωτη περιπλάνηση δοσμένη σε ζοφερές καθόδους και σε αισχρές δυσωδίες. Δεν αναλίσκεις καν ένα δράμι έγνοια στο να σιάξεις την δύσκολη ζωή που διανύεις και να πασκίσεις να την ομορφύνεις. Με περίσσιο τουπέ απορρίπτεις τον χρόνο που σου χαρίσθηκε από ψηλά και πιθυμάς διακαώς μια κατάρα, γνώση της οποίας δεν κατέχεις καμιά κι ουδόλως δύνασαι να φανταστείς.»


«Αγαπημένε μου μυλόρδε, αποδίδω την αδιάλλακτη τούτη άρνησή σου να μου δώκεις κείνο π’ από σένα τόσο καρτερικά αιτώ στην μονήρη σου υπερφύση. Είσαι μεν στοιχειό και ως τέτοιο στέκω ανήμπορη εγώ η κοινή δόλια θνητή να ανατμήσω τα δικά σου κατάβαθα. Συχώρα με όμως όταν με τέτοιαν παρρησία κρίνω ότι είσαι και ον τρομερά μοναχικό. Κι είν’ αυτή ακριβώς η αιτία π’ απαρνιέσαι το βάρος της ευθύνης να προσφέρεις το πολυπόθητο χρίσμα σε τούτην την πονεμένη ψυχή ομπρός σου και να την πάρεις μακριά απ’ το μαρτυρικό της σκότος. Κι είναι ξεκάθαρα ο ίδιος λόγος για τον οποίον αποστέργεις τις αναποχώριστες συντροφιές των ανθρώπων παρά προσηλώνεσαι ακάθεκτος στην δυσερμήνευτη ερημιά σου. Είναι τούτη η ατέρμονη μοναχικότητά σου, μυλόρδε, που σ’ ορίζει ανάλγητον στις απεγνωσμένες μου ικεσίες, από φόβο μην τυχόν και φορτωθεί στην ράχη της κάποιον ανεπιθύμητον συνοδοιπόρο.»


«Ω δύστυχη κόρη, κατανοείς άραγε με πόση βιάση κάμεις ανόητες διαπιστώσεις καταλήγοντας σε πορίσματα σαχλά κι ανυπόστατα; Θαρρείς λοιπόν πως είν’ η μοναχική μου διαγωγή που μ’ εμποδίζει να ενδώσω στα επιπόλαια παρακάλια σου; Κι έχεις λογαριάσει κατά νου τόσο επιδέξια τούτη την μοναχικότητά μου ώστε να της καταμαρτυρείς τέτοιαν εχθρική κρυψίνοια; Μάθε λοιπόν, χαζό και άμυαλο κορίτσι, ότι παρόλο που είμαι αληθώς στόφα μοναχική και αποστρέφομαι εν γένει τους στενούς ανθρώπινους δεσμούς, είναι σπάνιες κείνες οι φορές που νιώθω μοναξιά μες στον πολυτάραχο ετούτον κόσμο. Και μάθε επίσης πως στην μακάβρια τούτη ρότα μου ανά τους αιώνες απόχτησα την ιδιαίτερη ικανότητα του ν’ αποκομίζω το καλό νέκταρ των ανθρώπων προτού τους αποχωρισθώ δια παντός, όπως οι μέλισσες συλλέγουν την γύρη του ανθού κι απερίσπαστες κατόπι κινούν για το μελίσσι τους. Όσο παράδοξο κι αν ηχεί στα νεαρά και δύστροπα αυτιά σου, αγαπημένη μου Μυρτώ, είν’ η ικανότητά μου τούτη που με λευτερώνει απ’ το έρμο μου καβούκι.»

«Αγαπημένε μου μυλόρδε, σ’ ορκίζω να μην συνερισθείς την στάση μου ως ξεδιάντροπο θράσος και να μου επιτρέψεις να παρατηρήσω ότι στον παθιασμένον σου ετούτον λόγο υπέπεσες αθέλητά σου σ’ ένα ευτράπελο ολίσθημα, κοινό ιδίωμα των ανθρώπων εν συνόλω αλλά κυρίως των ανδρών. Μόλις τώρα δα καυχήθηκες για την αξιοσύνη π’ άντλησες στην μακάβρια τούτη ρότα σου ανά τους αιώνες κι αφειδώς κολάκευσες την κατάρα κείνη απ’ την οποία με περίσσια σύνεση μεριμνείς ώστε να με προστατεύσεις. Αν είν’ λοιπόν τόσο διδαχτικό το ταξίδι του βρυκόλακα μες στον χωροχρόνο, γιατί μου στερείς την ευκαιρία να γευθώ κι εγώ τις σοφές του διδαχές; Γιατί με αποκλείεις τόσο στυγνά κι απροκάλυπτα απ’ την ακριβή του γνώση;»


