Λόρδος Γκρέηγουντ, βρυκόλακας [επ. 36 από 36]


Ιστορικό μυθιστόρημα φαντασίας, του Δημήτρη Απέργη. Αποκλειστικά στο blog της ΩΚΥΠΟΥΣ σε 36 εβδομαδιαία επεισόδια, στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

Σύνοψη: Λονδίνο, 1824. Ο αρχηγός του Λονδρέζικου εγκληματικού Συνδικάτου, Ουίλμπουρ Μπάρναμπι, αναθέτει σε δύο άντρες να ταξιδέψουν ως την επαναστατημένη κατά των Τούρκων Ελλάδα και να εντοπίσουν τον ποιητή Λόρδο Μπάιρον προκειμένου να εξασφαλίσουν οφειλές του από τζόγο προς τον υπόκοσμο. Ο ένας από τους δύο άντρες είναι ο Ουαλλός Μπαγκς Χάμχαντιουκ, ο επονομαζόμενος "καρυδωτής". Ο άλλος είναι ο αινιγματικός Λόρδος Γκρέηγουντ. Οι δύο άντρες θα εκκινήσουν ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την πόλη του Μεσολογγίου μέσω Παρισιού. Ουδείς από τους εμπλεκόμενους όμως γνωρίζει το τρομερό μυστικό του Λόρδου Γκρέηγουντ: Ότι στην πραγματικότητα ανήκει στο Τάγμα των Strigoi Morti, της αρχαιότερης και πιο επικίνδυνης γενιάς βρυκολάκων.

ISBN : 978-618-00-1549-2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


  • ΠΡΕΛΟΥΔΙΟΝ : Γκουϊλά Νακουίτζ (1 κεφάλαιο)

  • ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ : Λονδίνο (4 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ : Παρίσι (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ : Βρυκόλακες (10 κεφάλαια)

  • ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ : Μεσολόγγι (10 κεφάλαια)

  • ΕΠΙΛΟΓΟΣ : Λος Άντζελες (1 κεφάλαιο)

[επ. 36 από 36]

---



ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Λος Άντζελες

Μισή ώρα.

Περίπου. Τόσο περίπου περίμενα έξω από το Μουσείο Τέχνης του Λος Άντζελες. Η Λεωφόρος Ουίλσαϊρ είχε αρκετή κίνηση στις δέκα το βράδι. Όχι πολλά ταξί πάραυτα. Έπειτα από μισή ώρα εντόπισα ένα ταξί και το σταμάτησα. Στην οροφή του είχε εγκατεστημένη μία διαφημιστική πινακίδα από λεντ. Φθορίζουσες φωτογραφίες από την καινούργια κολεξιόν ασημί γυναικείων εσωρούχων της Lust & Fury. Καλλίγραμμοι γοφοί, μακριά πόδια, τέλεια μπούστα. Στηθόδεσμοι και στρινγκ από ακριβό ασημόχρωμο σατέν.


Καθόλου άσχημα.


«Προς τα πού, κύριε;»


«Κέντρο.»


«Μάλιστα, κύριε.»


Ο ταξιτζής εκκίνησε το ταξίμετρο κι έπειτα πάτησε γκάζι κι αναμειχθήκαμε με τα υπόλοιπα οχήματα της λεωφόρου. Ο λόγος για τον οποίον επέλεξα την κούρσα με ταξί εκείνο το βράδι ήταν επειδή είχα δώσει στον Ερλ δεκαπενθήμερη άδεια. Ο Ερλ είναι ο Αφροαμερικανός οδηγός της λιμουζίνας μου. Τον εμπιστεύομαι απόλυτα διότι είναι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους στον κόσμο που μπορεί να χειριστεί την αγαπημένη μου Λίνκολν με αξιοθαύμαστη δεξιότητα. Η αλήθεια ήταν ότι μου έλειπε το αναπαυτικό σαλόνι και το μινιμπάρ της λιμουζίνας. Έστω κι έτσι, δεν είχα κανένα πρόβλημα με τα ταξί. Μαθαίνεις πολλά από τους ταξιτζήδες.


«Κύριε, προτείνω να πάρουμε την Ι-10 από την Λεωφόρο Φαίρφαξ. Έχετε κάποια ένσταση σε αυτό;»


«Μέσω της Λεωφόρου Βένις;»


«Ακριβώς.»


«Είχα την εντύπωση ότι η διαδρομή της W 6th Street προς Σαν Πέντρο θα είναι συντομότερη.»


«Όχι κύριε. Όχι αυτή την ώρα. Η W 6th Street θα μας οδηγήσει στην W 8th Street. Κατά το βραδινό ωράριο εννέα με έντεκα επικρατεί η γηριατρική περίπολος στην W 8th Street.»


«Γηριατρική περίπολος; Τί διάολο είναι αυτό πάλι;»


«Σλανγκ των ταξιτζήδων... Εννέα με έντεκα η W 8th Street συνωστίζεται από ηλικιωμένους που οδηγούν παλιά Φορντ Μάστανγκ και κατευθύνονται προς την Ι-110 για Πασαντένα. Οδηγούν όλοι τους πολύ αργά, τριάντα μίλια την ώρα μάξιμουμ. Αναπόφευκτα θα μας παρασύρουν στον δικό τους ρυθμό και θα μας καθυστερήσουν.»


«Η W 8th Street είναι αρκετά φαρδιά. Θα μπορούσες να τους προσπεράσεις.»


«Ω όχι, κύριε. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Βλέπετε, εάν επιχειρήσω κάτι τέτοιο, θα βγάλουν όλοι τα κινητά τους ταυτόχρονα και θα καλέσουν το αστυνομικό τμήμα του Ολύμπικ και θα παραπονεθούν για κάποιον μανιακό ταξιτζή με αριθμό πινακίδας 1ΝΒΡ019 που προσπαθεί να σκοτώσει κόσμο πάνω στην W 8th. Σύντομα η περιοχή θα γεμίσει περιπολικά που θα ψάχνουν να με βρουν.»


«Μπούρδες.»


«Όχι κύριε, δεν σας δουλεύω. Αποτόλμησα κάτι τέτοιο πριν δυο βδομάδες με έναν επίμονο επιβάτη. Το αστυνομικό τμήμα του Ολύμπικ επικοινώνησε με το αφεντικό μου στο αμαξοστάσιο και τον ενημέρωσε ότι δέχθηκε εννέα κλήσεις για την επικίνδυνη οδήγησή μου. Τον ρώτησαν μέχρι και εάν είχα καθαρό ποινικό μητρώο. Το αφεντικό μου είπε ότι εάν ξανασκαρώσω κάνα παρόμοιο τρικ, θα μου χώσει το χαρτί της απόλυσης στα οπίσθια.»


«Πώς ονομάζεσαι;»


«Το όνομά μου είναι Νηλ, κύριε.»


«Νηλ, είσαι σίγουρος ότι δεν τα βγάζεις όλα αυτά απ' το μυαλό σου; Είσαι σίγουρος ότι δεν θέλεις απλά να στείψεις κάνα εξτρά πενταδόλαρο απ' το πορτοφόλι μου;»


«Κύριε, σας ορκίζομαι, είναι η απόλυτη αλήθεια. Και σας διαβεβαιώ, δεν μου καίγεται καρφί για το εξτρά πενταδόλαρο. Η βάρδια μου τελειώνει σε ένα τέταρτο κι έπειτα πάω το ταξί στο αμαξοστάσιο. Το μόνο πράγμα στο μυαλό μου αυτή την στιγμή είναι να χουχουλιάσω με την κυρία μου στον καναπέ και να χαζέψω ΗΒΟ στην τηλεόραση ώσπου να με πάρει ο ύπνος. Όπως και να 'χει, η κούρσα είναι δική σας οπότε εσείς αποφασίζετε.»


«Εντάξει, Νηλ. Νίκησες. Θα ακολουθήσουμε την δική σου ρότα.»


«Σοφή επιλογή, κύριε.»


Όπως προείπα, μαθαίνεις πολλά από τους ταξιτζήδες. Τέλος πάντων. Ας επανέλθω στον Ερλ. Τον τελευταίο καιρό, ο Ερλ μου είχε ζαλίσει το κεφάλι για μια κοπέλα που γνώρισε, την περίφημη Μαίρη-Τζέην. Ήταν μια έμμεση τακτική του να μου ζητήσει άδεια για να πάει διακοπές μαζί της. Καθότι ήταν Ιούνιος και καθότι επίσης ο δεσμός τους κατά τα φαινόμενα όδευε προς γάμο, του 'δωσα την πολυπόθητη άδεια κι ευθύς έγινε καπνός μ' ένα χαμόγελο ως τ' αφτιά. Μου αρέσει να φέρομαι επιεικώς στους υπαλλήλους μου. Δεν πιστεύω στο σκληροπυρηνικό πρότυπο του εργοδότη. Θεωρώ ότι εκείνοι που μεταχειρίζονται τους υπαλλήλους τους ως αυταρχικοί τύραννοι έχουν μια σκέτη μπούρδα για μυαλό. Αυτή είναι η άποψή μου, τέλος πάντων.


«Μένετε καιρό στο Λος Άντζελες, κύριε;»


«Επτά χρόνια. Αρκετός καιρός, δεν νομίζεις;»


«Είναι αρκετός καιρός, όντως. Μερικοί αγαπούν το Λος Άντζελες και μένουν εδώ μια ολόκληρη ζωή. Άλλοι, οι περισσότεροι, ήλθαν για να φύγουν. Εσείς πώς το βρίσκετε;»


«Χμ, δεν ξέρω, Νηλ... Παραείναι απλωμένο ως πόλη. Και οι γειτονιές του παραείναι αποκομμένες η μια απ' την άλλη.»


«Ναι, είν' αλήθεια... Ξέρετε τί λένε για το Λος Άντζελες. Δεν είναι καν πόλη. Είναι μια τεράστια κοινότητα. Και απλώς δείχνει όμορφο στον κινηματογράφο.»


«Ναι... Εάν δεν ήταν η τρίτη οικονομική δύναμη στον κόσμο, ίσως να κατοικούσα αλλού.»


«Θα μπορούσατε να δοκιμάσετε την Νέα Υόρκη.»


«Μπα, όχι... Παραείναι στοιβαγμένη για τα γούστα μου. Το Λος Άντζελες είναι πιο ήρεμο.»


«Ήρεμο; Το Λος Άντζελες ήρεμο; Με συγχωρείτε κύριε αλλά δεν ακούγεστε ως άνθρωπος που έχει μείνει στο Λος Άντζελες για επτά χρόνια.»


«Εννοούσα σε σύγκριση με την Νέα Υόρκη, Νηλ.»


«Ίσως το ποσοστό εγκληματικότητας να είναι χαμηλότερο από εκείνο της Νέας Υόρκης, ναι. Όμως η φύση της εγκληματικότητας εδώ πέρα είναι πολύ πιο αποτρόπαιη. Τα εγκλήματα που συμβαίνουν στο Λος Άντζελες είναι ενίοτε φρικιαστικά. Αυτό είναι ίσως το στοιχείο που κάνει το Λος Άντζελες να φαντάζει κάπως άσχημο, ανησυχαστικό.»


«Σε τί ακριβώς αναφέρεσαι, Νηλ; Θα μπορούσες να γίνεις πιο συγκεκριμένος;»


«Τα εγκλήματα, κύριε... Τα εγκλήματα που συμβαίνουν στο Λος Άντζελες κατά καιρούς αψηφούν κάθε είδος εξορθολογισμού. Δεν αναφέρομαι τόσο στην βία μεταξύ των συμμοριών. Αυτό ήταν ένα αναμενόμενο σύμπτωμα μέσα σε μία μαντροπολιτεία γεμάτη από γκέτο κάθε εθνικότητος. Αναφέρομαι περισσότερο στα μεμονωμένα εγκλήματα, εκείνα που διαπράττονται από ανεξάρτητα άτομα. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, ακούσατε για το έγκλημα που έγινε στο Γουέστ Χόλιγουντ τις προάλλες; Μιλάω για την μαζική δολοφονία του κυκλώματος παιδικής πορνογραφίας... Είκοσι τρεις νεκροί...»


«Ναι, διάβασα γι' αυτό στις εφημερίδες.»


«Ε να λοιπόν. Θέλω να πω ότι... αδυνατώ να ψυχολογήσω τον άνθρωπο που διέπραξε αυτούς τους φόνους. Συμμερίζομαι φυσικά το κίνητρό του. Το κύκλωμα αυτό αποτελούνταν από καθάρματα, δεν υπάρχει αμφιβολία, σαν πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς όλα αυτά τα αποβράσματα που είχαν στήσει ολόκληρο καρτέλ παιδικής πορνογραφίας βιάζοντας κι έπειτα σκοτώνοντας μικρά ανήλικα παιδιά; Αλλά, κύριε, αυτός ο άνθρωπος... Οι Αρχές αναφέρουν μόνο έναν... Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, τί είδους αρρωστημένο μυαλό μπορεί επίσης να κουβαλάει; Μιλάω για τον τρόπο με τον οποίον εξολόθρευσε την σπείρα. Το μάθατε στις ειδήσεις;»


«Ναι, κάτι πήρε τ' αφτί μου.»


«Ο τύπος άνοιξε δύο τρύπες με τα δόντια του -ή με ψεύτικα δόντια τελοσπάντων- στον λαιμό του καθενός και αποστράγγισε το αίμα ολωνών. Εικοσι τρεις ανθρώπους. Τώρα αυτό με κάνει και αναρωτιέμαι. Εάν αυτά τα είκοσι τρία καθίκια είχαν ένα τόσο διεστραμμένο μυαλό, ο άνθρωπος αυτός που τους εξόντωσε πόσο πιο διεστραμμένος μπορεί να είναι...; Θέλω να πω, η βούληση να πράξει κανείς κάτι τέτοιο... Ο χρόνος που κατανάλωσε για να το κάνει όλο αυτό, η ενέργεια που κατέβαλε για να ολοκληρώσει αυτό το σόου... Και η δύναμη του ανθρώπου αυτού...! Κι όλα αυτά γιατί; Για να πείσει τις Αρχές ότι είναι κάνας βρυκόλακας ή μυστικός τιμωρός ή κάτι τέτοιο, τελοσπάντων. Το γεγονός ότι ένας τέτοιος άνθρωπος κυκλοφορεί ανάμεσά μας εδώ στο Λος Άντζελες μου προκαλεί ανατριχίλες, κύριε. Θα ήταν δίκαιο να ισχυρισθώ ότι τρομάζω περισσότερο μ' αυτόν να τριγυρνάει ελεύθερος παρά με τους είκοσι τρεις κρετίνους. Όπως και να 'χει, τούτο αποδεικνύει ένα πράγμα: Για να καταστραφεί ένα κτήνος, απαιτείται τελικά ένα κτήνος χειρότερο. Το θηρίο μονάχα από θηρίο νικιέται.»


Ο λόγος για τον οποίον είχα επισκεφθεί το Μουσείο Τέχνης πρωτύτερα ήταν για να τιμήσω την πρόσκληση της Έβελιν Λάνσφηλντ, της τριαντάχρονης καλλιτέχνιδος μοντέρνας γλυπτικής που γνώρισα στο Elevate Lounge μια υπέροχη βραδιά με πανσέληνο και ενώ στην τζαμωτή μας θέα από ψηλά πόζαραν οι φωταγωγημένοι ουρανοξύστες της Financial District. Απολάμβανα ένα δροσερό bacardi όταν οι συμπότες της συντροφιάς μου έτυχε να συγχωνευτούν με την συντροφιά της Έβελιν η οποία απαρτιζόταν από μέλη της φιλότεχνης ελίτ. Τείνω να γίνομαι κατιτί αγοραφοβικός όταν συστήνομαι σε αγνώστους, αυτό δυστυχώς παραμένει αναπόσπαστο χούι του εαυτού μου. Η Έβελιν ωστόσο κέρδισε την συμπάθειά μου όντας προσωπικότητα με σπιρτάδα και ζωντάνια. Ανταποκρίθηκα το λοιπόν στην πρόσκλησή της και παρευρέθηκα στην νέα της γκαλερί που φιλοξενούνταν στο Μουσείο Τέχνης. Τίτλος της γκαλερί, “Οι άγγελοι”. Οι άγγελοι στην Πόλη των Αγγέλων...


«Δείχνεις σα να έχεις χάσει την πίστη σου στην ανθρωπότητα, Νηλ... Ή μήπως έχω άδικο;»


«Κύριε, είναι ελαφρώς δύσκολο για κάποιον να διατηρήσει την πίστη του στην ανθρωπότητα όταν βρίσκεται στην ζούγκλα του Λος Άντζελες. Όμως δεν θέλω να ακούγομαι απαισιόδοξος. Ανακαλώ την θέση μου. Η ανθρωπότητα είναι αυτή που είναι. Μπορεί να μην πληρεί όλα μας τα γούστα αλλά είναι το μόνο πιάτο που μας σερβίρεται.»


«Θεωρώ μεγάλο σφάλμα να χάνει κανείς την πίστη του στην ανθρωπότητα. Φυσικά και θα ήταν φαιδρό για κάποιον να νομίζει ότι το ανθρώπινο γένος μπορεί να απαλλαγεί εντελώς από πολέμους ή εγκλήματα ή από μίση ή απ' οποιοδήποτε κακεντρεχές κουσούρι της ανθρώπινης φύσης. Θα ήταν όμως εξίσου φαιδρό να χάσει κανείς την πίστη του στο σοφό εκείνο αισθητήριο της ανθρωπότητας. Διότι, Νηλ, στο τέλος της ημέρας, όσο κυνικός κι αν είναι κανείς με τον κόσμο ολόγυρά του, εκείνο στο οποίο θέλει να πιστέψει με όλο του το σθένος είναι η ανώτατη σοφία των ανθρώπων. Γίνεται πρωταρχική του ανάγκη εφεξής η ελπίδα στην ανθρώπινη κατανόηση, στην ανθρώπινη συμπόνοια, σε κάποιο αδιαμφισβήτητο κριτήριο κοινής ανθρώπινης λογικής. Καθορίζει το ίδιο του το ένστικτο επιβίωσης, αυτή η ελπίδα. Υποθέτω ότι οφείλει κανείς ενίοτε να συγχωρεί ή να δικαιολογεί ως και τα πλέον παράδοξα κι απαράδεκτα της ανθρωπότητας. Ειδάλλως ποιο το νόημα;»


«Συγχωρήστε μου το σχόλιο, κύριε, αλλά ακούγεστε σαν να προσπαθείτε να υπερασπιστείτε τον μανιακό δολοφόνο της σπείρας.»


«Ω, μπα όχι... Δεν είχα εκείνον κατά νου...»


Η τεχνοτροπία που ακολουθούσε η Έβελιν στην γλυπτική της υπαγόρευε την συγκόλληση λεπτεπίλεπτων φύλλων ψευδαργύρου και εν συνεχεία την επάλειψη του ενιαίου μορφώματος με στερεοποιητικό γράσο ώστε να επιτυγχανθεί η επιθυμητή συμπαγοποίηση. Αυτή φυσικά δεν αποτελούσε μία πρωτότυπη πρακτική, τα γλυπτά της Έβελιν εντούτοις κατάφερναν να μεταδίδουν μία υπερβατική αύρα με την αισθητική τους. Ενίοτε η προσοχή της Έβελιν εστιαζόταν στα πρόσωπα των αγγέλων με τις απόξενες εκφράσεις τους, άλλοτε στα άσαρκα κορμιά τους με τα επιμήκη οστά να σχηματίζουν αλλόκοτες γεωμετρίες. Άλλοτε πάλι επιστράτευε όλη της την βιρτουοζιτέ στα φτερά των αγγέλων που εμμέναν πεισμόνως στην συμμετρία τους παρά την άναρχη συγκρότηση των υπολοίπων μερών. Κατά την περιήγησή μου στον χώρο των εκθεμάτων, ένιωσα σαγηνεμένος, αμήχανος, παραξενεμένος, κατάπληκτος, δελεασμένος. Ό,τι και να ένιωσα, σίγουρα ήσαν ενενήντα λεπτά της ώρας τα οποία δεν μετάνιωσα. Και αυτό ήταν που είχε την μεγαλύτερη σημασία.


«Τί επαγγέλεσθε, κύριε; Εάν επιτρέπεται φυσικά...»


«Εσύ είσαι ο ταξιτζής, Νηλ. Γιατί δεν κάνεις μια μαντεψιά; Εσείς οι ταξιτζήδες συνήθως είστε μέντιουμ σ' αυτά τα ζητήματα.»


«Ναι, έχετε δίκιο. Ήταν ρητορική ερώτηση. Είστε χρηματιστής, σωστά;»


«Μπίνγκο! Διευθύνων σύμβουλος σε εταιρεία επενδύσεων. Λοιπόν, θα μου πεις τώρα και πώς το κατάλαβες;»


«Είναι το κοστούμι σας, κύριε. Το κοστούμι σας πρόδωσε. Είναι κοστούμι μάρκας Λεόν, σωστά; Ειδική παραγγελία και καμωμένο από προσωπικό ράφτη για τα μέτρα σας.»


«Εύγε, Νηλ. Είναι πράγματι Λεόν. Ήταν αυτό στοιχείο αρκετά ισχυρό ώστε να καταλάβεις ότι είμαι χρηματιστής;»


«Η υφή του κυρίως. Γκρι στιλπνό κασμίρ. Πολύ επιδεικτικό για δικηγόρους, πολύ διακριτικό για ασφαλιστές. Μόνο σε χρηματιστή ταιριάζει ένα τέτοιο κοστούμι.»


«Σ' ευχαριστώ για την ενημέρωση, Νηλ. Θα το έχω υπόψη μου την επόμενη φορά που θα κυκλοφορήσω έξω. Βλέπεις, δεν θέλω να περνάω για χρηματιστής στον περίγυρο. Προτιμώ το μυστήριο.»


«Ακούγοντας το λογύδριο περί πίστης στην ανθρωπότητα που εκφωνήσατε μόλις προηγουμένως, δύσκολα θα υπέθετε κανείς ότι είστε χρηματιστής.»


«Θέλεις να πεις δηλαδή ότι εμείς οι χρηματιστές δεν έχουμε ψυχή;»


«Όχι. Απλά είστε αλλόθρησκοι. Αποδίδετε αποκλειστική λατρεία στον θεό του χρήματος. Αυτό είναι όλο.»


«Ναι... Ως χρηματιστής, θαρρώ πως ταξινομούμαι στην πρώτη κατηγορία των άγριων αρπακτικών...»


«Όχι ακριβώς στην πρώτη, κύριε. Πρώτοι είναι οι δικηγόροι. Οι χρηματιστές έρχονται δεύτεροι με απόσταση αναπνοής.»


Ανταλλάξαμε ένα συγκαταβατικό χαμόγελο οι δυο μας μέσω του εσωτερικού καθρέπτη του παρμπρίζ. Το διαχωριστικό πλέξιγκλας ανάμεσά μας ήταν γεμάτο δαχτυλιές. Είχαμε ήδη διανύσει την Ι-10 και τώρα ο Νηλ έπαιρνε την έξοδο για την Οδό Χούβερ. Κάθε τόσο εισχωρούσαμε στα πολυδαίδαλα συμπλέγματα των οδικών αρτηριών που φάνταζαν στην όψη ως μεγαλεπήβολοι λαβύρινθοι. Οι πανύψηλοι φανοστάτες παρήλαυναν εκ δεξιών μας εκπέμποντας το κατάλευκο φθοριούχο τους φως απάνω στην άσφαλτο, κι από πίσω τους δέσποζε το μαυροσκόταδο. Βασικά, όχι ακριβώς και μαυροσκόταδο. Μπορούσε εύκολα να διακρίνει κανείς τις απέραντες αλάνες των παρκαρισμένων αυτοκινήτων και τις φτηνές ηλεκτροφώτιστες πινακίδες με πηχυαίες τις λέξεις AUTO ACCESSORIES. Πιο πέρα, λαμπύριζαν τα φώτα των μονοκατοικιών στα ριζοβούνια του Σαν Μπερναρντίνο. Ενίοτε στην πορεία ξεπρόβαλλε άνωθέν μας και καμιά αερογέφυρα περιφραγμένη με συρματοπλέγματα και πάνω της θα βάδιζαν οι συνήθεις αλκοολικοί βαστώντας τις μποτίλιες του ουίσκι κρυμμένες μες σε χαρτοσακούλες. Μικρές αγέλες κογιότ εμφανίζονταν εδώ κι εκεί στις ερημιές με μάτια που φωσφόριζαν μες στην νύχτα. Πελώριες νταλίκες με αναμμένα κόκκινα λαμπιόνια μας προσπερνούσαν φουριόζες εξ' αριστερών μας.

«Δεν φαίνεσαι να συμπαθείς και τόσο πολύ τους χρηματιστές, Νηλ. Έχω άδικο;»


«Μπα, δεν με ενοχλούν και τόσο πολύ. Εφόσον μάλιστα είναι και πάστα που προτιμά τα ταξί και σπανίως κυκλοφορεί με τον ΜΤΑ...»


«Πολύ φοβάμαι ότι θα σε απογοητεύσω, Νηλ. Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα με τον ΜΤΑ. Τουναντίον, μου αρέσει συχνά-πυκνά να χρησιμοποιώ το μετρό. Αρκεί να μην είναι συνωστισμένο.»


«Με πληγώνετε. Ας είναι, δεν πειράζει. Κάποτε δοκίμασα κι εγώ να βγάλω άδεια χρηματιστή. Πάει αρκετός καιρός από τότε. Δυστυχώς δεν κατάφερα να τακιμιάσω με το σινάφι τους και τα παράτησα. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα και πολύ μεγάλο ταλέντο στον τομέα αυτόν. Αλλά χρειάζεται κανείς και ατσάλινα αρχίδια για να γίνει καλός χρηματιστής, κύριε, και συγχωρήστε μου τα γαλλικά. Επίσης ο καλός χρηματιστής πρέπει να είναι και λίγο παλιάνθρωπος. Ή αμοραλιστής, για να χρησιμοποιήσω μια πιο πρέπουσα λέξη.»


«Ο κόσμος λέει ότι είμαι καλός χρηματιστής, Νηλ.»


«Εύγε, κύριε.»


«Θα ανέβαινα καθόλου στην εκτίμησή σου εάν σου έλεγα ότι η Human Attend είναι μία από τις εταιρείες που διαχειρίζομαι στο χαρτοφυλάκιό μου;»


«Εννοείτε τον ανθρωπιστικό οργανισμό που δρα σε εμπόλεμες περιοχές;»


«Ακριβώς.»


«Μη Κυβερνητικός Οργανισμός, έτσι δεν είναι;»


«Ναι.»


«Λυπάμαι, κύριε, αλλά τείνω να γίνομαι εξαιρετικά καχύποπτος με τους ανθρωπιστικούς οργανισμούς, και ειδικά με τους μη κυβερνητικούς. Μυρίζουν από μακριά καταπράσινο κολλαριστό δολάριο. Και μάλιστα μη εντελώς νόμιμο.»


«Ώστε έτσι, ε;»


«Έτσι δυστυχώς.»


«Δεν έχεις και πολύ άδικο εδώ, Νηλ. Στην αρχή η Human Attend ήταν το σμαράγδι της διεθνούς χρηματαγοράς. Ήμουν περήφανος γι' αυτήν, ήταν δικό μου τέκνο. Αναλάβαμε δράση στον πόλεμο του Αφγανιστάν και είχαμε το μεγαλύτερο δίκτυο διανομής τροφίμων και ιατρικής περίθαλψης. Θα ήταν δίκαιο να ισχυριστώ ότι είχαμε το μονοπώλιο εκεί κάτω. Διάολε, γίναμε μεγαλύτεροι κι από τον Ερυθρό Σταυρό. Και βγάζαμε εκατομμύρια με τα τσουβάλια. Θέλω να πω, όλοι ήσαν ευχαριστημένοι. Οι Στρατός ματσωνόταν γερές μπάζες μέσω του εθελοντισμού, οι γιατροί έπαιρναν μισθούς που ούτε καν είχαν ονειρευτεί στην πιο τρελή τους φαντασία, τα κυβερνητικά κονδύλια κι οι δωρεές εισέρεαν χοντρά στα ταμεία μας, οι επενδυτές εισέπραξαν το αρχικό τους κεφάλαιο εις τριπλούν όπως τους είχα υποσχεθεί και το εξαφάνισαν για ξέπλυμα στα Νησιά Κέιμαν, οι προμηθευτικές εταιρείες πενταπλασίασαν τα κέρδη τους και οι μετοχές τους ανέβηκαν κατακόρυφα στο χρηματιστήριο. Και φυσικά -Θεός φυλάξοι- φροντίσαμε και τους πληγέντες του πολέμου. Τους φτιάξαμε ολόκληρο οικισμό στην Επαρχία της Κανταχάρ, κοντά στο Ρεγκ Αλακαντάρι. Έναν οικισμό υπό την προστασία της συμμαχίας αμερικανικών και αφγανικών ενόπλων δυνάμεων, με σχολείο και νοσοκομείο και με ζωή πλουσιοπάροχη, μακριά από μάχες και Ταλιμπάνους. Είχαμε φτιάξει μια μικρή οικονομική όαση εκεί κάτω, στην Κανταχάρ. Μιλάμε για πολύ χρήμα, Νηλ. Και το 90% αυτού αφορολόγητο.»


