Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 35 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 35 από 36]

---

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι


Χ


Το πέταγμα της Μυρτώς ήταν νωχελικό και βεβιασμένο. Ωσάν και η κόρη δεν κινούσε τα χειρόπτερά της παρά μόνον για να ευθυγραμμίζεται με το πέταγμα του συνοδοιπόρου της. Τούτο φυσικά δεν διέφευγε της προσοχής του Λόρδου ο οποίος ευρίσκετο πάντοτε σε απόσταση μόλις μερικών ποδιών ξοπίσω της ώστε να την προσέχει. Κάτω απ' τον βουρκωμένο ουρανό με τα γκριζόμαυρα σύννεφα που 'κρυβαν τον ήλιο, ο Λόρδος μελετούσε εμπρός του την θλιμμένη νυχτερίδα που λάθευε κάθε τόσο στην ρότα της λόγω αδιαφορίας. Κι εθρόιζε άγρια η θάλασσα κάτωθέν τους, με κύματα π' αφρίζαν και με μελτέμια μυρωμένα από ιώδιο κι αλάτι. Ένα αστόχημα στο φτερουγητό εδύνατο να αποδειχθεί μοιραίο, και τότες η Μυρτώ κινδύνευε να τσακιστεί στ' ανελέητα πελάγη.


Σαν η προσοχή του Λόρδου κατάφερνε να αποσπαθεί απ' την Μυρτώ, δύο μαγικές θύμησες μονοπωλούσαν τα συλλοϊκά του, δύο πανέμορφες στιγμές που έλαβαν χώρα λίγο πρωτύτερα. Η μία αφορούσε την μεταμόρφωση της Μυρτώς σε νυχτερίδα. Ήτο μια επίχαρις διαδικασία, ορισμένη από φυσικότητα κι από αγέρινη αλαφράδα, όπως ακριβώς την είχε προβλέψει ο Λόρδος. Εκείνος της υπέδειξε αρχικώς τον τρόπο, και τότε εκείνη ακολούθησε πιστή τα βήματά του κι ευθύς πετάρισε τριγύρω του ως ζωηρή νυχτερίδα. Η άλλη στιγμή αφορούσε το αποχαιρέτισμα των Μεσολογγιτών που έσφυζε από συγκίνηση και τρυφεράδα. Η φήμη ότι η Μυρτώ εσκόπευε να αποχωρισθεί το Μεσολόγγι μαζί με τον Λόρδο την νύχτα εκείνη είχε διαδοθεί ανάμεσα στους νεολαίους και τότε στηθήκαν όλοι τους με αναμμένα κεριά στο ακροθαλάσσι των Καραγγελέικων κι αποχαιρέτισαν τα δύο μαύρα πετούμενα με παραδοσιακά τραγούδια και με κλαρίνα.


Πουλάκι μου που είσαι ψηλά

και χαμηλά αγναντεύεις.

Μην είδες την αγάπη μου

την αγαπητικιά μου;

Τέσσερα χρόνια καρτερώ 

για να τη κάνω ταίρι.


Παρ' όλα τους τα χούγια και τις παραξενιές, οι Μεσολογγίτες είχαν κερδίσει την καρδιά του Λόρδου. Ήταν ένας λαός φιλόξενος, με ευγένεια και με καλοσύνη και με ατόφια διάθεση για γλέντι όταν δινόταν η αφορμή. Κι εάν στις τελευταίες τούτες ημέρες της διαμονής του Λόρδου οι Μεσολογγίτες έδειχναν κατιτί καχύποπτοι κι απόμακροι, εκείνος ουδόλως τους καταλόγισε αξιόμεμπτη συμπεριφορά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε...! Ήτο απολύτως λογικό να φοβούνται οι άνθρωποι ένα στοιχειό, σ' όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρισκόταν. Το Μεσολόγγι αποτελούσε πάραυτα κάποιαν πενιχρά εξαίρεση εις τον κανόνα και τούτη έγκειτο στο γεγονός ότι -όντας διαρκώς πολιορκημένοι και αγωνιστές κι αντίπαλοι των Τούρκων- οι Μεσολογγίτες έβαναν πάντοτες στον νου σκοτούρες που ΄σαν ανώτερες της ιδιόρρυθμης φύσης του Λόρδου. Γι' αυτό άλλωστε και διήρκησε εν τέλει η διαμονή του Λόρδου τόσο μπόλικον χρόνο σε μια τόσο μικρή κοινωνία.


Μα ως κι ένα στοιχειό με υπερφυσικές δυνάμεις όπως ο Λόρδος έστεκε ανήμπορο να προμαντέψει την σκληρή μοίρα που καραδοκούσε τούτον τον πρόσχαρο λαό. Καθότι έμελλαν δύο έτη αργότερα -το 1826- να περάσουν τα πάνδεινα τούτοι οι χαρισματικοί άνθρωποι. Κατάφερε εν τέλει ο Κιουταχής με την βοήθεια του Αιγύπτιου στρατάρχη Ιμπραήμ Πασά να αποκλείσει το Μεσολόγγι από παντού με μυριαρίφνητα στρατεύματα. Οι ανεφοδιασμοί τροφίμων και όπλων από τους Έλληνες οπλαρχηγούς κατέστησαν αδύνατοι, και σύντομα η Ιερά Πόλις θερίστηκε από φοβερό λιμό. Πήραν κάποτε την απόφαση οι πολιορκημένοι Μεσολογγίτες να επιχειρήσουν μία ηρωική έξοδο απ' την πόλη τους, την νύκτα της 10ης του Απρίλη του 1826. Κείνη ήταν μια αιματοβαμμένη νύκτα. Χιλιάδες Μεσολογγίτες σφαγιάσθηκαν από τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα. Ήταν η νύκτα που γράφτηκε με ανεξίτηλα γράμματα στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως ως η...-


«Μυλόρδε...! Όλα διαγράφονται πλέον ολόγυρά μου με μεγαλύτερην σαφήνεια... Το χρίσμα σου μ' έκανε τώρα τολμηρότερη στ' αντίκρισμα της άνοθης αλήθειας... Ω άκουσέ με, σε παρακαλώ, και λάβε σοβαρά υπόψη όλα όσα σου εξομολογούμαι εφόσον τούτα είναι λόγια έλλογου ενθουσιασμού εμπρός στο θεσπέσιο όραμα του θείου... Χρειάσθηκε να γενώ στοιχειό ώστε να απογυμνωθούν οι οφθαλμοί μου από τα πέπλα της πλάνης και να ιδούν με θάρρος την αρχέγονο αιτία των πραγμάτων... Για πρώτη μου φορά στο μέχρι τώρα διάβα μου απάνω στον κόσμο νιώθω τόσο καλότυχη κι ευνοημένη...! Ω, αν δεν είν' ευτυχία το συναίσθημα που με κυριεύει τώρα δα, τότες δεν κατέχω την παραμικρή ιδέαν τί όνομα μπορώ να του αποδώσω...!»