«Διαβολεμένη γυναίκα, χαραμίζεις τόσο αυθάδικα το θηλυκό δαιμόνιο που σ’ ευλογεί στο ν’ αποδιαλέγεις το μαύρο απ’ το άσπρο στους ανθρώπους δίχως να ξεκρίνεις το γκρίζο. Κι αφού πράττεις τούτο, κομπάζεις έπειτα με κυνισμό πως ολόγυρά σου ο κόσμος δεν είναι παρά μια ξέβαθη μουντζούρα για την οποία ουδείς αξίζει να ματαιοπονεί και να κοπιάζει. Όμως εγώ είμαι στοιχειό, δεν είμαι άνθρωπος. Και ως στοιχειό, δεν είμαι εδώ για να σου πω πράγματα όμορφα για τον κόσμον τούτον. Είμαι εδώ για να σου πω πράγματα άσκημα, να σου μιλήσω για βδελυγμία και ζόφο και φρίκη. Κι επειδή είν’ ολοφάνερο για τον καθένα να ιδεί απ’ την πυγμή των λόγων σου ότι έχεις πάρει τις μοιραίες σου αποφάσεις, δεν θα φεισθώ σ’ ειλικρίνεια ή σ’ ακριβείς περιγραφές μ’ όλα τους τα ρητά καθέκαστα. Ιδού λοιπόν η ωμή αλήθεια, πανούργα μου Μυρτώ που καμώνεσαι πως όλα τα γρικείς και τα κατέχεις: Όντας βρυκόλακας, άπαντες κι άπαντα τριγύρω σου θα στέκουνε νεκρά κι ασάλευτα, ωσάν και ο κόσμος τούτος είν’ βουτηγμένος σύμπας σ’ έναν βούρκο στάσιμον απ’ τον οποίον δεν νοείται καμιά διαφυγή. Ως κι οι στενότατοί σου οικείοι –σαν τον γέρο σου ή την μάνα σου- δεν θα φαντάζουν πλέον στα δικά σου μάτια παρά ως λείψανα σε σήψη, μαριονέτες υποταχτικές στα νήματα μιας μοχθηρής κι αόρατης εξουσίας. Κι η αγάπη τους –ω η αγάπη τους!- δεν θα ομοιάζει πια στα μάτια σου παρά με μαραμένο λέλουδο π’ απ’ τα σπλάχνα τους άγαρμπα πετιέται μ’ όψην οικτρή και λυπημένη. Και τότες, λατρεμένη μου Μυρτώ, με σβέλτην ευκολία θα κρίνεις την αγάπη ως το πιο φαιδρό κι ευκαταφρόνητο ψεγάδι στην γύμνια των ανθρώπων. Σαν θύελλα θα σε συνεπάρει ο υπερχειλίζων σαρκασμός και θα καταβυθισθείς ολάκερη μες στην γλυκιά αδιαφορία, σε μιαν απάθεια τερατώδη τόσο που μέχρι κι ήλιο ψύχει με το παγερό της ξόρκι. Αδειανή πια από συναίσθημα και πόνεση, θα τηράς την πλάση ολόγυρά σου ως μιαν δομή απρόσωπη όπου ζωή και πεθαμός συνιστούν ουσία μια κι αδιαίρετη, όπου τίποτε δεν συμβαίνει καθόσον τίποτε δεν λογιέται. Μαύρες καψάλες θα ορίζουν τ’ απόκρημνο κείνο μονοπάτι που θα κληθείς να διανύσεις και κάτωθέ σου η γης θα ‘ναι στρωμένη από στάχτες και νεκροκεφαλές και άγρια ξεροτόπια. Το μόνο που θα σε βαστεί στο κολαστήριο τούτο θα ‘ναι των ζωντανών το αίμα, κι ευθύς το κόκκινο ελιξίριο της ζωής θα γενεί στ’ αγροίκο σου συνειδητό η ρήτρα για τον ποθερό σου οίστρο. Πώς δύναται αλήθεια έν’ απεχθές ον που ‘χει τόσο βαριά την ανάγκη γι’ ανθρώπινο αίμα να νιώσει μεταμέλεια ή τύψη ή ενοχή για τους ανθρώπους; -τούτο μόνο αναλογίσου. Προκειμένου να τιθασεύσεις τα μοβόρα σου ένστιχτα και ν’ απολυτρωθείς από μιαν αιωνιότητα γιομάτη από διωγμούς κι έχθρα κι ερημιά, μες απ’ τα ανίδωτά σου μύχια θα χρειαστεί να αντλήσεις δύναμη τέτοιαν π’ όμοιά της ως κι η ίδια η σκηπτούχος φύση θ’ αρνείται να εικάσει. Και τότες, αγαπημένη μου Μυρτώ, με πικρία θ’ αποδεχτείς πως η αιωνιότης σύνολη είναι τραγικώς ανεμική και πως ο χρόνος είναι μια έννοια τόσο έωλη που καταντάει κάποτε ουτιδανή κι αξιογέλαστη. Και αν εν τέλει περατώσεις την απαίσια τούτη ακολουθία των πραγμάτων, δεν θ’ απομείνεις πλια παρά με την πικρή αυτή επίγευση στα χείλη, επίγευση ανεξίτηλη, ωσάν και το ταξίδι σου στον κόσμο υπήρξε τόσο ανώφελο και κούφιο όσο ένα έρμο αχυροκάλυβο στο μάτι του κυκλώνα.»


«Λατρεμένε μου μυλόρδε, νιώθω παράφορα συγκινημένη απ’ την καλόβουλη προαίρεσή σου κι εκτιμώ βαθύτατα τόσο το φιλότιμο π’ αβίαστo αναδίνεται απ’ την φύση σου όσο και απ’ την ατόφια ντομπροσύνη που επιστράτευσες στις περιγραφές του σπαραγμού και της οδύνης. Γι’ άλλην μια φορά όμως θα σ’ ορκίσω να μην συνερισθείς το θράσος μου και να μ’ αφήκεις να σου πω ότι όλοι ετούτοι οι εφιάλτες π' απαρίθμησες μ' αίγλη ποιητού για το καλό μου δεν συνιστούνε δα μιαν εμπειρία άγνωστη στα δικά μου λογικά. Καθημαγμένα ως είναι από την φριχτή αρρώστεια, τα μερόνυχτά μου ήδη κυλούν μέσα στον ζόφο και στην θλίψη των απαράλλαχτων καιρών. Και τ' αγαπημένα πρόσωπα που με μαριονέτες άψυχες παρέβαλες ήδη φαντάζουν στα δικά μου μάτια ως λείψανα αξιοθρήνητα, κινούμενα κείθε δώθε δίχως σκοπό κι αιτία. Τα μονοπάτια μου, μυλόρδε, είναι μαυρισμένα ήδη από τα ολοκαυτώματα της ανήλεης ασθένειας. Διότι η ασθένεια τούτη που με πλήττει, μυλόρδε, δεν λογίζει τίποτε στο πέρασμά της παρά καίει και ρημάζει οτιδήποτε στέκει ζωντανό κι έμορφο εμπρός της. Ο νους μου δεν θ' αντέξει για πολύ ακόμη. Το νιώθω. Κάποτε ο νους αυτός ο καημένος θα λυγίσει από την κτηνωδία π' υπομένει και απλά θα μ' αποχαιρετήσει και θα φύγει. Κι είναι, μυλόρδε, εκείνη η στιγμή που τρέμω πιότερο απ' όλες. Καθότι εάν ο νους μ' εγκαταλείψει ασύντρεχτη μες στην ανθρώπινη ετούτη φυλακή, ίσως να μην έχω πια την κρίση να κάμω κείνα που πρέπει να κάμω ώστε να λευτερωθώ απ' την σάπια τελευτή ολόγυρά μου. Είν' ετούτοι οι λόγοι που μ' ωθούν να σου ζητώ ακάθεκτη το φοβερό σου χρίσμα και να με πάρεις μακριά απ' το έρεβος π' αδιάλειπτα πυκνώνει και μου στερεί και πνεύμα και ψυχή συνάμα. Αύθις σ' ορκίζω, λατρεμένε μου μυλόρδε, να σεβαστείς το σθένος που μαζώνω κοπιωδώς από το άσιτο κορμί μου ώστε να σε ικετέψω. Δείξε τον οίκτο που επικαλούμαι και μην αγνοείς αλόγιστα τις απεγνωσμένες μου δεήσεις.»