«Συνηθίζετε να μιλάτε πάντοτε τόσο ελεύθερα για τις δουλειές σας, κύριε;»


«Τούτη είναι μια ελεύθερη χώρα, Νηλ, οπότε επιλέγω να μιλάω ελεύθερα.»


«Αυτό μπορεί να σας δημιουργήσει μπελάδες, κύριε.»


«Έχω καλούς δικηγόρους στην μισθοδοσία μου. Τώρα, θέλεις να ακούσεις την συνέχεια της ιστορίας ή όχι;»


«Ναι, βεβαίως. Παρακαλώ, συνεχίστε.»


«Όπως έλεγα λοιπόν, είχαμε φτιάξει έναν παράδεισο στην Κανταχάρ. Ο παράδεισός μας όμως παραήταν ονειρικός για να διαρκέσει αιωνίως. Σύντομα, μπήκαν στο παιχνίδι τα μεγάλα κονγκλομεράτα απ' όλες τις μεριές και ήθελε το καθένα το δικό του μερίδιο στην πίτα. Μαζί τους συντάχθηκε και το Κονγκρέσο. Άλλαξαν τις νομοθεσίες, ανέτρεψαν τους κανόνες, έβαλαν νέα πιόνια στην σκακιέρα, γερουσιαστές ως μπροστάρηδες. Κατάφεραν να προσεγγίσουν εν τέλει την λεία που εμείς πρώτοι είχαμε γραπώσει. Κι έτσι, η μικρή μας αυτή οικονομική όαση ξεγράφτηκε από τον χάρτη και διασκορπίστηκε σαν κονφετί στον αέρα. Αυτή είναι η μικρή γλυκόπικρη ιστορία της Human Attend.»


«Μα η Human Attend συνεχίζει να υπάρχει, έτσι δεν είναι;»


«Ναι, συνεχίζει να υπάρχει. Αλλά είναι παραγκωνισμένη και φυτοζωεί. Ήδη παρουσιάζει αρνητικούς ισολογισμούς εκατομμυρίων και μάλιστα σε αυξητική βάση. Είναι θέμα χρόνου μέχρι να μετατραπεί σε αυτό που αποκαλούμε 'οικονομικό καρκίνωμα'. Και τότε θα πρέπει να την ξεφορτωθώ.»


«Και δεν υπάρχει τρόπος για να διασωθεί;»


«Απολύτως κανένας. Όχι με το υφιστάμενο οικονομοτεχνικό σύστημα. Είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει.»


«Θέλετε να πείτε ότι διατηρείτε μία εταιρεία η οποία παράγει αυξανόμενο έλλειμμα εκατομμυρίων; Παραείναι τραβηγμένο για να το χάψω, κύριε.»


«Η ζημία που προξενεί είναι ακόμη βιώσιμη. Οι υπόλοιπες μονάδες του χαρτοφυλακίου μου μπορούν και την υποστηρίζουν για την ώρα. Άλλωστε, δεν μ' ενοχλεί και τόσο να κρατάω ζωντανή την Human Attend. Θέλω να πω, βοηθάει κόσμο, δεν βλάπτει κανέναν πέρα από εμένα.»


«Μιλάτε σοβαρά;»


«Μιλάω σοβαρά, Νηλ.»

«Λοιπόν, εάν όντως μιλάτε σοβαρά τότε ένα πράγμα έχω μόνο να πω, κύριε. Αυτή η τακτική θα σας καταστήσει υπερβολικά αντιδημοφιλή στους χρηματοοικονομικούς κύκλους. Η Human Attend ίσως στιγματίσει για πάντα την φήμη σας.»


«Ίσως στιγματίσει την φήμη μου; Δεν θα την στιγματίσει απλώς, Νηλ. Θα την καταστρέψει, θα την συνθλίψει, θα την εκμηδενίσει. Θα γίνω ο περίγελος σ' έναν χώρο που κυριαρχείται από αδυσώπητους μεγαλοκαρχαρίες.»


«Τότε... Τότε γιατί επιμένετε σ' αυτήν την τακτική σας;»


«Γιατί -μεταξύ άλλων- θα μου παράσχει ισχυρότερο κίνητρο ώστε να επιταχύνω την επόμενη κίνησή μου, θα μου δώσει μεγαλύτερη ώθηση. Και είναι ακριβώς αυτή η επόμενη κίνησή μου που θα με τοποθετήσει ξανά στην κορυφή.»


«Και ποια θα είναι αυτή η επόμενη κίνησή σας, κύριε; Αν μου επιτρέπετε την ερώτηση φυσικά...»


«Θα χρειαστεί να εντοπίσω ένα 'παραθυράκι' στο παρόν οικονομοτεχνικό σύστημα. Μόλις εντοπίσω το 'παραθυράκι', τότε θα προσελκύσω και τους έμπιστους επενδυτές. Και τότε, ξαναπιάνουμε δουλειά.»


«Τί εννοείτε ακριβώς λέγοντας 'παραθυράκι', κύριε;»


«Εννοώ έναν συνδυασμό ασαφών νομικών διατάξεων και έκτακτων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων. Ένας τέτοιος συνδυασμός θα μου δώσει και την ανάλογη ελευθερία να ελιχθώ καταλλήλως. Ίσως ακούγεται περίπλοκο σε πρώτη ακρόαση, όμως δεν είναι και τόσο, Νηλ. Η Human Attend ιδρύθηκε πάνω σε αυτήν ακριβώς την φιλοσοφία.»


«Και πώς γνωρίζετε ότι υπάρχει ένα τέτοιο 'παραθυράκι' στο υφιστάμενο οικονομοτεχνικό σύστημα;»


«Δεν υπάρχει οικονομοτεχνικό σύστημα χωρίς 'παραθυράκια', Νηλ. Κανένα σύστημα δεν είναι τέλειο. Όλα τα συστήματα έχουν ψεγάδια εν τη γενέσει τους. Αυτή είναι και η ομορφιά ενός συστήματος: το ότι είναι λειτουργικό φέροντας μία αχίλλειο πτέρνα στην σύστασή του. Υπάρχει πάντοτε ένα αδύνατο σημείο δια του οποίου δύναται να επέλθει η καθολική αποδόμηση του συστήματος.»


«Και είστε τόσο βέβαιος ότι θα καταφέρετε να εντοπίσετε ένα τέτοιο 'παραθυράκι' στο σύστημα, κύριε; Το θεωρείτε προεξοφλημένο;»


«Μα αυτή ακριβώς είναι η δουλειά μου, Νηλ. Έτσι βγάζω το ψωμί μου. Εντοπίζω το 'παραθυράκι', στήνω την επιχείρηση μέσα στα περιθώρια που μου διαθέτει το 'παραθυράκι', συναθροίζω τους σοβαρούς επενδυτές, εξελισσόμαστε κάμπτοντας τους διφορούμενους κώδικες του συστήματος προς ιδίον όφελος, εισχωρώ στην κεφαλαιαγορά ως αουτσάιντερ και σκοράρω μία ισοπεδωτική νίκη μέσα στο γήπεδο των αντιπάλων. Και εφόσον είμαι ένας ασήμαντος αουτσάιντερ με αμαυρωμένη φήμη, η νίκη γίνεται ενδοξότερη και τα κέρδη που αποκομίζω γίνονται μεγαλύτερα και για μένα και για τους επενδυτές μου. Αυτή είναι, λίγο ως πολύ, η τακτική μου. Καθιδρύω την ιδέα του εαυτού μου ως μία δύναμη ανατροπής στο εκάστοτε status quo.»


«Χμ, καταλαβαίνω... Θέλω να πω... νομίζω ότι πιάνω το νόημα.»


Ο Νηλ παρέμεινε για κάμποση ώρα αμίλητος. Η σιωπή του διήρκησε ενόσω διασχίζαμε την βιομηχανική ζώνη λίγο έξω από το LA Downtown, το κολαστήριο με τους κιτρινωπούς καπνούς των φουγάρων και με το εκτυφλωτικό φως των λαμπτήρων αλογόνου να προδίδει βαριές μεταλλικές υποδομές. Ένιωθα την δυσφορία του Νηλ. Αναμελετούσε την συζήτησή μας, ήταν ολοφάνερο. Αυτό μου προκάλεσε μια ελαφριά θυμηδία αλλά συγκρατήθηκα. Σύντομα καθ' οδόν έκαναν την εμφάνισή τους τα ψηλόκορμα κυρτά φοινικόδεντρα, απ' αριστερά κι από δεξιά μας. Στον ορίζοντά μας πια παρουσιάζονταν λαμπροί οι ουρανοξύστες της Financial District. Φούντωναν ολοένα και περισσότερο οι φωτεινές επιγραφές από νέον στην όρασή μας, τα κινέζικα εστιατόρια των σούσι, τα νάιτκλαμπ με το αντίβουο των μεγαφώνων, οι λυγερές στάρλετ με τα κολλητά φορέματα των στρας, οι οριζόντιοι τρίχρωμοι σηματοδότες των κόμβων, τα φανταχτερά γκραφίτι πάνω σε γκρίζο μπετόν αρμέ, τα κρύσταλλα των μπιστρό που άστραφταν υπό το φως των κεριών, oι προβολείς του Staples Center που έστελναν τις κυανές ακτίνες λέιζερ στον σκοτεινό ουρανό, οι θαμπές σιλουέτες στα παράθυρα του Ritz-Carlton, ο συνεχής βόμβος που δονούσε ολόκληρο το L.A. Live, οι μαζικές κινήσεις των όχλων προς κάθε κατεύθυνση. Εδώ που τα λέμε, δεν είχα δα και πολλούς λόγους για να αντιπαθώ το Λος Άντζελες.


«Θα ευχόμουν να είχα κι εγώ την ευχέρεια να ελίσσομαι οικονομικά με άνεση όπως εσείς, κύριε. Δυστυχώς δεν γνωρίζω και πολλά από επενδύσεις ή χρηματιστήρια. Εάν γνώριζα, ίσως να μην αναγκαζόμουν να κάνω τον ταξιτζή. Όχι ότι έχω κάνα πρόβλημα με το ταξί φυσικά. Την έχω αγαπήσει πλέον αυτή την δουλειά.»


«Ενδεχομένως να χρειάζεσαι μία καλή χρηματοοικονομική σύμβουλή, Νηλ. Ίσως αυτό είναι που έχεις ανάγκη αυτή την στιγμή.»


«Ναι, ενδεχομένως και να την έχω ανάγκη. Μια χρηματοοικονομική συμβουλή από κάποιον έμπειρο.»


«Θα μπορούσα να σε βοηθήσω με μια συμβουλή.»


«Χμ, πόσα χρεώνετε;»


«Δεν χρεώνω ποτέ την πρώτη συμβουλή, Νηλ. Για τις επόμενες, παίρνω ποσοστά ανάλογα με το ύψος και το ύφος της επένδυσης.»


«Ωραία λοιπόν. Ας μιλήσουμε τότε.»


«Τί κεφάλαιο διαθέτεις;»


«Ας πούμε... Ας πούμε ότι διαθέτω χίλια δολάρια.»


«Χίλια δολάρια. Χίλια δολάρια τα οποία έχεις καταθετημένα στον αποταμιευτικό σου λογαριασμό, φαντάζομαι.»


«Ακριβώς.»


«Οπότε υποθέτω ότι αυτό που αναζητείς είναι μια ευέλικτη βραχυπρόθεσμη επένδυση με γρήγορο αλλά αξιοπρεπές κέρδος. Σωστά;»


«Διαβάζετε την σκέψη μου, κύριε.»


«Χμ, εντάξει... Έχεις υπόψη σου μια εταιρεία ονόματι Northup Systems;»


«Όχι, δεν νομίζω.»


«Είναι αμερικάνικη εταιρεία με έδρα το Γουαϊόμινγκ. Κατασκευάζει οπλικά συστήματα για στρατιωτικούς σκοπούς. Την ερχόμενη Δευτέρα, η Northup Systems λανσάρει έναν νέο τύπο μυδραλιοβόλου. Τίποτε ιδιαιτέρως φιγουράτο, απλά μια προηγμένη εκδοχή του Μ2 Μπράουνινγκ με ισχυρότερη ασπίδα προστασίας και μεγαλύτερο βεληνεκές. Η παρουσίαση του νέου αυτού μοντέλου θα γίνει στην έκθεση όπλων της στρατιωτικής βάσης Φορτ Χουντ στο Τέξας την Δευτέρα. Την Δευτέρα λοιπόν θα επενδύσεις τα χίλια σου δολάρια σε μετοχές της Northup. Λογικά θα σου κοστίσει κοντά στο ένα δολάριο η μετοχή οπότε θα αποκτήσεις γύρω στις χίλιες μετοχές. Κατανοητά ως εδώ;»


«Ναι.»


«Θα αγοράσεις τις μετοχές την Δευτέρα και θα τις ξεφορτωθείς την Πέμπτη. Να το θυμάσαι αυτό γιατί είναι πολύ σημαντικό: Θα τις ξεφορτωθείς την Πέμπτη. Όχι νωρίτερα, όχι αργότερα. Ημέρα Πέμπτη, προτού κλείσει το Χρηματιστήριο.»


«Μμμ, μάλιστα... Και ποιο είναι το κελεπούρι;»


«Ω τίποτε το σπουδαίο. Απλά θα δεκαπλασιάσεις το αρχικό σου κεφάλαιο. Την Πέμπτη θα πουλήσεις τις μετοχές σου προς δέκα δολάρια την μία. Αυτό είναι όλο.»


«Εννοείτε ότι θα βγάλω εννιά χιλιάρικα κέρδος μέσα σε τρεις ημέρες;»


«Ακριβώς. Με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσεις την συμβουλή μου κατά γράμμα, φυσικά. Θα πρέπει να ξεφορτωθείς τις μετοχές την Πέμπτη. Μετά την Πέμπτη, οι μετοχές της Northup θα κάνουν μια τεράστια βουτιά και το πιθανότερο είναι να παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα για αρκετό διάστημα. Σ' αυτήν την περίπτωση δεν θα βγάλεις τίποτε.»


«Σοβαρολογείτε, κύριε;»


«Νηλ, αυτή είναι η δεύτερη φορά που με ρωτάς εάν σοβαρολογώ. Αρχίζω και το παίρνω προσωπικά.»


«Απλά δεν μου αρέσουν τα ρίσκα.»


«Ούτε εμένα μου αρέσουν τα ρίσκα.»


«Δεν ακούγεστε ως ο τύπος του ανθρώπου που αποφεύγει τα ρίσκα, κύριε.»


«Είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς μου. Και της γοητείας μου.»


«Μμμ... Και ποιον θα πρέπει να σκοτώσω εάν η όλη ιστορία αποδειχθεί φιάσκο;»


«Εμένα. Ορίστε, θα σου δώσω και μία κάρτα μου. Αλλά δεν πρόκειται να με σκοτώσεις. Το πιθανότερο είναι να πέσεις δακρυσμένος στα γόνατα και να μου φιλάς τα παπούτσια. Είμαι όμως απολύτως βέβαιος ότι δεν πρόκειται να πάρεις καν το ρίσκο να επενδύσεις το χιλιάρικο. Απλά θα περιμένεις να δεις εάν θα επαληθευθώ. Και μόλις δεις ότι τελικά επαληθεύθηκα, τότε θα έρθεις να με βρεις βαστώντας στο χέρι δέκα χιλιάρικα τα οποία μέχρι πρότινος είχες καταχωνιασμένα μέσα σε κάνα σεντούκι να σαπίζουν. Σ' αυτήν την περίπτωση θα σε χρεώσω ένα μικρό ποσοστό επί των κερδών μιας και θα είναι η δεύτερη χρηματοοικονομική συμβουλή που θα σου δίνω.»


Φτάσαμε στο Metropolis Tower C, ήτοι την κατοικία μου. Ο Χάουαρντ ο θυρωρός, φορώντας την μπορντό στολή των μακριών επωμίδων, έστεκε όρθιος κι ακίνητος σαν μανεκέν μπροστά από την τζαμένια είσοδο του κτιρίου, το πρόσωπό του κατά το ήμιση κρυμμένο κάτω απ' το γείσο του πηληκίου. Εάν είχα αφιχθεί με την λιμουζίνα μου, θα έσπευδε ευθύς να μου ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου. Τώρα που ήρθα με ταξί, δεν μπόρεσε να με αναγνωρίσει. Έδωσα το εικοσαδόλαρο μαζί με την κάρτα μου στον Νηλ κι εκείνος μου 'δωσε τα ρέστα. Μελέτησε για κάμποσα δεύτερα την ανάγλυφη γραμματοσειρά της κάρτας μου κι έπειτα έριξε μια ματιά στο γυάλινο μεγαθήριο του Metropolis, στο καθρέπτινο ύψος των εκατόν σαράντα μέτρων. Κάτι τον μπέρδευε ακόμη.


«Ρόμπερτ Χάρισον... CEO της Highmark Investment Group... Αυτός είστε εσείς;»


«Ακριβώς, Νηλ.»

«Και μένετε εδώ; Στο Metropolis;»


«Ναι. Στο ρετιρέ. Τεσσαρακοστός όροφος.»


«Κλασάτο μέρος.»


«Μέχρι να το συνηθίσεις.»


«Υπάρχει κάτι που επιμένει να με προβληματίζει κύριε Ρόμπερτ Χάρισον, διευθύνων σύμβουλε της Highmark Investment Group. Υπάρχει κάτι επάνω σας που δεν μ' έχει πείσει ακόμη.»


«Είμαι όλος αφτιά, Νηλ.»


«Πρόκειται για το ζήτημα της Human Attend και η όλη στρατηγική που μου περιγράψατε για το πώς σας ζημιώνει ποσά εκατομμυρίων και πώς θα ξεπεράσετε τον σκόπελο της ζημιάς και θα ξαναβρεθείτε στην κορυφή. Δεν το χάφτω, κύριε Χάρισον. Δεν καταφέρατε να με πείσετε σχετικά με τα πραγματικά σας κίνητρα.»


«Και ποια είναι η εξήγηση που εσύ δίνεις στο ζήτημα;»


«Εξήγηση;»


«Σίγουρα θα έχεις διαμορφώσει μια δική σου εξήγηση σχετικά με τα πραγματικά μου κίνητρα. Αυτήν θα 'θελα να ακούσω, Νηλ.»


«Δεν υπάρχει λογική εξήγηση, κύριε. Αδυνατώ να εντοπίσω το νόημα μιας ζημιογόνου εταιρείας που κοστίζει εκατομμύρια. Και η ανέγνοιαστη στάση σας επί του ζητήματος περισσότερο περιπλέκει τα πράγματα παρά τα ξεδιαλύνει. Εάν όμως ήμουν υποχρεωμένος μ' ένα πιστόλι στον κρόταφο να δώσω μια λογική εξήγηση στο ζήτημα αυτό, τότε θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι οι σκοποί σας είναι καθαρά φιλανθρωπικοί. Αλλά αυτή θα παρέμενε μια εξαιρετικά επιπόλαιη εξήγηση.»

«Θα προσπαθήσω να λύσω τους προβληματισμούς σου όσο καλύτερα μπορώ, Νηλ.»


«Παρακαλώ, προσπαθήστε το.»


«Έχεις βιώσει ποτέ στην ζωή σου κάποια επιφοίτηση;»


«Επιφοίτηση;»


«Ναι. Μια ιδέα που μοιάζει να προήλθε από θεία έμπνευση. Μια πολύ απλή και σύντομη σκέψη που σε κάνει να αναθεωρείς κάποιες πολύ πάγιες πεποιθήσεις σου.»


«Χμ ναι, το παθαίνω συχνά. Μου ΄ρχονται μπόλικες επιφοιτήσεις στο κεφάλι. Σ' αυτό βοηθάει ενίοτε και καμιά εξάδα μπύρες.»


«Ε λοιπόν, μια τέτοια επιφοίτηση είχα κι εγώ πριν κάμποσο καιρό. Έκανα μια σκέψη. Ή μια εικασία, αν προτιμάς. Σκέφτηκα ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν στην ψυχοσύστασή τους ένα τρωτό σημείο, ένα σημείο αδύνατο κι εύθραυστο, μια ευαίσθητη χορδή που συγκεντρώνει γύρω της όλες τις φοβίες και τα άγχη και τις ανησυχίες και τα πάθη του ανθρώπου. Μία 'αχίλλειο πτέρνα' για να αναφερθώ σε μια πρότερη διατύπωσή μου. Και αυτή η αχίλλειος πτέρνα είναι ενίοτε ικανή να συντρίψει τον άνθρωπο από μονάχη της. Είναι ενίοτε ικανή να τον παρασύρει ολότελα σε μια αρνητική δίνη απ' την οποία ο άνθρωπος δύσκολα καταφέρνει να αποδράσει. Συμφωνείς σε όλα αυτά, Νηλ;»


«Ναι... Υποθέτω πως ναι... Όλοι οι άνθρωποι έχουν ο καθένας το δικό του μαράζι...»


«Ακριβώς. Τώρα, αναρωτήθηκα ως προς το γιατί ο άνθρωπος δημιουργήθηκε με αυτό το τρωτό σημείο στην κατασκευή του. Και μία από τις εικασίες που έκανα -και ιδού η επιφοίτηση- είναι ότι το τρωτό αυτό σημείο είναι σκοπίμως εγκατεστημένο στον άνθρωπο προκειμένου να διαμορφώνει έναν συνδετικό κρίκο με άλλους ανθρώπους. Δίδεται δηλαδή στον άνθρωπο η επιλογή για το εάν θα εκμεταλλευθεί αυτήν την ευαίσθητη χορδή του ώστε να συνδεθεί και να επικοινωνήσει με άλλους ανθρώπους, σε ανώτερα πνευματικά και συναισθηματικά επίπεδα από πριν. Βασιζόμενος λοιπόν στην απλοϊκή αυτήν θεωρία, εξερευνώ την ορθολογιστική της αξία με το να βοηθώ όσο μπορώ τον άγνωστο συνάνθρωπό μου, με το να συμβάλλω όσο μπορώ στην ευτυχή εξέλιξη της ανθρωπότητας. Και δεν είχα καλύτερη ευκαιρία στην διάθεσή μου από την Human Attend για τον σκοπό αυτόν. Δια της Human Attend λοιπόν διεξάγω τους πειραματισμούς μου ώστε να δω εάν τελικά θα επαληθευθεί η θεωρία μου. Και αυτό είναι όλο.»


«Αυτό είναι όλο;»


«Αυτό είναι όλο.»


«Θεέ μου, είστε όντως τρελός.»


«Ναι, ίσως. Ρομαντικός θα ήταν μια πιο κατάλληλη λέξη.»


«Και τί θα κερδίσετε εάν τυχόν επαληθευθεί η θεωρία σας;»


«Θα είμαι ευτυχισμένος. Υποθέτω. Ελπίζω.»


«Μάλιστα. Κι εάν δεν επαληθευθεί;»


«Τότε θα μου αρκεί το ότι προσπάθησα, Νηλ. Αυτό θα με ικανοποιεί. Τουλάχιστον προσπάθησα. Και επιμένω να προσπαθώ. Δες το και σαν χόμπι. Όλοι έχουν κάποιο χόμπι. Και αυτό είναι το δικό μου. Προσπαθώ να εξαγάγω κάποιο νόημα απ' τον ανθρώπινο πόνο, προσπαθώ να συλλάβω κάποια αδιαμφισβήτητη αλήθεια απ' αυτόν τον παλαβό και άστατο κόσμο μες στον οποίον ζούμε. Προσπαθώ. Και θα συνεχίσω να προσπαθώ. Τουλάχιστον εγώ προσπαθώ, που να πάρει. Αυτό εγώ το κάνω τουλάχιστον.»


«Έχετε πολύ ακριβό χόμπι, κύριε Χάρισον.»


«Έστω κι έτσι, είναι προτιμότερο απ' τους κουλοχέρηδες του Λας Βέγκας, δεν είναι;»


«Πάσο.»


«Καληνύχτα, Νηλ.»


«Καληνύχτα, κύριε.»


Βγήκα από το ταξί και ο Νηλ μπήκε αργά στην κίνηση της Οδού Σαν Φρανσίσκο κι έφυγε. Θα τον ξανάβλεπα. Ήμουν σίγουρος γι' αυτό. Θα τηλεφωνούσε στην γραμματέα μου σε μια εβδομάδα από τώρα για να κλείσει ραντεβού. Η γραμματέας μου, η Κάρολ, θα του υπέβαλλε ένα πολύ γρήγορο και χαλαρό ερωτηματολόγιο ώστε να διαγνώσει το οικονομικό του προφίλ. Πολύ τυπικές ερωτήσεις, όπως περί τίνος πρόκειται, εάν αυτό είναι το πρώτο του ραντεβού μαζί μου, από πού έμαθε για την Highmark Investment Group. Τετριμμένα πράγματα.


Έμπειρη καθώς είναι στις αναλύσεις αυτού του είδους, η Κάρολ θα κατέτασσε τον Νηλ στο προφίλ των μικρών επενδυτών. Σε τούτο θα συνέτεινε σε μεγάλο βαθμό και η μασημένη προφορά του Νηλ, προφορά που πρόδιδε Δυτική Βιρτζίνια. Συνεπώς η Κάρολ θα τον στρίμωχνε όπως-όπως στο πρόγραμμά μου δίνοντάς του μια ημερομηνία μετά από δυο εβδομάδες. Κατσουφιασμένος, ο Νηλ θα αποδεχόταν την ημερομηνία του ραντεβού. Έπειτα θα είχε δυο εβδομάδες καιρό ώστε να διαλογισθεί ως προς την ποιότητα της συνεργασίας που θα 'θελε να συνάψει μαζί μου. Δυο εβδομάδες θα ήσαν αρκετές για να τον κάνουν να πάρει την σωστή απόφαση. Διάολε, η Οδός Σαν Φρανσίσκο έχει πολλή κίνηση απόψε.


«Καλησπέρα σας, κύριε Χάρισον. Πώς ήταν το βράδι σας χωρίς την Λίνκολν;»


«Καταθλιπτικό, Χάουαρντ. Εσύ πώς είσαι σήμερα;»


«Τυπική ρουτίνα του Λος Άντζελες, κύριε. Εάν οι Lakers δεν πάρουν το πρωτάθλημα, τούτο προμηνύεται ένα μακρύ και μελαγχολικό καλοκαίρι.»


«Δεν ξέρω, Χάουαρντ. Οι Celtics είχαν πολύ καυτή σεζόν φέτος.»


«Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς είναι η απάντηση στις προσευχές μου, κύριε.»


Διέσχισα το φουαγιέ του κτιρίου και πήρα το ασανσέρ για τον τεσσαρακοστό όροφο. Ρετιρέ. Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, απενεργοποίησα τον συναγερμό κι έπειτα άρθρωσα με στεντόρεια φωνή την λέξη 'φώτα'. Το σύστημα αυτόματης αναγνώρισης ομιλίας αποδέχθηκε την εντολή μου και το σαλόνι πλημμύρισε με τον απαλό μπεζ φωτισμό των πορτατίφ. Σέρβιρα στον εαυτό μου ένα μαρτίνι, κρύο με μια φλούδα από λάιμ. Βελούδινος, φαρδύς, μαλακός, ανατομικός καναπές. Πόδια πάνω στο χαμηλό τραπέζι του κρυστάλλινου μωσαϊκού. Θέα μου στην τζαμαρία, η φεγγαρόλουστη νύχτα και οι γιγάντιοι ουρανοξύστες που αντικαθρέπτιζαν τα φωτορυθμικά της ξεφαντωμένης πολιτείας. Στον ουρανοξύστη της Καλιφόρνια Πλάζα, τα παράθυρα των κτηματομεσιτικών γραφείων ήταν ακόμη φωτισμένα και μέσα τους έκαναν συσκέψεις οι ατζέντηδες γύρω από στρογγυλά τραπέζια. Οι κτηματομεσίτες ήσαν πιθανότατα οι μόνοι που δούλευαν τέτοιες περασμένες ώρες.


Το δικό μου ωράριο εργασίας ήταν αυστηρώς νυχτερινό. Και δεν περιελάμβανε ποτέ πάνω από δύο επαγγελματικά ραντεβού. Πάντοτε κατά την νύχτα, ποτέ κατά την ημέρα. Ζήτημα πρεστίζ. Δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς, εδώ που τα λέμε. Άφησα έναν χλιαρό αναστεναγμό σκεπτόμενος την ευρύχωρη κρεβατοκάμαρά μου με τους μεταμοντέρνους πίνακες ζωγραφικής στους τοίχους της. Θα ήταν ομολογουμένως μια κρεβατοκάμαρα χάρμα οφθαλμών εάν στον χώρο της έστεκε ένα διπλό κρεβάτι αντί για ένα λουστραρισμένο εβένινο φέρετρο.