«Ω, μα στο 'χα πει, Μυρτώ μου αγαπημένη, πως θα 'ναι πάμπολλα τα θαύματα που θ' απαντήσεις σε τούτην την νέα σου πορεία κι εκπληκτικές οι ανακαλύψεις π' αδημονούν να γίνουν χτήμα σου πια στο κάθε γύρισμα του χρόνου. Στο 'χα επισημάνει ενόσω εσύ έβριθες από δυσπιστία και περιφρόνηση. Όμως επίτρεψε στον δόλιο σου συνταξιδιώτη τώρα να μοιραστεί για μιαν στιγμή τούτην την ευτυχία σου, Μυρτώ. Καθότι -δεν στο κρύβω- γελάει από χαρά ολάκερη η πλάση γύρωθέ μου τώρα που σε βλέπω ευτυχισμένη και γίνομαι κι εγώ πιότερο ευτυχισμένος από σένα. Φοβήθηκα, Μυρτώ. Φοβήθηκα ότι δεν θ' άντεχες τούτο το ταξίδι για πολύ και ότι θα με παρατούσες σύντομα έρμον και μοναχόν στους ανήλιαγους αιθέρες. Τί ανακούφιση ήταν τούτη πράγματι...! Ξεφορτώθηκ' επιτέλους η ασάλευτη καρδιά μου ένα βάρος π' απειλούσε μοχθηρό να την συνθλίψει. Εμπρός λοιπόν! Ας κινήσουμε πια οι δυο μας με ισχυρότερην βούληση και με πόθον διακαέστερον για το μυθικό σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ. Ανασκουμπώσου για τον αιώνιον ορίζοντα που ξανοίγεται τώρα ομπρός μας ως ροδοστόλιστη αψίδα. Είναι στο χέρι μας πλέον, Μυρτώ μου αγαπημένη, να μεταπλάσουμε τον θάνατο ό,που κι αν στέκει σε ζωή και κτίση. Εμπρός λοιπόν για νέες εμπνεύσεις και νέες καταχτήσεις!»


«Ω καλέ μου μυλόρδε, πόσο γλυκύτατος παιχνιδίζεις μες στην παιδικήν σου αφέλεια...! Είν' αλήθεια τόσο ξέφρενο το πάθος που σ' ορίζει ώστε δεν βάνεις μήτε στιγμή σταματημό στην φούρια σου. Ανεπαή δεν κάμεις για να αντιληφθείς το νόημα πίσω απ' τις ειλικρινείς μου λέξεις παρά σπεύδεις ευθύς να με παρερμηνεύσεις. Αλλ' ακόμη κι αν σου αναλύσω το νόημα της φαεινής μου αυτής επίπνοιας, πολύ φοβούμαι ότι θα το απορρίψεις μ' όλο σου το σθένος και θα βαλθείς να με μεταπείσεις ως προς τις δήθεν εσφαλμένες μου εντυπώσεις. Όμως η άνοθη αλήθεια, λατρεμένε μου μυλόρδε, στέκει αγέρωχη απάνω στην καθέδρα της κι αμείλιχτη πλήττει μ' αστροπέλεκες κάθε εξεγερμένη αμφισβήτηση. Είναι πασιφανές, μυλόρδε. Ήτο πάντοτες πασιφανές το νόημα ολόμπροστά μου μα η ψυχή μου δείλιαζε τρεμάμενη στην ιδέα του και μόνον στρέφοντας το βλέμμα της αλλού. Τώρα πια δεν υπάρχει ψυχή στα μύχια μου και συνεπώς δεν λογίζω πλέον επιπόλαιους φόβους. Η αλήθεια ως ακραιφνής κι ευθύδικη ιέρεια μου 'δωκε πια όλες τις καθάριες αποκρίσεις στις αναζητήσεις μου, δίχως φθηνούς χρησμούς και κλούβιους γρίφους. Μα για δαύτο, καλέ μου σύντροφε, θα χρειασθεί να με εμπιστευθείς με τυφλήν εκθάρρηση.»


«Και τί ακριβώς σου εκμυστηρεύθη η άνοθη τούτη αλήθεια που με τέτοιον ζήλο εξυμνείς; Ω, σ' εκλιπαρώ, πες μου κι εμένα να το μάθω, αδελφική συντρόφισσα. Καθότι η επίπνοιά της -ως φαίνεται- συνεκλόνισε μονάχα το δικό σου πνεύμα και ούτως στέκω τώρα εγώ σαν σαλτιμπάγκος άσπουδος αντίκρυ στην δυσνόητη σιωπή της. Πες μου κι εμένα, σε ορκίζω, κι άλλο μη μ' αφήνεις μες στην αβάσταγη αγωνία.»