Καταχωσμένος μες στον στοχασμό και στην έγνοια, ο Λόρδος άπλωσε το χέρι του στον ζούφιο αέρα της νυκτός και πρόσφερε τον δείχτη του στο άτακτο τσιχλόνι που μέχρις τότε κελάηδαγε πεταρίζοντας τριγύρω. Το μικροσκοπικό πουλί έσπευσε ευθύς στον Λόρδο και άραξε απάνω στο φτενό του δάχτυλο. Εθαύμασε ο Λόρδος την χαριτωμένη του όψη -την λαμπρή του πορτοκαλιά γραμμή που ξεκινούσε απ΄ την κοιλιά και διαιρείτο στα φτερούγια- και ξαλάφρωσε κατιτί απ΄την μελαγχολία των στιγμών.


Το ξαλάφρωμα τούτο δεν μοιραζόταν όμως κι η Μυρτώ. Κείνη είχε ολάκερη την προσοχή της στραμμένη στην κρίσιμη απόκριση του βρυκόλακα όπως και στην γροθιά του ζερβιού της που την βαστούσε πεισματωδώς σφιχτή μην τυχόν κι ανοίξει από μονάχη της και ξεχυθούν απ' την ροδαλή παλάμη όλα τα συλλοϊκά που της είχαν απομείνει. Σημασία καμιά δεν έδωσε στο έμορφο πετούμενο. Τα μαύρα της μάτια ξεδιάντροπα το περιφρονούσαν. Τα δε αυτιά της ουδόλως καταδέχονταν ν' αφουγκρασθούν το γλυκό του κελάηδημα.


«Είν' έγκλημα αυτό που μου ζητείς να κάμω, Μυρτώ... Σε παρακαλώ... Πάψε να μου το γυρεύεις... Δεν θα βαστάξω τέτοιο βάρος στην συνείδησή μου... Τώρα που 'χω γνωρίσει τον άνθρωπο στο πρόσωπό σου, μου 'ναι πλέον αδύνατο να φανταστώ τον εαυτό μου να σου κάμει τέτοιο κακό...» ψέλλισε ο Λόρδος με δυσκολία, και κάπως έτσι έληξε το αντάμωμα των δύο.


Κείνη η νυχτιά απεδείχθη σύντομη στο διάβα της, μα το χάραμά της κύλησε μακρύ και πικρό. Ατενίζοντας την φαρμακωμένη ανατολή, η Μυρτώ πήρε την μοιραία απόφαση να δώσει τέλος στην ζωή της. Πήρε το λοιπόν ένα κοφτερό λεπίδι και έκοψε τις φλέβες του ζερβιού της χεριού. Καθότι η γροθιά του ζερβιού της παρέμενε γερά σφαλιστή, έχωσε το λεπίδι στο στόμα μαγκώνοντάς το στα δόντια της και έτσι κατάφερε το καίριο κόψιμο και στις φλέβες του δεξιού της χεριού. Ματαίως λυσσομανούσε ο Λόρδος Γκρέηγουντ μες στον τάφο του προσπαθώντας να την αποτρέψει. «Σταμάτα...! Σταμάτα κόρη...!» ούρλιαζε το πνεύμα του ξάγρυπνου βρυκόλακα όμως η Μυρτώ αρνείτο να το ακούσει. Αιμορραγώντας, η δεσποσύνη πλάγιασε στο κρεβάτι της περιμένοντας τον θάνατο να 'ρθει να την πάρει.


Απ' το θέλημα της ακριβοδικαίου μοίρας ή από σύμπτωση της άκριτης τύχης, η κυρα-Ασήμω αντελήφθη εγκαίρως την αιμορραγούσα κόρη κι ευθύς έπραξε όλα τα απαιτούμενα προτού παραδώκει τον εαυτό της στον έξαλλο πανικό. Η κυρα-Ασήμω ήταν από γερό σκαρί γυναίκας, με ψυχή σμιλεμένη απ' τα έλλογα και τα παράλογα του κόσμου. Έδεσε τα χέρια της Μυρτώς με πανιά για να παύσει την αιμορραγία και ξαμολήθηκε στριγγλίζοντας στον γιατρό Αγιομαυρίτη για βοήθεια. Ολάκερο το Μεσολόγγι ξεσηκώθηκε απ' τις κραυγές της αλαφιασμένης μάνας. Έσπευσε ο Αγιομαυρίτης να νοσηλεύσει την κοπέλα και να φασκιώσει τις πληγές της με λινόγαζες. Ευτυχώς οι συμμετέχοντες ενήργησαν ταχέως και ανέκοψαν την απώλεια του αίματος και η κατάσταση της Μυρτώς σταθεροποιήθηκε.


Σαν έδυσε κάποτε ο ήλιος κι εκείνης της ημέρας, ο Λόρδος επισκέφθηκε ξανά την Μυρτώ στην κάμαρή της. Το βλέμμα του όμως ετούτη την φορά δεν φάνταζε απλανές και μες στην απάθεια όπως την προηγουμένη. Από τα μάτια του τώρα ξεχύνονταν οι φλογοκόκκινες ανταύγειες που μαρτυρούσαν σύγχυση κι οργή. Κι όταν ενίοτε καταλάγιαζαν δίνοντας τόπο στην κυανή αύρα της μελαγχολίας, ο Λόρδος άλλαζε λογιών λογιών μορφές στην στοιχειωμένη του υπόσταση ωσάν και μετά βίας συγκρατούσε τα θεριά και τις έχιδνες π' απειλούσαν να αποδράσουν απ' τ' ανθρώπινο κορμί.