●●●●


Ε ναι λοιπόν, εγώ ήμουν. Δεν έχω λόγο να κρύβομαι πια.


Ήταν μια νύχτα κατάμαυρη εκείνη, με την σελήνη να βρίσκεται σε φάση μηνίσκου. Ίσα που αχνοφαινόταν το λεπτεπίλεπτο δρεπάνι της στο σκότος τ' ουρανού.


Δεν χρειαζόμουν τις φεγγαραχτίδες. Όχι για εκεί που πήγαινα, τουλάχιστο. Το σκοτάδι με βόλευε. Συν τοις άλλοις, ο Χουάν Φελίπεζ με είχε κατατοπίσει δεόντως για τα κατατόπια. Ο καημένος ο Χουάν, μάλλον είχε τρομάξει τόσο πολύ ώστε άρχισε να μου αραδιάζει με κάθε λεπτομέρεια την γεωγραφία της περιοχής. Όχι ότι δεν γνώριζα το Γουέστ Χόλιγουντ. Απλά είναι αδύνατο, θαρρώ, για τον οποιονδήποτε να γνωρίζει τα κρυφά σημεία μιας τέτοιας μεγαλούπολης εάν δεν έχει μεγαλώσει στα λημέρια της. Και ο Χουάν Φελίπεζ ήταν ο πλέον κατάλληλος για να μου δώσει όλες τις χρήσιμες οδηγίες μιας και ο ίδιος ήταν γέννημα-θρέμμα του Γουέστ Χόλιγουντ.


Προορισμός μου ήταν η συνοικία του Σάνσετ Στριπ και για τον λόγο αυτόν ξεκίνησα να βαδίζω την Sunset Boulevard από το Λος Φελίζ. Όχι, δεν αστειεύομαι. Βάδισα κοντά στα δέκα μίλια χωρίς σταματημό. Και η ώρα ήταν περασμένες δύο την νύχτα. Μια-δυο αλητοπαρέες με αγριοκοίταξαν σαν πέρασαν πλάι μου στην λεωφόρο. Τους ανταπέδωσα το αγριοκοίταγμα, κι αυτό ήταν όλο. Φρονώ ότι εξέταζαν την πιθανότητα να κουβαλώ κάνα ματσωμένο πορτοφόλι επάνω μου. Η αλήθεια είναι ότι είχα γύρω στα χίλια δολάρια στην τσέπη. Κι εφόσον εγώ δεν οπλοφορούσα ενώ εκείνοι βεβαιότατα θα έκρυβαν κάνα πιστόλι ή κάναν σουγιά μες στα μπουφάν τους, υποθέτω ότι δεν αποτελούσα παρά έρμαιο του ελέους τους κείνες τις περίεργες ώρες. Ω διάολε, ορίστε που φαφλατίζω πάλι. Απολογούμαι. Ας συνεχίσω.


Δεν υπήρχε απολύτως τίποτε φινετσάτο στο ντύσιμό μου εκείνη την νύχτα. Ούτε κοστούμι Λεόν, ούτε βερνικωμένα δερμάτινα παπούτσια τύπου Oxford, ούτε χρυσό ρολόι Ρόλεξ στον καρπό. Α, ίσως και να φορούσα το Ρόλεξ, δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό. Τέλος πάντων. Τί φορούσα εκείνη την νύχτα; Στο κεφάλι φορούσα ένα μπλε πάνινο καπέλο τύπου bucket, απ' αυτά που φορούν οι συνταξιούχοι όταν πάνε για ψάρεμα. Στην Βουλγαρία, το καπέλο αυτό είναι γνωστό ως idiotka δηλαδή το 'καπέλο του ηλίθιου' και αδυνατώ να μαντέψω το γιατί. Χρώματος μπλε σκούρου ήταν και το αντιανεμικό μακρυμάνικο τζάκετ από πολυεστέρα που έντυνε το σώμα μου απ΄ τον λαιμό ως την μέση. Κείνο είχε και φερμουάρ που έκλεινε ως τον γιακά και μπροστινές τσέπες. Ένα φαρδύ ξεθωριασμένο τζην για παντελόνι. Κι όσο για παπούτσια, ένα φθηνό ζευγάρι λευκά σπορτέξ με αυτοκόλλητα αντί για κορδόνια. Φορούσα κι ένα εσωτερικό φούτερ αλλά δεν θυμάμαι ποιο.


Το σημείο της Σάνσετ Στριπ προς το οποίο κατευθυνόμουν βρισκόταν απόμερα, μακριά από τις ολοφώτιστες μαρκίζες των νάιτκλαμπ και των μπουτίκ, μακριά από τις φαντασμαγορικές διαφημιστικές πινακίδες που συνεπαίρναν τον οφθαλμό απορρίπτοντας τον νου σε ίλιγγο και αποχαύνωση. Μακριά ακόμη και από το ιδιαίτερο συνονθύλευμα των ήχων της Σάνσετ Στριπ, τα αλλόκοτα ακόρντο μεταξύ της τζαζ και της ρέιβ και του κλάξον των αστραφτερών πόρσε. Το σημείο στο οποίο κατευθυνόμουν βρισκόταν απόμερα, σε μέρος σκοτεινό και αθόρυβο. Ω μα ναι αδελφέ μου, σε μέρος θεοσκότεινο και βουβό σαν τάφος.

Φθάνοντας στο σημείο, γνώριζα ευθύς αμέσως ότι βρισκόμουν στον προορισμό μου. Το σκηνικό ενώπιόν μου ταίριαζε απόλυτα με τις περιγραφές του Χουάν. Ένα ερημικό συγκρότημα αποθηκών περιφραγμένων με αγκαθωτά συρματοπλέγματα. Όλες οι αποθήκες ήσαν πρόχειρα κατασκευασμένες από πάνελ αλουμινίου, εγκαταλελειμμένες στο ρήμαγμα του χρόνου. Στην περιοχή έστεκε ένας μονάχα φανοστάτης με δυο λαμπτήρες ιωδίου να φωτίζουν την αλάνα που ΄μοιαζε περισσότερο με μάντρα από παλιοσίδερα. Ο ένας λαμπτήρας αργοπέθαινε τρεμοσβήνοντας.


Δύσκολο για κάποιον να το πιστέψει αλλά όλες αυτές οι χονδροειδείς αποθήκες του συγκροτήματος στήθηκαν προκειμένου να παράσχουν υπηρεσίες κινηματογραφικών στούντιο. Και εφόσον δεν διέθεταν ηχομόνωση ή οποιεσδήποτε άλλες λειτουργικές προδιαγραφές γι' αυτόν τον σκοπό, μπορεί κανείς να φανταστεί τί είδους ταινίες παράγονταν εκεί μέσα. Όπως και να 'χει, δεν έδινα δεκάρα τσακιστή για το τί έκαναν οι άλλες αποθήκες. Εγώ ήμουν προσηλωμένος στην αποθήκη που γύρευα εξ' αρχής, την πιο απομονωμένη. Εκείνη με την επιγραφή από σκουριασμένη λαμαρίνα: JUAN FELIPEZ MOVIE PRODUCTIONS. Δίχως την επιγραφή, τούτη η χοντροκοπιά θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και γκαράζ.


Υποθέτω ότι γίνομαι κατιτί κουραστικός όσο δεν παραθέτω το ιστορικό πλαίσιο της επίσκεψής μου στο συγκεκριμένο σημείο της Σάνσετ Στριπ, οπότε κινώ ευθύς να αποκαταστήσω την αφηγηματική αρμονία με όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες: Ο πορτορικανός Χουάν Φελίπεζ διατηρούσε μία εταιρεία παραγωγής φτηνών πορνοταινιών DVD. Η άνθηση και ραγδαία ανάπτυξη της βιομηχανίας πορνό στο Χόλιγουντ έρριψε σύντομα τον Χουάν σε μεγάλες αναδουλειές. Ο κακόμοιρος ο Χουάν δεν διέθετε την επιχειρηματική οξύνοια ώστε να ανταγωνισθεί τους υπόλοιπους πορνοπαραγωγούς που έμπαιναν αυξητικώς και δυναμικά στο παιχνίδι. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Όντας ψιλικατζής απ' τις καταβολές του, ο Χουάν δεν είχε την πολυτέλεια να προσλαμβάνει τα χυμώδη μοντέλα και τους νέγρους ψωλαράδες των αλλωνών. Και φυσικά οι ταινίες που γύριζε με τα τσόλια και τους ψωριάρηδες να πασπατεύονται με κορμιά τρυπημένα από τις ηρωίνες κάθε άλλο παρά περιζήτητες έγιναν πια.


Ο Χουάν περιέπεσε σύντομα σε μία ψυχολογική πάθηση την οποία ο μέσος ψυχίατρος θα διεγίγνωσκε ως διπολική συναισθηματική διαταραχή. Για μένα φυσικά που έμαθα λίγα πράγματα για εκείνον, ο Χουάν δεν ήταν παρά ένα ανιαρό σχολειαρόπαιδο, ένας κυκλοθυμικός ομοφυλόφιλος που κατετρύχετο από τις αφόρητα κοινότοπες εκείνες κρίσεις της μέσης ηλικίας. Εν ολίγοις και λαϊκιστί, ο Χουάν απλά μελαγχόλησε όταν διαπίστωσε ότι οι παλαιοί του εραστές τον παρατούσαν συντεταγμένοι καθώς το γκριζάρισμα της κεφαλής του πλήθαινε σε αντιδιαστολή με το πορτοφόλι του που ολοένα συρρικνωνόταν. Κατάντησε κάποτε ιδιαιτέρως ευάλωτος ως ήτο αναπόφευκτο και, φυσικά, άλλο που δεν ήθελαν οι υποχθόνιες εξουσίες που τον προσέγγισαν.


Οι εξουσίες αυτές λοιπόν εκδήλωσαν την επιθυμία τους να μισθώσουν το ξεγραμμένο στούντιο του Χουάν -το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο- έναντι ενός γερού μηνιαίου αντιτίμου. Ο Χουάν παραχώρησε την αποθήκη του παρότι ο σκοπός της μίσθωσης ουδέποτε του δηλώθηκε. Η συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ των είχε και μία αυστηρότατη ρήτρα: την απόλυτη σιωπή του Χουάν σχετικά με το ζήτημα.


Ακόμη κι ένα κωθώνι σαν τον Χουάν κατανοούσε ότι είχε να κάνει με μία αδίστακτη οργάνωση της οποίας η δράση ήταν εμφανώς παράνομη, ο Χουάν εντούτοις αποδέχθηκε τα χρηματικά ποσά που του προσφέρονταν κι ούτως επανέκτησε την νωθρή ευδαιμονία που τον χαρακτήριζε πριν την διπολική του διαταραχή. Κυριότερη φιλοδοξία του άλλωστε ήταν να αρχίσει να αισθάνεται ξανά σημαντικός στον λωλό του περίγυρο, πράγμα το οποίο και επέτυχε.


Τήρησε απόλυτη εχεμύθεια για την επιχειρηματική αυτήν σχέση, κράτησε το στόμα του κλειστό ακόμα κι όταν κάποτε έμαθε -υποκινούμενος από την γυναικωτή του περιέργεια- ότι η οργάνωση αυτή δραστηριοποιείτο στον τομέα της παιδικής πορνογραφίας, και μάλιστα χάρντκορ. Τέτοια ήταν η ευτυχία του Χουάν με τα χρήματα που ελάμβανε σε μηνιαία βάση ώστε δεν συγκινήθηκε ούτε από το γεγονός ότι το κύκλωμα αυτό βίαζε on camera άπορα παιδιά μεταφερμένα κυρίως από το Πουέρτο Ρίκο, την ιδιαίτερη πατρίδα του. Σε ό,τι με αφορούσε, αυτό ήταν και το τελευταίο σφάλμα του Χουάν.


Ομολογώ ότι εξεπλάγην με το ύφος της κινητικότητας που αντηχούσε από το εσωτερικό της αποθήκης. Κάποιους από τους ήχους τους ανέμενα καθότι γνώριζα ότι θα 'σαν συναθροισμένα περί τα είκοσι άτομα εκεί μέσα, ήχους όπως ομιλίες, μουσικές, τριζοβολήματα μονωτικών ταινιών, καρφώματα πάνω σε παλέτες. Κάποιους άλλους ήχους δεν τους ανέμενα αλλά εκείνος που με παραξένεψε περισσότερο ήταν το οξύ σύριγμα του φλόγιστρου ηλεκτροσυγκόλλησης. Το ίδιο αινιγματικό ήταν και το θέαμα των σπινθήρων που παρήγαγε το φλόγιστρο πάνω σε μεταλλική επιφάνεια, θέαμα του οποίου γινόμουν αυτόπτης μάρτυς δια του μικρού ανοίγματος της συρόμενης θύρας της αποθήκης. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον λόγο ύπαρξης του φλόγιστρου, αλλά θα τον μάθαινα πολύ σύντομα ούτως ή άλλως.

Για ένα πράγμα ήμουν σίγουρος και για το οποίο με είχε διαβεβαιώσει ο Χουάν: Δεν θα υπήρχαν παιδιά μέσα στην αποθήκη εκείνη την νύχτα. Αυτό με βόλευε ιδιαιτέρως καθότι σκόπευα να επιβάλω απηνεστάτη δικαιοσύνη στους εμπλεκόμενους και τούτη ασφαλώς δεν θα ήταν μία παράσταση κατάλληλη δι' ανηλίκους. Έσπασα το λοιπόν την αλυσίδα του αγκαθωτού συρματοπλέγματος και κίνησα για την αποθήκη.

Άνοιξα την συρόμενη πόρτα και μπήκα αθόρυβα, τόσο αθόρυβα ώστε κανείς από τους εικοσιτρείς λεχρίτες που έβοσκαν εκεί μέσα δεν με πήρε χαμπάρι ευθύς εξ' αρχής. Δεν υπήρχε και ιδιαίτερος λόγος να με πάρουν χαμπάρι άλλωστε εφόσον ο καθένας τους ήταν απορροφημένος στην δική του ασχολία. Άλλοι γυμνάζονταν με αλτήρες και μπάρες πάνω στους πάγκους, άλλοι σφυροκοπούσαν ξύλινα κιβώτια, άλλοι προπονούνταν στο μποξ μέσα σ' ένα αυτοχέδιο ρινγκ, άλλοι γυάλιζαν με λιπαντικό υγρό τα καλάσνικωφ που βαστούσαν γεμάτοι έπαρση, άλλοι μόνταραν το πορνογραφικό υλικό στους υπολογιστές υπό την μουσική υπόκρουση των Kristallnacht να βοά στην διαπασών από τα ηχεία, άλλοι σνίφαραν κοκαϊνη πάνω στο ροδοκόκκινο κρεβάτι των γυρισμάτων περικυκλωμένοι από κάμερες και προβολείς.


Δύσκολα ξεχώριζες τον έναν απ' τον άλλον: Ξυρισμένα κεφάλια, υπετροφικά μπράτσα, τατουάζ με σβάστικες και ανάποδα πεντάλφα, μαύρα κασκορσέ με σειρίδες της Βέρμαχτ, μπρασελέ με μεταλλικές νεκροκέφαλες, καδένες με την μονογραφή της Αρείας Αδελφότητας, μαύρα δερμάτινα περιβραχιόνια με μεταλλικές οπλές, μία μακριά μαχαίρα δεμένη στην μέση του καθενός για γούρι. Διακόσμηση; Μία κόκκινη σημαία με το έμβλημα των SS στον έναν τοίχο, μία μεγάλη αφίσα με την εικόνα του Χίτλερ στον απέναντι τοίχο, μία γυάλινη προθήκη με βλήματα και οβίδες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπήρχε τόσο κλισέ διάχυτο στην ατμόσφαιρα ώστε κινδύνευα από παθολογικό χασμουρητό.


Καθότι μ' έτρωγε ακόμη η περιέργεια για τον λόγο της ηλεκτροσυγκόλλησης, κατευθύνθηκα αμέσως προς τον τύπο με το αναμμένο φλόγιστρο στο χέρι. Στάθηκα ακριβώς στο πλάι του αλλά δεν με αντιλήφθηκε εφόσον φορούσε στο κεφάλι το κράνος με το προστατευτικό τζάμι. Γύρω απ' τον τύπο έστεκαν στοίβες από μαύρες μεταλλικές κασετίνες. Ο τύπος συγκολλούσε με το φλόγιστρο κάποιες ασημένιες πλακέτες επάνω στις κασετίνες. Οι πλακέτες έφεραν το λογότυπο της οργάνωσης, έναν χαμογελαστό μπαλαντέρ τραπουλόχαρτου, κι από κάτω την επιγραφή El Comodín (που σημαίνει 'ο μπαλαντέρ' στα ισπανικά).


Δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό και άνοιξα μία από τις έτοιμες κασετίνες της στοίβας. Μέσα της περιείχε δυο-τρία DVD κινουμένων σχεδίων (για τα προκαταρκτικά στάδια, υποθέτω), δέκα πορνο-DVD με ανήλικους ταξινομημένα ανά την ηλικία των θυμάτων, είκοσι αμπούλες πόπερ, ένα ζευγάρι χειροπέδες κοσμημένες με ροζ και μπλε χνουδωτές τουλούπες, ένα φιαλίδιο με απόσταγμα λεβάντας, ένας δονητής, μία μεταλλική φαλτσέτα και ένα στικάκι USB μαύρο με απαγορευτικό κόκκινο Χ. Τώρα, για όλα τα εξαρτήματα είχα πάνω-κάτω κάποια εξήγηση. Το στικάκι USB όμως με έθεσε σε νέο κύκλο περιέργειας.

Σκούντησα τον τύπο με το φλόγιστρο. Γύρισε, με κοίταξε και έπειτα έσβησε το φλόγιστρο. Βγάζοντας το βαρύ κράνος, φανερώθηκε μεγαλοπρεπές το τατουάζ της σβάστικας πάνω στο γυαλιστερό του κρανίο. Με κάρφωσε με μάτια παραξενεμένα αλλά και (παραδόξως) καλοπροαίρετα σα να επιστράτευε όλη του την ευγένεια για να με εξυπηρετήσει. Τα δόντια του ήσαν κάτασπρα και η αναπνοή του μύριζε οδοντόπαστα δυόσμου.


«Σε τί μπορώ να σε βοηθήσω, κύριος;»


«Έχω μια απορία. Τί είναι αυτά;»


«Αυτά είναι τα κιτ πολυτελείας για τους VIP. Κοστίζουν περισσότερο από τα απλά κιτ.»


«Καταλαβαίνω. Και τί είναι αυτό εδώ;»


«Αυτό είναι ένα στικάκι USB.»


«Το βλέπω ότι είναι στικάκι USB. Εννοώ, τί περιέχει...»


«Snuff.»


«Snuff;»


«Μάλιστα.»


«Παιδικό snuff;»


«Ακριβώς.»


«Αυθεντικό snuff; Ή στημένο με εφέ και ψεύτικα αίματα;»


«Μα φυσικά και είναι αυθεντικό, κύριος. Είμαστε πεζοναύτες. Όταν σκοτώνουμε, σκοτώνουμε στ' αλήθεια. Αληθινά και πεντακάθαρα. Μ' αστραφτερή καθαρότητα. Για τί διάολο μας πέρασες;»


«Ποιος διάολο είναι αυτός ο παλιοκαργιόλης και τί διάολο γυρεύει εδώ μέσα!;»


Στραφήκαμε κι οι δυο μας προς το μέρος της βροντερής φωνής. Προερχόταν από τον τύπο εκείνον που δούλευε την μπάρα πάνω στον πάγκο. Είχε πετάξει την μπάρα στο δάπεδο και με κοιτούσε με βλέμμα γεμάτο αγανάκτηση. Υποθέτω ότι ήταν ο λοχίας του τσούρμου μιας και ήταν ο θηριωδέστερος στο παράστημα, αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό. Μαζί του, έστρεψαν κι οι υπόλοιποι τα βλέμματά τους καταπάνω μου. Τα γυμνά τους κρανία λαμπύριζαν σαν κεφάλια από καρφίτσες κάτω απ' το φως των μακρόστενων λαμπτήρων φθορίου. Υπήρξαν κι οι ενστικτώδεις αντιδράσεις κάποιων εδώ κι εκεί, κάποιοι οπλίσαν τα καλάζνικωφ, κάποιοι έβγαλαν τις μαχαίρες απ' τα ζωνάρια τους.


«Παρακαλώ μην θορυβήστε, κύριοι. Θα είμαι πολύ συνοπτικός στις διαδικασίες μου. Δεν σκοπεύω να σπαταλήσω πολύ απ' τον ανεκτίμητο χρόνο σας.»


«Πώς διάολο βρέθηκες εδώ;»


«Ο Χουάν Φελίπεζ μου έδωσε όλες τις αναγκαίες οδηγίες σχετικά με την τοποθεσία του στούντιο. Σας οφείλω μια συγγνώμη μιας και δεν σας ενημέρωσα εκ των προτέρων για την επίσκεψή μου. Λυπάμαι, αλλά με πίεζε ο χρόνος.»


«Ο Χουάν... Είχα προειδοποιήσει αυτόν τον λιγδιάρη βρωμολατίνο να κρατάει τις λούγκρες παρέες του μακριά από εδώ.»


«Δεν είμαι η παρέα του Χουάν. Κάθε άλλο, θα 'λεγα.»


«Ωραία, κύριος. Σε περίπτωση που δεν το γνώριζες, αυτή είναι απαγορευμένη ζώνη. Το οποίον σημαίνει ότι εφόσον μπήκες, τώρα δεν βγαίνεις. Οπότε θα σου δώσω ακριβώς πέντε δεύτερα για να μας πεις ποιος είσαι και τί θέλεις προτου χώσω αυτήν την μαχαίρα στον κώλο σου και σε φιλετάρω στα δύο.»


«Το όνομά μου είναι Ρόμπερτ Χάρισον και απλά ήρθα για να βεβαιωθώ σχετικά με τις εργασίες που εκτελείτε εδώ μέσα.»


«Γιατί; Τί είσαι; Μπάτσος; Ή μήπως Ομοσπονδιακός; Σίγουρα δεν δείχνεις να είσαι τίποτε απ' τα δυο.»


«Όχι, δεν είμαι ούτε μπάτσος ούτε Ομοσπονδιακός. Είμαι διευθύνων σύμβουλος της Highmark Investment Group.»


«Ούτε για διευθύνων σύμβουλος μοιάζεις. Τώρα θα μας εξηγήσεις τί γυρεύεις εδώ μέσα; Ήδη χάνω την υπομονή μου, κύριε διευθύνων σύμβουλε.»


«Ενδιαφέρομαι γι' αυτό που κάνετε.»


«Ενδιαφέρεσαι...! Χμ, καλό κι αυτό... Ενδιαφέρεσαι για πορνό ή για επένδυση;»


«Είμαι επενδυτής οπότε ψάχνω πάντοτε για μια καλή επένδυση. Αλλά δεν με πειράζει και το πορνό πού και πού.»

«Ώστε θέλεις να επενδύσεις στην επιχείρηση, ε; Ε λοιπόν, δεν θα 'πρεπε να μιλάς μαζί μας. Δεν μπορούμε να σε βοηθήσουμε εμείς. Άλλος είναι εκείνος στον οποίον πρέπει να απευθυνθείς.»


«Το γνωρίζω αυτό. Ο περίφημος Ελ Κομοντίν. Ο μυστηριώδης εγκέφαλος της οργάνωσης. Μην ανησυχείτε, κύριοι. Θα έλθει κι η δική του η ώρα. Και σύντομα, μάλιστα. Θα τον συναντήσω κι εκείνον.»


«Ποτέ κανείς δεν συναντά τον Ελ Κομοντίν αυτοπροσώπως, κύριος. Ούτε καν εμείς. Επικοινωνεί μαζί μας αποκλειστικά μέσω Skype κι έχει πάντοτε το πρόσωπό του κρυμμένο.»


«Ω, εμένα θα με συναντήσει. Να 'στε βέβαιοι γι' αυτό.»


Ένα σύντομο σάστισμα πλανήθηκε πάνω απ' τα γυαλιστερά μα αδειανά κεφάλια της παρέας. Ήταν διασκεδαστικό από μεριάς μου να τους παρακολουθώ συγχρονισμένους μες στην απορία τους. Έμοιαζαν να είχαν κλωνοποιηθεί όλοι τους απ' τον ίδιο δοκιμαστικό σωλήνα, τόσο κοινόχρηστη φάνταζε η έκφραση της αποσβόλωσης στα πρόσωπά τους.

«Πού είναι ο Χουάν; Γιατί δεν είναι μαζί σου;»


«Δεν μπορούσε να έλθει.»


«Πώς κι έτσι;»


«Προβλήματα υγείας.»


«Γρίπη;»


«Όχι. Θάνατος.»


«Θάνατος;»


«Ακριβώς.»


«Τον σκότωσες;»


«Ναι. Τον σκότωσα πάνω στο αγαπημένο του μαξιλάρι. Ο Χουάν κοιμόταν πάντοτε αγκαλιά με το αγαπημένο του μαξιλάρι. Δίχως το μαξιλάρι του, ήταν ανήμπορος να κοιμηθεί. Έπασχε και από διαταραχή ύπνου, μεταξύ άλλων. Και μαντέψτε τί ήταν το αγαπημένο του μαξιλάρι. Ήταν μία king-size κούκλα του Winnie the Pooh. Χνουδωτή, βαμβακερή και κίτρινη σαν λεμόνι. Στοιχηματίζω ότι δεν το ξέρατε αυτό, έτσι δεν είναι; Του έκανα την χάρη λοιπόν και τον ξεπάστρεψα με τον Winnie στην αγκαλιά του, όπως μου το ζήτησε. Δεν ήθελα να φερθώ σκληρά στον Χουάν. Δεν το άξιζε, εδώ που τα λέμε. Ήταν απλά ένας αγαθός πανύβλακας. Όμως με εσάς, κύριοι... Ω, με εσάς προτίθεμαι να γλεντήσω στο έπακρο.»


Τα μάτια του λοχία σκλήρυναν. Με περιεργάζονταν εξονυχιστικά τώρα, φρύδια συνοφρυωμένα, ζυγωματικά πρησμένα σαν να ήσαν έτοιμα να εκραγούν. Άνευ διαθέσεως πια να χάσει περαιτέρω χρόνο, άρχισε να γαβγίζει εντολές σε δυο από τα ανδρείκελά του. Είχα σχεδόν ξεχάσει ότι οι κύριοι δήλωναν εαυτούς ως πεζοναύτες. Αναγκάσθηκα λοιπόν να το υπενθυμίσω στον εαυτό μου κι έπειτα να συμμορφωθώ με τις στρατιωτικές τους τακτικές, όσο ιδιότροπες και αν μου φαίνονταν. Για την ώρα, ο θηριώδης λοχίας προβληματιζόταν σχετικά με το εάν ήμουν τυλιγμένος με τυχόν εκρηκτικά στο σώμα μου σαν τους βομβιστές αυτοκτονίας όπως επίσης και για το εάν ήμουν μόνος ή με άλλους συνεργούς.


«Γουόρμ! Έλεγξε την πόρτα για να δεις εάν το πεδίο είναι ελεύθερο! Φίτζι! Εσύ τσέκαρέ αυτόν τον σκατογιαμιόλη!» πρόσταξε με πυγμή.


«Sir! Yes, sir!» γκάρισαν ο Γουόρμ με τον Φίτζι, κι έτρεξαν ευθύς ο καθείς στην δουλειά που του ανατέθηκε.


Ο Γουόρμ, βαστώντας το καλάζνικωφ στα χέρια, πλησίασε την συρόμενη πόρτα και ερεύνησε την ερημική αλάνα τριγύρω. Ο Φίτζι με πλησίασε στοχεύοντας την κάννη του δικού του καλάζνικωφ στο στήθος μου. Παρέμεινα ακίνητος προκειμένου να τον διευκολύνω να διεκπεραιώσει το ψάξιμό του. Με άρπαξε με βία από τον γιακά κι ύστερα άρχισε να με ψαχουλεύει ολόκληρον με άγαρμπες κινήσεις από την κορφή ως τα πόδια. Φυσικά, δεν βρήκε τίποτε επάνω μου. Όπως και ο Γουόρμ διεπίστωσε ότι το πεδίο έξω από την αποθήκη ήταν απολύτως ελεύθερο και ότι είχα πάει εκεί πέρα ολομόναχος.


«Sir! Το πεδίο είναι ελεύθερο, sir!» φώναξε ο Γουόρμ.


«Sir! Είναι καθαρός, sir!» φώναξε ο Φίτζι.