«Είν' ο θάνατος, μυλόρδε. Ο θάνατος είναι το νόημα. Είναι πάντοτε ο θάνατος η υπέρτατη αλήθεια κι έννοια άλλη καμιά δεν δύναται ν' αντιπαρατεθεί στην απρόσβλητη ισχύ του. Καθότι ο θάνατος, μυλόρδε, είναι το μόνον βέβαιο μες στον κόσμον τούτον όπου τα πάντα ρει και τίποτες δεν ίσταται αδιάσειστο. Αναλογίσου το για λίγο, αγαπημένε μου. Καθετί εγκόσμιο κρέμεται από μιαν λεπτή κλωστή που παραδέρνει απ' τους αγέρηδες της ακρίτου τύχης και της έωλης ελπίδος. Μόνον ο θάνατος είν' αναπόφευκτος και δεν είν' η ζωή εν τέλει παρά ένα πομπώδες κατευόδιο προς τις πύλες του μοιραίου. Δεν αντιλέγω, κάμουμε πράγματα μες στο κάδρο της ζωής, χαράσσομε γραμμές, χρωμοπινελιές ασύμμετρες εδώ κι εκεί, σκαρώνουμε ήχους με γέλωτες και με κλαυθμούς, ανεβοκατεβαίνουμε την μονότονη ετούτη συναπτή οροσειρά των συναισθημάτων, με την τραγωδία να ενεδρεύει μονίμως στα γκρεμνά και με την ευδαιμονία έκθετη μες σε κουρέλια σαπισμένα απ' την πολλήν αναψηλάφηση. Άλλα μονάχα ο θάνατος στέκει αδιάβρωτος απ' τις θαλασσοφουρτούνες του χάους και των αντιφάσεων, αφέντης στο απάνεμο εκείνο ακρωτήρι όπου η ζωή ξεβράζεται πνιγμένη απ' την ευτράπελη αντινομία.»


«Ο θάνατος, ε; Ε λοιπόν, θα πρέπει να νιώθεις τότες διπλά και τρίδιπλα ωφελημένη, κόρη, εφόσον θάνατο σου 'δωκα και μάλιστα μπόλικον από δαύτον. Διότι τί είναι τελικώς το χρίσμα του βρυκόλακα παρά μια αποκήρυξη της ίδιας της ζωής, μια μομφή δριμεία ενάντια στις ατέλειες του κοσμικού οικοδομήματος... Μα προτού βιαστείς να εξάγεις πρόσκαιρους συμπερασμούς δια του θανάτου τα ζητήματα, άφηκε με να σου ειπώ ότι αργά ή γρήγορα σ' ένα μονάχα πόρισμα θα καταλήξεις έπειτα απ' όλους τους συλλογισμούς, πόρισμα τελεσίδικο και οριστικό: Ότι ο βρυκόλαξ στέκει πέρα κι επάνω απ' όλα, ακόμη κι απ' τον θάνατον τον ίδιον. Καθότι είν' ο βρυκόλακας γέννημα-θρέμμα της θανής, βγαλμένος απ' την σκοτεινή της μήτρα. Κι είναι ταγμένος ο βρυκόλακας σ' έναν σκοπό μονάχα κι ετούτος δεν ειν' άλλος από την πάταξη του ίδιου του θανάτου δηλαδή της ίδιας του της μητρός. Στοχάσου την διαστροφή σ' ετούτον τον ειρμό, Μυρτώ μου αγαπημένη. Οφείλει ο άξιος βρυκόλακας να διασκορπίζει τον κρουσταλλένιο δρόσο της ζωής ολόγυρά του ενόσω ο ίδιος περιπατεί καταδικασθείς αιωνίως στις φοβερές ατραπούς του θανάτου. Δεν είν' ετούτο ειρωνικό; Δεν είναι σκέτος παραλογισμός; Φαντάσου την δύναμη ενός τέτοιου πλάσματος! Φαντάσου την και σύγκρινέ την έπειτα -αν σου βαστά- με την αξία του θανάτου. Καταντά -μα τους ουρανούς!- ο θάνατος μια έννοια τιποτένια, μια θεωρία ασυνάρτητη σαν το παραμιλητό από μπεκρούλιακα το στόμα.»


«Ω μα σ' έχουν σμιλεύσει αληθώς οι έξι αιώνες σου πάνω στον κόσμον σε σπάνιο τζιβαέρι, αγαπημένε μου μυλόρδε! Καθότι τέτοια γίνηκε η ομορφιά στην σκέψη σου απ' την πολλήν εμβρίθεια που προσδίδεις πλέον ορισμούς απλοϊκούς στον θάνατο. Μα μην γελιέσαι. Ο θάνατος στέκει πάντοτε ως το ύψιστο ιδανικό και δεν δύναται ο βρυκόλακας -παρά την τρομερή του υπερφύση- να αντιβγεί την στέρεη εξουσία του. Το μόνο που καταφέρνει ο βρυκόλακας -και συχώρα μου, μυλόρδε, την αναγκαία παρρησία- είναι να πάρει μια γεύση αμυδρή από θάνατο, να οσφρανθεί ολίγον απ' το πένθιμο άρωμά του, ν' ακραγγίξει αλαφρά το κρύφιο μεγαλείο του. Μα περαιτέρω δεν τολμεί να παρεισφρήσει εις τα ζοφερά του άδυτα. Διότι εάν διαπράξει τέτοιαν ύβρη ο βρυκόλαξ, τότες ο θάνατος θα φανερωθεί απυθμένιστος ενώπιόν του μετά συνοδείας μύριων προσωπίδων που θα καταπνίξουν το αλαζονικό στοιχειό μεμιάς μες στην απόλυτον παράνοια. Δεν θέλει δα και τόση πολλή περίσκεψη ετούτος ο ισχυρισμός σαν λογαριάσεις πως ο θάνατος αφορά -μεταξύ άλλων- την ίδια την ανυπαρξία, την πλήρην απόσυρση απ' το κοσμικό οικοδόμημα, την καθολική υπαγωγή στις επικράτειες της αχείμαντης λήθης. Δεν επιλέγει όλα ετούτα ο βρυκόλακας, μυλόρδε μου. Δεν επιλέγει την ανυπαρξία, δεν επιλέγει την απόσυρση, δεν επιλέγει την λήθη. Τουναντίον, ο βρυκόλακας επιλέγει να επωμισθεί την αισχύνη της νεκροζώντανης καρικατούρας και να αποστάξει το ολίγιστο νέκταρ της σοφίας που του χαρίζουν οι άχαροι αιώνες απάνω στην γη. Σε τί άλλο έχει άραγε να προσδοκά τούτη η οντότης που ονομάζεται βρυκόλακας; Πες μου τώρα, ακούγεται όλο αυτό στ' αυτιά σου ως αίγλη αξιοζήλευτη; Νιώθει την πραγματική ζωή ή τον πραγματικόν θάνατο ο βρυκόλακας; Ή μήπως τίποτε απ' τα δυο, ως τείνω να ενστερνισθώ; Τί είναι τελικώς το εξαίσιο τούτο χρίσμα του βρυκόλακα που με τόσην θέρμη επαινείς; Δεν είναι παρά ο σιγοψίθυρος ενός κούφιου γεροπλάτανου απ' το φύσημα της αύρας, γαργαλίζει τις αισθήσεις και την νόηση μα τίποτε παραπάνω, συγκεχυμένος κι ανούσιος συνάμα.»