Πρωταρχική του σκέψη –κείνη που τριβέλιζε τον νου του ως κεντροφόρος σφήκα- ήταν να αφήσει κατά μέρος την πραϋθυμία που τον χαρακτήριζε και να την επιπλήξει κατά τον πλέον αυστηρό τρόπο για την αμυαλοσύνη της. Όμως το κάτωχρο πρόσωπό της και τα γλαρωμένα μάτια που ‘μοιαζαν σα να ‘χαν αντικρίσει τον χάρο σε απόσταση αναπνοής διαρκώς τον αποθάρρυναν και δια τούτο επέλεξε να συνομιλήσει μαζί της σε κλίμα ηρεμίας και συγκατάβασης. Και, σε αντίθεση με την προηγούμενη νύκτα, ο Λόρδος ουδόλως διεφώνησε μαζί της μήτε πρόβαλλε ενστάσεις στα ξέπνοα παραληρήματά της. Άκουγε την Μυρτώ ευλαβικά και της αποκρινόταν με πάσα ειλικρίνεια δίχως να της αρνείται πλέον τίποτε.


Και μίλησαν, και μίλησαν, και μίλησαν οι δυο τους κείνη την νύκτα για ώρα αρκετή. Και ήταν η κουβέντα τους γαλήνια σαν την ατάραχη επιφάνεια μιας λίμνης σ’ εποχή απολύτου άπνοιας. Και στις περιστασιακές της κείνες αδιόρατες μεταστροφές, η κουβέντα τους αποχτούσε ξάφνου συναίσθημα ικανό να κάμει παρανάλωμα εκκλησιές από πλιθιά και όρη δασοσκέπαστα. Μα παρέμενε η κουβέντα τους γαλήνια κι οι πυρκαγιές κατασβένονταν ευθύς καθώς η λογική και η ομόνοια συνέπαιρναν ολότελα τις λέξεις. Ήτο κρίμα κι άδικο που οι τοίχοι της κάμαρης ήσαν γυμνοί από βιβλία ώστε να παραπέμψει το κάθε αίσθημα των στιγμών στις σελίδες κάποιου βαθυστόχαστου συγγραφέα. Καθότι ουδείς εκ των δυο βαστούσε πένα και χαρτί, σημειώσεις δεν καταγράφονταν για να περιγράψουν το εκάστοτε φτεροκόπημα της καρδιάς. Εάν παρευρίσκετο ένας ζωγράφος μες στο δωμάτιο, ωθημένος απ’ οίστρο αχαλίνωτον θ’ αποτύπωνε την μειλίχια αύρα ολόγυρά του απάνω σε καμβά.


Κι ενέδωσε κάποτε ο Λόρδος στο αίτημα της κόρης καθότι δεν είχε πια τίποτε άλλο να πράξει στην περίσταση. Καταδέχθηκε το λοιπόν να της δώκει το χρίσμα του βρυκόλακα και να την πάρει μαζί του μακριά από το Μεσολόγγι.

Προτού της προσφέρει την καίρια δαγκωματιά, ο Λόρδος ορμήνεψε την Μυρτώ να κάμει υπομονή για μία μονάχα ημέρα ώστε ν’ απολαύσει για μια τελευταία φορά το ηλιόφως του ελληνικού γαλάζιου ουρανού. Και τούτο επειδή –ως ήσαν οι ακριβείς του λέξεις- η κόρη δεν θα είχε έπειτα την δυνατότητα να ξαναντικρίσει τον ήλιο εις τον αιώνα τον άπαντα. Της συνέστησε να χαρεί και να εκτιμήσει στο έπακρο την κάθε ηλιαχτίδα, να ερευνήσει το κάθε όμορφο παιγνίδισμα του φωτός απάνω στους υμένες των ομμάτων, να απονείμει την δέουσα τιμή στην γλυκιά ζωηράδα της φύσης που ελάμβανε χώρα υπό τον δεσπότη ήλιο. Να μην αφήκει τίποτες ανίδωτο στις ώρες της λιόχαρης ημέρας –έτσι της όρισε.


Και ούτως έπραξε η Μυρτώ ακολουθώντας κατά γράμμα την ορμήνια του Λόρδου. Κι ουδέποτε καθ’ όλη την διάρκεια κείνης της ηλιοθαλπωρής ένιωσε η Μυρτώ κάποιο μετάνιωμα για την απόφασή της να γενεί στοιχειό της νύχτας μήτε κι ηδύνατο ο βουερός πυρετός του θέρους να της αλλάξει την θρονιασμένη γνώμη των πραγμάτων. Η ημέρα εκείνη το λοιπόν –η τελευταία της ως άνθρωπος- κύλησε με την χαρά και την απάθεια να στέκουν ισόβαρες στο ζύγι. Καθότι πώς ήταν εφικτό ο χαριτωμένος βόμβος των ζούζουλων και το μυριόχρωμο άκκισμα των λέλουδων ν’ αγγίξει την αδιάλλαχτη ψυχή της νεαρής; Ουδείς εκ των δύο εταίρων –του Λόρδου και της Μυρτώς- εξεπλάγη φυσικά με την εξέλιξη ετούτη. Δεδομένης της πεισμονής της κόρης, η πλήρης αδιαφορία ήτο αναμενόμενη εν προκειμένω, έστω και με την θαυμάσια εκείνη αίγλη του θάμβους.


Κι έφθασε κάποτε κι η ώρα του ηλιοβασιλέματος, κι έκατσε η Μυρτώ απάνω σε μια τούρλα για να το μελετήσει ακολουθώντας την συμβουλή του Λόρδου. Κι έτυχε το στερνό αυτό ηλιοβασίλεμα της Μυρτώς να είναι το πιο μαγευτικό απ’ όλα τα ηλιοβασιλέματα που ΄χαν βλογήσει ίσαμε τότε το Μεσολόγγι, ηλιοβασίλεμα συνταραχτικό στην καλλονή του. Ο ήλιος βυθίστηκε πορτοκαλής μες στον ασάλευτο καθρέπτη της λιμνοθάλασσας και, στην βραδεία αυτή εμβάπτισή του στα πέρατα του ορίζοντα, ολάκερος ο ουράνιος θόλος βάφτηκε με τις μύριες ανταύγειες του κόκκινου μέχρις που ο πύρινος κύκλος αφανίστηκε ολωσδιόλου απ’ τον κοσμικό καμβά και οι χρωμικές παλέτες θέριεψαν αλλόφρονες μετά μαβιών και σμαραγδένιων απολήξεων. Αυτά συνέβησαν προτού το δροσερό σκοτάδι της νύχτας εξαπλωθεί απάνω στην γη.