Ο λοχίας ηρέμησε. Και σαν ηρέμησε, η πρώτη του κίνηση ήταν να σφίξει τα χέρια και τις ωμοπλάτες του επιδεικνύοντας τα γυμνασμένα μούσκουλα. Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιποι του τσούρμου αφού σηκώθηκαν όρθιοι. Με τόση τεστοστερόνη συγκεντρωμένη σ' ένα σημείο αναλογίσθηκα την πιθανότητα να τιναχτούμε όλοι στον αέρα από κβαντική διεμπλοκή. Οι μακριές κοφτερές μαχαίρες βγήκαν όλες από τα θηκάρια τους και ποζάρισαν απειλητικές προς αναζήτηση κάποιου ψήγματος φόβου εκ μέρους μου. Και εφόσον φόβος δεν υφίστατο, ο λοχίας ένιωθε συνάμα δέος και ενθουσιασμό. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία στον νου μου ότι ο λοχίας με περνούσε για ζουρλό, έναν απ' τους χιλιάδες της Καλιφόρνιας. Στην εντύπωση αυτή συνέβαλε -υποθέτω- και το καπέλο bucket που φορούσα στο κεφάλι.


«Ε λοιπόν, ξέρεις κάτι φίλε; Είσαι ένα θεοπάλαβο τρελοκαθίκι. Όμως έχεις τεράστια αρχίδια και αυτό το θαυμάζω. Διάολε, σε γουστάρω ήδη. Θα σου τραβούσα μέχρι και μαλακία εάν ανήκες στην αγαπητή μου διμοιρία. Αλλά όπως έχουν τα πράγματα, μάλλον θα αρκεστώ με το να χαζολογήσω λιγάκι με την κωλοτρυπίδα σου. Πες μου κάτι όμως, αξιότιμε κύριε, προτού ξεκινήσουμε τις διεργασίες μας μαζί σου. Ποιος άλλος γνωρίζει γι' αυτό το μέρος; Μήπως μίλησες σε κανέναν γι' αυτό που κάνουμε εδώ πέρα;»


«Σε κανέναν απολύτως. Ήλθα ολομόναχος και είμαι ο μοναδικός που γνωρίζει ότι ήλθα. Σας δίνω τον κρυστάλλινο λόγο της ανδρικής μου τιμής.»


«Είσαι σίγουρος γι' αυτό; Δεν είπες τίποτε στους μπάτσους, φερειπείν; Δεν προσπάθησες καν να επικοινωνήσεις με το FBI; Ξέρεις, όσο πιο ειλικρινής είσαι μαζί μας, τόσο τρυφερότερα θα σου φερθούμε.»


«Στους μπάτσους; Γιατί να μιλήσω στους μπάτσους; Δεν είναι ο επίτροπος Μακέλβι στο μισθολόγιό σας; Κι εκείνος με την σειρά του δεν φροντίζει με φιλοδωρήματα το μισό LAPD; Και στο FBI...; Να μιλήσω στο FBI; Στο ίδιο FBI που υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης το οποίο με την σειρά του τελεί υπό την διεύθυνση του γενικού εισαγγελέα Μπέντζαμιν Άπλγκαρθ; Ξέρετε φυσικά ποιον Μπέντζαμιν Άπλγκαρθ εννοώ. Τον Μπέντζαμιν Άπλγκαρθ που είναι συκιά και παιδόφιλος, και τον οποίον κρατάτε εκβιαζόμενο με επιβαρυντικά στοιχεία. Ή μήπως κάνω λάθος; Όχι, κύριοι. Δεν εμπλέκονται αστυνομία και FBI εδώ πέρα. Υπάρχουμε μόνο εσείς κι εγώ. Και ο κύριος Ελ Κομοντίν φυσικά τον οποίον θα περιλάβω εν καιρώ.»


«Ποιος διάολο είσαι, φίλε; Και πώς διάολο τα γνωρίζεις όλα αυτά; Δεν είσαι μπάτσος, δεν είσαι ομοσπονδιακός και γάμησέ με εάν είσαι καν διευθύνων σύμβουλος σε επενδυτική εταιρεία. Τί διάολο είσαι, που να με πάρει;!»


«Εγὼ τὸ Α καὶ τὸ Ω, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ἀρχὴ καὶ τέλος. Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ἵνα ἔσται ἡ ἐξουσία αὐτῶν ἐπὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, καὶ τοῖς πυλῶσιν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν. Έξω οἱ κύνες καὶ οἱ φαρμακοὶ καὶ οἱ πόρνοι καὶ οἱ φονεῖς καὶ οἱ εἰδωλολάτραι καὶ πᾶς ὁ φιλῶν καὶ ποιῶν ψεῦδος.»


«Θεέ Παντοδύναμε...! Εσύ είσαι πραγματικός κινηματογραφικός αστέρας...! Παιδιά, ετοιμάστε την κάμερα! Δυο κάμερες! Απόψε γράφουμε ιστορία! Θέλω το ξεκοίλιασμα αυτού του ανθρώπου αποτυπωμένο σε φιλμ, σε αμοντάριστα πλάνα δίχως περικοπές, στιλ αλά σινεμά βεριτέ. Αγαπημένε μου φίλε, περίμενα κάποιον σαν κι εσένα όλη μου την ζωή. Ο κώλος σου μου ανήκει πλέον.»


«Δεν έχετε καταλάβει ακόμη περί τίνος πρόκειται, έτσι δεν είναι;»


«Όχι φιλαράκο. Δεν καταλάβαμε. Παρακαλώ, διαφώτισέ μας. Περί τίνος πρόκειται;»


«Σας φέρνω την Αποκάλυψη, αγαπητοί κύριοι. Δι' εμού θα βρείτε θάνατον φριχτόν και το θηρίο εντός σας θα παταχθεί αφ' εμέ διαπαντός. Όμως μην φοβήστε. Δι' εμού τανάπαλιν θα αναγεννηθεί το θηρίο σε κάλλος απηλλαγμένο από κάθε λογής μοχθηρία. Καθότι δύναται κι απ' την έσχατην ασχήμια να ξεφυτρώσει ο ανθός ο πανάρετος, δύναται κι από τον ρυπαρώτατον τον βούρκον ν' αναβλύσει καθάριο ύδωρ, δύναται κι από την τέφρα την ολόνεκρον να καρπίσει άμπελος. Ω, τι βάρβαρη αναγκαιότης είν' ο θάνατος εις την περίσταση...! Με λυπεί βαθύτατα. Τ΄ομολογώ, θα μου λείψει ιδιαιτέρως η κωμικότης της κενόμυαλης αγέλης σας. Όμως η δικαιοσύνη πρέπει να επιβληθεί. Και θα επιβληθεί δεόντως.»


«Φίλε μου, βρίσκεσαι στο πλέον ακατάλληλο μέρος, στην πλέον ακατάλληλη στιγμή, ανάμεσα στους πλέον ακατάλληλους ανθρώπους. Δεν νιώθω τίποτε παρά αγάπη για σένα και την αγάπη τούτη πρόκειται ευθύς να σου δηλώσω έμπρακτα. Ροτζ, Κάνσας, Ρίνγκο και Χογκ! Εσείς πιάστε τον αξιότιμο κύριο και ξαπλώστε τον στο κρεβάτι! Κιντ, Μάγκοτ και Στραπς! Εσείς φέρτε τα νυστέρια, τις λεπίδες, τα ψαλίδια, τα άγκιστρα και τους σφιγκτήρες! Θα εκτελέσουμε χειρουργική επέμβαση! Αυτή θα είναι μία χρονοβόρα και λεπτή επέμβαση! Και ο ασθενής πρέπει να παραμείνει ζωντανός για να την παρακολουθεί ιδίοις όμμασι! Κουνηθείτε, δεσποινίδες! Η κατάσταση είναι επείγουσα!»


«Sir! Yes, sir!»


Και ούτως με προσέγγισαν και με γράπωσαν με βάναυση αγαρμποσύνη και με ξάπλωσαν στο κρεβάτι κατευθυνόμενοι απ' το φαύλο τους πάθος. Και τους άφησα να δράσουν επάνω μου ανενόχλητοι δίχως την παραμικρή αντίδραση, ω αδελφέ μου. Και σιγοψιθύριζα στον εαυτό μου 'Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι' ακόμη κι όταν με κινήσεις μεθοδικές και συντονισμένες κατακρεουργούσαν την σάρκα μου με τα νυστέρια ενόσω η λύσσα απηύγαζε δαιμονισμένη στα μάτια τους. Και αρνήθηκα στον εαυτό μου να μαρτυρήσει πόνο ακόμη κι όταν οι δυο λεχρίτες με τις βιντεοκάμερες ζούμαραν τους φακούς στο πρόσωπό μου καταγράφοντας την κάθε του έκφραση.


Μήπως τυχόν απορείς γιατί δεν αντέδρασα ευθύς αμέσως, αδελφέ μου; Θαρρώ πως μπορώ πια να εξομολογηθώ τους λόγους. Άλλωστε έχεις μιαν αμυδρή ιδέα πάνω-κάτω ως προς το ποια θα είναι η έκβαση της κατάστασης εν προκειμένω. Θαρρώ πως δικαιούσαι μια ντόμπρα εξήγηση.


Όσο εξωφρενικό κι αν σου φαντάζει σε μια πρώτη εντύπωση, ω αδελφέ μου, μου ήταν δύσκολο εξ' αρχής να ξεδιακρίνω το αστραποβόλημα της κακεντρέχειας στα κοπρόσκυλα ενώπιόν μου παρά τα κτηνώδη πεπραγμένα τους. Και τούτο επειδή στους οκτώ πλέον αιώνες μου πάνω στην γη απάντησα τόσην πολυποίκιλην κακία στον άνθρωπο ώστε τούτες δω οι ανεγκέφαλες μύξες δεν λογίζονταν πια παρά ως μια σταγόνα στον απέραντον ωκεανό.


Συνειδητοποίησα φευγαλέα και με βαρύτατη πικρία πόσο απαθής είχα καταντήσει από τις μύριες εμπειρίες του κόσμου και πόσο ξεδιάντροπα είχα αποστραγγισθεί απ' τον ρομαντικό ιδεαλισμό που ενέπνεε την ρότα μου στον χωροχρόνο. Έψαχνα αγωνιωδώς -ω το ομολογώ, αδελφέ μου!- να βρω κάποιο έναυσμα τριγύρω ώστε να ανατρέψω ευθύς όσα συνέβαιναν εις βάρος μου και να βάλω κάθε κατεργάρη στον πάγκο του.


Και μες στο ψάξιμο αυτό το απεγνωσμένο, έπεσε κάποτε το βλέμμα μου πάνω στους ογκώδεις πύργους των υπολογιστών όπου μόνταραν οι αχρείοι το πρόστυχο υλικό τους. Και στ' αυτιά μου θρόιζαν τώρα οι ανεμιστήρες ψύξης που διατηρούσαν τους σκληρούς δίσκους της μνήμης σε θερμοκρασίες χαμηλές προκειμένου να αποτρέψουν κάποια ενδεχόμενη υπερθέρμανση και καταστραφούν τα πλήθια δεδομένα των οπτικοακουστικών αρχείων.


Και τότε το μάτι μου στράφηκε σαν από δική του βούληση προς τις οθόνες των μπόλικων ιντσών κι αντίκρισε το αποτρόπαιο θέαμα των πορτορικανών ανηλίκων να βιάζονται με αμείλιχτη σκληρότητα από τους κυρίους. Και πριν από κάθε σεκάνς προβαλλόταν για πέντε περίπου δεύτερα το λογότυπο της οργάνωσης με τον χαμογελαστό μπαλαντέρ να γεμίζει την οθόνη κι από κάτω η καλλιγραφία El Comodín. Κι έπειτα, άλλος ανήλικος, άλλος φριχτός βιασμός. Και ζούμαρε διαρκώς η κάμερα στα φοβισμένα πρόσωπα των παιδιών διότι βεβαίως ήταν ο φόβος αυτός που αποτελούσε την κύρια ατραξιόν του εκάστοτε βίντεο.

Και οφείλω να παραδεχθώ πια τώρα στην αναδρομή αυτή των γεγονότων ότι ήταν αυτό ακριβώς το θέαμα που με τσίγκλισε ώστε να αντιδράσω, πολύ περισσότερο δε ακόμη κι από το θλιβερό σοδόμισμα των οπισθίων μου με ένα κοφτερό κυρτό λεπίδι απ' τον έξαλλο λοχία. Δεν είχα πλέον παρά να επιτρέψω στην σκοτεινή υπερδύναμη του Strigoi Mort να πράξει τα δικά της τερτίπια μακριά από την ασθενική μου δικαιοδοσία μέχρι που να μου δοθεί κάποτε η ευκαιρία να εξασκήσω αυτό στο οποίο αρέσκομαι πάντοτε να προσδιορίζω ως διαισθητικό αυτοσχεδιασμό. Και επειδή απείχα συνειδητά από το να πίνω ανθρώπινο αίμα για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα (πείτε το δεοντολογικό αυτοπεριορισμό), η τελευταία εικόνα που διατηρώ βαθιά μες στο μνημονικό απ' την μεγαλειώδη εκείνη νύχτα της κραιπάλης μου ήταν η όψη των έντρομων προσώπων των κυρίων σαν το κορμί μου μεταμορφωνόταν εμπρός τους σε πράσινη ομίχλη υπό τους ήχους των δαιμονικών βρυχηθμών.


Μισή ώρα.


Περίπου. Τόσο περίπου μου πήρε ώστε να αφαιμάξω τους κυρίους της σπείρας έναν προς έναν. Δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα από την αναμπουμπούλα που αναμφίβολα έλαβε χώρα ενόσω χιμούσα καταπάνω τους και έχωνα τους αιχμηρούς μου κυνόδοντες στους λαιμούς των. Και τούτο επειδή, όπως προείπα, είχα καιρό να βάλω στο λαρύγγι μου ανθρώπου αίμα. Ως εκ τούτου, η τεράστια ποσότητα που ρούφηξα εκείνη την νύχτα ήταν αρκετή ώστε να με ρίψει σε παραζάλη αρχικώς κι έπειτα σε μιαν αδιασάλευτη γαληνότητα. Και θαρρώ πως ήτο αυτή ακριβώς η γαληνότητα που ευθύνεται τώρα με την σειρά της για την ατυχή μου δυσμνησία.


Όπως και να έχει, ποσώς με απασχολεί η δυσμνησία εν προκειμένω εφόσον κατάφερα να αγγίξω γι' άλλη μια φορά τις επικράτειες της έκστασης σαν το θαυματουργό αίμα διήγειρε το στοιχειωμένο μου κορμί. Σε περίπτωση που δεν το γνώριζες, ω αδελφέ μου, μονάχα το ανθρώπινο αίμα μπορεί να επιφέρει μία τέτοια αναπτέρωση σε έναν βρυκόλακα. Το αίμα όλων των υπόλοιπων ζώων δεν είναι παρά ένα αισχρό υποκατάστατο.


Αφότου συνήλθα απ' το ντελίριο στο οποίο είχα περιέλθει και μπήκαν κάποτε οι σκέψεις μου σε κάποια σειρά, βρήκα τον εαυτό μου θρονιασμένο πάνω σε μία από τις τροχήλατες καρέκλες γραφείου που έστεκαν μπροστά στους υπολογιστές. Ανίχνευσα τον χώρο τριγύρω με το μεθυσμένο μου βλέμμα και δεν αντίκριζα τώρα πια παρά αφημαγμένα ψοφίμια σωριασμένα στο δάπεδο και λίμνες από αίμα εδώ κι εκεί. Καμία σχέση με τα υπερτροφικά μούσκουλα που απάντησα κατά την είσοδό μου στον χώρο, είχαν συρρικνωθεί όλοι τους σε σκελεθρωμένες λινάτσες. Διέκρινα και κάποιες τρύπες στους τοίχους που προκλήθηκαν το δίχως άλλο από ριπές των καλάζνικοφ. Τα ρούχα μου ήσαν γεμάτα απ' το αίμα των κυρίων καθότι οι βουλιμικές μου ορέξεις δεν μου επέτρεψαν να ακολουθήσω πιστά τους κανόνες του σαβουάρ βιβρ ως συνηθίζω.


Αξίζει εδώ να σημειώσω πάραυτα ότι δεν αισθανόμουν πλήρως ικανοποιημένος από την αφαίμαξη των συγκεκριμένων ανθρώπων καθότι εγνώριζα πολύ καλά ότι τα εντυπωσιακά αυτά μούσκουλα ήσαν το αποτέλεσμα αναβολικών ουσιών και συνεπώς το αίμα τους κάθε άλλο παρά αμόλυντο ήταν. Τούτο γινόταν αντιληπτό και στην γεύση, αλλά υποθέτω ότι έθιξα αρκετά το ζήτημα.


Ήταν λοιπόν κατά τις μαγικές εκείνες μικροστιγμές της επανάκτησης των αισθήσεων όταν ήχησε απ' τον υπολογιστή η ειδοποίηση της εισερχόμενης κλήσης του Skype, η μονότονη μελωδία των έξι μουσικών φθόγγων που έμοιαζε να βγαίνει από παιδικό αρμόνιο. Κοιτάζοντας την οθόνη διαπίστωσα ότι ο καλών δεν ήταν άλλος από την Αυτού Μεγαλειότητα, τον κύριο Ελ Κομοντίν. Τούτο ήταν εμφανές από το λογότυπο του χαμογελαστού μπαλαντέρ που δέσποζε φανταχτερό στα ψηφιακά εικονοστοιχεία του μόνιτορ.


Δεν είχα κανέναν λόγο να μην απαντήσω στην κλήση οπότε έπραξα αναλόγως, ενεργοποιώντας παράλληλα και την βιντεοδιάσκεψη του υπολογιστή ώστε ο κύριος Ελ Κομοντίν να μπορεί να με βλέπει κατά την συνομιλία μας. Φυσικά δεν έτυχα αντίστοιχης αβρότητας. Ο Ελ Κομοντίν προτιμούσε την μυστικότητα και αντί για το πρόσωπό του είχα αντίκρυ μου το λογότυπο της οργάνωσης.


«Πρόντο.»


«Ποιος είσαι εσύ;»


«Μην σ' απασχολεί αυτό. Όχι για την ώρα, τουλάχιστον. Το όνομά μου θα είναι η τελευταία έγνοια στο κεφάλι σου όταν σε βρω, στο εγγυώμαι.»


Υπερπροσεκτικός καθώς ήταν στις επιχειρηματικές του δοσοληψίες, ο Ελ Κομοντίν μιλούσε πάντοτε μέσω ενός ηλεκτρονικού φωνητικού παραποιητή. Εξού και η φωνή του ακουγόταν υπερβολικά βαριά και με αυξημένα μπάσα. Θα 'λεγα ότι έμοιαζε κατιτί με την φωνή του Μάγιστρου δίχως όμως να μοιράζεται το υπερκόσμιο βάθος της ή την μεταλλική εκείνη χροιά που παρέπεμπε τον νου σε υπερβατικούς διαλογισμούς.


«Πού είναι ο Σκίντροου;»


«Ο Σκίντροου... Μήπως αναφέρεσαι στον λοχία του τσούρμου; Έναν πανύψηλο τερατώδη τύπο με το έμβλημα της Λουφτβάφε χαραγμένο στο δεξί μπράτσο;»


«Ακριβώς.»

«Άσχημα νέα. Είναι νεκρός.»


«Νεκρός;»


«Ναι.»


«Τί συνέβη;»


«Τον σκότωσα. Αυτόν και το υπόλοιπο πλήρωμα. Φοβάμαι ότι ξέμεινες από προσωπικό στο παράρτημα της Καλιφόρνια. Και πολύ δύσκολα θα ξαναβρείς σκίνχεντς με τόσο χαμηλό δείκτη νοημοσύνης.»


«Είσαι ο ίδιος τύπος που εξολόθρευσε τον σύνδεσμό μου στο Πίτσμπουργκ;»


«Μπίνγκο. Τους τρεις κινέζους Στούτζες. Τώρα, δεν νομίζω να κουράστηκες και πολύ για να τους βρεις αυτούς, έτσι δεν είναι;»


«Πέθαινα από την διακαή επιθυμία να σε γνωρίσω, σενιόρ.»


«Δεν θα σου αρέσω. Θα το διαπιστώσεις κι εσύ ο ίδιος όταν θα με συναντήσεις αυτοπροσώπως.»


«Οπότε να υποθέσω ότι αποδομείς την αυτοκρατορία μου λίγο-λίγο ώσπου να φθάσεις κάποτε σε μένα;»


«Εσένα; Να φθάσω εσένα; Μόνον εσένα; Όχι, δεν είσαι μονάχος στην κορυφή πια, φίλε μου. Το τέρας που δημιούργησες παραέγινε πελώριο για τα αποκλειστικά σου διοικητικά ταλέντα. Εσύ κατάντησες πλέον ένα στέλεχος. Ηγετικό στέλεχος μεν, αλλά στέλεχος. Θα χρειαστεί να αναλάβω κι άλλα μούτρα, υψηλά ιστάμενα μούτρα. Άτομα σαν τον επίτροπο Μακέλβι, για παράδειγμα. Ή τον γενικό εισαγγελέα Άπλγκαρθ. Όπως καταλαβαίνεις, έχεις απολέσει προ πολλού την μονοκαθεδρία. Ο θρόνος σου είναι συνωστισμένος από αρκετούς πισινούς.»


«Ουάου. Ακούγεσαι διατεθειμένος να εισβάλεις μέχρι και στον Λευκό Οίκο, σενιόρ.»


«Εάν χρειαστεί, θα το κάνω κι αυτό. Δεν προσβλέπω ιδιαιτέρως σ'αυτό, ωστόσο. Προσβλέπω περισσότερο σ' εσένα, αυτό είναι σίγουρο.»


«Πιστεύεις στ' αλήθεια ότι θα εξαφανίσεις έτσι απλά ένα παγκόσμιο δίκτυο που κάνει μισό δισεκατομμύριο τζίρο ετησίως;»


«Δεν το πιστεύω. Το ξέρω. Μην μπερδεύεις την πεποίθηση με την γνώση.»


«Έχεις μεγάλες φιλοδοξίες, σενιόρ. Πολύ μεγάλες για το δικό σου μέγεθος, φοβάμαι.»


«Θα το ρισκάρω. Ούτως ή άλλως, τώρα πια έχω δεθεί συναισθηματικά με την επιχείρησή σου.»


«Ε λοιπόν, ξέρεις κάτι σενιόρ; Θα 'ταν κρίμα να μένει αναξιοποίητος ένας άνθρωπος με τις δικές σου δεξιότητες. Άνθρωποι σαν κι εσένα είναι πάντοτε χρήσιμοι. Και πληρώνονται αδρά για τις υπηρεσίες τους.»


«Τί διάολο είναι αυτό; Προσφορά εργασίας;»


«Γιατί όχι; Ακούγεσαι λογικός άνθρωπος. Ίσως βρούμε μια λύση.»


«Θ' αναγκαστώ να αρνηθώ.»


«Κρίμα.»


«Μπα, δεν νομίζω.»


«Πες μου κάτι, σενιόρ...-»


«Γιατί δεν κόβεις επιτέλους τις μαλακίες με τα 'σενιόρ' και την ψευδολατίνα προφορά!; Δεν είσαι Αργεντινός όπως θέλεις να κάνεις τους πάντες να νομίζουν. Διάολε, αμφιβάλλω εάν έχεις πατήσει καν το πόδι σου στην Αργεντινή.»


«Ώστε έχεις συντάξει ανάλυση του προφίλ μου;»


«Δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Δεν είσαι κι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε 'δυσανάγνωστη προσωπικότητα'. Η πρωτοτυπία δεν είναι το δυνατό σου χαρτί.»


«Ωραία λοιπόν, κύριε Ανώνυμε. Πες μου περισσότερα. Τί άλλο έχεις διαγνώσει για μένα;»


«Είσαι Ευρωπαίος. Αν θα έπρεπε να περιορίσω τις εικασίες μου, θα πόνταρα σε σκανδιναβικές χώρες. Σε καρφώνουν τα επιμηκυσμένα φωνήεντα και τα τραχιά σύμφωνα. Ακόμη και δέκα φωνητικούς παραποιητές να επιστρατεύσεις, δεν είσαι ικανός να αποκρύψεις βόρεια Ευρώπη. Όχι από μένα, τουλάχιστον.»


«Είμαι εντυπωσιασμένος. Παρακαλώ, συνέχισε.»


«Δεν απολαμβάνεις ιδιαιτέρως την πορνογραφία και σίγουρα δεν την βρίσκεις καθόλου με την παιδική πορνογραφία. Είσαι αποστασιοποιημένος απ' όλα αυτά παρά το γεγονός ότι εξασκείς το επάγγελμα του πορνογράφου. Μα δεν κάνεις τον πορνογράφο ούτε για τα χρήματα. Είναι αλήθεια, βγάζεις σωρούς χρήμα από την επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα. Μα δεν το χρειάζεσαι. Δεν το ξοδεύεις ούτε το επενδύεις πουθενά για ν' αβγατίσει. Δεν νοιάζεσαι γι' αυτό. Ζεις μια εκλεπτυσμένη ζωή αλλά όχι πολυδάπανη. Δεν έχεις καν οικογένεια να φροντίζεις.»


«Για συνέχισε.»


«Τότε γιατί ο περίφημος Ελ Κομοντίν κάνει ό,τι κάνει και διατηρεί τον εαυτό του εμπλεκόμενο μέσα σ' όλη αυτήν την μαλακία; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα, έτσι δεν είναι; Η απάντηση είναι απλή: Απλώς εξιτάρεσαι με το να βλέπεις ανθρώπους να υπηρετούν συντεταγμένα το σύστημα που εσύ επινόησες. Διεγείρεσαι σε οργασμικό βαθμό όταν παρατηρείς την μηχανή σου να λειτουργεί σε πλήρη αρμονία, όταν περιεργάζεσαι τα γρανάζια της να κάνουν τους τέλειους κύκλους τους. Έδωσες ζωή σε ένα τερατούργημα αλλά δεν σε ενδιαφέρει το τερατούργημα αυτό καθαυτό, σε ενδιαφέρει η ζωή μέσα του, η πνοή που εσύ του έδωσες ώστε να πορευτεί αυτόνομο. Αισθάνεσαι δέος μπροστά στην αυτοτέλειά του, τόσο πολύ ώστε περνιέσαι για θεός ή για κανένας παμμέγιστος δημιουργός.»


«Συνέχισε...»


«Έρχεσαι σπάνια στην Αμερική. Κι όταν έρχεσαι, δεν μένεις για πολύ. Απλά το κάνεις για να πάρεις μια βιαστική μυρωδιά απ' το βοθρολούλουδο που φύτεψες και για να σιγουρευτείς ότι δεν υπάρχει καμιά 'διαρροή'. Θέλεις απλά να δεις την μηχανή σου καλογρασαρισμένη, αυτό είναι όλο. Κι έπειτα την κοπανάς ασυγκράτητος. Δεν σου ταιριάζει η Αμερική. Εδώ που τα λέμε, δεν σου ταιριάζει κανένα μέρος του κόσμου πέρα από αυτό που έχεις επιλέξει για να διαμένεις. Και το μέρος στο οποίο διαμένεις βρίσκεται στην Ευρώπη, δεν θα μπορούσε να είναι κάπου αλλού. Είσαι δεσμευμένος συναισθηματικά με το μέρος της διαμονής σου, τόσο που δεν το αφήνεις ποτέ πέρα από τα σύντομα ταξίδια στην Αμερική. Πρέπει να είναι κάποιο γραφικό μέρος της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι γεμάτη από τέτοια. Τοσκάνη, Φλωρεντία για παράδειγμα. Ή η Βιέννη. Ή η Βουδαπέστη...»


«Τί να πω... Είμαι εντυπωσιασμένος. Πράγματι, εντυπωσιασμένος.»


«Θα σε βρω. Και μόλις σε βρω, θα συνθλίψω το κρανίο σου με τα γυμνά μου δάχτυλα. Και καθώς οι βολβοί των ματιών σου θα ξεπετάγονται απ' την μούρη σου σαν ερεθισμένες ρώγες, δεν θα τους επιτρέψω τίποτε άλλο παρά να με κοιτούν κατάματα.»


«Ματαιοπονείς, κύριε Ανώνυμε. Δεν θα με βρεις ποτέ. Έχω πολλά πρόσωπα. Και κινούμαι γρήγορα.»


«Κι εγώ το ίδιο.»


«Θα είσαι νεκρός προτού καν πλησιάσεις σ' ένα μίλι απόσταση από μένα.»


«Είμαι ήδη νεκρός.»


Κι αυτό ήταν. Ο κύριος Ελ Κομοντίν έκλεισε την γραμμή και κάπου εκεί έληξε κι η συνομιλία μας. Δεν είχαμε και τίποτε περισσότερο να πούμε, άλλωστε. Μερικές φορές, τα λόγια είναι όντως περιττά.


Διάολε, το ανθρώπινο αίμα με είχε ζαλίσει πραγματικά... Ήταν τόσο μεγάλη η δόση που είχα ρουφήξει ώστε περιέπιπτα περιστασιακά σε ιλίγγους. Έπρεπε να είχα προετοιμάσει κάπως τον εαυτό μου έπειτα από τόσον καιρό αποχής. Έπρεπε να είχα πάρει μια μικρή δόση προτού ενδώσω στην ασύδοτη αυτή κραιπάλη μου. Έπρεπε να εκμεταλλευθώ τον Χουάν μιας και μου ήταν διαθέσιμος. Δεν το έκανα.


Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσα να μπω στον κόπο με τον Χουάν, μου ήταν παντελώς αδιάφορος. Απλά τον σκότωσα. Τον καρύδωσα, για την ακρίβεια. Τον καρύδωσα πάνω στον αγαπημένο του Winnie the Pooh. Τον καρύδωσα όπως ακριβώς θα τον καρύδωνε και ο Μπαγκς.


Ο Μπαγκς...! Πού τον θυμήθηκα τώρα κι αυτόν...!


●●●●


Πράγα, Τσεχική Δημοκρατία.


Έπρεπε να το είχα ψυλλιαστεί, έπρεπε να ήμουν πιο προσεκτικός. Όλα τα στοιχεία έδειχναν προς την Πράγα αλλά εξακολουθούσα να τα αγνοώ σαν πρωτάρης. Εάν είχα αφήσει κατά μέρος τον πομπώδη εαυτό μου με τις εξυπνακίστικες ατάκες του, ίσως να βρισκόμουν εδώ πολύ νωρίτερα και η όλη υπόθεση να ελάμβανε τέλος εδώ και πάρα πολύ καιρό. Αχ, τί νόημα έχουν τώρα αυτές οι σκέψεις, που να πάρει...


Ηρέμησα τον εαυτό μου ατενίζοντας τα ρέοντα νερά του ποταμού Μολδάβα από την Γέφυρα του Καρόλου. Στεκόμουν ανάμεσα στα αγάλματα της Αγίας Λουντμίλα εκ δεξιών και του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης εξ' αριστερών. Υποθέτω ότι από τα τριάντα αγάλματα που κοσμούσαν τις μπαλουστράδες της γέφυρας, εγώ ήμουν το πιο θλιμμένο και μοναχικό. Καθότι άγαλμα ένιωθα κι εγώ στην συντροφία τους. Και μάλιστα το αρχαιότερο εξ' αυτών. Ω, γιατί να μην είμαι κι εγώ φτιαγμένος από πέτρα όπως εσείς;


Προτού αφαιρεθώ πάνω στην Γέφυρα του Καρόλου, είχα κανακέψει τον εαυτό μου με έναν σύντομο περίπατο στους δρόμους της Παλαιάς Πόλης της Πράγας. Είχα πολύ καιρό να επισκεφθώ την Πράγα και τώρα που την ξανάβλεπα αναρωτήθηκα το γιατί. Είναι πανέμορφο μέρος, πράγματι.

Στενοχωρήθηκα λίγο κοιτάζοντας το Αστρονομικό Ρολόι της Πλατείας, το μεσαιωνικό Orloj. Περίμενα να δω το αυθεντικό ρολόι, εκείνο που 'χα πρωτοδεί κάμποσους αιώνες πριν. Δυστυχώς εκείνο βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1945. Στην θέση του πια, στον τοίχο του Παλιού Δημαρχείου, δέσποζε μία πιστή αντιγραφή του πρωτότυπου. Οι τρεις ομοαξονικοί οδοντωτοί τροχοί ήσαν εκεί όπως τους θυμόμουν: ο πρώτος έδειχνε την κίνηση του Ήλιου, ο δεύτερος της Σελήνης και ο τρίτος την σχετική θέση του ζωδιακού κύκλου ως προς τον Ήλιο. Εκεί ήσαν και τα τέσσερα αγαλματίδια που κοσμούσαν το Ρολόι, όπως επίσης τα θυμόμουν: η Ματαιοδοξία, η Απληστία, η Λαγνεία και ο Θάνατος.


Τί έκανα εγώ κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο; Πού βρισκόμουν το 1945; Πιθανότατα σε κανέναν υπόνομο, πηλαλώντας ανάμεσα σε λύματα υπό την μορφή αρουραίου. Ή σε κανένα έλος της Ινδικής ζούγκλας μεταμορφωμένος σε βασιλική κόμπρα. Ή παραχωμένος βαθιά μέσα στην γη, κάτω από την καυτή άμμο της Σαχάρας, υπό την μορφή κίτρινου σκορπιού. Οπουδήποτε κι αν βρισκόμουν, οτιδήποτε κι αν έκανα, ένα πράγμα ήταν σίγουρο: Δεν ήμουν άνθρωπος.


Είχα απεκδυθεί την ιδιότητα του ανθρώπου καθ' όλον τον εικοστό αιώνα. Προτίμησα την υπόσταση διαφόρων ζώων, ευρισκόμενος σε στενή επαφή με την φύση, μελετώντας το μεγαλείο της φύσης στην κάθε του έκφανση, αισθανόμενος δέος τόσο στις μικροσκοπικές της λεπτομέρειες όσο και στις επιβλητικότερες φαντασμαγορίες της. Και τα έκανα όλα τούτα επιστρατεύοντας την κατώτερη συνείδηση των ζώων, απαγκιστρωμένος όσο μπορούσα από την ανθρώπινη διάνοια. Έχασα μερικά από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα του ανθρώπου κατά τον εικοστό αιώνα. Δεν μετανιώνω για τις στιγμές που έχασα. Θα 'λεγα ότι τούτη ήταν μία παρεπόμενη συνέπεια της επιδίωξης ενός ύψιστου ιδεώδους. Εκτός αυτού, απλά χρειαζόμουν κάποιο χρόνο απουσίας από τα δρώμενα της ανθρωπότητας.


Η αλήθεια είναι, ω αδελφέ μου, ότι μελαγχόλησα οικτρά περί τα τέλη του 19ου αιώνος. Κι ο λόγος για τον οποίον μελαγχόλησα δεν είχε να κάμει με την ανθρώπινη φύση καθαυτή στους κύκλους της οποίας είχα πλέον εντρυφήσει δεόντως. Είχα μάθει πια τον άνθρωπο λίγο ως πολύ, ελάχιστα πράγματα επάνω του με εξέπλησσαν ή μου προξενούσαν την απορία. Δια τούτο άλλωστε και δεν αισθάνθηκα κάποιον αποτροπιασμό από τις θηριωδίες που έλαβαν χώρα κατά τον εικοστό αιώνα, και ειδικά εκείνες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Είχα εν γνώσει μου το τί ο άνθρωπος ήτο ικανός να κάνει στον συνάνθρωπο, δεν ήμουν δα και τόσο ασμίλευτος έπειτα από τόσους αιώνες πάνω σ' ετούτον τον πλανήτη.


Όχι, ο λόγος για τον οποίον εγκατέλειψα την ανθρωπότητα ήταν άλλος, και ίσως -λέω ίσως- παραξενευθείς σαν τον μάθεις. Ο λόγος ήταν η γέννηση μιας νέας τέχνης. Και το όνομα αυτής, κινηματογράφος.


Ακριβώς, ω αδελφέ μου. Θα το πίστευες ποτέ; Εγώ, ένας ενθουσιώδης φιλότεχνος, ταγμένος απερίφραστα στην ζωτική ύπαρξη της τέχνης, αποκαρδιώθηκα σαν αντίκρισα μια νέα τέχνη να παιγνιδίζει στα γεννοφάσκια της. Μην τυχόν γελαστείς και θαρρήσεις ότι έκρινα τον κινηματογράφο ως μιαν τέχνη ευτελή. Τουναντίον, έκρινα και εξακολουθώ να κρίνω ότι ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη μεγαλειώδης, ίσως η πιο θαυμάσια από τις επτά.


Μα μελαγχόλησα -το ομολογώ- σαν παρακολουθούσα στην μεγάλη οθόνη σκηνές από την ζωή του ηλιόφωτος. Δάκρυσα συντετριμμένος στις εικόνες του φιλμ των Αδελφών Λυμιέρ, της Εξόδου από το Εργοστάσιο, αντικρίζοντας την ομόνοια μεταξύ των εργατών καθώς εξέρχονταν από την πύλη ενός εργοστασίου μια λιόχαρη ημέρα του Μάρτη. Συνειδητοποίησα πόσο λειψή ήταν η παρουσία μου πάνω στον κόσμο, χωλή σαν μισοφέγγαρο.


Εξίσου επώδυνη απεδείχθη και η εμπειρία μου στην προβολή του Le Manoir du diable του Ζωρζ Μελιές, μα το αίτιο στην περίπτωση αυτήν ήταν διαφορετικό: δεν βαστούσα το θέαμα του Μεφιστοφελή να μεταμορφώνεται σε νυχτερίδα και τανάπαλιν. Υποθέτω ότι το μικρό αυτό φιλμάκι του Μελιές ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και πήρα τότε την βαριά απόφαση να εξαφανιστώ απ' ανθρώπου μάτι. Έστω και με τα πρωτόγονα εφέ της εποχής, η μεταμόρφωση ανθρώπου σε νυχτερίδα απεδίδετο με αγαστή αληθοφάνεια. Διαπίστωσα με πικρία πως οι βρυκόλακες δεν είχαν καταντήσει πλέον παρά κωμικές καρικατούρες στην κοινή αντίληψη, ξεπερασμένες κατά πολύ από την ανθρώπινη φαντασία.


Και έπραξα αναλόγως λοιπόν και εγκατέλειψα την ανθρωπότητα έρμαιο της ραγδαίας της προόδου, της τεχνολογικής της επανάστασης, της πυρηνικής της ενέργειας, της εξερεύνησης του διαστήματος. Προτίμησα το μονοπάτι του φυσιοδίφη, του γνήσιου φυσιολάτρη που απέσταζε τα γλυκά νοήματα του κόσμου από την σκοπιά ενός ζώου αντί γι' ανθρώπου, που στοιχειοθετούσε τους απόκρυφους κώδικες της κοσμογονίας βασιζόμενος στην απροκάλυπτη απλότητα.


Θαύμασα τον μικρόκοσμο στις μαγικές του στιγμές, στιγμές όπως τον έρωτα μεταξύ δύο σαλιγκαριών πάνω σ' ένα χλωρό φύλλο ή το κουβάλημα ενός σιτόσπορου απ' ένα μοναχικό μυρμήγκι ή μιαν ακρίδα να τραγανίζει τον αραβόσιτο. Θαμβώθηκα από τις μεγαλόπρεπες παραστάσεις του μακρόκοσμου: τις μωβ ιονισμένες νύχτες του βορείου σέλαος ή την έκχυση της λάβας απ' το ηφαίστειο του Ερέβους μες στις παγωμένες θάλασσες της Ανταρκτικής ή ένα κοπάδι από γαλάζιες φάλαινες να παιχνιδίζει με την πανίσχυρη φόρα ενός υδατοστρόβιλου καταμεσής του Ατλαντικού Ωκεανού.


Βίωσα αξιοζήλευτες εμπειρίες, πράγματι. Η επιλογή μου πάραυτα να πορευθώ τοιουτοτρόπως δεν ήταν και η ιδανικότερη, ως συμπεραίνω σε μια ανασκόπηση των πραγμάτων.

Καθότι ο άνθρωπος μεταμορφώθηκε σύντομα σε θηρίο π' αντίστοιχό του η φύση δεν κατάφερνε να αντιπαραβάλει. Το θηρίο αυτό υπαγορευόταν από δυο σατράπισσες ερινύες, τον υπερπληθυσμό και τον υπερκαταναλωτισμό. Συνεπώς, οπουδήποτε κι αν στεκόμουν πια, γρικούσα το βαρύ βήμα του ανθρώπου να πλησιάζει και να βιάζει την φύση ως αμισθί πόρνη. Μέχρι και ο αέρας άλλαξε, φορτίστηκε από άνθρακα, το όζον τρύπησε, οι εποχές καταργήθηκαν, το κλίμα αλλοφρόνησε. Δεν είχα πλέον παρά να επωμισθώ ξανά την ανθρώπινη ιδιότητα, όχι για να τιμωρήσω τον άνθρωπο ή για να του εναντιωθώ, αλλά για να συμπορευθώ μαζί του εν ειρήνη και να επιτύχω μια ισορροπία μεταξύ ανθρωπότητος και φύσης.


Καταβάλλω όλες μου τις δυνάμεις ώστε να διατηρήσω την ισορροπία αυτή αδιατάραχτη, νιώθω ενίοτε σαν τον Άτλαντα που φέρει στους ώμους του την Ουράνια Σφαίρα. Αλλά προσπαθώ και θα εξακολουθώ να προσπαθώ για την διαολεμένη αυτήν ισορροπία, κυρίως διότι οποιαδήποτε εναλλακτική καθίσταται πέρα για πέρα απορριπτέα, τουλάχιστον σε ό,τι με αφορά.


Η επάνοδός μου στα ανθρώπινα δρώμενα στις αρχές του 21ου αιώνα δεν συνέβη φυσικά δίχως τις ατυχείς παρενέργειες. Η 11η Σεπτεμβρίου, η ανακάλυψη νερού στον Άρη, το σωματίδιο του Θεού, όλα τούτα απεδείχθησαν πολύ προχωρημένα για την μουδιασμένη μου νόηση. Ακόμη μαστίζομαι από τις κρίσεις του πολιτισμικού σοκ, και η τεχνολογία δυστυχώς δεν είναι το φόρτε μου. Αλλά τώρα αρκετά. Υποθέτω ότι αυτά ήσαν όλα όσα ήθελα να πω για τα ζητήματα του εαυτού μου εν προκειμένω. Δεν έχω καμιά επιθυμία να επεκταθώ περαιτέρω και δεν έχω και πολλά να πω ούτως ή άλλως.

Αφού έκανα τους κύκλους μου στην Παλαιά Πόλη και είδα και τα πάμπολλα μοντέρνα αγάλματα που την κοσμούσαν (όπως εκείνο του Κάφκα να καβαλά το σώμα μιας ακέφαλης φιγούρας – διάολε, έπρεπε να τον γνωρίσω τον Κάφκα), κίνησα για την Γέφυρα του Καρόλου. Και πάνω στην γέφυρα αφέθηκα στους βαθείς διαλογισμούς μου ενόσω ο Μολδάβας κυλούσε αδιάκοπος κάτωθέ μου. Όφειλα αλήθεια να εγκλιματιστώ με το περιβάλλον της Πράγας, τούτη αισθανόμουν ως επιτακτική ανάγκη. Είχα χρέος να αποκομίσω την αίγλη που εξέπεμπε η πόλη προτού προβώ στις επόμενες ενέργειες για την επίτευξη του σκοπού μου, εκείνου του σκοπού που μ' έφερε εδώ πέρα εξ' αρχής. Και ο σκοπός αυτός είχε βεβαίως όνομα, και το όνομα αυτού Ελ Κομοντίν.


Γιατί άλλωστε το μάτι μου -εν μέσω των διαλογισμών μου- ανίχνευε διαρκώς το σπίτι Νο 135 της Όχθης Άλζοβο; Ήταν το παλαιικό εκείνο διώροφο αρχοντικό με τα μακρόστενα παράθυρά του να κοιτούν στην θέα του ποταμού. Ήμουν απολύτως πεπεισμένος ότι ο Ελ Κομοντίν θα ποθούσε μια τέτοια ακριβώς θέα για το σπίτι του: νερά να ρέουν δίχως σταματημό πίσω από ένα ζευγάρι γυμνές ακακίες. Όπως του είχα τάξει κατά την συνομιλία μας στο Skype, θα τον έβρισκα. Και τον βρήκα. Και τώρα που τον βρήκα, τίποτε δεν θα με εμπόδιζε ώστε να του επιβάλω την αυστηρότατη τιμωρία που είχα κατά νου.


Κάτι εντούτοις με ενοχλούσε στην όλη ιστορία. Ήταν μια ανόητη σκέψη, μια βλακώδης υποψία που επέμενε να παρεισφρέει στα συλλοϊκά μου ως σάρακας που κατατρώγει το ξύλο μετά βουλιμίας. Η γελοία τούτη ιδέα προσέβαλε τις αισθήσεις μου ενόσω έκανα τις βόλτες μου στην περιοχή γύρω από το Νο 135 της Όχθης Άλζοβο. Αφουγκραζόμενος την γραφική γαλήνη της Πράγας, ανέλυα διαρκώς το ψυχολογικό προφίλ του Ελ Κομοντίν βάσει των δεδομένων που μου διαθέτονταν. Κατέληγα ωστόσο πάντοτε σε πορίσματα αντιφατικά μεταξύ των. Ίσως τελικά ο Ελ Κομοντίν να μην ήταν τόσο κοινός ή προβλέψιμος όσο τον ενόμιζα.


Στην βαθμηδόν ετούτη μετάλλαξη των αρχικών μου εντυπώσεων συνέβαλε αποφασιστικά και η νεκρική αύρα που πλανιόταν στους αιθέρες ως επικρεμάμενη απειλή, η μακάβρια εκείνη ανίερη οσμή που μπόλιαζε την ατμόσφαιρα και κτυπούσε τα ευαίσθητα ρουθούνια μου εκκινώντας διαρκώς ανεπιθύμητους προβληματισμούς. Και για να μην κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου, ω αδελφέ μου, το καταραμένο ερώτημα που προέκυψε πια ήταν το εξής: Μήπως ο Ελ Κομοντίν ήταν τελικά ένας βρυκόλακας;


Κάποτε τα μακρόστενα παράθυρα του Νο 135 έλαμψαν από το εσωτερικό φως του σαλονιού τους. Σε ό,τι αφορούσε εμένα, τούτο ήταν το σινιάλο προκειμένου να προβώ στις ανάλογες διαδικασίες. Ουδόλως εξεπλάγην από το γεγονός ότι το φως των παραθύρων προήρχετο από αναμμένα κεριά αντί κάποιας ηλεκτρικής λυχνίας. Έχοντας κάμει τις βόλτες μου στην περιοχή, είχα ήδη ανακαλύψει το γκουρμέ εστιατόριο Vévoda z filé που έστεκε μόλις δυο τετράγωνα μακριά από το Νο 135. Είχα επίσης φροντίσει να πληροφορηθώ ότι ο Ελ Κομοντίν δειπνούσε στο εν λόγω εστιατόριο κάθε βράδι. Μελετώντας τον διάκοσμο του εστιατορίου όσο και το εξεζητημένο του μενού, τούτη η πληροφορία διασταυρώθηκε πλήρως με την εικόνα που είχα σχηματίσει για εκείνον. Διάκοσμος αυστηρά στιλιζαρισμένος με μπαρόκ αισθητική και αποκλειστικά φωτιζόμενος από τις φλόγες των κεριών. Σπεσιαλιτέ του εστιατορίου, φιλέτο σενιάν με πουρέ γλυκοπατάτας και σος κόκκινου κρασιού. Το αγαπημένο στέκι του Ελ Κομοντίν, δεν χωρούσε καμία αμφιβολία.


Πλησιάζοντας το Νο 135, διέκρινα την σιλουέτα του Ελ Κομοντίν να κοντοστέκεται αμυδρή πίσω από τις σατινέ κουρτίνες της μπαλκονόπορτας. Αν και δεν μπορούσα να το γνωρίζω με βεβαιότητα, θα στοιχημάτιζα ότι είχε το βλέμμα του στραμμένο καταπάνω μου. Ένιωθα τα μάτια του να με περιεργάζονται καθώς βάδιζα την Όχθη Άλζοβο, το αισθητήριό μου δεν με απατούσε.


Τούτο απεδείχθη περίτρανα σαν χτύπησε το κινητό μου ενόσω περπατούσα. Σα να ταράχθηκε εκείνη η αμυδρή φιγούρα από το απότομο ηλεκτρονικό κουδούνισμα και κάθισε ευθύς σε μια καρέκλα αντί να στέκεται όρθια. Έβγαλα το κινητό από την καμπαρντίνα μου. Είδα την εισερχόμενη κλήση. Ήταν από το Λος Άντζελες. Από τα κεντρικά γραφεία της Highmark Investment Group. Όχι τώρα, Κάρολ. Πέταξα το κινητό στον Μολδάβα.


Εξακολούθησα τον δρόμο μου προς το Νο 135 ώσπου έφτασα την λουστραρισμένη πόρτα από ξύλο καρυδιάς. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Ο Ελ Κομοντίν με περίμενε.


Μπαίνοντας στο σπίτι, βρέθηκα ενώπιον του πνιγηρού χωλ. Τοίχοι επενδυμένοι με ταπισερί επαναλαμβανόμενων αραβουργημάτων και με απλίκες από σπαρματσέτα. Δάπεδο επιστρωμένο από μαλακό μπορντό τάπητα. Ο φωτισμός ήταν ισχνός, όπως ακριβώς τον είχα προμαντεύσει. Το μάτι του Ελ Κομοντίν δεν είχε δεκτικότητα στην λάμψη, τουναντίον επιζητούσε οτιδήποτε κυμαινόταν μεταξύ απόλυτου σκότους και του εν λόγω οικιακού φωτισμού.


Ανέβηκα τις σκάλες και στο κάθε μου βήμα, το παλιό ξύλο έτριζε με νιαουρίσματα. Η παρουσία μου στο διώροφο αρχοντικό ήταν πλέον κάθε άλλο παρά μυστική. Με τόσον θόρυβο που έκαμα, δεν υφίστατο η παραμικρή πιθανότητα να μην με είχε πάρει χαμπάρι ο εκκεντρικός οικοδεσπότης μου. Ωστόσο, ουδεμία αντίδραση υπήρξε από μεριάς του. Σαν να με περίμενε καρτερικά, με την γνήσια προθυμία να με γνωρίσει αυτοπροσώπως.


Φθάνοντας στον προθάλαμο του ορόφου, στάθηκα έξω από την συρόμενη βιτρό πόρτα του σαλονιού. Ήταν κι εκείνη μισάνοιχτη. Μέσα από το άνοιγμά της, αντίκρισα την φιγούρα ενός ηλικιωμένου άνδρα να κάθεται στο γραφείο του με την πλάτη στραμμένη προς εμένα. Το γκρίζο του μαλλί ήταν μακρύ και διευθετημένο με μία πλεξίδα που έπεφτε από πίσω του.

Το σαλόνι φάνταζε ασφυκτικά γεμάτο από μπιμπελό και λογής αντίκες κι έπιπλα, τρία στοιχεία εντούτοις μου τράβηξαν την προσοχή μες στην πληθώρα των αντικειμένων: το φτερό με το οποίο ο Ελ Κομοντίν έγραφε σε σελίδες χαρτιού, η μεγάλη χιονόσφαιρα τοποθετημένη στο πλάι του πάνω στο γραφείο, και το κακατούα με το πυκνό κίτρινο λοφίο που έστεκε πάνω σε έναν επίχρυσο ορθοστάτη μόλις ένα μέτρο δεξιά του γραφείου. Σαν με αντιλήφθηκε, το κακατούα κούνησε νευρικά το κεφάλι πέρα-δώθε και έκραξε απρόσκλητος! τρεις φορές με φωνή διαπεραστική.


«Ω βούλωστο, Φάμπιο.» έκανε αδιάφορα ο Ελ Κομοντίν, και το πτηνό σιώπησε.


Τούτη δεν ήταν μια φωνή ξένη. Ήταν μια γνώριμη φωνή. Προκειμένου να επιβεβαιώσω πάραυτα την αυθόρμητη εικασία π' αστραπηδόν μου ήρθε κατά νου, έπρεπε να ακούσω μερικές ακόμη λέξεις της.


«Ω μην στέκεσαι στην πόρτα. Παρακαλώ πέρασε μέσα, αγαπητέ μου φίλε. Ή μήπως θα έπρεπε να σε αποκαλώ κύριε Ανώνυμε


Δεν λάθευα στην εικασία μου. Περιέπεσα ξάφνου σε άκρα καταρράκωση. Σα μία αμαξοστοιχία κατάφορτη από μέταλλο αβάσταγο κι αγκυλερό να με συνέθλιβε κάτ' απ' τους τροχούς της. Απ' όλους τους ανθρώπους πάνω στον κόσμο, έμελλα να τύχω πάνω σ' εκείνον. Συγγνώμη, απ' όλους τους βρυκόλακες, ήθελα να πω.


«Κάθισε άνετα ό,που επιθυμείς. Με συγχωρείς που είμαι κατιτί απασχολημένος. Απλά τελειώνω κάποια υπομνήματα που πρέπει να κατατεθούν αύριο. Μικρολεπτομέρειες δηλαδή, τίποτε το σπουδαίο. Θα είμαι μαζί σου σε λιγότερο από ένα λεπτό.» είπε ο Ελ Κομοντίν.


Ή μήπως θα έπρεπε να τον αποκαλώ Ζίγκμοντ;


Πενήντα χρόνια έζησα με αυτόν τον βρυκόλακα. Επί πενήντα χρόνια μοιραζόμασταν τον ίδιον κοιτώνα στο Γκουιλά Νακουίτζ. Επί πενήντα χρόνια ανελυόμεθα μαζί στις ατέρμονες περισυλλογές μας αλλά και στους τρίσβαθους εκείνους λήθαργους με τα αλλόκοτα όνειρα και τους ανυπόφερτους εφιάλτες. Μισός αιώνας χαρακτηρισμένος από συζητήσεις επί συζητήσεων, υποστηρίζοντας ο ένας τον άλλον, περιθάλποντας τις ανοιχτές μας πληγές.


Και να που τώρα η τραγική ειρωνία της μοίρας με φέρνει αντιμέτωπο μ' ετούτο το πλάσμα, και μάλιστα σε ένα ζήτημα που δεν σηκώνει αμνήστευση. Η αρχική μου αγαλλίαση για τα φριχτά μαρτύρια στα οποία εσκόπευα να υποβάλλω τον περίφημο Ελ Κομοντίν μετετράπη αναισχύντως σε ισχυρή σουβλιά στοχευμένη στο στομάχι μου.

Κάθισα στην βελούδινη πολυθρόνα που έστεκε στην άκρη του σαλονιού. Ο Ζίγκμοντ έγραφε βιαστικά πάνω στις σελίδες του γραφείου, βουτώντας κάθε τόσο την άκρη του φτερού του στο μελανοδοχείο. Το σακάκι του ήταν από κασμίρ υψηλής ποιότητος, ειδική παραγγελία σε προσωπικό ράφτη, και είχε τις βάτες του ελαφρώς υπερτονισμένες. Το πουκάμισό του ήταν από κρεπντεσίν χρώματος μπεζ, με την γραμμή του εμπρόσθιου ανοίγματος ορισμένη από μια διακριτική πτυχωτή γαρνιτούρα που έφθανε ως την λαιμόκοψη. Στρέφοντας το βλέμμα μου παράμερα, διέκρινα και το κλειστό του φέρετρο. Εβένινο κι εκείνο, σαν το δικό μου.


Ο Ζίγκμοντ ήταν όπως ακριβώς θα τον φανταζόμουν στον έξω κόσμο. Υπέρμαχος ενός ιδιόρρυθμου νεοκλασικισμού, πολέμιος κάθε νεοτεριστικής τάσης. Διάολε, απεχθανόταν ως και τον ίδιο τον ηλεκτρισμό μες στο σπίτι του. Προτιμούσε αναφανδόν τα μπρούντζινα αναμμένα τρίκηρα πάνω σε κάθε έπιπλο διαθέσιμο, είτε κομοδίνο είτε σιφινιέρα είτε μπουντουάρ.


Αλλά αρκετά, τώρα. Ήμουν εκεί για σοβαρή δουλειά κι όχι για κοινωνικότητες. Δεν προετιθέμην άλλωστε να παρεκκλίνω από τον σκοπό της επισκέψεώς μου. Ούτε καν για τον αγαπητό μου Ζίγκμοντ.


«Πιστεύεις στις διαβολικές συμπτώσεις, Ζίγκμοντ; Διότι εάν δεν πιστεύεις, καλό θα ήταν να ξεκινήσεις από τώρα.»


Το χέρι του πάγωσε ευθύς κι έπαψε να γράφει πάνω στις σελίδες. Ανασήκωσε αμυδρά το κεφάλι του κι έπειτα στράφηκε προς εμένα και με κοίταξε στο πρόσωπο με μάτια έκπληκτα και αρκούντως γουρλωμένα. Ήταν γκριζαρισμένος, έφερε μπόλικες ρυτίδες στην φυσιογνωμία του. Ενδεχομένως και να τον προσπερνούσα αδιάφορα εάν διασταυρώνονταν οι ρότες μας στον δρόμο, ίσως και να μην τον αναγνώριζα με μια πρώτη ματιά. Η αμηχανία του εν προκειμένω δεν ήταν ένα σύνηθες χαρακτηριστικό του. Τουναντίον, ο Ζίγκμοντ εξέπεμπε πάντοτε μία αύρα παγερής αυτοκυριαρχίας.

«Ίστβαν...! Εσύ είσαι...;»


«Μπίνγκο, μεγαλειότατε.»