«Χλεύασε με λοιπόν αφού αυτό σου κάμει κέφι, αγνώμων κόρη! Ταπείνωσέ με αλύπητα καθ' όλο το ταξίδι μας εφόσον τέτοιες είν' οι επιταγές της άνοθης τούτης αλήθειας που υπηρετείς. Μα βάνε το καλά στον νου σου και ποτέ μην το ξεχνάς, απερίσκεπτη. Σου 'δωκα αυτό ακριβώς που εσύ εζήτησες, τίποτες περσότερο ή λιγότερο. Κι εάν καυχιέσαι πως κατανόησες μες σε ολίγα λεπτά της ώρας όλα όσα εγώ αποκόμισα κοπιωδώς σε έξι αιώνες, τότες δεν θα ΄χω άλλο να κάμω παρά να φράξω τα ώτα μου στο ξιπασμένο σου μουρμουρητό και να εξακολουθήσω ασυγκίνητος το πέταγμά μου. Καθότι τόσα γνωρίζεις, τόσα λέγεις. Κι επειδή είναι λίγα αυτά που γνωρίζεις, αυτά που λέγεις δεν είναι και πολλά. Μου γίνηκες άλλωστε τόσο περισπούδαστη στου θανάτου τα ζητήματα που κάθε αντιγνωμία εν προκειμένω καθίσταται μάταιη κι ακαρποφόρητη. Θα σου αποκριθώ μονάχα όπως θα σου αποκρίνονταν οι αρχαίοι πρόγονοί σου τους οποίους -το εύχομαι- διατηρείς ακόμη σε κάποιαν υπόληψη: εκ στόματος κόρακος κρα εξελεύσεται. Ούτως θα κλείσω την συζήτηση μαζί σου.»


«Ω μην μου θυμώνεις, καλέ μου. Δεν ήτο πρόθεσίς μου να σε πληγώσω ή να σε προσβάλω. Και έκκληση σεμνή σου κάμω να μην συνερίζεσαι τις φραστικές αγαρμποσύνες που ενίοτε δίνουν το παρόν στον οίστρο μου ετούτον. Καθότι είναι οίστρος αβίαστος και χειμαρρώδης, και όμοιόν του ουδέποτε είχα δοκιμάσει στην ταλαίπωρη ζωή μου. Οπότε δώκε τόπον στην οργή και συχώρα την ακούσια έπαρση στον λόγο μου. Μάθε το εξάλλου -αν δεν το 'χεις ήδη καταλάβει- πως για σένα δεν τρέφω παρά το αίσθημα της πάναγνης αγάπης, από κείνο που μόνον οι στενοί μου οικείοι απολαμβάνουν. Και τούτο παρότι δεν γνωριζόμεθα δα και τόσον πολύ καιρό αναμεταξύ μας. Επίδειξε λοιπόν την δέουσα επιείκεια και άφηκε με να σου εξομολογηθώ την κάθε μου στόχαση στην πιο ανόθευτη μορφή της, δίχως περιστροφές και καλλωπίσματα. Διότι ετούτη είναι μια μεγαλόπρεπη στιγμή για εμέ, μυλόρδε μου. Είναι το πλήρωμα του χρόνου που καιρούς ατέλειωτους αδημονούσα να 'ρθει. Άκου με, σε παρακαλώ. Τώρα ο θεόπνοος ειρμός μου φανερώνει πια αναφανδόν τον ίδιον τον σκοπό της ύπαρξής μου, ήτοι την μυστήρια κείνη αφόρμηση που με συνέλαβε εξ' αρχής και με παρέδωκε εις τα εγκόσμια. Κι άλλον πιο αξιόπιστον από εσένα δεν θα 'χα την αξίωση να ελπίσω στο πλάι μου την μεγάλη ετούτη ώρα της αυτεπίγνωσης όπου η πλάση ολάκερη επιτέλους αποχτά την αγιοσύνη που της πρέπει. Σκοπό, μυλόρδε μου, έχω πια στην πλεύση μου σκοπό. Σάμπως τί είναι μια οντότης δίχως σκοπό;»


«Δεν σου κρατώ κακία, Μυρτώ. Μην φοβήσαι. Έχει υπερσκελίσει πια η κράση μου τις εμπάθειες κι είν' απρόσβλητη στα λόγια τα φαρμακερά. Αρέσκομαι, θαρρώ, στο να συμπεριφέρνομαι με παιδικήν ιδιοσυστασία σαν υφίσταται αιχμές η υπερηφάνεια μου. Όμως δήλωσε τώρα τον σκοπό σου, κόρη, αυτόν που ήδη προκάλεσε μπελάδες προτού καν δηλωθεί. Μάλλον είναι πολύ σπουδαίος ετούτος ο σκοπός, βαρυνούσης σημασίας. Ανυπομονώ να τον ακούσω. Και, στο ορκίζομαι, θα δώκω προσοχήν αμέριστη στην κάθε σου λέξη. Όπως το 'πες: σάμπως τί είναι μια οντότης δίχως σκοπό;»