Ο Λόρδος εξήλθε απ’ τον τάφο του και συνάντησε την Μυρτώ, ως ήταν συμφωνημένο μεταξύ των. Κι έπειτα επήγαν οι δυο τους στον γερο-Μαστροδήμο και στην κυρα-Ασήμω ώστε να δώκουν τους ύστατους αποχαιρετισμούς. Μες στην αδαημοσύνη της, η δόλια η κυρα-Ασήμω είχε ετοιμάσει για την θυγατέρα της κολατσιό για τον δρόμο και υφαντά πανωφόρια που έφταναν ως τις κνήμες των ποδιών. Μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο στα χείλη, ο Λόρδος καθησύχασε την στοργική μάνα: Για το ταξίδι τούτο, δεν χρειάζονταν κολατσιά ή πανωφόρια. Εισάκουσε η κυρα-Ασήμω την υπόδειξη του βρυκόλακα κι αγκάλιασε με περίσσια θέρμη την Μυρτώ όπως το ίδιο έπραξε και ο γερο-Μαστροδήμος, κι αντάλλαξαν αγαπημένους ασπασμούς ο ένας με τον άλλον. Προτού αποχωρισθούν, το γέρικο ζευγάρι όρισε στον Λόρδο επιτακτικά να φυλάγει την θυγατέρα τους ως κόρη οφθαλμού. Ο Λόρδος τους έδωκε τον λόγο του.


Έπειτα ο Λόρδος κι η Μυρτώ βάδισαν ίσαμε τον πευκώνα που έστεκε σιμά στο σπιτικό των Μαστροδημαίων. Υψώνοντας τα μάτια της στην έναστρη νύχτα και ατενίζοντας την ημισέληνο που ολοένα και λιγόστευε, η Μυρτώ πρόσφερε τον γυμνό της λαιμό στον βρυκόλακα. Μες στον γλυκό της κείνον τρόμο, η κόρη αρνήθηκε να κοιτάξει την μεταμόρφωση του Λόρδου σε σαρκοβόρο κτήνος κι έφραξε με τον νου τα αφτιά της ώστε να εμποδίσει τους άγριους βρυχηθμούς να την παρεκκλίνουν απ’ τον σκοπό της. Οι γαμψοί κυνόδοντες του Λόρδου μπήχτηκαν στο βελούδινο δέρμα της Μυρτώς και τότες το θεριό αρχίνησε να πίνει το αίμα της τρυπημένης καρωτίδας –όχι πολύ αίμα, όσο ήτο αναγκαίο στην περίσταση. Ούρλιαξε η Μυρτώ απ’ τον πόνο και μαζί της αλυχτήσαν και οι λύκοι απ’ τις σκοτεινές σπηλιές των βουνών στ’ απόμακρα της γης.


Μισολιπόθυμη η δεσποσύνη σωριάσθηκε στο έδαφος, ολότελα παραδομένη στις δαιμονικές επιβολές του στοιχειού. Ο Λόρδος έβγαλε ένα λεπίδι από την τσέπη του φράκου του κι έκοψε τον καρπό του. Άφθονο αίμα κύλησε ευθύς απ’ τις κομμένες φλέβες. Ο Λόρδος άπλωσε τον σκισμένο του καρπό πάνω απ’ τ’ ορθάνοιχτο στόμα της Μυρτώς και τότε εκείνη ξεκίνησε με φουντωμένο πόθο να κατεβάζει τις γουλιές του κόκκινου ελιξίριου στο λαρύγγι της. Τέτοια γίνηκε η βουλιμία της ώστε βρήκε ξάφνου τις χαμένες της δυνάμεις κι ανασηκώθηκε γιομάτη λύσσα για ν’ αρπάξει τον καρπό του Λόρδου και να τον φέρει στα χείλη της. Ρούφηξε με βία το μολυσμένο αίμα, το κατάπινε με βάναυση αγριότητα, η δίψα της έγγιζε τα μύχια του Λόρδου συνταράσσοντάς τον σύγκορμο απ’ την κορφή ως τις πατούσες. Ήταν ωσάν κι η κόρη εκδικούνταν τον βρυκόλακα για τον πόνο που της προξένησε λίγο πρωτύτερα.


Σαν η Μυρτώ ήπιε αρκετό αίμα απ’ τον καρπό, ο Λόρδος αποτραβήχτηκε μακριά της και κούρνιασε γερμένος απάνω στον κορμό ενός πεύκου ώστε να γλύψει την πληγή του. Η Μυρτώ αντιθέτως απόμεινε γονατιστή κατάχαμα περιφέροντας το βλέμμα ολόγυρά της. Το στοιχειωμένο αίμα του βρυκόλακα δρούσε με αμείλιχτη μανία μες στον ασθενικό της οργανισμό, μετάλλασσε με άρχουσα εξουσία την κάθε της ανθρώπινη συνείδηση, κυρίευε ανελέητο τα θνητά της αισθητήρια αφανίζοντας μ’ ατσάλι και πυρά οιαδήποτε αντίσταση στην φοβερή του επέλαση. Ώσπου η υπερφυσική αυτή επίδραση του αίματος εσμίλευσε την κόρη καθ’ ολοκληρίαν κι εναπετίθετο η τερατώδης του ενέργεια σφοδρή στα κοντυλένια άκρα του κορμιού της. Ούτως, λύθηκε κάποτε κι εκείνη η δύστροπη γροθιά του ζερβιού της χεριού, και στο άνοιγμα της ροδαλής παλάμης γόγγυξε η Μυρτώ σαν από οίστρον ερωτικό.


Τα μάτια της δεν έπαυαν ούτε στιγμή να ατενίζουν τα πανύψηλα πεύκα τριγύρω, αρνούμενα να βλεφαρίσουν, ορθάνοιχτα αδιακόπως προκειμένου να εμπεδώσουν κάθε δεδομένο της νέας της αυτής υπόστασης. Κυριεύθηκε από δέος παιδιάστικο σαν αντελήφθη τα μακριά κλαδιά των δέντρων να απλώνονται ως πλοκάμια και να την περιβάλλουν με την θέρμη μιας τρυφερής αγκαλιάς. Δεν άργησε όμως να νιώσει τον τρόμο στο πετσί της μόλις τα κλαδιά εκείνα ξεπέταξαν παραφυάδες απειλητικές κι έτοιμες να την περισφίξουν με τα φιδίσια μήκη τους.