«Μα τον Δία τον Αργικέραυνο και ολάκερο το δωδεκάθεο του Ολύμπου! Οφείλω να το παραδεχθώ...! Ξεγελάσθηκα ως κουτορνίθι. Ούτε καν σε χίλιους χρόνους δεν θα μου περνούσε απ' το μυαλό η ιδέα ότι κρύβεσαι εσύ κάτω απ' ετούτην την υπόσταση! Άσε με να σε δω καλύτερα στο φως... Μελίχρωμα μαλλιά, γαλανά μάτια, ροδοκόκκινη επιδερμίδα... Καμία σχέση με τον Ίστβαν που εγνώριζα στο Γκουιλά Νακουίτζ...! Πού είναι αλήθεια κείνα τα σκοτεινά μάτια που στοίχειωναν τον κοιτώνα μας, αγαπημένε μου φίλε; Πού είναι τα κατάμαυρα μαλλιά σου, πού είναι η χλωμή σου όψη που πηγαινοερχόταν ανήσυχη μέσα στα υγρά υπόγεια; Με εξαπάτησες μ' αξιοθαύμαστην μαεστρία, μπαγαπόντη παλιόφιλε Ίστβαν.»


«Κυκλοφορώ με ψεύτικη ταυτότητα ως Ρόμπερτ Χάρισον. Υποτίθεται ότι κατάγομαι από την Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Εξού και χρειαζόμουν ένα all-American λουκ.»


«Αναγνωρίζω την ήττα μου... Τούτη είναι αληθώς μια διαβολική σύμπτωση, όπως είπες... Ξέρεις, πέθαινα από την επιθυμία να γνωρίσω εκείνον που εξολόθρευσε τον σύνδεσμό μου στο Πίτσμπουργκ. Όταν όμως εξακολούθησες την ταχτική σου με το κύκλωμα του Λος Άντζελες, ομολογώ ότι θορυβήθηκα κατιτί. Ένας άνθρωπος με άγρια βούληση σαν και δαύτην δεν παύει να είναι επικίνδυνος παρά το γεγονός ότι είναι ένας κοινός θνητός. Κι όταν μετέπειτα τα ΜΜΕ αρχίνησαν να οργιάζουν με την είδηση της αφαίμαξης ολάκερης της σπείρας, τότε συνειδητοποίησα ότι είχα να κάνω μ' έναν βρυκόλακα. Μ' έναν ιδεαλιστή βρυκόλακα, το δίχως άλλο. Ανέμενα λοιπόν υπομονετικά την στιγμή όπου ο βρυκόλακας εκείνος κάποτε θα μ' έβρισκε. Καθότι μονάχα ένας βρυκόλακας θα δύνονταν να ανακαλύψει πού κρύβομαι και ποιος είμαι, τούτος θα ήταν άθλος ακατόρθωτος για άνθρωπο. Όμως, μα τον Δία, ουδέποτε φαντάστηκα εσένα, Ίστβαν. Έκανε μύριες εικασίες ο νους μου λαβαίνοντας υπόψη κάθε πιθανότητα, ως και την πλέον απαράδεχτη. Ουδόλως πάραυτα αναλογίσθηκα ότι ίσως να ήσουν εσύ. Ω, τί ψυχρολουσία ειν' ετούτη πράγματι! Αρκετή ώστε να μ' αποτρέψει να ξανακομπάσω για την οξυδέρκειά μου εις τον αιώνα τον άπαντα, αυτό είναι σίγουρο.»


«Έχουμε κάτι κοινό, λοιπόν. Καθότι ουδέποτε πέρασε κι απ' το δικό μου το μυαλό η ιδέα ότι ο περίφημος Ελ Κομοντίν θα ήσουν τελικά εσύ. Η σκανδαλιάρα μοίρα μας εξαπάτησε αμφότερους, Ζίγκμοντ.»


Ο Ζίγκμοντ έγνεψε συγκαταβατικά το κεφάλι κι αιφνίδια έστρεψε το βλέμμα αλλού. Ήταν μια ενστικτώδης κίνησή του, μια άγαρμπη κίνηση, κίνηση που φανέρωνε σάστισμα. Σα να ήθελε να αποφύγει το επίμονο κοίταγμά μου. Έπειτα χαμογέλασε αχνά κοιτάζοντας την δίφυλλη βιτρίνα του σκρίνιου από μαόνι που έστεκε στην άλλη άκρη. Στα ράφια της πόζαραν τα μπουκάλια του κόκκινου κρασιού.


«Στην κάβα μου φυλάω ένα μπουκάλι Chateau Georges, του έτους 1937. Είναι ένας από τους δυσεύρετους θησαυρούς της συλλογής μου. Τούτη η δεκαετία που διανύουμε είναι το αποκορύφωμα της ωρίμανσής του. Προσευχόμουν να έλθει κάποτε η κατάλληλη εκείνη περίσταση όπου θα το μοιραζόμουν με κάποιον που θα το άξιζε. Οι προσευχές μου εισακούσθηκαν εν τέλει. Λοιπόν; Τί θα 'λεγες να το μοιραζόμασταν; Για χάρη των παλιών καλών καιρών.»


Χαμήλωσα με ανοχή βεβιασμένην τα βλέφαρα προκειμένου να αποκρύψω τις φλογοκόκκινες ανταύγειες που ξεπρόβαλλαν στις ίριδες των ματιών μου. Καθότι ήσαν ακριβώς εκείνες οι ανταύγειες που σάστιζαν τον Ζίγκμοντ εν προκειμένω.


«Θα πιω το κρασί μαζί σου, Ζίγκμοντ.»


«Έξοχα!»


Γεμάτος ενθουσιασμό, ο Ζίγκμοντ έβγαλε το μπουκάλι από το σκρίνιο και σέρβιρε το κόκκινο κρασί σε δύο κρυστάλλινα ποτήρια. Μου πρόσφερε το ένα ποτήρι και κοιταχτήκαμε κατάματα, βαθιά σα να επεξεργαζόμασταν ο ένας τα εσώψυχα του αλλουνού. Εις μάτην καταγινόμασταν με τις αλληλοκαταβυθίσεις του αισχίστου αυτού είδους. Με την εμπειρία των αιώνων που κουβαλούσαμε αμφότεροι, δεν βλέπαμε ο ένας στον άλλον παρά το απόλυτο κενό. Τόσο αδειανούς μας κατάντησε το πέρασμα του χρόνου.

«Στους παλιούς καλούς καιρούς.» κάναμε αμφότεροι υψώνοντας τα ποτήρια μας και ήπιαμε τις πρώτες γουλιές.


Ο Ζίγκμοντ είχε δίκιο. Το Chateau Georges βρισκόταν όντως στο αποκορύφωμα της ωρίμανσής του. Η γλυκύτητα της ζύμωσης γαργάλιζε τον ουρανίσκο μας προκαλώντας στιγμιαίες αναλαμπές στην διάνοια. Μακάρι το καλό κρασί να ήταν αρκετό ώστε να καταργήσει πάσα αρνητική μου προδιάθεση εναντίον του. Δυστυχώς, δεν ίσχυε κάτι τέτοιο.


«Γιατί, Ζίγκμοντ;... Γιατί;»


«Το περίμενα αυτό το ερώτημα από σένα. Γιατί. Το αγαπημένο σου ερωτηματικό επίρρημα. Παρέμεινες ο ίδιος διερευνητικός Ίστβαν που ήξερα. Έπειτα από τόσους αιώνες η λέξη γιατί κρέμεται ακόμη απ' τα χείλη σου. Αναρωτιόσουν πάντοτε το γιατί για τα ζητήματα του κόσμου, είχες ανέκαθεν αυτό το λοξό συνήθειο. Το ελάττωμά σου πάραυτα ήταν ότι επικέντρωνες την περιέργειά σου σε ένα γιατί μεμονωμένο δίχως να δίνεις δεκάρα τσακιστή για τα άλλα γιατί που ξεπηδούσαν λυγμικά απ' όλες τις υπόλοιπες μεριές. Γιατί η τεχνολογική πρόοδος; Γιατί οι συνεχείς πόλεμοι; Γιατί η οικολογική καταστροφή; Γιατί η εγκληματική αδιαφορία του ανθρώπου για τον συνάνθρωπο και για την ίδια την φύση; Γιατί η σήψη των ηθών και του δικαίου; Και φυσικά... γιατί ο Ζίγκμοντ να έχει στήσει μια οργάνωση που βιάζει και δολοφονεί αθώα παιδιά; Υποθέτω ότι ετούτην την περίοδο, εγώ μονοπωλώ το ενδιαφέρον σου. Εγώ ή ο περίφημος Ελ Κομοντίν. Το ίδιο κάνει.»


«Προσπαθείς να δικαιολογηθείς απευθυνόμενος στην προσωπική μου δεοντολογία; Αυτό είναι πολύ κατώτερο των δικών σου στάνταρντ, Ζίγκμοντ. Θα προσδοκούσα κάτι πιο πικάντικο από σένα.»


«Ναι... Θα χρειασθεί να μου συγχωρήσεις περιστασιακά ολισθήματα του χαρακτήρα σαν και αυτό. Είναι επειδή στην θέση σου περίμενα κάποιον άλλον βρυκόλακα, πιο νεόδμητο, πιο άπειρον. Σε μία τέτοια περίπτωση, εσκόπευα να μεταλλάξω κάθε ψήγμα ιδεαλισμού στον νεαρό Strigoi Mort κι έπειτα θα τον έκανα συνέταιρο σε αυτό μου το μικρό δημιούργημα. Στην δική σου περίπτωση όμως, γνωρίζω ευθύς εξ' αρχής ότι τοιουτοειδείς απόπειρές μου θα πέσουν κατευθείαν στο κενό.»


«Ακριβώς. Και για να είμαι έντιμος μαζί σου ως οφείλω, Ζίγκμοντ, ήλθα εδώ για να τερματίσω μια για πάντα το φαύλο σου δημιούργημα.»


«Μα φυσικά...! Ο Ίστβαν που εγνώρισα στις κατακόμβες του Γκουιλά Νακουίτζ, ίδιος και απαράλλαχτος... Δεν θα ήλπιζα ποτέ μου κάτι περισσότερο από εσένα. Ο Ίστβαν Κζόνκα, το αμόρφωτο αγροτόπαιδο που γίνηκε βρυκόλακας άθελά του, πάντοτε συμπονετικός απέναντι στην ανθρωπότητα, παθιασμένος εξερευνητής της υψίστου πνευματικότητος των Strigoi Morti, φανατικός απαρνητής των ίδιων των αιμοδιψών του ενστίκτων, ταγμένος απερίφραστα στις κατευθυντήριες γραμμές της Δίαιτας των Cluj. Ο ίδιος Ίστβαν, το πιστό τεριέ στην υπηρεσία του Μάγιστρου. Ω ανάφερέ μου, σε θερμοπαρακαλώ, γι' άλλη μια φορά τους νόμους του Απαράβατου Τρίπτυχου του Άλμπτριρκ-αουντ. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι τους έχεις αποστηθίσει στα μύχια του μνημονικού σου. Μην μου πεις ότι τους ξέχασες, δεν θα το πιστέψω.»


«Ω βούλωσέ το επιτέλους, Ζίγκμοντ. Θα ευχόμουν να το βούλωνες για μια φορά και να αναθεωρούσες το σκατένιο κείνο δόγμα που 'χει πηχτώσει σα βούτυρο μες στο ξερό σου. Αλλά βεβαίως κάτι τέτοιο θα 'ταν αδύνατο για σένα. Πώς θα μπορούσες αλήθεια να αποδεχθείς την ίδια σου την αμφιβολία σε όσα πρεσβεύεις; Η ιδέα και μόνον σου προκαλεί τρόμο, δεν θα τολμούσες καν να εκκινήσεις τέτοιαν διαδικασία με τον κουφόνουν εγκέφαλο που κουβαλάς. Αρέσκεσαι -πάντοτε αρεσκόσουν- στο να υποσκάπτεις διαρκώς την Δίαιτα των Cluj, αναδεικνύοντας την δήθεν αντιφατικότητα στις παρακαταθήκες της. Υπήρχε πάντοτε για σένα κάποιο ψεγάδι στις διδασκαλίες της Δίαιτας, διέκρινες μια εκνευριστική ασυνέπεια στις παραδόσεις της, πάντοτε κάτι δεν ταίριαζε σωστά. Ήσουν ένας αιρετικός απ' την πρώτη κιόλας στιγμή που πάτησες το πόδι σου στο Γκουιλά Νακουίτζ, οι ψευτοδιαλογισμοί σου εκεί μέσα δεν ήσαν παρά μια πρόφαση ώστε να επιβεβαιώσεις τις παιδαριώδεις σου πεποιθήσεις. Ουδέποτε συνέλαβες τον λόγο ύπαρξης της Δίαιτας, παραήσουν αφυής ώστε να κατανοήσεις τί ακριβώς ήταν αυτό το Απαράβατο Τρίπτυχο του Άλμπτριρκ-αουντ ή γιατί οι συγκλητικοί κατηχούσαν τους νόμους του με τέτοιον ζήλο.»


«Υποθέτω επομένως ότι εσύ θα έχεις τις απαντήσεις στις απορίες μου, μιας και είσαι προικισμένος με τέτοιαν ευφυία. Πες μου λοιπόν, παλιόφιλε Ίστβαν, ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης της Δίαιτας των Cluj; Σ' εκλιπαρώ, διαφώτισέ με.»


«Στον διάολο η Δίαιτα των Cluj! Στον διάολο ο Μάγιστρος! Στον διάολο και το Απαράβατο Τρίπτυχο! Ορίστε η απάντηση στις απορίες σου. Είναι όλα μπούρδες, η Δίαιτα των Cluj δεν είναι παρά αέρας κοπανιστός, μία σαπουνόφουσκα, ένας θεσμός κούφιος! Αυτό ακριβώς δεν μπόρεσες ποτέ σου να κατανοήσεις. Ένας βρυκόλακας του Τάγματος των Strigoi Morti είναι ικανός από μονάχος του να επιφέρει τον όλεθρο σ' ολάκερη την οικουμένη, έχει την δύναμη να αφανίσει την ανθρωπότητα ως λαίλαπα για πάντα. Αυτό το γνωρίζαμε όλοι οι Strigoi Morti, αυτό το γνώριζαν και οι συγκλητικοί της Δίαιτας, ίσως μάλιστα καλύτερα από εμάς. Η Δίαιτα των Cluj ήταν ανέκαθεν αρκετά σοφή ώστε να γνωρίζει πως στέκει αδύναμη μπροστά στην βούληση ενός βρυκόλακα. Η Δίαιτα ήταν και είναι απλά ένα προπέτασμα καπνού, τίποτε παραπάνω. Οι διδαχές της είχαν μονάχα ένα έρεισμα: να μας αποτρέψουν από το να βάνουμε ένα τέλος στον κόσμο. Αυτό ήταν όλο. Αυτό ακριβώς δεν κατάλαβες ποτέ σου.»


«Και ασπάζεσαι λοιπόν αυτήν την αρχή; Έχεις ταχθεί στο να διαφυλάξεις την συνέχιση αυτού του κόσμου; Ποθείς να προασπίσεις ετούτο το ελεεινό και τρισάθλιο ανθρώπινο γένος; Να διαιωνίσεις όλη αυτήν την χωλότητα που μας περιστοιχίζει;»


«Γνωρίζαμε ποια ήταν η κατάσταση την ίδιαν ακριβώς στιγμή που χρισθήκαμε βρυκόλακες. Είχαμε υπόψη μας τον κόσμο και τις ατέλειές του, ξέραμε τί μας περίμενε. Εμείς που επιλέξαμε να εξακολουθήσουμε την πορεία μας ως βρυκόλακες ανά τους αιώνες, πήραμε παράλληλα και την απόφαση να αφομοιώσουμε στην στάση μας την ιδεολογία των Cluj. Και αυτή δεν ήταν μια περίπλοκη ιδεολογία, Ζίγκμοντ. Δεν επρόκειτο για κανέναν γρίφο. Ήταν όπως ακριβώς το απέδιδε ο Μάγιστρος στους ψιθυριστούς του μονολόγους: Να επιτρέψουμε στο ποτάμι της οικουμένης να κυλήσει τραγουδώντας γλυκά στα ώτα μας.»


«Και ακούς λοιπόν κάποιο γλυκό τραγούδι σ' ετούτον τον κόσμο, Ίστβαν;»


«Βάσει του ερωτήματός σου, καλούμαι να συμπεράνω ότι κανένα τραγούδι δεν φτάνει στα δικά σου αυτιά. Έτσι δεν είναι, Ζίγκμοντ;»


«Μόνον θόρυβο άκουγα. Ανυπόφερτον θόρυβο. Ώσπου ενέδωσα κάποτε στην σύσταση του εγχειρήματός μου κι απέδωσα στον εαυτό μου τον τίτλο Ελ Κομοντίν. Έκτοτε, θείες μελωδίες περιζώνουν τις αισθήσεις μου και ο χωροχρόνος γίνηκε πια το κωμικό λίκνισμα ενός γελωτοποιού.»


«Αλήθεια;»


«Ναι, αλήθεια. Αλλά δεν περιμένω από σένα να καταλάβεις. Δεν θα μπορούσες ποτέ να συλλάβεις την ομορφιά μιας τέτοιας επινόησης. Η αντίληψή σου παραείναι ασθενική για να βαστάξει την έκσταση του δημιουργήματός μου. Πώς θα μπορούσε το δικό σου ευάλωτο μάτι να απολαύσει την ίδιαν την ανθρώπινη φύση να εκδηλώνεται κατά την πιο ασύμφυρτη μορφή της; Είσαι τόσο μα τόσο εύθραυστος στην κατασκευή σου για να αντέξεις την θέα του ανθρώπινου θεριού να κατατρώγει ανελέητο τις ίδιες του τις σάρκες. Θα απέρριπτες στυγνά ένα τέτοιο θέαμα ως βδελυρό και θα έστρεφες το βλέμμα σου αλλού, σε κάτι πιο νόθο και καλαίσθητο, μακριά απ' την σκληρή πραγματικότητα που ορίζει τον κόσμο.»


«Κατασκεύασες όντως ένα τερατούργημα που με συγκλόνισε, Ζίγκμοντ. Τούτο οφείλω να σου το αναγνωρίσω. Έτυχε να αδράξω κάμποσες κλεφτές ματιές από τις εικόνες του αίσχους. Συνέβη την νύχτα όπου αφαίμαξα τους εικοσιτρείς κοπρίτες σε εκείνη την αποθήκη της Σάνσετ Στριπ. Υποκλίνομαι εμπρός στην ιδιοφυία σου, παλιόφιλε. Ευρίσκομαι επάνω σ' ετούτον τον κόσμο τόσους αιώνες, κι όμως ήσαν ελάχιστες οι φορές που λύγισα από φρίκη εμπρός σε κάποιο άβολο θέαμα. Εκείνες οι εικόνες των βιασμών ξεπέρασαν κατά πολύ τις απαντοχές μου και -θαρρώ- δεν θα σβηστούν ποτέ από την μνήμη μου. Τώρα, αυτό είναι πράγματι επίτευγμα.»


«Ω επιτέλους! Δόξα στον ερίγδουπον Δία! Με ειρωνεύεσαι μεν, όμως για πρώτη σου φορά απόψε εκστόμισες μια ρήση σωστή. Συναινείς λοιπόν μαζί μου ότι η ανθρωπότης έχει εκτροχιασθεί προ πολλού από τις ορθές της ράγες και ότι οδηγείται πια μονάχη της στην ίδια της την αυτοκαταστροφή; Σάμπως τί παραπάνω πράττω εγώ η ταπεινή ψυχή; Απλά επιταχύνω την διαδικασία! Καθότι είναι καταδικασμένος ο άνθρωπος να πέσει απ' τον ίδιον τον άνθρωπο. Δεν χρειάζεται παρά μια γρήγορη μελέτη στα πεπραγμένα του εικοστού αιώνος για να διαπιστωθεί ετούτη η θέση σε όλον της το μεγαλείο.»


«Δεν θα μπορούσα να εκφράσω γνώμη για τον εικοστό αιώνα βασιζόμενος στις δικές μου εμπειρίες. Πέρασα ολάκερον τον εικοστό αιώνα μεταμορφωμένος σε λογής ζώα εκτός από τον άνθρωπο. Συνεπώς, οτιδήποτε γνωρίζω για τον αιώνα αυτόν, το έχω μάθει από βιβλία.»


«Έτσι εξηγείται λοιπόν η αλαφρή σου αφέλεια. Έχασες μερικές από τις πλέον ένδοξες στιγμές της ανθρώπινης κτηνωδίας, αγαπητέ μου φίλε. Κτηνωδία ανάλογη της αλματώδους τεχνολογικής προόδου που χαρακτήρισε τον εικοστό αιώνα. Κτηνωδία εξελιγμένη, εκλεπτυσμένη, αποτελεσματικότερη. Αρκεί να βρεθείς μέσα στην έκρηξη μιας ατομικής βόμβας για να πάρεις μια καλήν γεύση. Αρκεί να αντικρίσεις το γιγάντιο νέφος της, ένας κολοσσός από καπνό σε σχήμα μανιταριού. Και τα αναρίθμητα πτώματα διάσπαρτα στα πόδια του κολοσσού, μυριάδες νεκροί μέσα σε δευτερόλεπτα. Και η μυρωδιά της καύσης... Ω, το μακάβριο εκείνο άρωμα της ματαιότητος... Ούτε καν ένας Strigoi Mort με επιστημονικές περγαμηνές δεν θα μπορούσε να σκαρφισθεί μια τόσο σατανική εφεύρεση. Ανακάλυψα τον τρόμο σε όλην του την μεγαλοπρέπεια σαν επισκέφθηκα το Ναγκασάκι. Κοίταξα τον τρόμο κατά πρόσωπο κι εκείνος απλά μου επέστρεψε το κοίταγμα ως απρόσβλητος καθρέπτης. Τότε εμπέδωσα ότι ο άνθρωπος είχε φθάσει πλέον τα απόγεια της δυνάμεώς του, εκείνα για τα οποία προοριζόταν απ' τις απαρχές του μα εμποδιζόταν κάθε τόσο από προλήψεις και ιδεοληψίες. Ο εικοστός αιώνας τον απελευθέρωσε απ' το καβούκι του, κι εκδηλώθηκε επιτέλους απ' εντός του η καταπιεσμένη βαρβαρότης.»


«Παραείσαι αφοριστικός, δεν νομίζεις; Κάποια καλά πράγματα επέτυχε ο άνθρωπος μες στον αιώνα. Εξερεύνησε το Σύμπαν, τέθηκε σε τροχιά γύρω απ' την γη. Διάολε, πάτησε το πόδι του στο φεγγάρι. Δεν είναι κι αυτό κάτι;»

«Αγαπημένε μου Ίστβαν, μόνον οι επιπόλαιοι τείνουν να αναφέρονται συχνά στην ανθρώπινη εξερεύνηση του σύμπαντος. Επικαλούνται συνήθως την κατάκτηση της Σελήνης ως την πιο λαμπρή στιγμή του περασμένου αιώνα. Μα δεν προσπαθούν παρά να ξεγελάσουν τους ίδιους τους εαυτούς τους με τούτον τον αξιοθρήνητο ισχυρισμό. Ο άνθρωπος πατά το πόδι του στο φεγγάρι; Είναι αυτό επίτευγμα αρκετό για να αντισταθμίσει τον τρόμο της βόμβας;»


«Δεν σε συγκίνησε το ότι ο άνθρωπος πάτησε τελικά το πόδι του στο φεγγάρι;»


«Μελαγχόλησα, εάν ειλικρινώς θέλεις να μάθεις τί αισθάνθηκα. Ευελπιστούσα σε μιαν υπερβατική αλήθεια. Περίμενα ότι η σελήνη θα 'ταν κάτι περισσότερο από έναν βράχο γεμάτον λακούβες.»


«Ω μη μου πεις δα ότι απογοητεύτηκες σαν έμαθες ότι η σελήνη ήταν σκέτη πέτρα. Τούτο ήταν κάτι που γνωρίζαμε απ' τις αστρονομικές μελέτες, πολύ καιρό πρωτύτερα.»


«Όντως. Καθότι όμως ανέκαθεν συνέδεα την σελήνη με τις νυχτερινές μου περισυλλογές -με τους βαθύτατους αναστοχασμούς μου- ανέμενα μία μεταφυσική εκδοχή, ένα μυστικό που θα ανέτρεπε τις εγκόσμιες συμβάσεις. Δυστυχώς διαψεύσθηκα. Το φεγγάρι έστεκε ανίσχυρο να αναμετρηθεί με την βόμβα.»


«Η ατομική βόμβα ήταν λοιπόν που σ' ενέπνευσε να στραφείς κατά της ανθρωπότητος;»


«Όχι ακριβώς. Η τεχνολογική πρόοδος ήταν κείνη που αποστρεφόμουν λυσσαλέως. Πάντοτε την αποστρεφόμουν αλλά δεν είχε δείξει τα πραγματικά της δόντια ίσαμε τον εικοστό αιώνα. Η βόμβα απλά επικύρωσε τις φοβίες μου. Πώς θα το έθετε ο Λόρδος Μπάιρον, με τον δικό του ποιητικό τρόπο; Ετούτη είναι η πολυμήχανη εποχή των νέων εφευρέσεων, κείνων που σκοτώνουν κορμιά και κείνων που σώζουν ψυχές. Όλες τους εξελιγμένες μετά των καλυτέρων προθέσεων


«Βρίσκω την αναφορά σου στον Μπάιρον χαριτωμένη, Ζίγκμοντ. Ωστόσο δεν εξηγεί πλήρως το κύκλωμα του Ελ Κομοντίν. Εάν όντως επιθυμούσες τον αφανισμό του ανθρώπινου γένους, σίγουρα θα μπορούσες να σκαρώσεις κάτι πιο καίριο, πιο δραστικό.»

«Το εγχείρημα του Ελ Κομοντίν είναι για την ώρα ένας μικροσκοπικός βάκιλος, προτιμώ να το παρομοιάζω με μια πολύ μικρή αράχνη που απλώνει τον ιστό της αργά και μεθοδικά στις υποδομές της ανθρώπινης φύσης. Η αράχνη θα μεταλλαχθεί κάποτε σε Μαύρη Χήρα της οποίας το δηλητήριο θα εξαπλωθεί θανατερό στην οικουμένη και θα εξαλείψει κάθε ίχνος επίπλαστης ομόνοιας μεταξύ ανθρώπου με άνθρωπο. Και τότε θα δεις έναν παγκόσμιο πόλεμο π' όμοιό του δεν θα 'χεις ξαναπαντήσει, θα δεις άκρατο μίσος, θα γίνεις αυτόπτης μάρτυς των ανθρώπων να φαγώνονται αναμεταξύ των ωσάν λυσσασμένα σκυλιά μέχρι που να ξεκληρισθεί το γένος τους. Κείνοι οι λίγοι που θα απομείνουν δεν θα 'χουν πλέον άλλη προοπτική απ' την υποτέλεια στον νέο τους αφέντη: το Τάγμα των Strigoi Morti.»


«Ώστε περί αυτού πρόκειται λοιπόν... Γι' αυτό έστησες όλο αυτό το δίκτυο της διαστροφής. Για να φέρεις κάποτε το Τάγμα των Strigoi Morti στην εξουσία.»


«Γιατί όχι; Αναλογίσου το για λίγο. Οι Strigoi Morti είναι τα ισχυρότερα πλάσματα επί της γης. Και ποια είναι η ανταμοιβή μας; Περιπλανιόμαστε μέσα στις νύχτες στα κρυφά ως σκιαγμένοι αρουραίοι, με την φήμη μας αμαυρωμένη στις συνειδήσεις των ανθρώπων, περίγελοι της παλπ μυθοπλασίας, καταδυναστευμένοι από την χλεύη και την δυσπιστία. Τώρα ήλθε πια η δική μας ώρα. Όχι απότομα, όχι με βιασύνη. Αργά και μεθοδικά, όπως προείπα. Φέρνοντας αρχικώς τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις δικές του αδυναμίες, με τον αυτόβουλο εκφυλισμό του. Κι εν συνεχεία, εξαναγκάζοντάς τον να υποταχθεί στο υπερήφανο Τάγμα μας. Στην κατατρεγμένη μας αυτή φυλή που δεινοπάθησε τόσους αιώνες μες στην αφάνεια.»


«Και πώς ακριβώς σκοπεύεις να επιβληθείς στους ανθρώπους; Πώς ακριβώς οραματίζεσαι την εξουσία των Strigoi Morti επί της ανθρωπότητος; Μήπως έχεις κατά νου κάποια συγκεκριμένη ταχτική, όπως π.χ. τρομοκρατώντας παρθένα κοριτσόπουλα στα υπνοδωμάτιά τους; Θέλεις να γίνουμε οι μπαμπούλες των αδυνάμων;»


«Αυτή είναι μια διασκεδαστική σκέψη. Είχα πάραυτα κατά νου κάτι πιο μεγαλεπήβολο, πιο διαχρονικό. Το όραμά μου -το ομολογώ- δεν διαφέρει και πολύ από μια αυτοκρατορία των Μάγια απ' το λαμπρό παρελθόν, πλήρης με βασιλοπρεπείς πυραμίδες και αιμοσταγείς ανθρωποθυσίες. Προτού βιαστείς να με παρερμηνεύσεις, έχε υπόψη σου ότι δεν διεκδικώ την αποκλειστικότητα του μονάρχου. Τουναντίον, επιθυμώ ισότητα και ισονομία ανάμεσα στους Strigoi Morti. Δεν θα απολαμβάνονται ιδιαίτερα προνόμια ανάμεσα στους εκπροσώπους του είδους μας. Τούτο, θαρρώ, καταλύει κάθε προοπτική έριδος αναμεταξύ μας.»