«Προτού σου αποκαλύψω τον σκοπό της ύπαρξής μου επιγραμματικώς όπως μου το ζητείς, καθίσταται επιβεβλημένη μία συνοπτική αναδρομή εις τα ημέρας της θνητής μου ζωής. Ας εκκινήσω ως εξής: Είναι ευρέως κοινή η αντίληψις, μυλόρδε μου, ότι ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την πραγματικήν αξίαν ενός αγαθού που φέρει υπό την κατοχήν του μονάχα όταν απολέσει το αγαθόν αυτό παντάπασιν και αμετακλήτως. Τούτην ακριβώς την εμπειρίαν εβίωσα κι εγώ μόλις γίνηκα στοιχειό σαν κι εσένα καθότι έχασα την ίδια την ψυχή μου, κείνη που συνεχώς ταλάνιζε την ανθρωπινή μου φύση. Για να μην μακρυγορώ και σε κουράζω, μυλόρδε μου, εξηναγκάσθην να υποβάλω τον εαυτόν μου εις μίαν επίμονον αυτοσκόπηση προκειμένου να απαλλαχθώ από την οικτράν μελαγχολίαν εντός της οποίας είχον περιέλθει. Ήσαν φυσικά πλείστοι οι παράγοντες εκείνοι που συνετέλεσαν στην πανύστατη επιφοίτηση μου η οποία με την σειρά της μ' απελευθέρωσε ευθύς απ' τα δεσμά της απόγνωσης. Μα κυριότερος εξ' αυτών των παραγόντων ήταν η αναψηλάφησις της απωλεσθείσης μου ψυχής και εν συνεχεία η ακράδαντος διαπίστωσις που προέκυψεν διά της αναψηλαφήσεως αυτής. Διαπίστωσα το λοιπόν, μυλόρδε μου, ότι η ψυχή μου ήτο τέλεια και, ως τέτοια, έκειτο ασύμβατη με τας ατέλειας του κόσμου εις τον οποίον καλείτο να εναρμονισθεί και να ταιριάξει. Προτού αποπειραθείς να με σαρκάσεις για τον κομπασμό μου ετούτον, ας σε προφθάσω λέγοντάς σου ότι όλες οι ανθρώπινες ψυχές στέκουν τέλειες εντός του ατελούς κοσμικού οικοδομήματος, όχι μόνον η δικιά μου. Όμως, μυλόρδε μου, δεν ορίζονται όλες οι ψυχές από την ίδιαν αφόρμηση και ούτως ακολουθεί η καθεμιά τον δικόν της μοναχικόν δρόμον προς τον σκοπόν της, δίχως να γνοιάζεται η μια τί ποιεί η άλλη. Εχρειάσθη τοιουτοτρόπως να καταδυθώ εις τα τρίσβαθα της ατέρμονης μοναχικότητος του ανθρώπου προκειμένου να κατασταλάξω επί της γλυκύτητος του ολόδικού μου σκοπού, του σκοπού που ευλογεί τον δικό μου δρόμον και μόνο. Εν κατακλείδι, καλέ μου, ανεκάλυψα ότι ο δικός μου ο σκοπός είναι ο θάνατος. Μα σαν λέγω θάνατος δεν εννοώ βεβαίως την πένθιμη ψευδαίσθηση που κατασκιάζει το μονοπάτι του βρυκόλακα. Όπως διέτεινα μόλις προ ολίγου, το χρίσμα του βρυκόλακα δεν αποτελεί θάνατον καθαυτόν αλλά μονάχα ένα ψήγμα του θανάτου. Ο δικός μου ο σκοπός επισημαίνει τον θάνατον εις το ακέραιον, την εξολοκλήρου απόρριψη όχι μόνον του ατελούς κοσμικού οικοδομήματος αλλά και της ανθρώπινης φύσης που τελεί κυνηγημένη από τις ερινύες της παρακμής και της θνητότητας. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίον η ζωή μου από τα νεαρά της κιόλας έτη εμαστίζετο από σωρηδόν ασθένειες και κρίσεις. Η ψυχή μου εντός του ευάλωτου κορμιού μου διαμαρτύρετο ακατάπαυστη απαιτώντας κείνο για το οποίον προοριζόταν διά του σκοπού της. Δηλαδή τον θάνατο. Ευρίσκομαι λοιπόν εις την αποκρυσταλλωμένην πλέον θέσην να σου γνωστοποιήσω ότι προτίθεμαι να οδεύσω ολοταχώς προς τον θάνατον για τον οποίον ήμουν πλασμένη εξ' αρχής. Τον θάνατον τον ίδιον, μυλόρδε μου. Όχι κάποιο αναπλήρωμα.»


«Μυρτώ! Σε ήκουσα με περίσσια προσοχήν ως σου ωρκίσθην και δια τούτον αξιώνω τώρα να με ακούσεις και εσύ μετά συστοίχου ευλαβείας. Αφουγκράσου το λοιπόν όλα όσα ρητώς και κατηγορηματικώς θα σου ειπώ, μιας και εσύ η ίδια μόλις τώρα δα απεφάνθης την αφεντιά μου ως αξιόπιστην. Η αυτογνωσία σε οιονδήποτε νοήμον ον στέκει πάντοτες ως αρετή υπέρτατη και ξεγλιστράει συνήθως ωσάν το χέλι από τα χέρια κείνου που προτρέχει να εικάσει ότι την κτάται. Τούτος ο άγραφος ο νόμος ισχύει και για τους βρυκόλακες, ίσως δε και περισσότερο για κείνους καθότι είναι πλάσματα που ορμώνται προτευόντως από το συναίσθημα και εν παρέργω από την λογικήν. Θα ήτο, συνεπώς, ολέθριον ατόπημα εάν προέβαινες εις ανεπανορθώτους ενεργείας βασιζόμενη επί πρωίμων αναλαμπών. Εφόσον λαβαίνεις την κρίση μου σοβαρώς υπόψη και επιθυμείς να συγκροτήσεις μίαν περαιωμένη άποψη των πραγμάτων συναρτήσει και της δικής μου πείρας, δεν έχω παρά επιτακτικώς να σου ορίσω να αρθείς υπεράνω των ψευτοδιαλογισμών εις τους οποίους υποβάλλεις το άτριφτο πνεύμα σου και οι οποίοι σε οδηγούν σε υστερικά παραληρήματα. Εν ολίγοις και απλώς, κόρη, σύνελθε. Βάνε κάποιο μέτρο σ' ετούτον τον παροξυσμό. Δώκε ένα τέλος στις σοφιστείες π' ως αγχόνη απειλούν να περισφίξουν τον λαιμό σου. Δεν συνιστά ο θάνατος ο ατόφιος αυτοσκοπόν καθ' ουδεμίαν φιλοσοφικήν θεώρηση.»