Ήταν εκείνη ακριβώς η στιγμή που η μακάβρια υπερδύναμη του βρυκόλακα φανέρωνε το πραγματικό της πρόσωπο και ο βαθύς ζόφος συνεπήρε την καρδιά της κόρης με την ασύγκριτη θλίψη του. Απόχτησε ξάφνου η μορφή της χλωμάδα τέτοιαν π’ όμοιά της δεν είχε απαντήσει καθώς η φαντασμαγορία που συνέβαινε ομπρός της έγγιζε πλέον και τα ευάλωτά της σώψυχα μαζί με την όραση. Ήταν τώρα πια καθήκον του Λόρδου να δράσει καταλλήλως ώστε να αποσοβήσει την περαιτέρω κατάπτωση της άμαθης δεσποσύνης. Και για τον λόγον τούτον έσκυψε στο αυτί της για να της ψιθυρίσει λόγια ενθαρρυντικά.

«Είναι η μαύρη τρύπα, έτσι δεν είναι Μυρτώ; Σαν ένα ολότελα σκιερό φεγγάρι. Είναι η μαύρη εκείνη τρύπα που ενίοτε απλώνεται σ’ ολάκερη την όρασή σου και τότε το σφίξιμο στο στέρνο γίνεται ασφυκτικό. Με τον χρόνο, θα μάθεις να την διαχειρίζεσαι αυτήν την μαύρη τρύπα εώς ότου την καθυποτάξεις προς τα δικά σου οφέλη. Προς το παρόν, το μόνο που έχεις να κάμεις είναι να την παρατηρείς ψυχρά όπως σε παρατηρεί κι εκείνη. Μελέτησέ την κιόλας εάν αυτό σου κάνει κέφι. Να είσαι έτοιμη όμως για το ενδεχόμενο να σε καταπιεί ολότελα.»


«Απλά δεν είχα φανταστεί ποτές μου τέτοιο σκοτάδι, μυλόρδε. Δεν είχα διανοηθεί ποτές μου ότι η ζωή δύναται να κρύβει τέτοιον ζόφο μες στα σπλάχνα της.»


«Μην χάνεις το σθένος σου, Μυρτώ. Είναι πολλά εκείνα που 'χουμε να κάμουμε. Μας περιμένει ένα καινούργιο μέλλον, εμπρός μας ξανοίγεται μία λαμπρή πορεία, ένας κόσμος μαγικός και μυστηριακός συνάμα. Πίστεψέ με. Σπουδαία πράγματα αδημονούν να γενούν πράξη από εμάς. Το μόνο που χρειάζεται από μεριάς μας είναι απλή και ισχυρή βούληση.»


«Σαν τί πράγματα δηλαδή;»


«Το καθετί στον χρόνο του. Προτεραιότητά μας για την ώρα είναι να μάθεις το είδος εις το οποίο τώρα ανήκεις. Πρέπει να γνωρίσεις τους ομοίους σου, να εντρυφήσεις στα πλάσματα της νύχτας και να μοιραστείς τις ανησυχίες τους, να αφουγκρασθείς τα πάθη τους, να αντιπαραθέσεις τα ένστιχτά τους με τα ένστιχτα που τώρα διακατέχουν κι εσένα την ίδια. Θα μυηθείς στους νόμους και στα δόγματα της ανώτερης αυτής φυλής της οποίας είσαι πια μέλος δια της δικής μου μεσιτείας.»


«Και πώς θα γίνει αυτό, μυλόρδε;»


«Ω, θα γίνει με τρόπο θαυμάσιο, τούτο θα το ιδείς κι εσύ με τα δικά σου μάτια. Θα μεταμορφωθούμε σε νυχτερίδες, εσύ κι εγώ. Θα σου δείξω την μέθοδο, λεπτοκαμωμένη κι αλαφρή όπως είσαι θα μάθεις γρήγορα. Παρατηρώντας με, θα με ακολουθήσεις ανεμίζοντας τα νεοσύστατα φτερά σου. Και τότες θα πετάξουμε μαζί εις τους αιθέρες -να ξέρεις όμως!- πάντοτε κάτω από ουρανούς νεφοσκεπείς και βαθυσκότεινες νύχτες. Θα πετούμε πάνω από απέραντους ωκεανούς κι αφρισμένες θαλασσοφουρτούνες που καταπνίγουν ως και τις εμπειρότερες φρεγάτες. Σαν απαντούμε στο ταξίδι μας κάποιον φιλόξενο σκόπελο, θα καταλύουμε σε μιαν ανήλιαγη κρυψώνα του για μιαν μικρή ανάπαυλα κι έπειτα θα συνεχίζουμε άσκιαχτοι και με ζήλον ακάματο την πορεία μας ως τον τελικό της προορισμό.»


«Και ποιος είναι κείνος ο τελικός προορισμός, μυλόρδε;»