«Πολύ συνετό εκ μέρους σου, Ζίγκμοντ.»


«Σ' ευχαριστώ, καλέ μου φίλε. Γνωρίζεις ασφαλώς ότι κάθε φιλοφρόνηση απ' το δικό σου στόμα έχει για μένα ιδιαίτερη αξία, παρά τις όποιες διαφορές μας.»


«Γιατί λοιπόν δεν εξέθεσες ετούτες τις ιδέες σου στην Δίαιτα των Cluj όπως έκανες μ' εμένα; Προς τί όλη αυτή η πραξικοπηματική μεθόδευση; Προς τί όλη αυτή η μυστικότητα και οι υπόγειες διεργασίες; Διάολε, σε διακρίνει τέτοιος ζήλος και υποστηρίζεις τις θέσεις σου με πυγμήν αξιοθαύμαστη. Γιατί δεν αιτήθηκες μια ακρόαση στην σύγκλητο με παρόντες όλους τους Strigoi Morti ως ορίζει το πρωτόκολλο;»


«Κι έχεις την εντύπωση ότι η Δίαιτα θα ενέκρινε τις θέσεις μου;... Ω Ίστβαν...»


«Όχι... Πιθανότατα όχι, δεν θα τις ενέκρινε. Σίγουρα δεν θα τις ενέκρινε. Αλλά θα σου αναγνώριζε το σθένος να αναδείξεις σημαντικά ζητήματα που αφορούν το Τάγμα μας. Θα σου απέδιδε τα εύσημα για το θάρρος της γνώμης σου, όσο ριζοσπαστική κι αν ακουγόταν αυτή. Το ίδιο θα έκαναν, θαρρώ, και όλοι οι υπόλοιποι βρυκόλακες. Θα τιμούσαν την αίσθηση του κατεπείγοντος με την οποία προωθείς τους προβληματισμούς σου, προβληματισμούς που έχουν να κάμουν με την ίδια την πορεία του Τάγματος. Ίσως μάλιστα να σε χειροτονούσαν και ως συγκλητικό! Αντιθέτως, επέλεξες να φερθείς ως κοινός αγύρτης και να χειραγωγήσεις ύπουλα την θέληση της ίδιας σου της φυλής. Έγινες ένας τιποτένιος προδότης των Strigoi Morti αντί για σωτήρας τους, Ζίγκμοντ.»


«Ω άφησε κατά μέρος τις δήθεν 'ορθές' εναλλακτικές, Ίστβαν. Ούτε καν εσύ δεν τις πιστεύεις κατά βάθος. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν είχα επιλογές εν προκειμένω. Ο μόνος τρόπος για να σταθώ εμπρός στην Δίαιτα και να παρουσιάσω τις ρηξικέλευθες προτάσεις μου δεν ήταν άλλος από το να αντιπαραθέσω αδιάσειστα επιχειρήματα. Και τί είδους άλλο επιχείρημα θα μπορούσε να πείσει την Δίαιτα και τους υπόλοιπους Strigoi Morti από την ίδιαν την θέαση της ανθρώπινης παρακμής; Χρειάζομαι μονάχα ένα δείγμα της έμφυτης διαφθοράς στον άνθρωπο ώστε να αντικρούσω κάθε βλακώδη νουθεσία των συγκλητικών. Καθότι -ας μην γελιόμαστε- με βλακώδεις νουθεσίες θα επιχειρήσουν να αποτρέψουν το μεγαλόπνοο σχέδιό μου. Τα φρονήματα της Δίαιτας παραείναι απαρχαιωμένα για να αποδεχθούν μια τόσο πρωτοποριακή μεταστροφή. Γι' αυτό άλλωστε κι έχουμε απομείνει τόσο λίγοι.»


«Έχουμε απομείνει αρκετοί, Ζίγκμοντ. Απομείναμε οι αναγκαίοι, ούτε περισσότεροι ούτε λιγότεροι.»


«Ανοησίες. Είμαστε οι τελευταίοι της φυλής μας, οι εναπομείναντες ενός είδους υπό εξαφάνιση. Αναγκασθήκαμε μέχρι και να αποσυρθούμε από το Γκουιλά Νακουίτζ για να εγκατασταθούμε αλλού, μακριά απ' ανθρώπου μάτι. Εγκαταλείψαμε την ίδια μας την έδρα, για τ' όνομα του Δία! Υπάρχει τρανότερη απόδειξη του ξεπεσμού μας από δαύτην;»


«Τούτη δεν είναι η πρώτη φορά που η Δίαιτα μετέφερε την έδρα της σε άλλους τόπους, Ζίγκμοντ. Συνέβη και στους παλαιότερους χρόνους όταν η Δίαιτα αποχώρησε από τα Καρπάθια Όρη για να μετοικήσει στο Γκουιλά Νακουίτζ. Υπόθέτω ότι το γνωρίζεις αυτό, έτσι δεν είναι; Και ο λόγος για τον οποίον η Δίαιτα μεταφέρει την έδρα της μακριά από ανθρώπινους οικισμούς δεν είναι επειδή οι βρυκόλακες φοβούνται ή αποστρέφονται τους ανθρώπους. Είναι επειδή οι βρυκόλακες επιθυμούν πολλές φορές να εύρουν την γαλήνη τους σε τόπους ερημικούς. Πώς θα το έθετε άλλωστε κι ο Λόρδος Μπάιρον, με τον δικό του ποιητικό τρόπο; Διεγείρεται το αίσθημα απεριόριστα όταν νιώθεται στην απομόνωση, όπου είμαστε κατά το ολίγιστον μονάχοι.»


«Η ανταπόδοση των στίχων του Μπάιρον δεν δύναται να καταμετρηθεί ως οξυδέρκεια στην παρούσα συζήτηση, Ίστβαν. Διότι είναι αυτή ακριβώς η νοοτροπία της ηττοπάθειας που μας έφερε εδώ που καταντήσαμε! Διάολε, γιατί αρνείσαι τόσο πεισματικά να δεις την αλήθεια; Δεν μπορεί να είσαι τόσο αδαής...! Θα χρειαστεί να καταβάλλω μέγιστη προσπάθεια ώστε να μεταλλάξω ετούτην την ευνουχισμένη αντίληψη σε θριαμβική εξόρμηση. Κάτι όμως επιμένει να μου λέγει πως θα αποτύχω, και μάλιστα οικτρά. Ακόμη κι αν το κύκλωμα του Ελ Κομοντίν αποχτήσει τις γιγάντιες διαστάσεις που προβλέπω ότι θ' αποχτήσει, μπορώ να φανταστώ τα λόγια του Μάγιστρου στην περίσταση: Αγαπητό μου τέκνον Ζίγκμοντ, γιατί λερώθηκες με τον ανθρώπινο οχετό αντί να αφομοιώσεις τις ύψιστες αρετές του ανθρώπου; Γύρνα πίσω στον κόσμο και αφουγκράσου το γλυκό τραγούδι που ψιθυρίζει απ' τα ξέπνοα σωθικά του. Ως άλλος Νάρκισσος, ο κόσμος στέκει μαγεμένος απ' την ίδιαν του την ομορφιά και σιγοτραγουδάει με φωνή κεχηνότος σαλτιμπάγκου. Αφουγκράσου τον δόλιον και γέλα μέχρι δακρύων.»


«Και λοιπόν; Δεν πιστεύεις στα λόγια του Μάγιστρου;»


«Δεν δίνω δεκάρα τσακιστή, Ίστβαν. Ουδόλως γνοιάζομαι για τις κοσμοθεωρίες του Μάγιστρου. Πιστεύω μονάχα σ' ένα πράγμα και μόνον αυτό έχει κάποια σημασία. Για πρώτη φορά έπειτα από τόσους αιώνες, η ευφυία μου ανθοβολεί απ' τον άκρατον οίστρο της και οι επινοήσεις της τώρα πια ορίζουν σχήμα και δομή. Και -μα τον Δία- δεν προτίθεμαι να υποχωρήσω τώρα που ο νους μου αυτός ο ύψιστος απολαμβάνει πια τις δάφνες π' αείποτε δικαιούτο. Θα ολοκληρώσω τ' όραμα κείνο που ξεκίνησα από τις λιλιπούτειες ρίζες του. Θα εκπληρώσω τις επιταγές της ίδιας μου της νόησης ακόμη κι αν κινδυνεύω κάποτε να χαρακτηρισθώ ως ο μεγαλύτερος μπάσταρδος στην Ιστορία της οικουμένης.»


«Όχι, Ζίγκμοντ. Ο χαρακτηρισμός μπάσταρδος θα αποτελούσε ευφημισμό στην δική σου περίπτωση. Καθότι ως και ο μπάσταρδος είναι καρπός απ' το δενδρί του έρωτα και συνεπώς γέννημα της ευγενούς φύσης. Εσύ, αντιθέτως, απλά συνέβης από μονάχος σου. Είσαι το τυχαίο σύμπτωμα ενός αναξιόλογου και νωχελικού αυνανισμού, ένα σπέρμα άσκοπο π' απλά βρήκε τον δρόμο του σε κάποιαν βρώμικη μήτρα. Στο πρόσωπό σου απαντώ όλα όσα απεχθάνομαι σε μια νοήμονα οντότητα.»


«Ώστε με απεχθάνεσαι!; Ενδιαφέρον. Γιατί με απεχθάνεσαι όμως, καλέ μου φίλε; Τούτο θα 'θελα να το μάθω. Μήπως επειδή έγινα ο περίφημος Ελ Κομοντίν κι έθιξα την ηθική σου αισθητική;»


«Όχι. Η απέχθειά μου για σένα έχει παλαιότερες καταβολές, απ' τον καιρόν που μοιραζόμασταν τον κοιτώνα μας στο Γκουιλά Νακουίτζ. Πάντοτε κόμπαζες για μιαν διάνοια ανύπαρκτη και μάλιστα με τέτοιαν αλαζονεία που αποσβόλωνε ως και τον πλέον πολύπειρο συνομιλητή. Από εσένα έμαθα τί σημαίνει έπαρση αδειανή, υπερηφάνεια δίχως αντίκρισμα, αδικαιολόγητος επιδεικτισμός. Έκτοτε γίνηκες σημείο αναφοράς στο δικό μου συνειδητό καθότι γνώρισα κι άλλους από την δική σου πάστα και αναπόφευκτα τους συνέκρινα με σένα.»


«Μα τον Δία, είσαι γεμάτος εκπλήξεις, Ίστβαν. Τούτο σου το αναγνωρίζω. Ε να λοιπόν που κάτι καλό εξήχθη απ' ετούτο μας το συναπάντημα. Δεν θα σου δινόταν αλλιώς η ευκαιρία να μου κάμνεις μια τόσο ευθύγλωσση εξομολόγηση. Ώστε εκπροσωπεύω στα δικά σου μάτια τέτοιαν καταισχύνη, αγαπητέ μου φίλε;»


«Ναι, δυστυχώς. Και ξέρεις κάτι ακόμη, Ζίγκμοντ; Έχω συμπεράνει πια έπειτα από των αιώνων το μακρύ ταξίδι ότι όλοι μας -άνθρωποι και βρυκόλακες συνάμα- πορευόμαστε σ' ετούτον τον κόσμο ως όντα μισά, μισές υπάρξεις με καρδιές μισές. Και όλοι μας επιδιώκουμε να συμπληρώσουμε το άλλο μισό του εαυτού μας και να ολοκληρωθούμε, ο καθείς με τον δικό του τρόπο. Μα η δική σου πάστα είναι η πάστα των οκνών. Αντί να συμπληρώσετε το έτερον ήμιση του εαυτού σας, επιλέγετε να τηράτε τις μουχρές καταβόθρες όπου τίποτε δεν υφίσταται παρά ρύπος. Ετούτη η κουτοπόνηρη ταχτική σας ενθαρρύνει μετέπειτα να κοκορεύεστε πως όλα του κόσμου τα γνωρίζετε λίγο ως πολύ εφόσον εκεί που κοιτάτε δεν στέκει και τίποτε. Απηλλαγμένοι πλέον από φιλοδοξία και ιδανικά, επαναπαύεστε στην κλίνη της βολικής σας αυταπάτης μέχρις που κάποτε ψεύδος και αλήθεια γίνονται πια έννοια αδιαίρετη καθότι όρια δεν υπάρχουν για να ξεκρίνουν το ένα από το άλλο. Θέλεις να συνεχίσω ή μήπως σε κούρασα;»


«Ω παρακαλώ, συνέχισε αγαπητέ μου Ίστβαν! Είναι τόσο ενδελεχές το ψυχογράφημά σου που είμαι ανήμπορος να του αντισταθώ.»


«Ωραία. Αυτό με ικανοποιεί. Διότι τώρα εσκόπευα να μπω στο ψητό της υπόθεσης. Η πάστα σου, Ζίγκμοντ, δυστυχώς δεν αρκείται στην δική της αυτοτέλεια. Οι βουλιμικές της διαθέσεις στρέφονται και στον περίγυρο. Και εδώ είναι που ανακύπτει το πρόβλημα, αν θέλεις. Καθότι εσύ κι οι όμοιοί σου περιφέρετε την ελεεινή σας ασθένεια τριγύρω μολύνοντας οτιδήποτε το ωραίο τείνει να εκδηλωθεί στον κόσμο. Συνεπώς και κοντολογίς, Ζίγκμοντ, η πάστα σου πρέπει να παταχθεί. Πρέπει να παταχθεί εφόσον δεν προσφέρει τίποτε και μόνον ζημία προξενεί. Δυστυχώς για σένα και την πάστα σου, χρειαζόμαστε την ανθρωπότητα με όλα της τα ψεγάδια.»


«Μα φυσικά και χρειαζόμαστε την ανθρωπότητα! Ουδέποτε ισχυρίσθηκα το αντίθετο.»


«Όχι, όχι, δεν καταλαβαίνεις. Χρειαζόμαστε την ανθρωπότητα αδούλωτη. Έχουμε ανάγκη το πνεύμα του ανθρώπου ελεύθερο, ανέγγιχτο απ' το δικό μας ξόρκι.»


«Ακόμη και εάν αυτό σημαίνει την καταστροφή όλων μας;»


«Ναι. Ακόμη και τότε. Ειδάλλως, πού είναι η αίσθηση της περιπέτειας;»


«Η αίσθηση της περιπέτειας... Χα! Καλό κι αυτό.»


«Ναι... Αστείο δεν είναι, Ζίγκμοντ; Εάν ανατρέξεις σε όλες τις διαφωνίες που είχαμε αναμεταξύ μας στο παρελθόν -από τους παλαιούς ακόμη καιρούς του Γκουιλά Νακουίτζ- πιθανότατα θα διαπιστώσεις ότι ετούτος ήταν πάντοτε ο κεντρικός πυρήνας της αντίθεσής μας. Θωρούσαμε δηλαδή την ανθρωπότητα με διαφορετικό μάτι.»


«Ίσως. Ίσως. Καλούμαι το λοιπόν να συμπεράνω ότι εμμένεις στην αρχική σου θέση να βάνεις τέλος στο φιλόδοξο αυτό εγχείρημά μου.»


«Πολύ φοβούμαι πως ναι, αγαπητέ μου Ζίγκμοντ.»


«Κρίμα...»


«Όχι, δεν είναι κρίμα. Είναι ευλογία.»


«Και... πώς ακριβώς προτίθεσαι να αποτελειώσεις το επινόημά μου;»


«Διά της αλώσεως της ίδιας της αφετηρίας του. Και λέγοντας αφετηρία δεν εννοώ τίποτε άλλο από εσένα αυτοπροσώπως, αγαπημένε μου φίλε.»


«Πώς!; Σκοπεύεις να εκκινήσεις πόλεμο εναντίον μου; Σκοπεύεις να εξολοθρεύσεις εμένα;»


«Ένα ανεπιθύμητο συνεπακόλουθο επί της διαδικασίας αλλά καθ' όλα επιτακτικό. Λυπάμαι ειλικρινώς, αγαπημένε μου Ζίγκμοντ.»


«Είμαι βρυκόλακας κατά πολύ αρχαιότερος από εσένα, Ίστβαν. Δεν νομίζεις ότι είσαι λίγο... έξω από τα νερά σου;»


«Είσαι όντως αρχαιότερος εμού, Ζίγκμοντ. Υπάρχει όμως μία ουσιώδης λεπτομέρεια την οποία δολίως καμώνεσαι πως παραβλέπεις. Εσύ επέλεξες να γίνεις βρυκόλακας από περιέργεια. Τουναντίον, εγώ εξαναγκάσθηκα να γίνω βρυκόλακας από μίσος. Τώρα πες μου, δεν μου προσδίδει ετούτο κάμποσα σημεία υπεροχής;»


«Χμ, ωραία το έθεσες. Και πώς ακριβώς σκοπεύεις να με εξολοθρεύσεις; Διάολε, θα έχεις ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο να φέρεις εις πέρας. Ή μήπως όχι;»


«Όχι, Ζίγκμοντ. Δεν θα είναι δύσκολο. Θα είναι πανεύκολο. Για την ακρίβεια, δεν θα χρειαστεί να μπω καν στον κόπο να μονομαχήσω μαζί σου.»


«Ποτέ μου δεν έχω νιώσει την περιέργεια παλλόμενη στο πετσί μου όσο ετούτη την στιγμή. Σ' εκλιπαρώ, αδελφικέ μου φίλε, εκμυστηρεύσου μου την μέθοδο που θα εφαρμόσεις. Μην μ' αφήνεις ούτως τυραγνισμένον από το ανελέητο ερώτημα.»


Χαμήλωσα γι' άλλη μια φορά το βλέμμα, τούτην την φορά από συμπόνια. Και ποιος θα φανταζόταν αλήθεια ότι θα έφθανα στο σημείο να νιώθω συμπόνια για ένα κτήνος σαν τον Ελ Κομοντίν!; Αδυνατούσα πάραυτα να διατηρήσω τα αισθήματά μου παγερά αδιάφορα για τον Ζίγκμοντ. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Πενήντα χρόνια συμβίωσης δεν είναι λίγα, ακόμη και για έναν βρυκόλακα. Όφειλα εντούτοις να ικανοποιήσω την απορία του εν προκειμένω. Και τούτο επειδή ο κακόμοιρος ο Ζίγκμοντ εξακολουθούσε να διατηρεί την ψευδαίσθηση της διάνοιάς του αμετάλλαχτη ύστερα από τόσους αιώνες. Αμετάλλαχτη σε βαθμό ύβρεως, θα έλεγα. Σε ό,τι με αφορούσε, αυτή ήταν και η αχίλλειος πτέρνα του.


«Είναι ένα ενδιαφέρον σημείο ετούτο που επέλεξες ως κατοικία, Ζίγκμοντ. Είμαι ιδιαιτέρως γοητευμένος από την θέα του μπροστινού του παραθύρου. Είναι μια θέα που αρμόζει σε μελετητήριο ποιητή, αλήθεια. Δύο γυμνές ακακίες των οποίων τα κλαδιά δεν έρχονται σε επαφή κατά τους χειμώνες. Με λίγη τύχη οι δύο αυτές ακακίες αγγίζουν η μια την άλλην κατά την άνοιξη σαν φουντώνουν οι φυλλωσιές τους. Και πίσω από τις ακακίες ρέει σιωπηλός και ακατάπαυστος ο Μολδάβας ποταμός. Τώρα, εάν η φύση με είχε ευνοήσει με το χρίσμα του καλλιτέχνη, δεν θα 'χα παρά να κοιτάξω το κύλισμα των νερών ώστε να παίρνω μια καλήν ιδέα για τον χρόνο που δεν λογίζει παύση στην επέλασή του. Ένα κοίταγμα, θαρρώ, θα ήταν αρκετό ώστε να αποδώσω κάποιαν αβίαστη επίπνοια πάνω σε χαρτί συγγραφέα ή σε ζωγραφικό καμβά ή σε μουσική παρτιτούρα. Δεν συμφωνείς, Ζίγκμοντ; Παρακαλώ, διόρθωσέ με εάν κάνω λάθος. Αλλά θα 'θελα να κάνω και μια ειδική μνεία για την μυσταγωγική αυτή ομίχλη που πλανιέται πάνω από τα νερά του ποταμού. Ιδιαιτέρως πομπώδης στην παρουσία της, δεν βρίσκεις; Είναι τόσο θολή η υφή της ώστε αποκρύπτει την φωταγωγημένη αντίπερα όχθη της Μάλα Στράνα και την ανιαρή πολυκοσμία της. Τώρα, εάν η διαγωγή μου ήτο παντελώς αψήφιστη, θα σχολίαζα απρεπώς ότι η ομίχλη αυτή φαντάζει ως απρόσκλητος επισκέπτης ή ως ένας αγροίκος συνδειπνών που κάνει ενοχλητικούς θορύβους για να επισύρει την προσοχή επάνω του. Αλλά όχι για σένα, Ζίγκμοντ, έτσι δεν είναι; Στοιχηματίζω ότι η ομίχλη ετούτη είναι μάννα εξ' ουρανού στην δική σου περίσταση. Ηλεκτρισμός και πολυκοσμία είναι δύο στοιχεία που προτιμάς έξω από το πλαίσιο αυτού του παραθύρου. Θα σε παρότρυνα ευγενώς γι' άλλη μια φορά να με διορθώσεις όποτε θεωρείς ότι σφάλλω στις εικασίες μου.»


«Ω μην σκοτίζεσαι, Ίστβαν. Δεν λαθεύεις στις εικασίες σου ως τώρα. Παρακαλώ, συνέχισε...»


«Τούτο είναι πράγματι ένα σπίτι ζεστό και άνετο και εκπέμπει μια αξιοζήλευτη θαλπωρή, Ζίγκμοντ. Δικαιολογημένα επομένως θα μπορούσα να προσομοιάσω ετούτο το αρχοντικό σου με ένα καταφύγιο που σε κρατεί καλά προστατευμένον απ' την ανθρώπινη πρόοδο και τις άχαρες εκφάνσεις της. Μπορώ μονάχα να υποψιαστώ την απέραντη γαλήνη σου σαν βγαίνεις απ' το φέρετρό σου κάθε δειλινό και αντικρίζεις το σχεδόν ασάλευτο τοπίο του παραθύρου. Και βεβαιότατα δεν θα μπορούσα καν να φανταστώ την τρομερή σου οδύνη εάν τυχόν έχανες το πολύτιμο αυτό τοπίο του παραθύρου απ' την καθημερινότητά σου. Τούτο θα σήμαινε αναμφίβολα για σένα μία αβάσταχτη απώλεια. Έτσι δεν είναι, Ζίγκμοντ;»


«Μα τον Δία, έχεις όντως ταλέντο στο να κτίζεις το σασπένς, Ίστβαν. Μα υποθέτω πως τώρα μου επιφυλάσσεις αυτό στο οποίο θα αναφερόμουν ως coup de grâce. Συνεπώς, έλα αγαπητέ μου στο ποθούμενο προκείμενο.»


«Ω Ζίγκμοντ, πόσο με λυπεί ετούτη σου η προκατάληψη απέναντί μου. Δεν επιφύλασσα κάποιο coup de grâce εν προκειμένω. Εσκόπευα απλώς να κάνω μαζί σου μιαν ιστορική αναδρομή στους βάναυσους χρόνους του μεσαίωνα, υποβοηθούμενος κι από το εξαίσιο Chateau Georges φυσικά. Ταξίδεψα προς στιγμήν -και μ' όλην την διαύγεια που μου παρέχει ο ωριμασμένος οίνος- στο ξέσπασμα της Μαύρης Πανώλης κατά τον 14ο αιώνα. Κείνοι ήσαν φοβεροί καιροί, Ζίγκμοντ. Ήσαν οι ένδοξες στιγμές του Yersinia Pestis, ω τί άτακτος βάκιλος ήταν ετούτος αλήθεια! Ο Yersinia Pestis το λοιπόν εκκίνησε την γενοκτόνο του εκστρατεία από τα πέρατα της μακρινής Ασίας κι έφτασε κάποτε στην Κριμαία. Κι από κει, εξαπλώθηκε αμείλιχτος σε όλην την Ευρώπη αποδεκατίζοντας ολάκερους πληθυσμούς ανά εκατομμύρια. Γνωρίζεις ασφαλώς ότι η πανούκλα του Yersinia Pestis, προτού περιλάβει την ανθρωπότητα σε μαζικούς ρυθμούς, μεταδιδόταν αρχικώς ανάμεσα στους μαύρους αρουραίους. Παρότι ζώο πονηρό κι ανθεκτικό, ο αρουραίος απεδείχθη ανίσχυρος εμπρός στην φονική μανία του Yersinia Pestis. Τόσο που σωροί από ψοφίμια αρουραίων κατέκλυζαν πια τις πόλεις κατά τον ίδιον τρόπο με τον οποίον ακολούθησαν μετέπειτα και οι άνθρωποι. Τώρα, εάν τυχόν είχες το όμορφο αρχοντικό σου εκείνες τις εποχές, Ζίγκμοντ, από το παράθυρό σου θα αντίκριζες τον Μολδάβα ποταμό γεμάτον από ψόφιους αρουραίους να επιπλέουν στα νερά του. Τα δε ξαδέρφια των αρουραίων, οι μυοκάστορες, θα απέφευγαν για κάμποσον καιρό τα νερά του ποταμού και θα προτιμούσαν την διαμονή τους στα παρακείμενα δέντρα. Οι μυοκάστορες είναι εξίσου έξυπνοι με τους αρουραίους, έχουν όμως μία αδάμαστη εμμονή με το ξύλο. Αρέσκονται ιδιαίτερα στο να το ροκανίζουν και να φτιάχνουν οχυρώματα με δαύτο. Θα σκαρφάλωναν λοιπόν στις δυο αγαπημένες σου ακακίες και πολύ σύντομα θα τις πετσόκοβαν σε μικρά κομμάτια για να κατασκευάσουν το οχυρό τους στα νερά του ποταμού καθότι οι μυοκάστορες είναι ημιυδρόβια πλάσματα και έχουν ανάγκη το καθημερινό τους κολύμπι. Περιττό να λεχθεί βεβαίως ότι η μυσταγωγική ετούτη ομίχλη που στοιχειώνει τώρα τον ποταμό δεν θα υφίστατο κατά την περίοδο της Μαύρης Πανώλης εφόσον τα αναρίθμητα ψοφίμια των αρουραίων θα εμπόδιζαν την άνοδο των υδρατμών. Ούτως, θα έβλεπες ξεκάθαρα πια την αντίπερα όχθη της Μάλα Στράνα με ό,τι αυτή θα συνεπαγόταν. Yersinia Pestis...! Τώρα, αυτόν θα χαρακτήριζα πραγματικόν μπάσταρδο...!»


«Ετούτη ήταν μία αρκούντως γλαφυρή και ιδιαιτέρως διαπαιδαγωγική αναδρομή στο παρελθόν, Ίστβαν. Όμως, τώρα γίνε πια ξεκάθαρος και μπες επιτέλους στην ουσία της υπόθεσης.»


«Ω, τί περίεργο...! Είχα την αίσθηση ότι μπήκα ήδη στην ουσία της υπόθεσης.»


Τα μάτια του Ζίγκμοντ σκλήρυναν. Και σαν τα γκρίζα φρύδια συνοφρυώθηκαν από οργή, διέκρινε κανείς στο ρυτιδιασμένο του πρόσωπο τον πόνο ενός λαβωμένου λύκου. Ο κακόμοιρος ο Ζίγκμοντ! Θα 'ταν -θαρρώ- πλήγμα δραματικό για τον οποιονδήποτε να τεθεί ενώπιον του αδύναμου σημείου του κατ' αυτόν τον άκομψο και τραχύ τρόπο. Το ολίσθημα στο οποίο υπέπιπτε πάντοτε ο Ζίγκμοντ εν σχέσει με εμένα είναι ότι ενόμιζε τον εαυτόν του υπεράνω πάσης ψυχογραφήσεως εφόσον μάλιστα καθίσταται ομολογουμένως δύσκολο για έναν κοινό νου να αποκωδικοποιήσει μια ιδιοφυία μεγάλου διαμετρήματος. Συναισθανόμουν, επομένως, την πικρή του απογοήτευση.


«Δεν θα αποτολμούσες ποτέ κάτι τέτοιο. Παραείσαι προσκολλημένος στους ανθρώπους για να τους θανατώσεις με τέτοιαν ευκολία.»