«Ω μυλόρδε μου, πόσο με λυπεί ετούτη η στάση σου! Με πληγώνεις βαθύτατα με το ν' αρνείσαι να συμπορευθείς με την απόφασή μου καθότι τούτη είν' απόφαση ειλημμένη κι εσύ αδίκως πολεμάς να αντιστρέψεις τα τετελεσμένα. Κείνο που έχω βάνει πια σκοπό, στοχεύω να πραγματοποιήσω ετούτη την στιγμή την ακριβή όπου ο δρόμος παρουσιάζεται ακόμη αθόλωτος εμπρός μου με τον χρυσόν ορίζοντα ν' απαυγάζει ζωηρά τις αντίκοσμες εκλάμψεις του. Ψηλά, επάν' απ' τα σύννεφα βασιλεύει ο ηλιάτωρ ο φονιάς και προς εκείνον πια κινώ για να λογοδοτήσω. Ψηλά!... Ψηλότερα!... Πάνω από τα σύννεφα...! Για εκεί πλέον πετώ, καλέ μου, και τίποτες δεν με σταματεί... Μην μ' αποστέργεις την ευλόγηση τώρα που την έχω ανάγκη στο ταξίδι ετούτο το στερνό...!»


«Μυρτώ... Άκουσέ με, σε παρακαλώ... Πάψε να κινείς τα φτερά σου προς τον όλεθρο σαν κάνα χαμένο νυχτοπούλι κι άκουσέ με... Μία έλλογη οντότης που στέκει άξια να καυχηθεί για οξυδέρκεια κι ευστροφία συνάγει κάποτες μες στην πολυκύμαντην οδύσσεια του νου ότι σκοπός εν τέλει δεν σημαίνει παρά αμμόχτιστα παλάτια. Τα ιδεώδη τα ευγενή ξεπέφτουν κάποτε σε ζούφιες αποφύσεις ωσάν πολύφερνες πατρικίες που καταβιβάζονται σε κοινές πόρνες του δρόμου. Δεν αργεί μετέπειτα να θαμπίσει ο κόσμος ετούτος ο παλινωδών μέχρις που κάποτε δεν ξεδιακρίνεται πια το καλό απ' το κακό, το ορθό απ' το λάθεμα, το δίκαιο απ' τ' άδικο, η επανάσταση απ' τ' αφεντάτα, ο ιδεαλισμός απ' την φαντασιοπληξία. Μην παρεξηγήσεις τα λεγόμενά μου, δεν απακμάζει η οντότης. Απλώς η οντότης γίγνεται με το πέρασμα των χρόνων τόσο πελώρια που ο κόσμος φαντάζει πια ομπρός της μικρός σαν κόκκος άμμου. Και καλείται το λοιπόν η δόλια η οντότης να σκαρφισθεί τί να πρωτοκάμνει με τούτον τον απόμικρο αμμόκοκκο που βαστεί στην χούφτα της. Μα με τον κόσμο σμικρυνόμενον σε μεγέθη αλόγητα, η οντότης γρικάει συνάμα και την ίδια της την πρόστυχη την γύμνια, κείνη που την εκθέτει δίχως κάλυψη στο κρύο και στην απάθεια. Ολόγυμνη και ναυαγισμένη ως απολήγει στο ξέμακρο νησί της, η οντότης απεκδύεται και πάθος και συμπόνεση και αγάπη ώσπου τρεκλίζει σε σμαραγδένια ακρογιάλια με ίχνη που δεν ορίζουν ίσιες γραμμές στην αμμουδιά παρά τείνουν να διαγράψουν κύκλον περίκλειστον. Σαν κάμνει το λοιπόν τον κύκλον της τον πλήρη, επιστρέφει η οντότης στα πρότερο λιμάνι της με την καρδιά της καμωμένη τόσο απ' ατσάλι όσο κι απ' απογοήτευση. Μα κι εκεί, σαν προσαράζει στο οικείο της καταφύγιο, πάλι έναν κύκλο πλήρη κάμνει. Ανάμεσα στους δύο τούτους κύκλους τους αδειανούς στέκει η οντότης ως ο άλυτος γρίφος μιας εξίσωσης φαιδρής. Καταμεσής στην εξίσωσην αυτήν, η οντότης μαθαίνει αγάλι να ξεγελάει τις φοβίες της. Μα, ξεγελώντας τις φοβίες της, η οντότης ξεγελάει τελικώς και τον ίδιον της τον εαυτόν. Ο σκοπός της απομένει πια ως υπόμνηση των λαβάρων που κυμάτιζαν κάποτες φλόγινα στο αρχίνημα του ταξιδιού της και που τώρα παραδέρνονται ως άραχνες μαντίλες μες στον φοβερόν κυκλώνα. Μα είν' ο σκοπός της που την κρατεί δέσμια των εγκοσμίων καθότι της παρέχει κάτι να προσδοκά. Κι εφόσον μόνον ο θάνατος επιλύει εξισώσεις και αφανίζει κύκλους, δεν έχει η οντότης να προσδοκά παρά μονάχα σ' ένα πράγμα: Μία επιτύμβια επιγραφή εις το μαρμάρινο μνημείο των πεσόντων, κείνων που πέθαναν για χάρη του άχαρου σκοπού. Μαρτυρούν ματαιοσύνη τα λόγια μου ετούτα, Μυρτώ; Μήπως προδίδουν τον πικρό συμβιβασμό που κατάγει η οντότης στο ταξίδι το εγκόσμιο; Σε μια πρώτην ανάγνωση, ίσως ναι. Μα σαν ανεξετάσεις τους αρχικούς συλλογισμούς, θα παραδεχθείς την ανεμοκλώστινη εμορφάδα του χρόνου που μας εδόθη από ψηλά ως ανθύλλι στην τρυφερή του γέννα.»