«Ω είναι ένα μέρος π' όμοιό του ουδέποτε είχες φανταστεί, αγαπημένη μου Μυρτώ, και σου ορίζω να 'χεις πάντοτες τούτο κατά νου καθ' όλη την ιπτάμενη πορεία μας. Μαζί θα ταξιδέψουμε πέρα απ' τις άγριες θάλασσες, εκεί όπου στέκει η προαιώνιος γη της Αμερικής. Σαν φθάσουμε κάποτε στις επικράτειες εκείνες, θα κινήσουμε για το Μεξικό, και πιο συγκεκριμένως προς ένα μέρος που εβαπτίσθη με το όνομα Οαχάκα από τους ντόποιους ιθαγενείς και που στην γλώσσα των Αζτέκων σημαίνει γέρικο δέντρο. Μια μαγική πόλη δεσπόζει στα σπλάχνα του Οαχάκα, η Μίτλα, και είναι κοσμημένη ολάκερη σαν νύφη από παλάτια και ναούς των Ζαποτέκων προς τιμήν θεών του παρελθόντος, κτίσματα επιβλητικά στην όψη και αγέρωχα στον χρόνο, καλυμμένα όλα τους από περίτεχνα μωσαϊκά και υπνωτικές ζωοφόρους. Σαν πετάξουμε από πάνω τους ως νυχτερίδες -θα το ιδείς!- αίφνης τα καλλιτεχνήματα θ' αποχτήσουνε ζωή και θα λικνίσουν τις λαξεμένες πέτρες και τα ζωηρά χρώματα για να σε σαγηνέψουν στην τρομερή τους δίνη. Μην πτοηθείς! Συνέχισε ακάθεκτη το πέταγμά σου μαζί μου κι άσε την αρχαία μέγαιρα από κάτω σου να κάμει τα δικά της ξόρκια. Όντας μαζί μου, δεν θα 'χεις τίποτε να φοβηθείς. Μόλις τρία μίλια βορειοδυτικά της Μίτλα, θα απαντήσουμε μια έκταση δασοσκέπαστη με άγριαν βλάστηση αλλά και με βράχους κοφτερούς σαν λεπίδες που ξεπετιόνται εδώ κι εκεί διάσπαρτοι ώστε ν' αποθαρρύνουν τυχόν επίδοξους εξερευνητές. Οι ντόπιοι ιθαγενείς πάντοτες αποφεύγουν κείνην την περιοχή προειδοποιώντας τους επισκέπτες να πράξουν το ίδιο, ισχυριζόμενοι ότι είναι στοιχειωμένη από κάποια δύναμη απείθαρχη στους νόμους της φύσης. Μέχρι και αγάλματα με σκιαχτικά μορμολύκεια στήνουν οι δύσμοιροι προκειμένου να εμποδίσουν ανθρώπου πόδι να πατήσει στα μέρη εκείνα. Ουδείς φυσικά από τους μορφωμένους φυσιοδίφες λαβαίνει σοβαρά υπόψη τις ορμήνιες των ιθαγενών και τις απορρίπτει ευθύς ως μωρές δεισιδαιμονίες. Όμως μάντεψε τί, αγαπημένη μου Μυρτώ. Λέγουν την αλήθεια οι ιθαγενείς καθότι είν' όντως στοιχειωμένη η περιοχή κι η δύναμη κείνη που φωλιάζει στα εδάφη της σύντομα δίνει το παρόν της κι αποδιώχνει τελικώς ως και τον πλέον γενναίο ή δύσπιστον επισκέπτη. Τον νου σου!... Δεν εφαρμόζει αλόγιστα η δύναμη τούτην την πρακτική. Έχει τους λόγους της, και μάλιστα λόγους απολύτως δίκαιους εις την περίσταση. Και τούτο επειδή σκοπόν της έχει να φυλάγει ως μυστικό επτασφράγιστο ένα σπήλαιο που εδράζει στα λημέρια της: Το σπήλαιο Γκουιλά-Νακουίτζ! Κείνο το σπήλαιο -μάθε το λοιπόν τώρα που 'γινες μία από εμάς- είναι η κεντρική βάση των βρυκολάκων ολάκερης της οικουμένης. Είναι σύγκλητος που νομοθετεί, δικαστήριο που αποφαίνεται, κολαστήριο που τιμωρεί, παράδεισος π' επιβραβεύει, είν' ορμητήριο κι ασκητήριο συνάμα για τους βρυκολάκους άπαντες. Το μάκρος της εκτείνεται ως τα έγκατα της γης, οι κοιτώνες της συνωστισμένοι από Strigoi Morti σαν και του λόγου μας. Το απόκρυφο ετούτο σπήλαιο είναι ο ιερός ναός εντός του οποίου η Δίαιτα των Cluj ασκεί την φοβερή της εξουσία. Εκεί, εμπρός στην Δίαιτα των Cluj οφείλεις πια να παρουσιασθείς και καλά θα κάμεις να τους εμπνεύσεις καλήν εντύπωση εφόσον εγώ είμαι κείνος που παρέχει την εγγύηση για σένα. Αν αποτύχεις εσύ, αποτυγχάνω κι εγώ μαζί σου. Θα σε εξετάσει ο Μάγιστρος, ο αρχαιότερος των βρυκολάκων, στοιχειό που κουβαλά μιαν ολόκληρη χιλιετηρίδα απάνω στους ώμους του. Θα σου κάμει ερωτήσεις και πολλές απ' αυτές τις ερωτήσεις θα είναι παγίδες προκειμένου ν' ανιχνεύσει τυχόν βαθύτερα κίνητρα που σε ωθούν. Να είσαι υπάκουη και ειλικρινής μαζί του. Μην του κρύψεις με δόλο την αλήθεια μήτε ν' αναμείξεις την αλήθεια με το ψέμα. Τούτο θα τον εξοργίσει αφάνταστα και -πίστεψέ με- ουδόλως θα επιθυμούσες να 'χεις τον Μάγιστρο εναντίον σου. Όποια κι αν θα 'ναι η κρίση του για σένα, αποδέξου την μ' ευλάβεια κι επίδειξε πάντοτε την δέουσα ταπεινοφροσύνη. Ο Μάγιστρος ίσως να φαντάζει σκληρός στην φλοίδα του, μα έχει πυρήνα γιομάτον απ' το νέκταρ της σοφίας. Θα σου δώκει την σωστή κατεύθυνση.»


«Κείνο το μέρος που ανέφερες, μυλόρδε... κείνο το σπήλαιο... θα με βοηθήσει, θαρρείς, να απαλλαχτώ από την φριχτή ασθένεια που με θερίζει; Πιστεύεις πως είναι ικανός κείνος ο Μάγιστρος... το αρχαίο στοιχειό που περίγραψες... να μ' οδηγήσει μακριά από τους νοσηρούς εφιάλτες που με καταδιώκουν; Ο λόγος που σε ρωτώ, μυλόρδε, είναι επειδή -δεν σου το κρύβω- ενόμιζα ότι με το ακριβό σου χρίσμα θα γενόμουν πια ένα πλάσμα ξέγνοιαστο κι απελευθερωμένο. Κι όμως, φρονώ πως ξεγελάσθηκα από τις μεγάλες προσδοκίες μου τόσο που ετυφλώθηκα τελικώς από τον φωτεινό προορισμό π' ατένιζα μονίμως εμπρός μου δίχως να λογίζω το στενό μονοπάτι κάτω από τα πόδια μου. Καθότι -στο ομολογώ, μυλόρδε και σ' εκλιπαρώ να μην με αποπάρεις- ο ζόφος κείνος που στοίχειωνε τα θνητά μου λογικά γίνεται τώρα ενίοτε πιο αβάσταχτος κι εριστικός από πρωτύτερα. Κι εφόσον η νεκρή καρδιά στο στέρνο μου δεν λέει πια να σπαρταρήσει μ' ανθρώπινο ψυχόρμητο, παραδίνεται το λείψανό μου ολοσχερώς σε ίλιγγο μακάβριον. Μα, ας μην σε σκοτίζω και τόσο πολύ με όλες τούτες τις αλαφρότητες. Απερίσκεπτη που είμαι, αλήθεια...! Αντίς να εκφράσω ευγνωμοσύνη, σε εξαναγκάζω γι' άλλη μια φορά να υπομένεις τις γκρίνιες μου. Συχώρα με, μυλόρδε, που είμαι ακόμη αμάθευτη σε τέτοιες πρόσκαιρες παρενέργειες. Διότι τέτοιες δεν είναι τελικά, μυλόρδε; Τίποτε παρά πρόσκαιρες παρενέργειες. Δεν είναι έτσι; Πες το μου, μυλόρδε, ώστε να το ακούσω κι απ΄τα δικά σου χείλη.»