«Ω Ζίγκμοντ, τούτη είναι μία ευθεία προσβολή, κατά πολύ κατώτερη του επιπέδου σου. Καθότι θα 'πρεπε να γνωρίζεις πολύ καλά έπειτα από τόσα χρόνια συμβίωσης μαζί μου πως ένα από τα πάθη μου ήταν ανέκαθεν η επιστήμη της μικροβιολογίας. Μελέτησα το λοιπόν τον σκανδαλιάρη κείνον Yersinia Pestis και αναδημιούργησα απ' τις κακοήθεις του δομές έναν βάκιλο δικό μου, ολοκαίνουριον. Ο δικός μου βάκιλος προσβάλλει μονάχα τους αρουραίους και κανένα άλλο έμβιο ον. Θα τον βάπτιζα με το δικό μου όνομα αλλά αποφεύγω τέτοιου είδους κωμικές ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα. Θα γνωρίζεις επίσης πολύ καλά ότι μία από τις ιδιότητες που ανέπτυξα ως Strigoi Mort είναι η ικανότητα να κυβερνώ και να καθοδηγώ τις κοινωνίες των αρουραίων. Τουτέστιν, εάν επιθυμώ ψοφίμια αρουραίων στον Μολδάβα, αυτό ακριβώς και θα γίνει. Και μάλιστα επιτόπου, δίχως χρονοτριβές. Τώρα, προτού βιαστείς να επισημάνεις ότι διά της μεθόδου αυτής θα καταστρέψω τον τουρισμό της Πράγας, ας σε προλάβω ενημερώνοντάς σε πως οι άνθρωποι θα αποδώσουν ετούτο το φαινόμενο της μαζικής εξόντωσης των αρουραίων στα παρεπόμενα της υπερθέρμανσης του πλανήτη εφόσον μάλιστα ο βάκιλός μου θα είναι μη ανιχνεύσιμος. Άλλωστε το άσκημο αυτό φαινόμενο δεν θα διαρκέσει και πολύ καθότι δεν θ' αντέξεις ούτε τριήμερο στην θέα του αποδιοργανωμένου τοπίου στο παράθυρό σου. Ήμουν αρκετά ξεκάθαρος για τα δικά σου δεδομένα;»


«Ναι... Δεν έχω παράπονο... Τούτο ήταν πράγματι ένα επιδέξιο coup de grâce.»


«Ήταν πράγματι;»


«Θα σε πολεμήσω.»


«Ναι, πιθανότατα... Ετούτη θα 'ταν η πρώτη σκέψη που θα σου περνούσε απ' το μυαλό. Και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ούτως θα πράξεις. Αλλά πόσον καιρό θα βαστάξεις τα άδεια δειλινά; Και σε ποιο μέρος θα μετοικήσεις εάν αυτό κριθεί αναγκαίο; Και το κυριότερο: Με ποιον τρόπο θα με σταματήσεις από το να σε επισκέπτομαι ξανά και ξανά;»


«Καταλαβαίνω... Τί ακριβώς ζητάς από μένα, Ίστβαν;»


«Δεν ζητώ απολύτως τίποτε από σένα παρά μόνον το τέλος σου.»


«Το τέλος μου;... Θα αστειεύεσαι ασφαλώς...»


«Όχι, Ζίγκμοντ. Δεν αστειεύομαι καθόλου. Τα εγκλήματά σου παραείναι φριχτά για να τα συγχωρήσω και...-»


«Φριχτά; Τα εγκλήματά μου; Ίσως θα 'πρεπε να ανοίξεις καμιά φορά την τηλεόραση και να παρακολουθήσεις ένα δελτίο ειδήσεων, Ίστβαν. Ίσως θα 'πρεπε να ρίξεις μια ματιά στον κόσμο για να δεις τι συμβαίνει τριγύρω σου.»


«Παρακαλώ...! Όπως έλεγα, δεν μπορώ να σε συγχωρήσω. Ωστόσο, μία φιλονικία μαζί σου δεν θα μου έδινε καμία ευχαρίστηση. Αντιθέτως, θα δημιουργούσε περιττή αναστάτωση και στους δυο μας, και κυρίως στην πολυαγαπημένη σου Πράγα. Θα σου ήμουν λοιπόν αιωνίως ευγνώμων εάν με έβγαζες από την δυσάρεστη θέση να σε εξολοθρεύσω εγώ ο ίδιος. Θα το εκτιμούσα ιδιαιτέρως εάν έβαζες εσύ ο ίδιος οριστικό τέλος στον εαυτό σου. Θα σου προσφέρω ετούτην την νύχτα ώστε να σκεφτείς την πρότασή μου. Αυτή είναι όλη η διορία που σου δίδω. Αν με το πέρας της επιμείνεις να υπάρχεις, θα εκκινήσω όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες για την εξόντωσή σου. Και αυτό, θαρρώ, ολοκληρώνει όλα όσα είχα να σου πω γι' απόψε.»


Αυτά είπα. Και αφού είπα αυτά, σηκώθηκα από την βελούδινη πολυθρόνα και κίνησα για την έξοδο.


«Θα σε πολεμήσω!» γρύλισε μ' έναν πνιχτό λυγμό ο Ζίγκμοντ.


Κοντοστάθηκα στην συρόμενη βιτρό πόρτα του σαλονιού. Δεν έβρισκα κάποιο νόημα στο να εξακολουθήσω την συζήτηση μαζί του και, για να είμαι ειλικρινής, δεν επιθυμούσα ούτως ή άλλως περαιτέρω κουβέντες με τον κύριο. Όφειλα ωστόσο μία αποχαιρετιστήρια κατακλείδα μιας και το άμεσο μέλλον θα μας κρατούσε χωριστά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.


«Κάνε ό,τι νομίζεις. Προτού φύγω όμως, θέλω να απαντήσω στο πρότερο ερώτημά σου. Με ρώτησες εάν εγώ ακούω το γλυκό τραγούδι του κόσμου. Η απάντησή μου είναι ναι. Το ακούω, Ζίγκμοντ. Αλλά δεν προσδοκώ να το ακούνε κι όλοι οι άλλοι επειδή το ακούω εγώ. Τούτο δεν θα συνιστούσε εκ μέρους μου παρά σκέτη... ματαιοδοξία.» είπα κι έφυγα από το Νο 135.


Βγαίνοντας στον δρόμο της Όχθης Άλζοβο, άφησα τον κρύο αέρα της νύχτας να με χτυπήσει ξανά στα πνευμόνια. Η ατμόσφαιρα μέσα στο σαλόνι του Ζίγκμοντ παραείχε γίνει αποπνιχτική, τόσο που αποζητούσα ασυνείδητα το οξυγόνο. Η υγρασία του ποταμού δρόσισε και τους οφθαλμούς μου που 'σαν αποκαρωμένοι, περισσότερο λόγω της βλακείας του οικοδεσπότη μου παρά απ' την κλεισούρα.


Σαν εκκίνησα τον περίπατό μου στο λιθόστρωτο δρομάκι της Όχθης Άλζοβο, μου 'τυχε και μία εύθυμη έκπληξη, από κείνες τις εκπλήξεις που κάνουν συχνά-πυκνά τα ξετρυπώματά τους στις ζωές των ανθρώπων και προκαλούν είτε το χαμόγελο στην προοπτική μιας χαρούμενης ανάμνησης είτε το δέος μπροστά σε συμπτώσεις σχεδόν μεταφυσικές. Απάντησα στο διάβα μου έναν πρόσχαρο οδοκαθαριστή που σκούπιζε το έδαφος με μια μεγάλη σκούπα από άχυρο και ήταν ολότελα δοσμένος στο τραγούδι του. Είχα καιρό να βρεθώ πλάι σε κάποιον που τραγουδούσε με τέτοιο ξεδιάντροπο πάθος εν ώρα δουλειάς, έστω κι εάν η φωνή του συγκεκριμένου ουδόλως συναρμοζόταν με το μεταδοτικό του ταμπεραμέντο.


My my my Delilah

Why why why Delilah

I could see, that girl was no good for me

But I was lost like a slave that no man could free

Ακούγοντάς τον, θα ευχόταν κανείς να είχε και το ταλέντο του Τομ Τζόουνς. Ω διάολε, ποιος νοιαζόταν; Σίγουρα όχι εγώ. Έβγαλα από την καμπαρντίνα μου ένα κατοστάρικο τσέχικες κορόνες και κίνησα για να το χώσω στην μικρή τσέπη του πανωφοριού του. Προτού όμως προλάβω να απλώσω το χέρι μου, ένα αγανακτισμένο γκάρισμα ήχησε πάνω από τα κεφάλια των δυο μας.


«Βούλωσέ το επιτέλους, ανόητε βρωμολιγδιάρη! Κράτα την φάλτσα σου φωνή μες στ' απάστρευτα πνευμόνια σου!»


Η φωνή ήταν του Ζίγκμοντ. Είχε ανοίξει το παράθυρό του και ήταν τόσο εξαγριωμένος ώστε κόντευε να πέσει καταγής.


«Θεέ και Κύριε...! Η Όχθη Άλζοβο έχει αποχτήσει μερικούς πολύ ευέξαπτους κατοίκους τελευταία...!» με κοίταξε ο οδοκαθαριστής με γουρλωμένα μάτια.


«Μην του δίνεις σημασία. Απλά συνέχισε το τραγούδι. Η Πράγα παραείναι όμορφη για να την χαρίσουμε σε τέτοιους μουρόχαβλους τύπους.» του αποκρίθηκα και έχωσα το χαρτονόμισμα στην τσέπη του.


«Ω σας ευχαριστώ! Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε!» έκανε περιχαρής ο οδοκαθαριστής βγάζοντάς μου το κασκέτο του.


Συνέχισα τον περίπατό μου κατά μήκος του Μολδάβα μέχρι που έστριψα αριστερά για να συνεχίσω μέχρι το κέντρο της Πράγας. Βαδίζοντας την σκοτεινή Οδό Πλατνέρσκα, κατέφθανε στα αυτιά μου επίμονο το τραγούδι του οδοκαθαριστή. Ακόμη κι αν μου δίδονταν άπειρες εναλλακτικές, δεν θα επέλεγα ούτε στιγμή κάποια διαφορετική μουσική υπόκρουση απ' ετούτη.


My my my Delilah

Why why why Delilah

So before they come to break down the door

Forgive me Delilah I just couldn't take any more


Το δειλινό της επόμενης ημέρας με βρήκε ακουμπημένο πάνω στις μπαλουστράδες της Γέφυρας του Καρόλου, όπως την προηγουμένη. Ετούτη την φορά όμως δεν περίμενα κάποιο σινιάλο από το Νο 135 της Όχθης Άλζοβο. Τα κεριά μες στο αρχοντικό του Ζίγκμοντ ήσαν ήδη αναμμένα. Δεν είχα ιδέα για το τί μπορεί να σήμαινε αυτό αλλά δεν εσκόπευα να χάσω τον χρόνο μου προσπαθώντας να λύσω το μυστήριο από μακριά. Εξού και εκκίνησα τον δρόμο μου προς το αρχοντικό δίχως δισταγμούς.

Ήταν κάποια παγίδα; Ή μήπως ο Ζίγκμοντ ευελπιστούσε σε κάποια ανακωχή; Αυτά ήσαν λίγο ως πολύ τα ερωτήματα που περνούσαν φευγαλέα απ' τον νου μου κι έπειτα αφανίζονταν στο κενό της μουχρής νύχτας. Οι αποφάσεις μου ήσαν ήδη ειλημμένες και τροποποίηση δεν επιδέχονταν καμία. Ο Ζίγκμοντ ήταν τελειωμένη υπόθεση. Τελεία και παύλα.


Έφθασα κάποτε στην μισάνοιχτη πόρτα του αρχοντικού και μπήκα μέσα. Ησυχία. Όλες οι απλίκες ήσαν αναμμένες. Ανέβηκα την σκάλα μέχρι τον πάνω όροφο. Η συρόμενη βιτρό πόρτα του σαλονιού ήταν κι εκείνη μισάνοιχτη. Την άνοιξα τελείως. Ο Φάμπιο, το κακατούα, με κοίταξε κουνώντας το κεφάλι αλλά δεν έβγαλε μιλιά.


Το σαλόνι φάνταζε πνιγηρό και βαρύφορτο όπως κι εχθές. Τίποτε δεν είχε αλλάξει μέσα του πέρα από το γεγονός ότι ο Ζίγκμοντ ήταν απών. Βασικά, δεν ήταν ακριβώς απών. Οι στάχτες του ήσαν διάσπαρτες μες στο εβένινο φέρετρό του, στο κέντρο του σαλονιού. Αναστέναξα από ανακούφιση. Ή από θυμό; Δεν μπορούσα να αποφανθώ τί από τα δύο. Ο Ζίγκμοντ είχε πάρει την σωστή απόφαση. Την μόνη απόφαση που τον συνέφερε.


Τα μάτια μου έπεσαν πάνω στο γραφείο του. Η χιονόσφαιρα έφερε μες στο κρυστάλλινο σχήμα της μία μινιατούρα της Γέφυρας του Καρόλου καλυμμένη από αστραφτερό γκλίτερ. Την πήρα στο χέρι μου και την ανακούνησα δυνατά. Μελετώντας τους μικρόκοκκους του γκλίτερ να σχηματίζουν ανεμοστρόβιλους γύρω απ' την γέφυρα, αναλογίσθηκα αυθορμήτως το ενδεχόμενο αληθινών ανεμοστρόβιλων από γκλίτερ στην πραγματική Γέφυρα του Καρόλου. Κακόγουστο. Όπως κακόγουστος ήταν και ο ίδιος ο Ζίγκμοντ.


Πάνω στο γραφείο έστεκε επίσης μία επιστολή σφραγισμένη με βουλοκέρι και πλάι της μία πορσελάνινη τεφροδόχος σε μορφή αγγείου. Η επιστολή ήταν προορισμένη για μένα, τούτο υποδείκνυε η αναγραφή Για τον Ίστβαν πάνω στον φάκελο. Έβγαλα την επιστολή και την διάβασα:


Υποθέτω ότι το ελάχιστο που θα μπορούσες να κάνεις για μένα είναι να αφιερώσεις τις στάχτες μου στον Μολδάβα. Ετούτος ο ποταμός ήταν ό,τι αγάπησα περισσότερο εντός του άχαρου και ανούσιου αυτού κόσμου στον οποίον σε εγκαταλείπω. Σου εύχομαι καλή τύχη με τον βόρβορο που επέλεξες να υπηρετήσεις.

Ζ.


«Εντάξει Ζίγκμοντ. Αυτήν την χάρη μπορώ να στην κάνω» σκέφτηκα. Μάζεψα τις στάχτες του Ζίγκμοντ με ένα μικρό φαράσι και τις τοποθέτησα μέσα στην τεφροδόχο.


Δεν θέλω να σου κρύβω την αλήθεια, ω αδελφέ μου. Και η αλήθεια είναι ότι κατά βάθος φθονούσα τον Ζίγκμοντ για το τέλος που έθεσε στον εαυτό του. Η αλήθεια είναι ότι επιθυμώ κι εγώ ένα παρόμοιο τέλος για μένα, εάν και όποτε το αποφασίσω. Θα 'θελα την πλανεύτρα καύση του ηλιόφωτος να συνεπάρει τις αισθήσεις μου ενόσω κοιτάζω την θέα κάποιου πολύ αγαπημένου μου τοπίου. Θέλω μια τελευταία γλυκιάν εικόνα απ' τον ηλιόλουστο κόσμο προτού παραδώκω την κούφια χρυσαλλίδα που βαστώ στο στέρνο πίσω στον αθώρητο ερμηνευτή της.


Έριψα τις στάχτες του Ζίγκμοντ στον Μολδάβα ποταμό όπως μου όρισε. Αχνό ήταν το κελάρυσμα των υδάτων κατά την ρότα των προς την λαμπερή ημισέληνο. Ζήλεψα τον Ζίγκμοντ γι' άλλη μια φορά.

Η δουλειά μου στην Πράγα είχε περαιωθεί.


●●●●


Ναι, ο Ζίγκμοντ έλεγε την αλήθεια.


Η Δίαιτα των Cluj έχει όντως μεταφερθεί από το σπήλαιο Γκουιλά Νακουίτζ σε άλλο μέρος. Όμως, ω αδελφέ μου, δεν μου επιτρέπεται να σου γνωστοποιήσω την νέα έδρα της Δίαιτας. Τούτο είναι ένα μυστικό που απαγορεύεται αυστηρώς να αποκαλύψω σε οποιονδήποτε θνητό. Ελπίζω να μην προσβάλλεσαι απ' ετούτο. Άλλωστε όλοι έχουν μυστικά, γιατί όχι κι εγώ;


Μυστικά... Χα! Και ψέματα! Μυστικά και ψέματα, αυτός είναι ο καρκίνος του κόσμου. Αμφιβάλλω εάν η επιστήμη θα ανακαλύψει ποτέ μιαν θεραπεία για αυτόν τον καρκίνο. Εκτός κι αν κάποια άρχουσα δύναμη απ' το υπερπέραν μας λοβοτομήσει κάποτε όλους μαζί κι εύρουμε ούτως μονοιασμένοι το νόημα της ζωής. Αλλά εδώ που τα λέμε, κι η αλήθεια από μόνη της δεν συνιστά και την καλύτερη προοπτική, έτσι δεν είναι; Φαντάζει ασφυχτικά ανιαρή. Ωσάν κατάλευκο και κρύο μάρμαρο λαξεμένο σε έναν τέλειον κύβο.


Ο κακόμοιρος ο Ζίγκμοντ...! Υποθέτω ότι θα αναφέρομαι σε αυτόν ως κακόμοιρο εις τον αιώνα τον άπαντα. Αυτός ο κακόμοιρος λοιπόν ο Ζίγκμοντ ενόμιζε πως οι Strigoi Morti είναι προορισμένοι για να εξουσιάζουν. Πόσο άδικο είχε... Οι βρυκόλακες είναι προορισμένοι για να επιβιώνουν, όχι για να εξουσιάζουν. Μα να επιβιώνουν με χάρη και λεπταισθησία. Είναι ταγμένοι στο ταπεινό ένστικτο της αυτοσυντήρησης αλλά με μια κομψήν έφεση προς το ωραίο, πάντοτε με μια δόση χαριτωμένης ανωτερότητος, πάντοτε μ' ένα αλαφρό μειδίαμα περιφρόνησης απέναντι σ' εκείνους που ζουν μονάχα για να ζουν, πάντοτε μ' έναν μποέμικον αναστεναγμό και με φιλοσόφου την αναίτια στύση. Οι βρυκόλακες είναι εξοπλισμένοι με μια δεξιότητα που σπανίζει πια στον κόσμο μας: την κλάση. Επιβίωση με ρομαντισμό, αυτός είναι ο σκοπός των βρυκολάκων.


Επιβίωση...! Πόσο σαχλή φαντάζει αλήθεια ετούτη η λέξη σαν αρθρώνεται απ' ένα πλάσμα νεκρό σαν τον βρυκόλακα. Κατά την λογική αυτή, όλες οι λέξεις χάνουν το νόημα τους σαν αντιπαραβάλλονται με την υπόσταση του βρυκόλακα, όχι μόνον η συγκεκριμένη. Καθότι δεν έχουν οι λέξεις άλλον σκοπό απ' το να ορίζουν σχήμα και μορφή εντός ενός τοπίου π' ειδάλλως θα αποτελούσε μιαν άναρχη βαβυλωνία. Μα σαν προσκρούουν οι δύστυχες οι συλλαβές επάνω στου βρυκόλακα την όψη, απεκδύονται ευθύς και έννοια κι ουσία και προέλευση. Καλείται το λοιπόν ο βρυκόλακας να συνθηκολογήσει με όλη τούτη την συγκεχυμένη μπούρδα ολόγυρά του. Μην βιαστείς πάραυτα, ω αδελφέ μου, να εικάσεις την συνθήκη ετούτη ως κατάρα. Στέκει πάνω απ' τις χάβρες των ανθρώπων ο βρυκόλακας, παραχαϊδεμένος από μιαν ελευθερία που δεν υπόκειται σε πλαίσιο ή ορίζοντα.

Υποθέτω ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να δώσω κι εγώ στον εαυτό μου ένα τέλος, όπως ακριβώς έκανε ο Ζίγκμοντ. Δεν μπορώ να φαντασθώ την ύπαρξή μου να εξακολουθεί ούτως λαθεμένη πάνω στον κόσμο, να βολοδέρνει αιωνίως μες στις άγριες νύχτες. Υποθέτω πως θα 'ρθει κι η δική μου η στιγμή. Πέντε ή έξι φορές ήλθα πολύ κοντά στην μοιραία απόφαση. Το μετάνιωνα πάντοτε, και γυρνούσα πίσω στον θλιβερό εαυτό μου και στις θλιβερότερες αμφιταλαντεύσεις του. Ο λόγος για τούτο δεν είναι φυσικά ο φόβος της καύσης. Η καύση απ' το ηλιόφως της αυγής είναι μια εμπειρία που ποθώ να βιώσω κάποτε, οπωσδήποτε. Απλά διστάζω να αποχωρισθώ τον κόσμο τούτον μην τυχόν και χάσω κανένα μαγικό ξεφάντωμα ή καμιάν γνώση μελιχρή που θα εξάψει τις συνείδησες και θα θέσει νέα θεμέλια εκεί που ειδάλλως στέκουν ερείπια. Ή κάποιο θαύμα που θα ανατρέψει όλες του κόσμου τις συμβάσεις, που θα τινάξει στον αέρα όλα τα πρέπει της αενάου πραγματικότητος.


Πρέπει...! Απ' όλες τις λέξεις π' επινόησε ο άνθρωπος, ετούτη είναι η πιο κακιά, η πιο σατανική, η μοχθηρότερη, το αδιάψευστο τεκμήριο μιας νόησης σε σαδομαζοχιστικό ντελίριο. Ετούτην την λέξη την σκαρφίσθηκε -το δίχως άλλο- κάποιος μουντρούχος γλωσσοδίφης που 'χε ένα πέος σαπισμένο απ' την γονόρροια και το αυνάνιζε λυσσωδώς μες σε αδειανές μπουκάλες του ουίσκι. Δεν έχει ρίζες ή καταβολές ετούτη η λέξη, δεν έχει ετυμολογία, γεννήθηκε από μονάχη της, δεν υπάρχει μπαμπάκας και μαμάκα για δαύτην. Εκκίνησε την πορεία της ως κβαντική παρενέργεια κατά την Μεγάλη Έκρηξη κι έκτοτε στέκει κολλημένη ως λεκές πάνω στου κόσμου την θερμοδυναμική εντροπία. Όσο διαστέλλεται το σύμπαν, τόσο μεγαλώνει κι ο λέκες. Ως κι ο ήχος της είναι βάρβαρος, γκάρισμα που ταιριάζει πιότερο σε Homo Sapiens των σπηλαίων.


Υποθέτω πως οτιδήποτε κι αν μέλλει να χάσω απ' του κόσμου τα δρώμενα σαν παραδοθώ στο έλεος της καύσης θα αντισταθμισθεί απ' την φαντασμαγορία της συντέλειας. Ετούτο ωστόσο θα είναι ένα θέαμα μοναχά για τα δικά μου μάτια, θα είμαι ο ένας και μοναδικός θεατής που θα το απολαύσει σαν εγκαταλείψω τα εγκόσμια. Θα αποσυρθώ κρυφά απ' τους οδοντοτροχούς της κοσμικής γεννήτριας, θα πεταρίσω μακριά απ' του χωροχρόνου την βοή και μαζί μου, θαρρώ, θα ξεγλιστρίσει και μια στάλα λιπαντέλαιο. Και τότε θα εκκινήσει η γεννήτρια τους κρότους και τα μουγκρητά, μα -μην γελιέσαι, ω αδελφέ μου- δεν θα βραχυκυκλώσει τελεσίδικα. Απλά θα βρυχάσει με τριβές και με σπινθήρες προτού εξακολουθήσει ακάθεκτη τους κύκλους της.


Με τριβές και με σπινθήρες θα αναχωρήσω, ω αδελφέ μου, και στην στερνή ετούτη πτήση των αισθήσεων δεν θα αφήσω μήτε στιγμή ανίδωτη απ' την μητρόπολη του νέον που θα με συνοδεύει ως σειρήνα ξελογιάστρα. Θα επιτρέψω στην καταυγασμένη πολιτεία να με συνεπάρει με το φως και με τις μουσικές και με τις αμαρτωλές ξεφάντωσες, θα χαθώ μες στον απέραντο κυβερνοχώρο των ψηφιακών χρωμάτων, κάθε φωτόνιο απ' αχτίδα φθορισμού θα απολαύει των ματιών μου την ξέχωρη φροντίδα. Κι αν τυχόν απαντήσω στρόβιλους απ' άτακτα μποζόνια ή φάσματα απειλητικά από διεγερμένα εικονοστοιχεία ή κροταλίσματα εκκωφαντικά από αλουμινίου ηχοστήλες, ουδόλως θα σκιαχτώ καθότι θα 'χει τελικό προορισμό ετούτο το ταξίδι δίχως παρεκκλίσεις και στάσεις χρονοβόρες.


Και σαν τελειώσει κάποτε η στερνή ετούτη περιοδεία στην υπέρλαμπρη μητρόπολη, ευθύς θα συρρικνωθώ σε χνουδόσπορο του δανδελίωνα και θ' αγκιστρωθώ στης αντιύλης την αείκαρπον την μήτρα. Ωσάν όνειρο απολησμονημένο θ' αφανισθώ στης χαραυγής το ξύπνημα, ουδέν χνάρι δικό μου στης οικουμένης την συνείδηση, μήτε καν ένα είδωλο αχνό στα μύχια του μνημονικού. Μην τυχόν βιαστείς και θρηνήσεις για εμέ, ω αδελφέ μου. Καθότι εγώ θα είμαι αιθέρινος ταξιδευτής στην στρατόσφαιρα των ιδεών ενόσω εσύ θα στέκεις ταπεινός μες σε μανδύα από σάρκα και οστά, αγκομαχώντας να αδράξεις λίγη απ' την ηδονή που εγώ θα χαίρω σ' αφθονία.


Σέρβιρα στον εαυτό μου άλλο ένα μαρτίνι, κρύο με μια φλούδα από λεμόνι. Διάολε, γιατί όχι...


Όλα όσα προείπα θα γενούν μόλις πάρω την καίρια απόφαση. Μέχρι τότε, επιλέγω να υπάρχω. Προς το παρόν, επιλέγω τα εγκόσμια ως έχουν, στιγματισμένος μοναχά απ' το ψεγάδι της αιωνιότητος. Ωσάν έτερος Οζυμανδίας θωρώ το πολύφωτο Λος Άντζελες που απλώνεται στην τζαμένια θέα του ρετιρέ μου, και κρυφομουρμουρίζω στον εαυτό μου πίσω απ' το καθάριο γυαλί:


Οζυμανδίας το όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων!

Κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί, κι απελπιστείτε!


Γελάω. Γελάω με τον εαυτό μου. Και γιατί να μην γελάσω άλλωστε; Έχοντας εμπρός μου τους πανύψηλους ουρανοξύστες της Financial District, τέτοιοι πομπώδεις παροξυσμοί του νου έχουν κάποιο υποτυπώδες έρεισμα, δεν είναι δα και τόσο αδικαιολόγητοι. Ας συγχωρεθούν λοιπόν. Ας συγχωρεθούν διότι ουδόλως γνωρίζω εάν και πού και πώς θα είμαι κατά το επόμενο ηλιόγερμα. Διότι παραμένω κείνο που ήμουν και πρωτύτερα. Πελώριος σαν αμμόκοκκος και ουτιδανός όσο το απέραντο σύμπαν.

Το όνομά μου είναι Ρόμπερτ Χάρισον. Είμαι επίσης γνωστός και ως Ίστβαν Κζόνκα. Επίσης γνωστός και ως Λόρδος Γκρέηγουντ. Είμαι ένας βρυκόλακας.


Κείνο που επιθυμώ -πριν και πάνω απ' όλα- είναι να κάνω τον χρόνο μου επάνω στον κόσμο όσο πιο ευχάριστον γίνεται.





ΤΕΛΟΣ



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Απέργης γεννήθηκε στην Λάρισα το 1978. Σπούδασε Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο Σόλεντ του Σάουθαμπτον στην Αγγλία. Ζει στην Λάρισα.


Τα έργα του εκδίδονται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΥΠΟΥΣ:(https://www.okypus.com/okypus-publisher)


Ο Δημήτρης Απέργης έχει τιμηθεί αρκετές φορές με διακρίσεις για το λογοτεχνικό του έργο.

Το 2018 απέσπασε το Α' βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα "Ο Ζεράρ & ο πατέρας" στον 36ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνων. Για το ίδιο έργο τιμήθηκε και με το Α' βραβείο Μυθιστορήματος στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2017 απέσπασε το Α’ βραβείο Μυθιστορήματος για το μυθιστόρημα «Στην Κομητεία του Ουίσκι» στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ.


Το 2015 τιμήθηκε με το Β’ βραβείο Νουβέλας για την νουβέλα «Jazz Room» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2013 τιμήθηκε με Έπαινο Διηγήματος για το διήγημα «Λαβύρινθος» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.


Το 2012 απέσπασε το Α’ βραβείο Διηγήματος για το διήγημα «Όξινη βροχή» από την εφημερίδα ΜΟΝΙΤΟΡ.








©2019 by Okypus 

G. Seferi 153, Larisa

41223, Greece

email: info.okypus@gmail.com

tel: +306946385769