«Ω καημένε μου μυλόρδε, γελιέσαι αφειδώς αν θαρρείς πως θα με καταφέρεις με τοιουτοειδή φτηνά τεχνάσματα. Θλιβερότερον είναι δε ότι η βούλησή σου να με μεταπείσεις σε ωθεί ν΄ασπαστείς κι εσύ ο ίδιος τα ασύστολα φληναφήματα π' αγορεύεις. Αναρωτιέμαι, είναι άραγε τόσο διακαής ο πόθος σου να με κρατήσεις στα εγκόσμια ή μήπως τρέμεις την ιδέα της μοναξιάς στο μακρινό τούτο ταξίδι; Πόθεν, καλέ μου, συνήγαγες ότι ονειρεύομαι εγώ μία επιτύμβια επιγραφή στο μνημείο των πεσόντων; Ποία αξιοθρήνητος διαίσθησις σου ελάλησεν ότι εμφορούμαι από την ματαιοδοξία του ονόματός μου χαραγμένου επί μαρμάρινου ηρώου; Απ' όλα όσα κουβεντιάσαμε αναμεταξύ μας, διέγνωσες στον χαρακτήρα μου τέτοιαν δίψα για υστεροφημία; Όχι μυλόρδε μου, δεν έχω τέτοιες επιδιώξεις. Τουναντίον μάλιστα, αποστρέφομαι με βδελυγμία την ιδέα της μνήμης μου. Κείνο που επιθυμώ είναι να λησμονηθώ ολωσδιόλου απ' ανθρώπου γνώση κι ιστορία, ουδέν τεκμήριο να μαρτυρά την παρουσία μου επί της γης. Λαχταρώ να σπαθίσει ο θάνατος τον γόρδιο δεσμό του χωροχρόνου και να μ' αποστείλει στην γλυκιάν ανυπαρξία όπου τίποτες δεν υφίσταται μήτε ιστορείται... Μαραζώνω, καλέ μου, σαν αναλογίζομαι ότι στις στερνές μου ετούτες ώρες μου 'λαχε ένας σύντροφος που ουδόλως κατενόησε την ταπεινή ψυχή μου παρά της καταλογίζει τέτοιαν ξεδιάντροπην ματαιοφροσύνη... Αρνούμαι να πιστέψω ότι υπήρξες τόσο αδιάφορος ή επιπόλαιος μ' εμένα. Παραείναι διαυγές το πνεύμα σου για ν' αποδεχτώ τέτοιαν ρηχότητα εκ μέρους σου. Δια τούτο και απαιτώ από σένα πλέον την καλήν ευχή στην έξοδό μου απ' τα εγκόσμια. Κάμε το, μυλόρδε. Μην με αφήνεις με την άσχημην αγκυλωματιά στο καίριο ετούτο βήμα...»


«Μυρτώ...! Στάσου...! Στάσου μια στιγμή...! Ως χάρη στο ζητώ να ακυρώσεις την ρότα την τελειωτική και να μου χαρίσεις κάμποσες στιγμές ακόμη ώστε να μοιρασθώ μαζί σου όλα κείνα που με βάστηξαν εγκυστωμένο στο κοσμικό παιχνίδι των σχημάτων και των εννοιών. Κάνε κράτει μέχρις να φθάσουμε στο Γκουιλά Νακουίτζ, σ' εκλιπαρώ. Περιορίσου ολίγον τι ώσπου να γνωρίσεις τα πλάσματα του είδους σου. Δώρισέ μου τουλάχιστον την ευτυχία να σε παρουσιάσω ως το αγαπητό μου ταίρι στην Δίαιτα των Cluj. Δώκε την ευκαιρίαν στον Μάγιστρο να σου ειπεί δυο λέξεις σπλαχνικής σοφίας. Πράξε όλα τούτα, κι αν υπερτερήσει η κρίση σου επί του συνόλου, εγώ ο ίδιος θα υπερασπισθώ την άπλετη ελευθερία σου να πορευθείς ως εσύ νομίζεις συμφερότερα. Στοχάσου άλλωστε, αγαπημένη κόρη: Πώς θα κατορθώσεις το πόντισμα στα βύθια της άκρας λησμονιάς εφόσον εγώ που εγνώρισα την καλαίσθητη ψυχή σου θα περιπατώ εις τα εγκόσμια δια των μέλλοντων αιώνων; Κείνο που με πάθος διαδηλώνεις τώρα πως ζητείς ακέριο ν' αποχτήσεις, θα το λάβεις εν τέλει λειψό και φρούδο μιας και θα στέκει πάντοτες η παρουσία σου ανεξάλειπτη εις την δική μου θύμηση. Εν συντόμω, Μυρτώ, θα πρέπει να με σύρεις κι εμένα εις του ήλιου τ' ολοκαύτωμα ώστε ν' αδράξεις το άρτιον του υπέρτατου σκοπού σου.»


«Ω αγάπη μου, τ' ομολογώ, θα μου λείψουν οι πατρικές σου τσιριμόνιες στον άλλο κείνον κόσμο όπου θα μετοικήσω...! Την χάρη πάραυτα που μου ζητείς δεν δύναμαι να ικανοποιήσω καθότι ο σκοπός ως αφέντης θεός με προστάζει απηνής να μην χρονοτριβώ στις πρακτικές μου αλλά να επωφεληθώ ευθύς αμέσως των καιρών την πρόσφορη παλίρροια. Συχώρα με, μυλόρδε μου. Όσο για την επίτευξη του σκοπού μου εις το ακέριον, ουδόλως με ανησυχεί το δικό σου μνημονικό. Και τούτο, καλέ μου, επειδή γνωρίζω πολύ καλώς ότι το δικό σου πνεύμα αρμενίζει πολύ ψηλότερα απ' του κόσμου ετούτου τις έγνοιες τις κενές. Ως εκ τούτου, όχι μόνον με χαροποιεί το λίκνισμα της θύμησής μου εις το δικό σου νοητό αλλά αποτολμώ και να προείπω ότι κάποτες θα ακολουθήσεις κι εσύ ο ίδιος το δικό μου μονοπάτι μιας και θα σε κορέσει αφεύκτως ο κόσμος ετούτος ο αδειανός και τότες θα τον αποχαιρετίσεις κι εσύ με χαμόγελο πλατύ στα χείλη. Γι' αυτό, μυλόρδε μου, δώκε μου την καλήν ευχή που έχω χρεία από σε κι ας αποχωρισθούμε ως φίλοι αγαπημένοι.»


«Ω πεισματάρα κόρη!... Εάν εξαρτάται λοιπόν η δικιά σου επιλογή από την καλήν ευχή την δική μου, τότες όχι ευχήν αλλά κατάρα θα σου δώκω προκειμένου να βάνεις μυαλά στην κούτρα σου, διαβολεμένο θηλυκό!»