«Ω μα ναι, φυσικά, αγαπημένη μου Μυρτώ. Δεν είναι όντως παρά πρόσκαιρες παρενέργειες. Δεν θέλει δα και τόση στόχαση το πράγμα. Ανεξοικείωτος ως είναι ακόμη ο ευάλωτος οργανισμός σου με την υπερδύναμη του βρυκόλακα, αντιδρά κατά τρόπον άγαρμπο στην έξαψή της. Θα φύγουν οι σκοτοδίνες και οι ίλιγγοι, μην ανησυχείς. Και για ν' απαντήσω στα αρχικά σου ερωτήματα, σου δηλώνω αμερολήπτως και κατηγορηματικώς πως -ναι- στο σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ θα βρεις την γαλήνη κείνη που αναζητείς. Καθότι εκεί μονάζουν όντα πανόμοια με σένα και σαν έλθεις κοντά τους και τα συναναστραφείς, θα μοιραστείς τον πόνο σου μαζί τους και πολύ σύντομα θα καταλάβεις ότι ο δικός σου πόνος δεν διαφέρει σε τίποτε απ' τον δικό τους. Τούτο θα 'ναι αρκετό ώστε να ευφράνει τις καθημαγμένες σου συνείδησες. Κι όσο για τον Μάγιστρο, να ξέρεις πως δεν θα ξαναπαντήσεις πουθενά αλλού στον κόσμο τέτοιον επιδέξιο θεραπευτή. Ο Μάγιστρος, αγαπημένη μου Μυρτώ, είν' η μοναδική οντότης που δύναται ν' αγγίξει την φριχτή σου αρρώστεια και να την εξοβελίσει. Να είσαι βέβαιη πως τα λόγια μου όλα τούτα είναι πέρα για πέρα ειλικρινή. Και θα το δεις, ο χρόνος μας στο Γκουιλά Νακουίτζ θα γενεί στο τέλος μια μεγαλόπρεπη γιορτή, ένα γητευτικό ξεφάντωμα τέτοιο που οι θνητοί δεν δύνανται μήτε να ονειρευτούν μήτε να εικάσουν. Εναγκαλίσου το λοιπόν το πολύτιμο χρίσμα που τώρα σ' ευλογεί και αποκόμισε τις καινούριες γνώσεις που κυλούνε πια στο αίμα σου.»


Τούτα είπε ο Λόρδος προκειμένου να διασκεδάσει τις φοβίες της κόρης στα πρώτα της βήματα ως βρυκόλακας. Μα, ενόσω της έλεγε όλα αυτά, η προσοχή της Μυρτώς ήταν διαρκώς αποσπασμένη στο θέριεμα του ζόφου ολόγυρά της που με τον νεκρικό του βόμβο πρόδιδε την αλλοιωμένη ουσία των πραγμάτων. Το μολυσμένο αίμα στο κορμί της εξακολουθούσε ακάθεκτο τις μαγγανευτικές του τελετουργίες και το ξόρκι του ήδη έκδηλωνόταν στην όψη της: Τα σταχτιά της μαλλιά επανέκτησαν το πρότερο αστραφτερό εβένινο χρώμα τους, οι σκοτεινοί κύκλοι γύρω απ' τα μάτια αφανίσθηκαν δίνοντας τόπο στην χλωμή επιδερμίδα και οι ίριδες των ματιών της μεταλλάχθηκαν σε ασημόγκριζες κηλίδες σαν και αυτές που ορίζουν τα βλέμματα των σαρκοβόρων αιλουροειδών. Έστω κι έτσι, μια αδιόρατη χροιά απογοήτευσης αργοσάλευε στην έκφρασή της, ωσάν και οι μεγάλες της εκείνες προσδοκίες είχαν διαψευσθεί εξάπαντος από την αναντίρρητη πραγματικότητα.


«Συχώρα με μυλόρδε που δεν άκουσα όλα όσα μου 'πες αλλ' ο νους μου αλώνιζε αλλού. Τούτο το μέρος, μυλόρδε, προσβάλλει πλέον τις αισθήσεις μου κατά τρόπον κατάφωρα αποπνιχτικό. Συχώρα με. Νιώθω σα να ασφυκτιώ εδώ πέρα.»


Ο Λόρδος ξεφύσηξε μελαγχολικά. Τηρώντας το πείσμον πλάσμα ενώπιόν του, ο Λόρδος διαπίστωνε ολοένα και περισσότερο την πεμπτουσία της Μυρτώς πίσω απ' την αλλόκοτη αυτή οπτασία του Strigoi Morti. Δεν ήταν ένας βρυκόλακας τούτος εδώ μπροστά του. Ήταν η Μυρτώ, το ίδιο γλυκιά και απορριπτική όπως και πριν. Μονάχα η σφιγμένη γροθιά του ζερβιού της έλειπε για να ολοκληρώσει το σύνολο.


«Βρισκόμαστε εις την ανοιχτή εξοχή, με την καθάρια νύχτα αδιάλειπτη πάνω απ' τα κεφάλια μας. Πώς διάολο γίνεται να ασφυκτιάς εδώ πέρα;»


---

[συνεχίζεται την επόμενη Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769