«Χαχαχαχα... Τα παιδιαρίσματά σου με κάμνουν και γελώ τούτες τις κρίσιμες στιγμές και για δαύτο δεν έχω παρά θερμά να σ' ευχαριστήσω... Καθότι ο χάρος -έστω και με την λαμπρότητα αυτήν του ήλιου- φαντάζει ακόμη σκοτεινός στην όψην. Μόνον με χαχανητά, μυλόρδε μου, νικάται το τρομερό το δρέπανο που κραδαίνει όλος στόμφον...»


«Μυρτώ...! Βάστα δυο δεύτερα και ονειρεύσου την συντροφία μας μες στην δάφνινη αιωνιότητα... Αναλογίσου όλα κείνα μες στον κόσμον π' ακριβοποθούν να αλλάξουν με δικό μας ξόρκι... Την κοσμικήν την μοίρα την σφραγίζει πλέον η δική μας βούληση...»


«Μυλόρδε μου, όλα όσα πρέπει να αλλαχτούν από εμέ στον κόσμο ετούτον, οφείλω να τα επεξεργασθώ απ' την σκοπιά του άλλου κόσμου... Ω μα τώρα, συχώρα με... Ω μα ναι... Αγναντεύω πια τις καθάριες ηλιακτίδες και ο νους μου τώρα δεν λογίζει στοχασμούς ομπρός στο φως ετούτο το τυφλωτικό... Είναι κρίμα που μ' αφήνεις ούτως ακόσμητη απ' την χρυσήν ευχή σου τώρα που την έχω ανάγκη...»


«Με κούρασες, Μυρτώ... Ας γίνει το δικό σου, λοιπόν... Ευχήν απλόχερη σου δίδω εφόσον δεν είμαι ικανός να σου αλλάξω γνώμη...»


«Μυλόρδε μου αγαπημένε, το 'ξερα ότι ήσαν πάντοτε οι προθέσεις σου ευγενικές απέναντί μου... Ω, μα τώρα νιώθω το παρανάλωμα το γαληνό να με εναγκαλίζεται, καλέ μου, με γλώσσες πύρινες αλλά και τρυφερές στο χάιδεμα...»


«Ευχήν απλόχερη σου δίδω να πλέει πάντοτες η γαλέρα της ψυχής σου σε πελάγη ευτυχίας μελιστάλακτης με ανέμους ούριους στην πρύμνη της... Σου εύχομαι να κολυμπάς ως ροδονούφαρο σε καθρέπτινες λίμνες αποστερημένες απ' ουρανοθέμελα στην ανοιχτοσύνη τους... Σου εύχομαι να χορεύεις ως τρελή οφθαλμαπάτη σε βακχικές ξεφάντωσες από έρωτα και οίνο...»


«Ω μυλόρδε μου, μετά βίας σ' ακούγω πλέον τώρα π' απολυτρώνομαι στα ελέη της πυρός... Μα τις αγαπητικιές τις λέξεις σου τις αγρικώ στα μύχια της συνείδησης έστω κι αν απεκδύομαι πια έλλογο κι αισθήσεις... Μην ανησυχείς και δεν πάνε στράφι τα λόγια σου τα στοργικά...»


«Έχε γεια λοιπόν, άτακτο κορίτσι... Και κοίτα στην αντίπερα όχθη που θα πας να είσαι φρόνιμη... Μην εξακολουθήσεις τις θηλυκιές τις ζαβολιές κι εύρεις τον μπελά σου...»


«Έχε γεια, μυλόρδε μου... Και να το ξέρεις, ό,που και να 'μαι, πάντοτες θα σ' αγαπώ...»


«Σ' αγαπώ... Εύχομαι... Ονειρεύομαι... Ελπίζω... Πιστεύω... Εις το επανιδείν...»


Οι λέξεις δεν είχαν πλέον και πολλήν σημασία. Η πετούμενη Μυρτώ είχε ήδη χαθεί μες στων συννέφων τις γκρίζες επικράτειες ώσπου έφθασε κάποτες πάνω από την σκέπη τους, ενώπιον του αυτοκράτορος ήλιου. Οι πρώτοι κρότοι της καύσεως ηχήσαν και το πτεροφόρον της κορμί απεδομείτο ξάφνου σε άταχτα σπινθηροβολήματα. Μα κείνη δεν γνοιαζόταν γρυ παρά εσυνέχιζε να προσεγγίζει τον φωτοδότη εξολοθρευτή της και οι σπίθες οι φλόγινες γινήκαν σύντομα βροχή και περιέλουζαν μυριάδες το αγέρινο πέταγμα του Λόρδου. Τούτα συνέβαιναν μέχρις ότου να διαλυθεί ολότελα η Μυρτώ σε σκόρπια μόρια καιγόμενης χόβολης μες στους αιθέρες.

Σαν οι κόκκοι της φλεγόμενης σκόνης ζύγωναν τους γυμνούς οφθαλμούς του Λόρδου μιαν σπιθαμή, σχημάτιζαν παράδοξους απεικασμούς που εν συνεχεία εκτυλίσσονταν εις ονειρογεννήματα χρωμάτων και κινήσεως. Αναξιόλογος απεγίγνετο η απορία δια το εάν τα ονειρογεννήματα ετούτα απέρρεον εκ της αυθορμήτου φαντασίας του Λόρδου ή συνιστούσαν τα μυσταγωγικά οράματα μιας θείας παρεμβάσεως. Όποια και να ήτο η αδιάφορος εξήγησις, τα φλόγινα ψιχία της Μυρτώς περιέζωναν την όραση του βρυκόλακα ωσάν μετάξινες χνουδοκυψέλες του δανδελίωνα και στο εγγύ τους κοίταγμα ξεπρόβαλλαν έμορφες νεράιδες απ' τ' ασημοκαύκια των προτού αφανισθούν κι αυτές εις τ' ουρανού τον διάφανον καμβά.


Και διεπίστωνε τότες ο Λόρδος μ' ικανοποίησην βαθιάν ότι οι ευχές του είχαν πιάσει τόπο και πως η Μυρτώ περιέπλεε πια επί τροχιάς απολύτου ευδαιμονίας.


---

[μην χάσετε το τελευταίο επεισόδιο την επόμενη Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020, αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ]

Εγγραφείτε στην ιστοσελίδα της ΩΚΥΠΟΥΣ για να λαμβάνετε εβδομαδιαία newsletter.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.

©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769